Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Η ζωή των ναυτικών στο ελληνικό τραγούδι...


[Διαβάστηκε στο Αργοστόλι Κεφαλονιάς, σε εκδήλωση για τη Ναυτική Εβδομάδα 25-6-2005]


Στο ξεκίνημα της φετινής ναυτικής εβδομάδας, στο πρόγραμμα της οποίας εντάσσονται πολλές και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, θα πραγματευτούμε ένα θέμα που έχει απώτερο σκοπό να ανακινήσει τη συναισθηματική σας μνήμη, μέσα από ένα ισχυρό παράγοντα διέγερσης της τελευταίας: Αυτός ο παράγοντας είναι η μουσική, και ειδικότερα οι στίχοι των τραγουδιών που έχουμε όλοι σιγοψιθυρίσει, ή ίσως έχουμε τραγουδήσει και μεγαλόφωνα. Στίχοι που παραπέμπουν σε αγαπημένες μελωδίες με θέμα ένα από τα πιο τραγουδισμένα θέματα στην νεοελληνική στιχουργική ιστορία. Τη ζωή των ναυτικών. Θα θυμηθούμε στίχους με γεύση αλμυρή, που καταγράφουν ποικίλα αισθήματα, βιώματα, εμπειρίες από τη ζωή των ανθρώπων αυτών, που έχουν ταυτίσει τη ζωή τους με τη θάλασσα, το ταξίδι, την περιπλάνηση, έννοιες που επίσης έχουν αποτελέσει πρωταρχική πηγή έμπνευσης για τους νεοέλληνες στιχουργούς.

Πράγματι, μπορούμε να ανακαλύψουμε στους καταλόγους της ελληνικής δισκογραφίας χιλιάδες τραγούδια στα οποία θάλασσες, καράβια, κύματα, γοργόνες παρελαύνουν για να δηλώσουν είτε κυριολεκτικά τη θαλάσσια περιπλάνηση, είτε μεταφορικά τον έρωτα, την εσωτερική αναζήτηση, την ίδια την ανθρώπινη ζωή. Από τη «Θάλασσα πλατιά» του Μάνου Χατζιδάκι και του Γεωργίου Ρούσσου (και τα σχετικού θέματος «Μές σ’ αυτή τη βάρκα», και «Ο γλάρος» του ίδιου συνθέτη, που θυμόμαστε με τη φωνή της Αλίκης Βουγιουκλάκη, ως τη σύγχρονη «Θάλασσά μου σκοτεινή» του Νίκου Πορτοκάλογλου και τη «Θάλασσα» της Θεοδοσίας Τσάτσου, και από τις ειδυλλιακές σκηνές των «Άσπρων, κόκκινων, κίτρινων μπλε» καραβιών ή των ονείρων μας που είναι «άσπρα καράβια σε κάποιο ρόδινο γιαλό», αλλά και την πασίγνωστη τετράδα Κατερίνα, Ζωή, Αντιγονάκι και Ζηνοβία που επιβαίνουν «στη βάρκα του καμπούρη Ανδρέα» μέχρι «μια θάλασσα μικρή», του Διονύση Σαββόπουλου, που είναι «το καλοκαίρι μου, ο έρωτάς μου, ο πόνος μου», και «τα λιμάνια» όπου «των φάρων οι ριπές ανάψανε φωτιές» της Ευανθίας Ρεμπούτσικα και του Μιχάλη Γκανά, τα «καράβια αλήτες» που μας «σφύριξαν κάτι, μας είπαν ελάτε, μας κλείσαν το μάτι» του Φώντα Λάδη, αλλά και από τη ζωή που «είναι μια θάλασσα κι εμείς Καπεταναίοι» του Γιώργου Κατσαρού μέχρι το «θαλασσινό τριφύλλι» και το «δελφινοκόριτσο» σε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη και το πρόσφατο «Έχω μια Θάλασσα μέσα στο κεφάλι μου» του συμπατριώτη μας Τάσου Γεωργόπουλου το υγρό στοιχείο είναι πανταχού παρόν ως σημείο αναφοράς στην νεοελληνική στιχουργία.

Η ζωή των ναυτικών είναι ωστόσο μια ιδιαίτερη κατηγορία, που το ελληνικό τραγούδι αντιμετωπίζει με ποικίλες εκφάνσεις. Αν σκεφτούμε ότι ο 20ος αιώνας, εκτός από «αιώνας της μετανάστευσης» ήταν για ολόκληρη την Ελλάδα και «αιώνας του μπάρκου» - μιας ιδιότυπης μετανάστευσης που δεν είχε ποτέ Ιθάκη, προορισμό, αλλά είχε πολύ από αυτό που λέμε «ωραίο» (ή και λιγότερο ωραίο) ταξίδι. Οι νέοι που αποφασίζουν να πάρουν το δρόμο της θάλασσας είναι ένα φαινόμενο πανελλαδικό. Μας το μαρτυρούν και οι στίχοι του Στέλιου Γεράνη στο τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα: το ναυτάκι είναι Συριανό, ο λοστρόμος είναι πειραιώτης, ο μηχανικός είναι μυτιληνιός, το τιμόνι είναι καλαματιανό και ο καπετάνιος Χιώτης. Όλη η Ελλάδα ταξιδεύει. Κι οι ναυτικοί είναι πλάσματα που από τη φύση της δουλειάς τους είναι υποχρεωμένοι να ζήσουνε σε τρεις διαφορετικούς κόσμους: Ο πρώτος, είναι ο κόσμος του καραβιού, με τη ζωή πάνω στο καράβι και τους ατέλειωτους χρόνους στη θάλασσα. Ο δεύτερος είναι ο κόσμος που αφήνουν πίσω τους, ο κόσμος όπου επιστρέφουν ανάμεσα στα ταξίδια, που είναι και ο κόσμος που επιθυμούν κάποτε ν’ αποκτήσουνε ξανά: Η πατρίδα τους, τα αγαπημένα πρόσωπα, οι συγγενείς. Ο τρίτος κόσμος είναι ο κόσμος των εκάστοτε προορισμών τους. Οι τόποι που αράζουν τα καράβια. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, μολονότι έχουν τη δυνατότητα να βρίσκονται σε τρεις διαφορετικούς κόσμους, ουσιαστικά δεν ανήκουν σε κανέναν. Είναι περαστικοί απ’ όλους αυτούς τους κόσμους. Η περιπλάνησή τους δεν είναι μόνο γεωγραφική. Είναι κάτι πολύ πιο βαθύ. Είναι διαρκώς ξένοι. Στον τόπο τους, στο πλοίο τους, στους ξένους τόπους.

Η ιστορία, βέβαια, είχε αρχίσει από πολύ παλιά. Η λαϊκή μούσα, στα δημοτικά και ιδίως τα νησιώτικα τραγούδια, είχε πάρα πολλά να πει για τους πρώτους εκείνους ναυτικούς που άφηναν την πατρίδα για να ταξιδέψουν στην άγρια θάλασσα. Ας θυμηθούμε ότι η θάλασσα στο λαϊκό πολιτισμό δεν ήταν προορισμός αναψυχής, αλλά ένα απειλητικό σκοτεινό στοιχείο της φύσης, που έπαιρνε μαζί της τους νέους:

Θάλασσα, θάλασσα που τον έπνιξες, κι ωχ, αμάν, αμάν

της κοπελιάς τον άντρα

θαλασσάκι μου και φέρε το πουλάκι μου

Κι η κοπελιά, κι η κοπελιά είναι μικρή, θαλασσάκι μου

και δεν τής πάν’ τα μαύρα

μας λέει το πασίγνωστο τραγούδι.

Ω θάλασσά, ω θάλασσά μου ουρανιά

Ω, θάλασσά μου ουρανιά και κύμα μου γαλάζιο

φέρε μου την αγάπη μου να μην αναστενάζω

μας λέει το αιγαιοπελαγίτικο τραγούδι – εδώ δεν πρωταγωνιστεί τόσο ο ίδιος ο ναυτικός όσο η απουσία του. Το ίδιο και στο παραδοσιακό τραγούδι της Προποντίδας: Το καράβι έρχεται από την Πόλη, και μέσα είναι ο καλός της κοπέλας που τραγουδάει:

Νερό του έχω, Σανταλένια μ' κι άιντε

Νερό του έχω να λουστεί

Και πουκάμισο ν‘ αλλάξει

Στο λιμάνι σαν θ‘ αράξει

Μια πολύ δυνατή στιχουργικά αλλά και δραματικά σκηνή μιας άγριας φουρτούνας μας δίνει ένα από τα πιο ωραία παραδοσιακά μας τραγούδια «Του κυρ βοριά»: Το ναυτόπουλο είδε από το κατάρτι την τρικυμία να πλησιάζει – ο κυρ Βοριάς, η δύναμη της φύσης, είχε προειδοποιήσει ότι θα φυσήξει άγριος, μα ο καπετάνιος δεν τον άκουσε – πίστευε ότι το σκαρί του είναι αβύθιστο. Αλίμονο, όμως…

Ώστε να ειπεί, να καλοειπεί, να καλοκουβεντιάσει,
βαριά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει,
απρογυαλίζει η θάλασσα, σιουρίζουν τα κατάρτια,
σκώνονται κύματα βουνά, χορεύει το καράβι,
σπιλιάδα του 'ρθε από τη μια, σπιλιάδα από την άλλη,
σπιλιάδα από τα πλάγια του κι εξεσανίδωσέ το.
Γιόμισε η θάλασσα πανιά, το κύμα παλικάρια,
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλια πάγει.

Κι έτσι, στα χείλια των μανάδων και των κοριτσιών είναι πάντα μια προσευχή, σαν αυτή που ακούμε στο παραδοσιακό «Καράβι – Καραβάκι»:

Καραβάκι μην αργήσεις
απ' τα ξένα να γυρίσεις
να 'ναι η Παναγιά κοντά σου
και γαλήνη στα νερά σου.
Συνεχίζοντας στο δρόμο που χάραξε η λαϊκή μας παράδοση, η ρεμπέτικη και λαϊκή μούσα τραγούδησε τους καημούς και τις περιπλανήσεις των ναυτικών μας. «Ο ναύτης» του Γιώργου Μητσάκη, τραγουδισμένος από τη Σωτηρία Μπέλλου, μπορεί να θυμίσει στον καθέναν από τους ναύτες μας την προσωπική του ιστορία. Μας δίνει όμως και την αίσθηση της συλλογικότητας που επικρατεί μέσα στο βαπόρι:Ένα καράβι απ’ τον Περαία έχει σαλπάρει για μακριά

μα κάποιος ναύτης που είναι μέσα

το νου του πάντα τον έχει στη στεριά

Ο καπετάνιος είν’ στο τιμόνι κι άλλοι δουλεύουν στη μηχανή

κι ο ναύτης μόνος μπροστά στην πλώρη

αναστενάζει για μια μελαχρινή

Μα ο λοστρόμος πάει και του λέει, τι συλλογιέσαι κι ανησυχείς

πως έχεις δίκιο καταλαβαίνω

φουρτούνες τέτοιες περάσαμε και ‘μεις

Καπεταναίοι και τόσοι άλλοι, λοστρόμοι, ναύτες, μηχανικοί

καθένας έχει και τον καημό του

έτσι είμαστ’ όλοι εμείς οι ναυτικοί

Το ζεϊμπέκικο του Γιώργου Μπάτη (1934) μας θυμίζει τις σκληρές συνθήκες εργασίας πάνω στο καράβι:

Μηχανικός στη μηχανή

και ναύτης στο τιμόνι

Κι ο θερμαστής στο σκότολο

με τσι φωτιές μαλώνει

Αγάντα θέρμαστάκι μου

και ρίχνε τις φτιαργιές σου

Μέσα στο καζανάκι σου

να φτιάξουν οι φωτιές σου

Κι ο Γιάννης Παπαϊωάννου μας περιγράφει μια στιγμή φουρτούνας:

Στ’ αγριεμένο πέλαγος καράβι κινδυνεύει
απελπισμένο κι έρημο βοήθεια γυρεύει
θάλασσα κακιά
απελπισμένο κι έρημο βοήθεια γυρεύει
βοήθα Παναγιά
 
Βοήθα αγιέ Νικόλα μου βοήθα κι είναι κρίμα
καράβι και ναυτόπουλα για να τα φάει το κύμα
θάλασσα κακιά
καράβι και ναυτόπουλα για να τα φάει το κύμα
βοήθα Παναγιά
Στα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, πολλές φορές πρωταγωνιστούν οι γυναίκες – μανάδες κι αγαπημένες, που περιμένουν τους ναύτες να γυρίσουν: Η μάνα του Νικόλα του ψαρά, του οποίου το τρεχαντήρι δε γύρισε μαζί με τ’ άλλα:

Πέρασαν μήνες, πέρασαν

κι η μάνα του Νικόλα

με την ελπίδα στην καρδιά

τον περιμένει ακόμα στη στεριά

Κι η αγαπημένη, που βλέπει το πλοίο που θα σαλπάρει για λιμάνια ξένα:

Την καρδιά μου ο πόνος την πληγώνει

και στο κλάμα βραδιάζει, ξημερώνει

Φεύγεις αγάπη μου, φεύγεις χαρά μου

παρ’ τις ελπίδες μου, τα όνειρά μου

Γρήγορα να ’ρθεις πάλι κοντά μου

Υπάρχουν κι εκείνοι που φεύγουν για μπάρκο χωρίς αγάπη να περιμένει στη στεριά.
Και τότε το ταξίδι γίνεται φυγή, και λύτρωση. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μας αφηγείται μια σχετική ιστορία:

Καράβι με σημαία ξένη

που πας ταξίδι μακρινό

αγάπη πια δε με προσμένει

το σπίτι άδειο κι ορφανό

Αγάπη πια δε με προσμένει

μαζί σου πάρε με, μαζί σου πάρε με

να μην πονώ

Μπουένος Άιρες, Νέα Υόρκη

Βομβάη, Τόκυο και Μπαρμπαριά

ψεύτικα όνειρα, ψεύτικοι όρκοι

αχ να τα ξέχναγα εκεί μακριά

Πώς περνούν όμως οι ατέλειωτες ώρες πάνω στο καράβι; Ο Αλέξανδρος Μπάρας γράφει τους στίχους, ο Νίκος Ξυδάκης υπογράφει τη μουσική:Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί

άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.
 
Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν

να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει

Στις ώρες της μοναξιάς οι ναυτικοί γράφουν γράμματα και κάρτες στ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, και περιμένουν να πιάσουν στο επόμενο λιμάνι για να τα ταχυδρομήσουν (στίχοι Γιάννης Λογοθέτης – μουσική Δήμος Μούτσης)

Τη Δευτέρα το βράδυ

σού'χα στείλει άλλο ένα γράμμα
η ζωή εδώ πέρα 
στό'χω πει πως είναι άλλο πράμα
Κι ο καπετάνιος διαταγές και μανιφέστα
κι όλο πληρώνω εγώ τα ρέστα

Δύσκολες οι στιγμές της μοναξιάς. Μα ο ναύτης πρέπει να χαλυβδώσει το συναίσθημά του με καρτερικότητα και υπομονή. Ο Κώστας Βίρβος, σε μουσική Μίμη Πλέσσα, μας λέει σχετικά:

Βάρα λοστρόμε την μπουρού

κι εσύ μηχανικέ ντουγρού
φουλαριστά οι μηχανές, πάλι να τρέχουν
Κι αν κλαίνε αγάπες στη στεριά
σφίχτε λεβέντες την καρδιά
οι ναυτικοί στον χωρισμό πρέπει ν' αντέχουν
 
Είναι πικρή του ναυτικού η μοίρα
να καταπίνει την αλμύρα
απ' το κύμα κι απ' το δάκρυ
στης θάλασσας την κάθε άκρη

Γύρω από τους ναύτες το ελληνικό τραγούδι έχει στήσει ολόκληρη μυθολογία.
Οι μοναχικοί και μυστηριώδεις ταξιδεμένοι νεαροί ήρωες είναι σίγουρα διαφορετικοί από
τους άλλους. Η Έλσα Μαργαρίτη τραγουδάει Μάνο Χατζιδάκι:

 Ναυτάκι ναυτάκι που φεύγεις και πού πας
ναυτάκι τη νύχτα τη πόρτα μου χτυπάς
χορεύεις γυρεύεις μες στ’ όνειρο τη χαρά
μα φεύγεις κι αφήνεις δάκρυα μες στα νερά.
 Ο Άκος Δασκαλόπουλος, πάλι μας ζωγραφίζει εικόνες που μας θυμίζουν παλιές καλές ελληνικές ταινίες.
Στο συγκεκριμένο τραγούδι, η μουσική είναι του Γιάννη Μαρκόπουλου.
Τα παλικάρια έχουν δέσει
έχουν δέσει την καρδιά τους
σαν καράβια στα βαθιά νερά
 
Μες στο λιμάνι απλώνουν
ναύτες κουρασμένοι τα φτερά τους
ψάχνουν για να βρουν παρηγοριά
 

Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε τους γέρους ναυτικούς που το λαϊκό μας τραγούδι έχει τιμήσει ιδιαίτερα. Οι γέροι ναύτες, αλλά και τα καράβια που έγραψαν ιστορία και τώρα σαπίζουν στο καρνάγιο – μα δεν έχασαν ποτέ τις αναμνήσεις που κουβαλούν:

(Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος, μουσική: Γιάννης Σπανός)

Μέσα από τα παλιά καρνάγια

βγαίνει τις νύχτες μια φωνή

Απ’ τα καράβια τα ρημάδια

που πια κανείς δεν τα πονεί

(Στίχοι: Κώστας Βίρβος, Μουσική: Μίμης Πλέσσας)

Ο Φουρτούνας κι ο Μπουνάτσας
δύο γέρο ναυτικοί
στου γυαλού το ταβερνάκι
κουτσοπίνουνε ρακί
Και θυμούνται τραμουντάνες
και λιμάνια εξωτικά
Γιαπωνέζες, Αφρικάνες 
γλεντοκόπια ναυτικά.
 

Στίχοι: Άλκης Αλκαίος: Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος:

Όταν ο άνεμος φυσά
κι οι άνθρωποι σωπαίνουν
κάτι σκιές με προσπερνούν
στις έρημες μαρίνες
τα πλοία των ερώτων μας
μου δείχνουν που πεθαίνουν
και τραγουδούν στην πλώρη τους
νεράιδες και σειρήνες
 

Και ο Σπύρος Ζαγοραίος, μιλά για το γέρο ναυτικό:

Απόψε πάλι σκεφτικός
είναι ο γέρο - ναυτικός
Τι συλλογίζεται και αναστενάζει
Τι πόνο κρύβει στη καρδιά
καραβοτσακισμένος πια.
Το ομορφότερο ίσως από τα τραγούδια αυτά είναι η «Άγια Κυριακή» ένα τραγούδι του Μίμη Πλέσσα σε στίχους Κώστα Βίρβου, για το καράβι που πήγαινε Αλεξάνδρεια -Ραφήνα τα χρόνια της κατοχής με παλικάρια στ’ αμπάρια και τώρα…Τώρα η Άγια Κυριακή
στην αμμουδιά σαπίζει
κι όταν τη βλέπω στο γιαλό
τρέχει το δάκρυ μου θολό
και η καρδιά ραγίζει.
 
Εκτός από τη λαϊκή μουσική, η σύγχρονη έντεχνη και ροκ σκηνή έχει ασχοληθεί με τη ζωή των ναυτικών:
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τραγούδι του Σταμάτη Μεσημέρη:
 
Το μπάρκο ήτανε φτηνό μά τό'χες τόσο ανάγκη
Γιατί ήσουνα στα δεκαοχτώ αγρίμι στο κλουβί
ήθελες λέει να ξοριστείς στου ορίζοντα τα βάθη
ταξίδι πέρα απ' το άγνωστο στην άγονη γραμμή.
 
Η «Γιοκοχάμα» του έντεχνου λαϊκού συνθέτη Γιώργου Ζήκα μας μιλάει για μια πειρατεία σε πλοίο:

Μα το δικό μου το μυαλό
ταξίδι πάει στο παρελθόν
πάει στη Γιοκοχάμα
εκεί που μ’ έναν κολλητό,
πρωτόμπαρκο όπως κι εγώ
σωθήκαμ’ από θάμα.
Εφτά Κινέζικα πλωτά
μας πέσαν και μας πιάσαν
σ’ ένα Σαμπάν μας κλείσανε,
ούτε που μας ταίσανε
κι ήταν μεγάλο δράμα.
 
Ένα απόσπασμα από μια «Βάρδια» του Θανάση Παπακωνσταντίνου:

Όταν κοιμάται ο θεός κι ο διάβολος ξεχνάει

σε βάρκα δίχως πλευρικά μια νύχτα σκοτεινή

μεθά ο χρόνος και γελά κι άλλο δεν προχωράει

βάλε φωτιά στα ρούχα σου και κέρνα μας κρασί
 

Και ένα ροκ τραγούδι, το «Καράβι του Νότου» από το συγκρότημα «Μάσκες»

Μια ακόμη νύχτα παγερή, πορεία νότια σκοτεινή

Κανένας δεν κοιμάται δω, ένα καράβι του νότου μυστικό

Το καράβι του νότου

Κλείσε τα μάτια, πες μου κάτι να φύγουνε τα φώτα

Ψυχή μέσα στο σώμα ταραγμένη

Τους εφιάλτες που ταράζουν, τα δάκρυα του νότου

μια πόλη που φαντάζει βυθισμένη.

Και, τέλος, ένας τροβαδούρος του σήμερα, ο Λουδοβίκος των Ανωγείων,μας μεταφέρει την αγωνία του ναύτη σε μια μαντινάδα:

Φίλους έχω τους βοριάδες, το θαλασσινό νερό

μα φοβάμαι τους ανθρώπους, στη στεριά να μη πνιγώ

Παραδοσιακό, ρεμπέτικο, λαϊκό, έντεχνο, ελαφρό, ροκ, όλα τα είδη μουσικής ασχολήθηκαν με τη ζωή των ναυτικών. Όμως αυτός που μίλησε βαθύτερα, που άγγιξε περισσότερο και σε υψηλότατα επίπεδα ποιητικής σύλληψης τον ψυχισμό τους, όντας ο ίδιος ναύτης, ήταν ένας δικός μας άνθρωπος – ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα, ο κεφαλονίτης Νίκος Καββαδίας. Οι ναυτικοί ήξεραν τα ποιήματά του πριν τα μάθουμε εμείς οι υπόλοιποι από τις μελοποιήσεις του Θάνου Μικρούτσικού, στο «Σταυρό του Νότου» τις «Γραμμές των Οριζόντων», από αυτές του συγκροτήματος «Ξέμπαρκοι», αλλά και από μελοποιήσεις άλλων συνθετών. Είναι πολλοί οι ναυτικοί μας που φυλάνε σαν κειμήλια τα βιβλία του που έχουν δική του αφιέρωση. Ο Καββαδίας χρησιμοποιώντας υλικά της παλαιάς ποίησης (το μέτρο, τη ρίμα) χάρισε μεγάλες στιγμές στην ποίησή μας – στιγμές όπου η αλήθεια του, η αλήθεια όλων των ναυτικών μας, συναντιέται με το υψηλό ποιητικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσαμε ώρες να μιλάμε για τους στίχους του Καββαδία που τραγουδήθηκαν, θα μπορούσαμε όλοι να σιγοτραγουδάμε μέχρι το πρωί τα τραγούδια του. Θα κλείσω αυτή την ομιλία, επιλέγοντας, αναγκαστικά με μεγάλη αυθαιρεσία, δυο ποιήματα, από τα λιγότερο γνωστά, με τεράστια ποιητική δύναμη, εκφράζοντας την ελπίδα και ευχή ότι η ελληνική μουσική θα συνεχίσει να μας χαρίζει τέτοια τραγούδια, που μπορούν να μπουν στα χείλη όλων μας και να μας συγκινήσουν χωρίς να κάνουν καμμία έκπτωση:

Το πρώτο είναι η «Αντινομία», που τραγούδησε το συγκρότημα «Ξέμπαρκοι»:Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές

Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει

Θαλασσοκόρη του βυθού - χίλιες οργιές –

του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι

Και σ' έριξα σ' ένα βιβάρι σκοτεινό

που στέγνωσε και ξανεμίστηκε το αλάτι

Μα εσύ προσμένεις απ' το δίκαιον ουρανό

το στεργιανό, το γητευτή, τον απελάτη

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί

και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη

πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί

θα μείνει ο ναύτης να μετρά το άσπρο χαλίκι

Το τελευταίο, είναι οι «προσευχές των ναυτικών» ένα συγκλονιστικό ποίημα του Κόλλια που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος:Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν

βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι

κι' ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί

μπρος σ' ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά

μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι, ρύζι

προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές

κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει

Οι Κούληδες με τη βαριά βλακώδη τους μορφή

βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου

κι' οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά

κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά

εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία

και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά

που έμαθαν όταν πήγαιναν μικροί στη εκκλησία

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική

από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους

κι' αρχίζοντας με σιγανή φωνή "Πάτερ ημών..."

το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

Ηλίας Τουμασάτος Πηγή: eliaswords.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου