Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Γιάννη Ρίτσου-Μίκη Θεοδωράκη "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ"(1936)


 Η μάνα του δολοφονημένου απεργού Τάσου Τούση από τη Θεσσαλονίκη, είναι η ίδια μάνα του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Συρίας αλλά και της Γαλλίας του Βελγίου, της Γερμανίας, της αμερινής, όλου του κόσμου, στην οποία προσφέρουμε τιμή με τον σημερινό εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς.. Η μάνα όποιου αγαπάει τη ζωή και γι’ αυτό την προσφέρει απλόχερα στους συνανθρώπους του. Η χαροκαμένη μάνα θρηνεί το σπλάχνο το μονάκριβό της. Τον θρήνο της πήρε η Τέχνη και τον πέρασε στην Αθανασία, σαν το μονάκριβο παιδί της.


ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ, ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ


"ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ" 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Ι

Γιέ μου, σπλάχνο τν σπλάχνων μου, καρδούλα τς καρδις μου,
πουλάκι τς φτωχις αλς, νθ τς ρημις μου,
πς κλείσαν τ ματάκια σου κα δ θωρες πο κλαίω
κα δ σαλεύεις, δ γρικς τ πο πικρ σο λέω;
Γιόκα μου, σ πο γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Πο μάντευες τί πέρναγα κάτου π᾿ τ τσίνορό μου,
τώρα δ μ παρηγορς κα δ μο βγάζεις χνα
κα δ μαντεύεις τς πληγς πο τρνε μου τ σπλάχνα;
Πουλί μου, σ πο μο φερνες νεράκι στν παλάμη
πς δ θωρες πο δέρνουμαι κα τρέμω σν καλάμι;
Στ στράτα δ καταμεσς τ᾿ σπρα μαλλιά μου λύνω
κα σο σκεπάζω τς μορφς τ μαραμένο κρίνο.
Φιλ τ παγωμένο σου χειλάκι πο σωπαίνει
κι εναι σ ν μο θύμωσε κα σφαλιγμένο μένει.
Δ μο μιλες κι δόλια γ τν κόρφο δές, νοίγω
                                    κα στ βυζι πο βύζαξες τ νύχια, γιέ μου μπήγω.



II
Κορώνα μου, ντιστύλι μου, χαρ τν γερατει μου,
λιε τς βαρυχειμωνις, λιγνοκυπάρισσό μου,
Πς μ᾿ φησες ν σέρνουμαι κα ν πον μονάχη
χωρς γουλιά, σταλι νερ κα φς κι νθο κι στάχυ ;
Μ τ ματάκια σου βλεπα τς ζως κάθε λουλούδι,
μ τ χειλάκια σου λεγα τ᾿ αγεριν τραγούδι.
Μ τ χεράκια σου τ δυό, τ χιλιοχαϊδεμένα,
λη τη γς γκάλιαζα κι λ᾿ ετανε γι μένα.
Νιότη π᾿ τ νιότη σου παιρνα κι κόμη χνογελοσα,
τ γερατει δν τρόμαζα, τ θάνατο ψηφοσα.
Κα τώρα πο θ κρατηθ, πο θ σταθ, πο θμπω,
πο πόμεινα ξερ δεντρ σ χιονισμένο κάμπο;
Γιέ μου, ν δ σοναι βολετ νρθες ξαν σιμά μου,
πρε μαζί σου μένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι ν εν᾿ τ πόδια μου λιγνά, μπορ ν πορπατήσω
κι ν κουραστες, στν κόρφο μου, γλυκ θ σ κρατήσω.



III
Μαλλι σγουρ πο πάνω τους τ δάχτυλα περνοσα
τς νύχτες πο κοιμόσουνα κα πλάϊ σου ξαγρυπνοσα,
Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο κα κοντυλογραμμένο,
καμάρα πο τ βλέμμα μου κούρνιαζε ναπαμένο,
Μάτια γλαρ πο μέσα τους ντίφεγγαν τ μάκρη
πρωινο ορανο, κα πάσκιζα μν τ θαμπώσει δάκρυ,
Χείλι μου μοσκομύριστο πο ς λάλαγες νθίζαν
λιθάρια κα ξερόδεντρα κι ηδόνια φτερουγίζαν,
Στήθεια πλατι σν τ στρωτ φτερούγια τς τρυγόνας
πο πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ πίκρα μου κι γώνας,
Μπούτια γερ σν πέρδικες κλειστς στ παντελόνια
πο ο κόρες τ καμάρωναν τ δείλι π᾿ τ μπαλκόνια,
Κα γώ, μ μο βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ντρα,
σο κρέμαγα τ φυλαχτ μ τ γαλάζια χάντρα,
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εωδιαστό μου δάσο,
πς ν πιστέψω μοιρη πς μπόραε ν σ χάσω;

ΙV
Γιέ μου, ποι Μορα στγραφε κα ποι μο τχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτι στ στήθεια μου ν᾿ νάψει;
Πουρν - πουρν μο ξύπνησες, μο πλύθηκες, μο λούστης
πριχο σημάνει τν αγ μακρι καμπανοκρούστης.
Κοίταες μν φεξε συχν - πυκν π᾿ τ παραθύρι
κα βιαζόσουν σ ντανε ν πς σ πανηγύρι.
Εχες τ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τ σαγόνι
κι εσουν στν τόλμη σου γλυκός, ταρος μαζ κι ηδόνι.
Κα γ φτωχει κ᾿ νέμελη κα γ τρελλ κ᾿ σκύλα,
σοψηνα τ φασκόμηλο κι χν ματιά μου φίλα
Μι - μι τς χάρες σου, καλέ, κα τ λαμπρό σου θωρ
κι γαλλόμουν κα γέλαγα σν τρυφερούλα κόρη.
Κι οδ κακόβαλα στιγμ κι οδ᾿ τρεξα ξοπίσω
τ στήθεια μου ν βάλω μπρς τ βόλια ν κρατήσω.
Κι φτασ᾿ ργ κι, , πο ποτς μν φτανε τέτοια ρα
κι, , κάλλιο ν γκρεμίζονταν στ καύκαλό μου χώρα.


V
Σήκω, γλυκέ μου, ργήσαμε· ψηλώνει λιος· λα,
κα τ φαγάκι σου ρημο θ κρύωσε στν πιατέλα.
μπλέ σου μπλοζα τς δουλεις στν πόρτα κρεμασμένη
θ καρτεράει τ σάρκα σου τ μαρμαρογλυμμένη.
Θ καρτεράει τ κρύο νερ τ δροσερό σου στόμα,
θ καρτεράει τ χντα σου τ᾿ σβεστωμένο δμα.
Θ καρτεράει κ᾿ γάτα μας στ πόδια σου ν παίξει
κι λιος ργς θ καρτερ στ μάτια σου ν φέξει.
Θ καρτεράει κ᾿ ρούγα μας τ᾿ δρ περπάτημά σου
κ᾿ ο γρίλιες ο μισάνοιχτες τ᾿ ηδονολάλημά σου.
Κα τ συντρόφια σου, καλέ, πο τς βραδις ρχόνταν
κα λέαν κα λέαν κι π᾿ τ δια τος τ λόγια φλογιζόνταν
Κα μπάζανε στ σπίτι μας τ φς, τν πλάση κέρια,
παιδί μου, θ σ καρτερν ν κάνετε νυχτέρια.
Κα γ θ καρτεράω σκυφτ βραδ κα μεσημέρι
νρθε καλός μου, θάνατος, κοντά σου ν μ φέρει.
...


ΙΧ
Παναγιά μου, ν εσουνα, καθς γώ, μητέρα,
βοήθεια στ γιό μου θστελνες τν γγελο π πέρα.
Κι, χ, Θέ μου, Θέ μου, ν εσουν Θες κι ν εμασταν παιδιά σου
θ πόναγες καθς γώ, τ δόλια πλάσματά σου.
Κι ν εσουν δίκειος, δίκαια θ μοίραζες τν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδ ν φάει κα ν χορτάσει.
Γιέ μου, καλ μο τλεγε τ γνωστικό σου χελι
κάθε φορ πο ρμήνευε, κάθε φορ πο μίλει:
μες ταγίζουμε ζω στ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ μες οτ᾿ να ψίχουλο δν χουμε στ χέρι.
μες κρατμε λη τ γς μς στ᾿ ργασμένα μπράτσα
κα σκιάχτρα στέκουνται ο Θεο κι φέντη χουνε φάτσα.
χ, γιέ μου, πι δ μομεινε καμι χαρ κα πίστη,
κα τ χλωμ κα τ στερν καντήλι μας σβήστη.
Καί, τώρα, π σ ποι φωτι τ χέρια μου θ᾿ νοίγω,
                                            τ παγωμένα χέρια μου νν τ ζεστάνω λίγο;

                                                                                                            ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 Ας απολαύσουμε το τιτάνιο αυτό έργο παράλληλα με σκέψεις του ποιητή του και του συνθέτη του κι ας σκεφτούμε για την σημερινή μέρα...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου