Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Στο Περιβόλι της Παναγιάς...στο ακρωτήρι της πίστης...


 α) Η πρώτη εντύπωση

Μονή Δοχειαρίου. Από τα πιο επιβλητικά κτίσματα του Αγίου Όρους.

Κάθε πρωί, όλες τις εποχές και ημέρες του χρόνου, το λιμάνι της Ουρανούπολης στη Χαλκιδική κατακλύζεται από άντρες, που περιμένουν το πλοίο για το Άγιο Όρος. Εκεί βρίσκεται το τέλος του «σύγχρονου» κόσμου, πέρα απ’ αυτό το σημείο δεν υπάρχουν ούτε λεωφόροι, ούτε λιμουζίνες, παρά μόνο στενά μονοπάτια. Το καραβάκι που οδηγεί στη Δάφνη περνάει δίπλα από ακτές που είναι έρημες και γαλήνιες, έτσι όπως ήταν παλαιότερα όλες οι ακτές του κόσμου, χωρίς ογκώδη κτίσματα και καμινάδες εργοστασίων.

Κόσμος πάει κι έρχεται
Οι εικόνες των μοναστηριών με τους τρούλους και τα τείχη που τα περιβάλλουν
Το λιμανάκι της Δάφνης στο Άγιο Όρος.
Το λιμανάκι της Δάφνης στο Άγιο Όρος.
προκαλούν αναπάντεχα συναισθήματα στους επισκέπτες, καθώς μερικοί νομίζουν ότι τις έχουν ξαναδεί. Την ίδια εμπειρία περιγράφουν και κάποιοι φωτογράφοι που επισκέπτονται για πρώτη φορά το Άγιο Όρος. Αισθάνονται, όπως λένε, ότι μερικές εικόνες προϋπάρχουν μέσα τους πριν ακόμα τις φωτογραφίσουν.
Στις μικρές προβλήτες των μοναστηριών που πιάνει το καραβάκι, κατεβαίνουν ολιγομελείς ομάδες ξυρισμένων και απορημένων προσκυνητών, ενώ ανεβαίνουν άλλοι αξύριστοι και μάλλον αφηρημένοι. Εκτός από ανθρώπους, το καράβι αφήνει στα μοναστήρια λίγα φρούτα και λαχανικά, χρήσιμα για να τραφούν μοναχοί και προσκυνητές και να σπάσει η πικρή γεύση που αφήνει στο στόμα τους η νηστεία.

Μοναχικές πορείες
  Από το λιμανάκι της Δάφνης αρχίζουν οι προσκυνητές το πολύωρο
Προσκυνητές κατεβαίνουν από το πλοίο στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα.
Προσκυνητές κατεβαίνουν από το πλοίο στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα.
περπάτημα στα μονοπάτια του βουνού, κρατώντας ένα ξύλινο μπαστούνι και ακολουθώντας τις μικρές κόκκινες πινακίδες, που δείχνουν τον δρόμο ανάμεσα στις φυλλωσιές του δάσους. Πρόκειται για μια μακρά και μοναχική πορεία, στενά δεμένη με τα μοναστήρια, που φέρνουν ανακούφιση στον οδοιπόρο, καθώς τα βλέπει από μακριά να ξεπροβάλλουν, το καθένα με τη δική του αξεπέραστη ομορφιά. Στον δρόμο οι οδοιπόροι δεν πεινούν, δεν πονούν και δεν φοβούνται, παρ’ όλο που σε μεγάλη απόσταση γύρω τους δεν υπάρχει ψυχή να τους βοηθήσει σε περίπτωση που βρεθούν σε ανάγκη.


β) Μια μέρα σε μοναστήρι

Μονή Βατοπεδίου. Η ομορφιά της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Η ημέρα στο Άγιο Όρος ξεκινάει και τελειώνει στην εκκλησία, με τους μοναχούς να κινούνται σαν σκιές στο ημίφως και να ψέλνουν ύμνους που έχουν πλέον τελειοποιηθεί μετά από επαναλήψεις αιώνων. Στα μοναστήρια οι καλόγεροι εργάζονται σκληρά, για να ασκήσουν την πίστη τους, να φροντίσουν τα τεράστια και παμπάλαια οικοδομήματα, να θρέψουν τα στόματα και να αφουγκραστούν τον πόνο και τη χαρά των χιλιάδων προσκυνητών.

Τα σήμαντρα καλούν
Οι καμπάνες και τα σήμαντρα, που ηχούν στο Άγιο Όρος πολύ πριν ξημερώσει, υπενθυμίζουν στους πιστούς ότι πρέπει να βιαστούν, γιατί έχουν πολύ δρόμο ακόμα να διανύσουν μέχρι να γίνουν καλοί άνθρωποι. Για τον Χριστιανισμό, βέβαια, δεν είναι ποτέ αργά, αφού ακόμα και ο ληστής, που ήταν σταυρωμένος δίπλα στον Χριστό, σώθηκε κυριολεκτικά στο νήμα. Επειδή, όμως, κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς θα τερματιστεί η δική του διαδρομή σ’ αυτή τη ζωή, οι καμπάνες τον καλούν «για καλό και για κακό» να λάβει έγκαιρα τα μέτρα του και να μη μεταθέτει τον δύσκολο αγώνα της προσωπικής του βελτίωσης για αργότερα.
Κελί προσκυνητή στη Μονή Κουτλουμουσίου.
  Κελί   προσκυνητή στη Μονή Κουτλουμουσίου.
Όταν οι προσκυνητές ξυπνούν δεν καλλωπίζονται ούτε ξυρίζονται, αφού δεν υπάρχουν καθρέφτες κρεμασμένοι στους τοίχους. Τι να χρησιμεύσουν άλλωστε οι καθρέπτες; Για να δουν τις ρυτίδες στο δέρμα τους, που μαρτυρούν το πέρασμα του χρόνου; Αυτή είναι μια επιφανειακή εικόνα, που στο Άγιο Όρος δεν μετράει. Εκεί ο άνθρωπος αναζητεί τη μνήμη του ίδιου του εαυτού του, η οποία είναι γαντζωμένη με νύχια και με δόντια κάπου μέσα στην ψυχή του. Θέλει να σιγουρευτεί ότι παραμένει ο ίδιος και δεν έχει μετατραπεί σε κάποιον άλλο, πασχίζει να διασώσει την πρωτότυπη εικόνα του, που δεν έχει σχέση με την εξωτερική του εμφάνιση. Αναζητεί μια ευκαιρία, που φοβάται ότι μπορεί να είναι και η τελευταία.

Λάμπες χωρίς ρεύμα στους δρόμους των Καρυών.
Λάμπες χωρίς ρεύμα στους δρόμους των Καρυών.
Η δημιουργική βιασύνη διέπει τα πάντα στο Άγιο Όρος, ακόμα και τη διαδικασία του φαγητού. Κατά τη διάρκεια των γευμάτων οι συνδαιτυμόνες τρώνε τα λιτά φαγητά σχεδόν αστραπιαία και χωρίς να βγάλουν άχνα. Το μόνο που ακούγεται είναι η σιγανή φωνή ενός μοναχού, που διαβάζει ευχές και παραινέσεις, καθώς και τα κουτάλια που χτυπούν στα τσίγκινα πιάτα. Όποιος δεν φάει γρήγορα θα μείνει νηστικός, γιατί το φαγητό δεν είναι απόλαυση, αλλά αναγκαία για την επιβίωση πράξη. Είναι, όμως, απολαυστικό το τελετουργικό που ακολουθείται και η τελική ευχαρίστηση είναι ανώτερη από τα συνηθισμένα κοσμικά φαγοπότια, όπου οι άνθρωποι τρώνε επί ώρες και φλυαρούν χωρίς ειρμό.

Οι πύλες κλείνουν
Οι πύλες των μοναστηριών του Αγίου Όρους κλείνουν από το απόγευμα, άσχετα αν έχει ή δεν έχει ακόμα νυχτώσει, και οι επισκέπτες καλούνται να αποσυρθούν στα κελιά τους.  Εκεί βρίσκουν το κρεβάτι τους στρωμένο με σεντόνια και κουβέρτες και μια πετσέτα να κρέμεται στο προσκέφαλο. Η μόνη διακόσμηση είναι μερικές λιτές εικόνες και σταυροί κρεμασμένοι στους τοίχους, ενώ στις πόρτες δεν υπάρχουν κλειδιά.
Καθώς πέφτει η νύχτα επικρατεί απόλυτη ησυχία. Όσοι δυσκολεύονται να κοιμηθούν μπορούν να μελετήσουν βιβλία με βίους ανθρώπων, που ξεπέρασαν τον εαυτό τους και έγιναν Άγιοι. Μέσα στη γαλήνη της αγιορείτικης νύχτας, ακόμα και οι ορθολογιστές έχουν τη διάθεση να πιστέψουν σε ιστορίες, που πριν λίγες μέρες τις θεωρούσαν υπερβολικές.


γ) Επώδυνη αναχώρηση
 Μονή Ζωγράφου. Σαν ζωγραφιά δίπλα στη θάλασσα.


Tο καραβάκι της επιστροφής από το Άγιο Όρος γλιστράει σαν έλκηθρο στη θάλασσα, αφήνοντας τον Άθωνα να προβάλλει στο βάθος, σαν σκαλοπάτι που ενώνει τη γη με τον ουρανό. Στα μάτια των σιωπηλών επιβατών τα μοναστήρια δεν μοιάζουν πλέον σαν επιβλητικά και ογκώδη κτίρια, αλλά σαν ήρεμα καταφύγια.

Θόρυβοι και πειρασμοί
Στην Ουρανούπολη το λεωφορείο επιστροφής στη Θεσσαλονίκη γεμίζει με αξύριστους και αχτένιστους άντρες. Τα λαϊκά τραγούδια που παίζει στο κασετόφωνο ο οδηγός ηχούν βαριά και αναιδή στ’ αυτιά τους.
Μονή Αγίου Παντελεήμονα.
Μονή Αγίου Παντελεήμονα.
Τα καλώδια μεταφοράς του ρεύματος μοιάζουν εκτρωματικά στα μάτια τους. Στην πρώτη στάση του λεωφορείου μπαίνει μέσα μια πληθωρική κυρία που τραβάει σαν δαιμονικός μαγνήτης το βλέμμα τους. Καθώς κάθεται στο κάθισμα, το υποτυπώδες φόρεμά της μοιάζει με κοντή κουβέρτα, που όσο κι να την τραβάει από τη μια μεριά για να σκεπαστεί, τόσο ξεσκέπαστη μένει από την άλλη.
Στην επόμενη στάση μπαίνουν από τα παράθυρα οι μυρωδιές από μια ψησταριά, που σπάνε τη μύτη των επιβατών. Στον σταθμό λεωφορείων της Θεσσαλονίκης δυο οδηγοί ταξί μαλώνουν μεταξύ τους και ανταλλάσσουν βαριές βρισιές. Στο τραίνο της επιστροφής για την Αθήνα μερικοί επιβάτες μιλούν ακατάπαυστα, ενώ άλλοι κοιτάζουν βαριεστημένα έξω από το παράθυρο.
Στην Αθήνα οι δρόμοι και οι φωταγωγοί μυρίζουν αφόρητα, ενώ οι άνθρωποι είναι μονίμως θυμωμένοι και διαπληκτίζονται για ασήμαντους λόγους. Στα σπίτια λείπει η ταπεινοφροσύνη και περισσεύει η ταπείνωση, καθώς οι οικογένειες δονούνται από τους εγωισμούς, τους εκνευρισμούς και τις αλληλοσυγκρουόμενες προτιμήσεις των μελών τους.

Νοσταλγικές μνήμες
Το επόμενο βράδυ, όταν πια έχει κλείσει ο ορατός κύκλος του ταξιδιού στο Άγιο Όρος, ο προσκυνητής αναπολεί με νοσταλγία τις ημέρες που πέρασε εκεί. Αναπολεί τα λιγοστά και νηστίσιμα φαγητά που τον χόρτασαν. Τον εγκλεισμό του στα κελιά των μοναστηριών που ευχόταν να μην έχει τέλος. Τις χωρίς προοπτική αγιογραφίες που τον οδήγησαν να δει πίσω απ’ αυτές.
Όρος Άθως. Σκαλοπάτι στον ουρανό.
Όρος Άθως. Σκαλοπάτι στον ουρανό.
Τον δραματικό καιρό που έκανε διαλείμματα καλοσύνης για να μπορέσει να ολοκληρώνει τις ατέλειωτες οδοιπορίες του στο ιερό βουνό. Τα κύματα της νύστας που τον διαπερνούσαν στο στασίδι της εκκλησίας, αλλά δεν τον κοίμιζαν. Την εποικοδομητική σιωπή, που κανείς δεν του επέβαλε, αλλά μόνος του προτίμησε.
Αναπολεί σαν ναυαγός το ακρωτήρι της πίστης, στο οποίο δεν έχει καμία αξία η ιδιότητα, η καταγωγή και το χρώμα των ανθρώπων, ούτε και κάθε άλλος αριθμός μητρώου, ταυτότητας και προτεραιότητας. Εκεί όλοι είναι διαφανείς, διάτρητοι, φτερά στον άνεμο, μικροί σαν ένα κόκκο της άμμου, αλλά και συνάμα μεγάλοι ώστε να περιέχουν μέσα τους ολόκληρο τον κόσμο.
Εκεί τους παρέχεται η ευκαιρία να συναισθανθούν τη μικρότητά τους και όχι να ενισχύσουν τη σπουδαία ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους. Να εξομολογηθούν με σκυμμένο το κεφάλι και όχι να βγάλουν τα εσώψυχά τους μπροστά σε θεατές που τους περιγελούν. Να αποβάλλουν το προσποιητά συνεσταλμένο ύφος και να μην αυτοχαρακτηρίζονται ευσεβείς, να είναι ευθείς και αυθόρμητοι, σαν ένα παιδί που μόλις τώρα ξύπνησε και πήρε το δρόμο για τον εαυτό του.
                                                  ΚΕΙΜΕΝΟ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ
                                                                                  
                                                                                               Πηγή: www.greecewithin.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου