Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Hμερολόγιο νοσοκομείου - Πεθαίνοντας από εγκεφαλικό στην Ελλάδα...


Η Τ., μια εβδομάδα μετά το θάνατο του πατέρα της, έγραψε για τη συγκλονιστική, αν και τόσο ανθρώπινη, περιπέτειά τους...
Ο μαραθώνιος που έζησε η Τ. πριν λίγο καιρό στα νοσοκομεία είναι διαφωτιστικός όχι μόνο για την κατάσταση στο σύστημα υγείας, αλλά και για την ανθρώπινη ψυχή.

Την ευχαριστώ που μας εμπιστεύτηκε το Ημερολόγιό της...





Hμερολόγιο νοσοκομείου

Πεθαίνοντας από εγκεφαλικό στην Ελλάδα (το κείμενο γράφτηκε μια εβδομάδα μετά το θάνατό του και αφορά τον πατέρα μου).

Η πρώτη μέρα

Είναι η τρίτη φορά που τηλεφωνώ για ασθενοφόρο. Κάθε φορά με ρωτούν τα ίδια: την ηλικία και το όνομά του. Τους λέω «πεθαίνει, δεν τον προλαβαίνετε». Είναι Κυριακή, 7.09 το πρωί.

Ακόμα μας καταλαβαίνει. Μου σφίγγει το χέρι. Του λέω να κουνήσει τα πόδια. Τα κουνάει. Δεν μπορεί να μιλήσει. Βγάζει ένα γρύλισμα. Φοβάμαι ότι έχει σπάσει το κεφάλι του από την πτώση. Με πιάνει πανικός. Με το ένα του χέρι τραβάει το εσώρουχό του προς τα πάνω. Σκέφτομαι να του βάλω ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι και να του ρίξω ένα λεπτό πάπλωμα. Δεν είμαι σίγουρη αν είναι το σωστό. Οι άλλοι προσπαθούν να με ηρεμήσουν. Τους βασανίζω.

Έρχονται μετά από ώρα και μας βάζουν τις φωνές γιατί δεν έχουμε ασανσέρ. Τον σηκώνουν κρατώντας τις άκρες από το πάπλωμα και τον βάζουν όρθιο στην καρέκλα. Ανοίγει λίγο τα μάτια και τα ξανακλείνει.

Στο ασθενοφόρο ο τραυματιοφορέας μου κάνει νόημα ότι είναι σοβαρά. Καταλήγουμε σε ένα τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της Αθήνας. Εφημερεύει. Γίνεται κόλαση. Τον σπρώχνουν γρήγορα στο Νευρολογικό. Τον κοιτούν για δευτερόλεπτα και τον διώχνουν χωρίς να μας πουν τίποτα. Τριγυρνάμε με το φορείο στους διαδρόμους. Φτάνουμε στο Παθολογικό, τον βάζουν μέσα και μας λένε να βγούμε έξω και θα μας φωνάξουν να γράψουμε το ιστορικό. Όταν μπαίνουμε, αρκετή ώρα μετά, έχει τα μάτια κλειστά και δείχνει να κοιμάται. Τον φωνάζουν αλλά δεν απαντά.

Με το φορείο καταλήγουμε στη Β’ Παθολογική. Με βάζουν να κάθομαι απέναντι του και να παρατηρώ την κοιλιά του. Αν ανεβοκατεβαίνει σημαίνει ότι αναπνέει. Αλλιώς πρέπει να βάλω τις φωνές. Δείχνει να κοιμάται αλλά δεν είμαι σίγουρη. Σε λίγη ώρα έρχονται να του πάρουν πίεση και μας βγάζουν όλους έξω. Τον διασωληνώνουν. Μας εξηγούν ότι κανονικά θα ήθελε εντατική αλλά ο μέσος όρος αναμονής είναι δέκα μέρες. «Δεν πρόκειται να αντέξει τόσο», μας λένε. «Προετοιμαστείτε για το χειρότερο». Τι σημαίνει αυτό;

Περνούν οι ώρες. Ψάχνουμε μανιωδώς για εντατική. Τηλεφωνούμε σε όλα τα ιδιωτικά νοσοκομεία. Δεν υπάρχει κρεβάτι για δείγμα. Αργά το απόγευμα-μάλλον γιατί κάποιος πέθανε, σκέφτομαι-βρίσκεται ένα κρεβάτι σε εντατική σε άλλο νοσοκομείο. Πρέπει να περιμένουμε το τέλος της βάρδιας των γιατρών για να τον συνοδεύσουν. Γίνεται πια βράδυ όταν φτάνουμε. Μέρες μετά μαθαίνω ότι οι πρώτες 24 ώρες είναι οι πιο κρίσιμες για τη φροντίδα ενός τέτοιου περιστατικού. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει μονάδα για εγκεφαλικά. Και ας είναι η νούμερο ένα αιτία θανάτου μαζί με τον καρκίνο. Και όταν προτάθηκε κάποτε να γίνει απορρίφτηκε από τους γιατρούς. Κανείς δεν ήθελε να διασπαστεί το τμήμα του.

Κατά ένα παράξενο τρόπο όσο χειροτερεύει τόσο έχω ελπίδες. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε όταν θα τον πάρω στο σπίτι. Θα βρούμε τρόπο. Μόνο να την γλυτώσουμε.


Η Εντατική

Είναι παράξενο τι συμβαίνει με αυτό το νοσοκομείο. Εχει τη φήμη του χειρότερου στην Ελλάδα και το νοιώθω σαν σωτηρία. Είναι βράδυ όταν μας ενημερώνουν ότι πάμε για το πρώτο 24ωρο και βλέπουμε. Πριν φύγω μου δίνουν τη βέρα του. «Δεν κρατάμε τίποτα προσωπικό στην εντατική», μου λένε.

Κάθομαι όλο το βράδυ απ’ έξω. Μαθαίνω και ξεχωρίζω τους θορύβους. Ο βόμβος από ένα ψύκτη στην άκρη, η πόρτα στο ισόγειο που κάνει σαν λιοντάρι που γρυλίζει-«μα κανείς δεν σκέφτηκε να την φτιάξει;», αναρωτιέμαι-, ο ήχος του ασανσέρ όταν φτάνει στον όροφο. Πρέπει να οργανωθώ. Την επόμενη μέρα φέρνω μαζί μου σταυρόλεξα και μοιράζω τη νύχτα σε φάσεις. Γύρω στις 5 έρχονται οι καθαρίστριες με τα συνεργεία, πιάνουμε κουβέντα και περνάει το πρωινό.

Τον βλέπω ξανά την επόμενη. Είναι ήρεμος. Με κλειστά τα μάτια. Διασωληνωμένος. Γυμνός με ένα σεντόνι. Σκέφτομαι ότι θα κρυώσει μέσα στο χειμώνα. Μήπως να του φέρω μια πιτζάμα; Μια κουβέρτα; Με κοιτούν οι γιατροί μάλλον με συμπάθεια. Πιθανόν για την ανοησία μου. Είναι περίεργο αυτά που περνούν από το μυαλό του ανθρώπου.

Μαθαίνω την πρώτη μέρα τα βασικά και τις επόμενες τα λέω και στους άλλους. Πρώτα η ρόμπα-καινούργια κάθε φορά-μετά το απολυμαντικό υγρό και ξανά πάλι πλύση όταν φεύγουμε.

Περνάει το πρώτο 24ωρο. Και το δεύτερο. Έχουμε ελπίδες. Έτσι πιστεύω. Την επόμενη τον βλέπω με δυο παγοκύστες στα πόδια και ένα ανεμιστήρα κολλημένο στα πλευρά. Με πιάνει πανικός. «Θα πάθει πνευμονία», λέω. «Εχει πνευμονία», απαντούν. «Και με αυτό τον τρόπο προσπαθούμε να κατεβάσουμε τον πυρετό για να μην τον επιβαρύνουμε με φάρμακα. Τα ζωτικά του όργανα είναι το μόνο που λειτουργεί». Είναι αδύνατον να τα καταφέρει. «Εδώ δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι», απαντούν. Εκείνη την ώρα μου φαίνεται περίεργο αλλά είναι αρκετό για να πιαστώ από κάπου.

Τα καταφέρνει πέντε μέρες μετά. Πέφτει ο πυρετός και τον αποδιασωληνώνουν. Αναπνέει με τραχειοστομία. Ανοίγει λίγο τα μάτια, απαντά μόνο στο ερέθισμα του πόνου, κουνάει, όμως, το αριστερό χέρι πηγαίνοντας το από κάτω προς τα πάνω. Η πρώτη οργανωμένη κίνηση. Τώρα έχω πραγματικές ελπίδες.

Τα βράδια περνούν παράξενα. Η απόλυτη σιωπή είναι σημάδι ότι όλα πηγαίνουν καλά.
Τις τελευταίες μέρες είναι όλο και πιο όμορφος. Τον ξύρισαν, του έβαλαν κρέμα στα μάγουλα για να μην ανοίξει, βούτυρο κακάου στα χείλη που είχαν ξεραθεί. Είναι καθαρός σαν νεογέννητο παιδί. Μου έρχεται να τους φιλήσω τα χέρια.

Είμαστε στην 25η μέρα και κάθε φορά είναι καλύτερα. Δεν ανοίγει πάντα τα μάτια αλλά κάποιες φορές κάνει κάποιες κινήσεις. Του βγάζουν την παροχέτευση από το κεφάλι και αρχίζουν τη συζήτηση ότι πρέπει να φύγουμε. Πού να πάμε; Σπίτι μας απαγορεύεται. Πρέπει να επιστρέψει στο νοσοκομείο από όπου ήρθε. Δεν υπάρχουν νοσοκομεία για την περίπτωσή του και αφού δεν μιλάει δεν μπορεί να πάει σε κέντρο αποκατάστασης.

Αρχίζει πάλι ο μαραθώνιος με τα ιδιωτικά νοσοκομεία. Κρεβάτια υπάρχουν αλλά κανείς δεν θέλει να αναλάβει τέτοιο περιστατικό. Πιέζουμε να μείνει στο ίδιο νοσοκομείο που ξέρουν το ιστορικό του. Ο διευθυντής δεν δέχεται καν να με δει. Ένας νευρολόγος μου ψιθυρίζει-για το καλό μου όπως λέει-ότι το περιστατικό είναι πολύ βαρύ. Είναι λάθος που φεύγει. Το τελευταίο βράδυ κάνουμε μια ακόμα προσπάθεια μήπως επιστρέψουμε στη Νευρολογική Κλινική ή μια Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας στο πρώτο νοσοκομείο. Η γιατρός, απηυδισμένη από την περίπτωσή μου, μου λέει την αλήθεια. Δεν υπάρχει κρεβάτι στις εντατικές ούτε για δείγμα. Πρέπει να φύγει για να μπουν και άλλοι. Ήταν θαύμα που τον πήραν από την πρώτη μέρα αφού έχει περάσει τα 80. Καμία νευρολογική κλινική δεν παίρνει ασθενείς με εγκεφαλικά μετά τα 70.  Το ίδιο και οι Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας. Ο πατέρας μου είναι 83. Προσπαθώ να τους πείσω ότι ήταν καλύτερος και από 50άρης. Δεν ακούει κανείς.



Επιστροφή στη Β’ Παθολογική

Είναι η μέρα που έχουν απεργία τα ασθενοφόρα και σκέφτομαι σχεδόν με έξαλλη χαρά ότι κερδίσαμε μια μέρα ακόμα στην Εντατική. Φτάνω στις 12 που αρχίζει το επισκεπτήριο όταν τον βλέπω να τον βγάζουν από το δωμάτιο. Εχει ανοιχτά τα μάτια του. Στρίβει το πρόσωπό του προς τη φωνή μου. Η έτσι μου φαίνεται.

«Κατά σύμπτωση βρέθηκε ασθενοφόρο σήμερα», μου λένε, «και γίνεται η μεταφορά». Τον έχουν τυλίξει με μια ρόμπα εντατικής και μια κουβέρτα. Μου δίνουν να κρατήσω ένα κουτί και με βάζουν να κάτσω δίπλα στον οδηγό. Δεν ρωτάω τι είναι το κουτί. «Θα το χρειαστείτε», απαντούν.

Φτάνουμε στο νοσοκομείο με τη συνοδεία της γιατρού της Εντατικής. Το μόνο που ζητάει πίσω είναι τα σεντόνια. Δεν καταλαβαίνω γιατί. Μας οδηγούν στη Β’ Παθολογική από όπου ξεκινήσαμε. Ένα κρεβάτι σε ένα δωμάτιο με δύο άδεια κρεβάτια. Είναι εφημερία και μέχρι το βράδυ έχουν γεμίσει και τα ράντσα στους διαδρόμους.

Είναι γυμνός με ένα σεντόνι. Σκέφτομαι ότι θα κρυώσει. Οι άλλοι-οι πολύτιμοι άλλοι-μου λένε ότι πρέπει να παρακαλέσω για μια κουβέρτα. Και μου εξηγούν τους κανόνες. Δεν πιέζεις πολύ, δεν ενοχλείς στα γραφεία, δεν ρωτάς πολλά. Καταφέρνω να βρω μια κουβέρτα. Τον σκεπάζω ελπίζοντας ότι θα έρθει κάποιος. Μέχρι τις 2 το πρωί δεν έρχεται κανείς. Όταν περνάει τελικά ένας γιατρός του λέω ότι από το μεσημέρι δεν του έχει πάρει κανείς πίεση και θερμοκρασία. Έκανα την πρώτη βλακεία. Ωρύεται ότι είμαι αυθάδης. Ζητώ χίλιες φορές συγνώμη. Δεν θα το ξανακάνω.

Μέσα στη μέρα οι μόνοι που μπαίνουν στα δωμάτια είναι αυτοί που αφήνουν διαφημιστικά για αναπηρικά καροτσάκια και αποκλειστικές. Αφήνουν τα δικά τους και παίρνουν τα άλλα που έχουν αφήσει οι προηγούμενοι. Συνέχεια.

Βρίσκουμε τη Β. Αποκλειστική, έχει χάσει τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν πεθάνει στα χέρια της, τον χαϊδεύει και μου λέει: «δεν θα κρατήσει πολύ, δεν θα μπορέσεις να τον πάρεις ποτέ σπίτι, θα φύγει ήσυχα χωρίς να κάνει θόρυβο». Δεν δίνω καμία σημασία. Δεν μπορεί να ξέρει καλύτερα από τους γιατρούς. Τις επόμενες μέρες διαπιστώνω ότι ό,τι λέει βγαίνει αληθινό.

Αρχίζω να οργανώνομαι. Φέρνω θερμόμετρα, μαξιλάρια, υποσέντονα. Το μεσημέρι της επόμενης μου αφήνουν το φαγητό του. Τρία μπολ με αλεσμένο κρέας, λαχανικά και σούπα. Νομίζω ότι έχει γίνει λάθος. Εικοσιπέντε μέρες στην εντατική δεν είχε πιεί ούτε νερό. Μου εξηγούν ότι πρέπει να τον ταΐσω από το λεβάιν που έχει στη μύτη. Παρακαλώ να το κάνει οποιοσδήποτε ή τουλάχιστον, να μου δείξουν τι πρέπει να κάνω. «Δεν είναι δική μας δουλειά», απαντούν.

Φέρνουμε μια αποκλειστική για την ημέρα. Βάζει λίγα αλεσμένα λαχανικά στη σύριγγα, την πιέζει και μετά λίγο νερό για να ξεπλυθεί ο σωλήνας. Παθαίνει σπασμούς. Τρέχω στους διαδρόμους και ουρλιάζω. «Πεθαίνει, πεθαίνει». Φοβάμαι για εισρόφηση.

Με βγάζουν έξω. Ακούω κλεφτά δυο νοσοκόμες να λένε ότι δεν είχε μπει σωστά το λεβάιν. Του βάζουν καινούργιο και μέχρι το βράδυ δεν του δίνουμε τίποτα.

Την τελευταία μέρα είναι τόσο γλυκός και ήρεμος. Όμορφος σαν εκείνη την φωτογραφία που είχε πάντα στο πορτοφόλι του 20 χρονών στο χωριό του.

Την επόμενη ο πυρετός ανεβαίνει. Πηγαίνω στις μύτες στο δωμάτιο των νοσοκόμων για να τους το πω χωρίς να αποκαλύψω ότι έφερα θερμόμετρο από το σπίτι. Τους ρωτώ αν μπορεί να έρθει κάποιος να με βοηθήσει να του σηκώσω το κεφάλι για να αλλάξω μαξιλάρι γιατί έχει ανοίξει η πληγή του και ίσως κάποιος να τον πλύνει; Να τον καθαρίσει;

Μου εξηγούν μια ακόμα φορά ότι δεν είναι δική τους δουλειά. Για την καθαριότητα υπάρχει ένας νοσοκόμος για όλο το νοσοκομείο και έχει πιο σοβαρές δουλειές να κάνει. Οι άλλοι κλείνουν το μάτι. Με κάτι στην τσέπη γίνεται αμέσως δική τους δουλειά, μου εξηγούν.

Την Κυριακή είναι πιο χαλαρή μέρα. Ακολουθώ τον νοσοκόμο από πίσω και σχεδόν τον παρακαλώ να έρθει να μας βοηθήσει. Του λέω ότι στο στόμα του βλέπω ένα σωλήνα να πηγαινοέρχεται με την αναπνοή του. Γελάει και μου απαντά ότι λέω χαζομάρες. Τελικά ανακαλύπτει ότι το λεβάιν που του είχαν βάλει δεύτερη φορά, είχε κουλουριαστεί στο στόμα. Η νοσοκόμα που του είχε δώσει το φάρμακο πριν μερικές ώρες δεν το είχε προσέξει καν. Του το ξαναβάζουν τρίτη φορά.

Ο πυρετός ανεβαίνει πιο πολύ. Την πρώτη μέρα οι γιατροί δεν με δέχονται. Δεν έχουν τίποτα να μου πουν απαντούν. Την επόμενη πηγαίνω στα κλεφτά το απόγευμα που είναι πιο χαλαροί και μου εξηγούν ότι έχει βαριά πνευμονία και πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για το χειρότερο. Βαρέθηκα να ακούω το ίδιο. Παρακαλώ να του αλλάξουν τις γάζες στην τραχειοστομία που από τις αναρροφήσεις έχει γεμίσει αίματα και να αλλάξουμε σεντόνια. Είναι πέντε μέρες με τα ίδια. Για την γάζες θα έρθουν. Δεν έρχονται. Σεντόνια δεν υπάρχουν. Άλλοι τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Δεν δέχονται να φέρω από το σπίτι.

Κατά ένα παράξενο τρόπο όσο χειροτερεύει τόσο έχω ελπίδες. Μαθαίνω με τη βοήθεια των άλλων να τον ταΐζω. Και να του δίνω και νερό. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε όταν θα τον πάρω στο σπίτι. Θα βρούμε τρόπο. Μόνο να την γλυτώσουμε.

Η αντιβίωση δεν τον πιάνει. Ο πυρετός δεν μπορεί να κατέβει κάτω από το 38. Του δίνουν και άλλα αντιβιοτικά. Τα χέρια του πρήζονται σιγά-σιγά. Έρχεται η γιατρός το βράδυ να του πάρει αίμα και τη ρωτώ για το πρήξιμο. «Ο άνθρωπος πεθαίνει», μου λέει. «Δεν το καταλαβαίνετε;». «Τουλάχιστον δεν πονά;», ρωτώ. «Τι παρηγοριά είναι αυτή που ζητάτε», απαντά. Έχω την εντύπωση ότι θέλει να με χαστουκίσει για την αυθάδεια μου.

Την προτελευταία μέρα αρχίζει μια βαριά αναπνοή. Παλεύει. Παρακαλώ να του δώσουν οτιδήποτε μπορεί να τον ανακουφίσει. «Είναι η αγωνία του θανάτου», απαντούν. Βλέπω τον γιατρό να έρχεται με ένα ασκό Ambu για να τον βοηθήσει να αναπνεύσει. Θυμάμαι το κουτί που μου έδωσαν από την Εντατική. Είχε μέσα ένα ασκό Αmbu. Έπρεπε να το είχα καταλάβει ότι ήξεραν ότι ήταν το τέλος.

Την τελευταία μέρα είναι τόσο γλυκός και ήρεμος. Όμορφος σαν εκείνη την φωτογραφία που είχε πάντα στο πορτοφόλι του 20 χρονών στο χωριό του. Σκέφτομαι ότι το ξεπέρασε και αυτό και αύριο να φέρω τον κουρέα που περνάει από τα δωμάτια να τον ξυρίσει. Θα κάνουμε Χριστούγεννα σπίτι. Λέω να μείνω το βράδυ. Η Β. ξέρει αλλά μου λέει ότι δεν είναι κάτι που θα γίνει σήμερα. Στις 7 το πρωί αρχίζει ξανά ο ρόγχος. Πηγαίνω μια φορά στο γραφείο των νοσοκόμων. «Θα έρθουμε», λέει. Περνάει ώρα και δεν φαίνεται κανείς. Κάτι δεν πάει καλά. Ξαναπηγαίνω. Έχουν βαρεθεί να με ακούν. Βλέπω την προϊσταμένη που έρχεται να αναλάβει πρωινή βάρδια και την παίρνω από πίσω την ώρα που ντύνεται παρακαλώντας να έρθει να τον δει. Καταλαβαίνει. Και φωνάζει αμέσως τους γιατρούς που κοιμόντουσαν στον επάνω όροφο. Με βγάζουν έξω.

Μετά από λίγη ώρα βγαίνει ο γιατρός. Είναι ο ίδιος που τον παρέλαβε την πρώτη μέρα που μπήκαμε με τα επείγοντα. Μου κάνει νεύμα με το κεφάλι ότι δεν τα κατάφερε. Δεν λέει κουβέντα. Δεν ξέρω αν φοβάται τον θάνατο περισσότερο και από μένα.

Βλέπω τις νοσοκόμες να πηγαίνουν στο δωμάτιο του. Μαζί με καθαρά σεντόνια αυτή τη φορά. Δεν τα χρειάζεται πια. Σήμερα είναι η 32η μέρα...



Σημ. Το κομμάτι είναι αφιερωμένο σε δυο ξένες γυναίκες.

Τη Β., καθηγήτρια μουσικής στη Βουλγαρία και καθαρίστρια στο νοσοκομείο της Εντατικής. Δουλεύει μόνο νύχτα για να βοηθάει τις νοσοκόμες να καθαρίζουν τους εμετούς και τα αίματα από τους ετοιμοθάνατους. Ήξερε τα πιο παράξενα λόγια..

Τη Β. αποκλειστική πάνω από τριάντα χρόνια χωρίς ένσημα. Ερχόταν κάθε βράδυ και τον χάιδευε. Και κάθε πρωί που έβρισκε τις νοσοκόμες λίγο πιο χαλαρές πίεζε για να κανένα σεντόνι. Κάποια στιγμή τα κατάφερε.

Άρης Δημοκίδης
Πηγή: lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου