Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Βλέποντας το χιόνι στη λογοτεχνία, στην ποίηση, στη ζωγραφική...




Κι αν χιονίζει στο πνεύμα


κι αν κρυώνουν οι μεγάλες ιδέες

ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει.

Νίκος Καρούζος


Vickie Wade - Snowman and Two Girls

Φώτης Αγγουλές - Οι χιονάνθρωποι
Προσπαθήστε συνάνθρωποι,
να τους καταλάβετε
τους χιονάνθρωπους.
Μας μισούνε γιατί,
ξέρουνε πως σαν έβγει ο ήλιος,
ό,τι είναι φτιαγμένο από χιόνι,
θα λιώσει.



Winter in the Suburbs - Georges Pierre Seurat


Ορέστης Αλεξάκης - Άγριο χιόνι

Κάποτε μες στο σπίτι μου
χιονίζει
γίνεται τότε η κάμαρα
λευκό τοπίο
σηκώνονται απ’ το χώμα παγωμένοι
και με πλησιάζουν
οι νεκροί μου φίλοι

Τα ραγισμένα χέρια τους απλώνουν
ζητούν
τη θαλπωρή του σώματός μου

Δεν έχω σώμα πια δεν έχω
φλόγα
τίποτα δεν μπορώ να σας προσφέρω
μόνο να μοιραστώ την παγωνιά σας
στερνός κι εγώ στην αλυσίδα κρίκος
διασχίζοντας αυτή την άγρια στέππα
προς το βαθύ κι ανεξιχνίαστο μέλλον




Wilhelm Alexander Meyerheim - Children Building A Snowman


Ελλη Αλεξίου - Ο Χιονάνθρωπος


Πιπεριά για μύτη
κάρβουνα για μάτια
για τα δυο του χέρια
ξύλα δυο κομμάτια.

Να, και για καπέλο
μια παλιοκανάτα
κοντοστρουμπουλάτος
σαν χοντροπατάτα.

Όσοι θα περνούνε
και θα τον κοιτάζουν
θα χαμογελούνε...
και θα τον... θαυμάζουν.




 "Two Digging Peasant-Women on a Snow -Covered Field" Vincent van Gogh



Γκιγιώμ Απολλιναίρ - Λευκό χιόνι


Αγγέλοι Αγγέλοι στον ουρανό
Ο ένας ντυμένος αξιωματικός
Ο άλλος μάγειρος
Κι οι υπόλοιποι το ρίχνουν στο τραγούδι

Φιλόκαλε αξιωματικέ του ουρανού
Ύστερ’ απ’ τα Χριστούγεννα
Άνοιξη τρυφερή θα σου φέρει
Ήλιο λαμπρό
Να σε παρασημοφορήσει
Ήλιο λαμπρό

Ο μάγειρας ξεπουπουλιάζει μια πάπια
Αχ πέφτει το χιόνι
Χιόνι χιόνι πια
Και δεν έχω την αγάπη μου αγκαλιά
(Γκ. Απολλιναίρ, Ποιήματα, μτφ. Ν. Σπάνιας, Γνώση)




Miners in the Snow Winter(1882) - Vincent van Gogh


Τάκης Βαρβιτσιώτης - Χιόνι


Εκεί ψηλά πια δεν υπάρχει κανένας
Μακριά σημαίνουν καμπάνες

Έξω η νύχτα παραμονεύει
Γεμάτη φυλλώματα
Ορθάνοιχτα μάτια
Εχθρικούς καθρέφτες

Νεκρά τα πλοία μες στην ομίχλη
Η σιωπή μια πληγή δίχως όνομα

Το δάσος βελούδινο
Μια παιδούλα κοιμάται στον ίσκιο του

Απ’ την ανάσα της
Γεννιούνται αδιάκοπα
Άστρα λευκά




" Train  in the snow "  Claude Monet


Φρανσουά Βιγιόν -  Μπαλάντα των κυριών του παλιού καιρού

Πέστε μου πού, σε ποιο μέρος της γης,
είναι η Φλώρα, η ωραία από τη Ρώμη,
η Αλκιβιάδα, κι ύστερα η Θαΐς,
η ξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη;
Ηχώ απαλή, σκιά σε λίμνη, τρόμοι
των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
η εμορφιά τους δεν έδυσεν ακόμη.
Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;
Πού 'ναι η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς;
Γι' αυτήν είχε τότε καλογερέψει
ο Πέτρος Αμπαγιάρ. 'Αλλος κανείς
όμοια στον έρωτα δε θα δουλέψει.
Κι η βασίλισσα που έκαμε τη σκέψη
κι έριξε στο Σηκουάνα, αληθινά,
το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει;
Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;
Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής,
με τη φωνή της τη γλυκά ακουσμένη,
η Βέρθα, η Βεατρίκη, η Αρεμβουργίς
του Μαίν, η Σπαρτιάτισσα η Ελένη,
κι η καλή Ιωάννα από τη Λορραίνη,
όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά,
η ανάμνησή τους ζωηρή απομένει.
Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;
Πρίγκιψ, αν τις αναζητείτε τώρα,
τάχα θα τις έβρετε πουθενά,
τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα; 
Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;
μτφρ. Κ. Γ. Καρυωτάκης


"La Pie " Claude Monet



Ανέστης Ευαγγέλου - Το χιόνι

(Στον Κρίτωνα Ζωάκο)

Χιονίζει πάλι σήμερα.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.
Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά -χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε- βγαίνω στον κήπο
και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.
Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.
Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;

Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
-κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια,
για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.

Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.

Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι
πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.

Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.

Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη
τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.

Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.

Χιόνι της Ευσπλαχνίας -όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης -όχι της Τιμωρίας.

Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.




 "Winter in Murnau', Wassily Kandinsky



Κώστας Καρυωτάκης - Το χιόνι


Τι καλά που ‘ναι στο σπίτι μας τώρα που έξω πέφτει χιόνι!
Το μπερντέ παραμερίζοντας τ’ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι
να σκεπάζει όλα τα πράγματα, δρόμους, σπίτια, δένδρα, φύλλα.
Πόσο βλέπω μ’ ευχαρίστηση μαζεμένη τόση ασπρίλα.

Όμως, κοίτα, τουρτουρίζοντας το κορίτσι εκείνο τρέχει.
Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας, ψωμί λέει πως δεν έχει,
πως κρυώνει, πως επάγωσε…

Έλα μέσα κοριτσάκι,
το τραπέζι μας εστρώθηκε κι αναμμένο είναι το τζάκι!




Winter Landscape - Paul Gauguin


ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΑ ΜΙΣΤΡΑΛ - ΚΑΘΩΣ ΠΕΦΤΕΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ
 

Κατέβηκε το χιόνι σαν ένα θείο πλάσμα
επίσκεψη να κάνει σε τούτη την κοιλάδα.
Κατέβηκε το χιόνι – των αστεριών νυφούλα
έλα να την ιδούμε στο χώμα καθώς πέφτει.
Γλυκειά που είναι! Φτάνει σαν το εξαίσιο πλάσμα,
σιωπηλά, λες τρέμει μήπως κακό και κάνει
σαν όνειρο είναι όμοια και σαν φεγγάρι πέφτει,
έλα να την ιδούμε λευκή που κατεβαίνει.
Άσπιλο! Την κοιλάδα κοίτα που σου κεντάει
με γιασεμάνθι αφράτο από τη μια στην άλλη,
είναι τόσο ‘λαφρά, λεπτά τα δάχτυλά του
που σαν πνοή περνούσε δίχως να την αγγίξουν.
Όμορφο! Δεν σου φαίνεται σαν το θαυμάσιο δώρο
που ένας άλλος Δωρητής ήρθε να σου χαρίσει;
που βγάζει τον μεταξωτό μανδύα του και τον ρίχνει
αθόρυβα την ταπεινή κοιλάδα σου να ντύσει;
Άσε στο μέτωπό σου τ’ άνθος του να σου σπείρει
και τ’ αλαφρό φτερό του πάνω σου ν’ ακουμπήσει,
ποιός ξέρει αν ένα μήνυμα δεν φέρνει στους
ανθρώπους
ένα άσπρο γράμμα από τα χέρια του Κυρίου!
Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παππά



Yōshū (Hashimoto - Children Playing in the Snow under Plum Trees in Bloom 



Μυρτιώτισσα

Αγαπημένε, στρώνεται το χιόνι στον
κήπο, στην αυλή, στα κεραμίδια. Την
αρχοντιά του όπου σταθεί ξαπλώνει,
περήφανο και πάναγνο το χιόνι




Paul Gauguin, Breton Village in the Snow (1894)



Βέρα Πάβλοβα -  [Μόνο χιόνι]

Θα΄ναι χειμώνας, θαρρώ, όταν έρθει.
Από την αφόρητη λευκότητα του δρόμου
μια κουκίδα θα φανεί, τόσο μαύρη που τα μάτια θα θαμπώσουν,

και θα πλησιάζει για ώρα πολλή, πάρα πολλή
αντισταθμίζοντας την απουσία του με τον ερχομό του,
και για ώρα πολλή, πάρα πολλή, κουκίδα θα μείνει.

Ένας κόκκος σκόνης; Ένα κάψιμο στο μάτι;
Χιόνι, τίποτα άλλο δεν θα υπάρχει, μόνο χιόνι,
για ώρα πολλή, πάρα πολλή, τίποτα άλλο,
κι αυτός το χιονισμένο πέπλο θα παραμερίζει,

μέγεθος θα αποκτά και τρεις διαστάσεις,

κι όλο και περισσότερο θα πλησιάζει...

Αυτό είναι το όριο, δεν μπορεί να έρθει πιο κοντά.
Μα αυτός συνεχίζει να πλησιάζει,
και τώρα είναι τόσο πελώριος που δεν μπορείς να τον μετρήσεις




 "The Hunters  in the Snow"   PIETER  BRUEGEL 



Τσέζαρε Παβέζε 

(Στην C από τον C..)

Εσύ ,
κατάστικτο χαμόγελο
στο παγωμένο χιόνι –

του Μάρτη άνεμε,
μπαλέτο κλαδιών
που χορεύουν στο χιόνι,
στενάζεις κι αστράφτουν
τα μικρά σου «όχι » –
λευκόποδη ελαφίνα
χαριτωμένη ,
θα μπορούσα να μάθω
ακόμα
τη διαβατική χάρη
όλων των ημερών σου
την αιθέρια δαντέλα
όλων των δρόμων σου –
το αύριο είναι παγωμένο
κάτω στον κάμπο –
εσύ , κατάστικτο χαμόγελο,
εσύ, γέλιο αστραφτερό .




"New Snow in the Avenue "      EDVARD MUNCH


Γιάννης Ρίτσος - Το χιόνι


Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.

Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.

Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τα’ απόγευμα.



Kazimir Malevich Winter Landscape 




Μίλτος Σαχτούρης - Χιόνι

Χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!
σὰν παγοπώλης τοῦ θανάτου
ὁ Θεὸς
μὲ κόκκινα ἀπ᾿ τὸν πυρετὸ
τὰ μάτια
Καπνὸς θεοῦ στὴ στέγη
οὐρλιάζει ἡ γυναίκα
στὸ κρεβάτι
σὰν παγωμένο περιστέρι
χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!»




"A  Village in Winter " (1930)  MARC   CHAGALL

ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ - ΑΓΓΕΛΕ ΣΤΙΣ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΜΠΛΑΚΑΟΥΤ

 

Άγγελε της χιονοθύελλας και των μπλακάουτ, τα βατόμουρα τα
ξέρεις
εκείνα τα ρουμπίνια που από τον πράσινο κήπο του παππού μου
μπορούσες να φέρεις;
Εσύ, στα λάστιχα του χιονιού, εσύ, στα φτερά τα ζαχαρένια,
με παγώνεις. Άσε με να συρθώ στην κουρελού. Άσε να είμαι
δέκα χρονών παιδάκι χωρίς έννοια.
Κλέφτης αλλοτινός, άσε με, να μαζεύω τα παλιά γλυκά φιλιά,
την ώρα που το χειροκρότημα της θάλασσας μας ράπιζε από τ’
αριστερά.

Μόνο στον παππού μου επιτρεπόταν να μπει. Ή στην υπηρέτρια
που ήρθε μ’ ένα δίσκο, να διαλέξει για το πρωινό.
Σ’ αυτήν, με τα πλέοντα στον αέρα ρολά, σ’ αυτήν, με τα σκαλιστά
έπιπλα, γυαλισμένα με άρωμα λεμονιού, σ’ αυτήν, με τη σκόνη
και το φτερό,
κι όχι σ’ εμένα. Ωστόσο, ήρθα κρυφά περνώντας τη χλόη την αρμυρή
ξυπόλυτη, με φόρμα γυμναστικής, μέσα στη δαιδαλώδη αυγή.

Ω, αγγέλισσα της χιονοθύελλας και του μπλακάουτ, εσύ, λευκο-
πρόσωπη Κυρία,
πήγαινέ με στο κόκκινο το στόμα ξανά, εκείνο τον Ιούλιο, στις
είκοσι μία.




Fritz Freund, Snowball Fight


Στέλιος Σπεράντσας - Χιονοπόλεμος

Χιόνισε και κάναμε μια άσπρη στοίβα τόση.
Τέτοιο χιόνι πούπουλο, Θεέ μου, να μη λιώσει.

Ε, με το χιονάνθρωπο τραβηχτείτε πέρα
άναψεν ο πόλεμος πάρτε πρώτη σφαίρα.

Αν βαστάν τα κότσια σας, πιάστε μετερίζι.
Όπου πέσει η μπάλα μας, μύτες κοκκινίζει.

Πως; Γελάτε; Πάρτε τη πάνω στο στομάχι.
Φραπ, και σκιάζει η δεύτερη στου αρχηγού τη ράχη.

Φράπ, κι απ’ τα κεφάλια τους πέφτουν κάτω οι κούκοι.
Φραπ! Και του χιονάνθρωπου σπάζει το τσιμπούκι.



"Winter Village" (1969)   RADI    NEDELCHEN


ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ  - O Έρωτας στα χιόνια


Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:
― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.
Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».
Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν.
Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα. 

Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες:
Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,
κι ο παπάς χειρομυλίζει.
Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.
Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.
Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.
― Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Eξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.
Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν:
― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση.
Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:
― K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.
Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!
Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι;
Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.
Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:
«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.
Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.
«Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eίχαν οι θηλιές χιόνια!»
Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.
Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.
Utagawa Hiroshige, “Night Snow at Kambara,” 1833 


Δημοτικό τραγούδι 


* Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,

το ποιο να ρίξει την βροχή, το ποιο να ρίξει χιόνι.

Ο Κίσσαβος ρίχνει βροχή κι ο Όλυμπος το χιόνι.



* Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια,

λάμπουν και τ' αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
πόχουν τ' ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,
τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια.
οπού δεν καταδέχονται της γης να την πατήσουν.
* Τρεις μέρες κάνουν πόλεμο
τρεις μέρες και τρεις νύχτες
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στόματι
χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν και τη φωτιά βαστούσαν



Ivan Shishkin, “In the Wild North,” 1891, 


William Carlos Williams - Χιονοστρόβιλος



Χιόνι:

χρόνια οργής ακολουθούν

άεργες ώρες που ο αέρας θα τις πάρει.

Ο χιονοστρόβιλος

το βάρος του σωριάζει

όλο και πιο βαθιά, για τρεις μέρες άραγε,

για εξήντα χρόνια; Ιδού τότε
ο ήλιος! Ενας σωρός από
ξανθές νιφάδες γαλανές.
Δέντρα αναμαλλιασμένα διακρίνονται
σε μακριές αλέες
πάνω απ' την άγρια ερημιά.
Γυρίζει ο άνθρωπος κι αίφνης προβάλλει
το μοναχό του μονοπάτι εκτεινόμενο
πάνω σ' ολόκληρη τη γη
μτφρ.: Χάρης Ψαρράς



                      Χειμωνιάτικο τοπίο του Πίτερ Μπρέγκελ



JOSE EMILIO PACHECO - Νύχτα και χιόνι


Μετάφραση: Άννα Βερροιοπούλου


Κοίταξα απ’ το παράθυρο κι αντί για κήπο αντάμωσα τη νύχτα

αστροκέντητη με χιόνι όλη.

Το χιόνι καθιστά απτή την ησυχία, είναι η κατάρρευση του φωτός 
κι έπειτα σβήνει.
Το χιόνι δεν προσπαθεί τίποτα να πει: Είναι μονάχα μια ερώτηση που
απλώνει μυριάδες ερωτηματικά πάνω στον κόσμο.
Noche y nieve
Me asomé a la ventana y en lugar de jardín hallé la noche 
enteramente constelada de nieve.
La nieve hace tangible el silencio y es el desplome de la 
luz y se apaga.
La nieve no quiere decir nada: Es sólo una pregunta que 
deja caer millones de signos de interrogación sobre el mundo.

Herman Hyneman, Γυναίκα στο χιόνι



                                                                            
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου

Μουσική: Παραδοσιακό


Μου `πε, μάνα, θα `ρχεται

και πέρασαν τα βράδια

Δέντρα φύλλα να `χετε

να παίρνει ο αγέρας χάδια.
Τρένο που τρέχεις γρήγορο
απ’ τον καπνό σου κέρνα
και μ’ ένα μαύρο σίδερο
τα σωθικά μου πέρνα.
Μαύρο χιόνι χιόνισε
και πείνασαν οι πόνοι
βγες καρδιά κανόνισε
να χτυπηθούμε μόνοι.
Μ’ ένα τρένο γρήγορο
την αγάπη μου έχασα
κόσμε του Άδη σύνορο
να θυμάμαι ξέχασα.
Κλείσε πόρτα κλείδωσε
κι ο Θεός ν’ ακούει
μια καρδιά που πλήγωσε
κι άλλον υπακούει.
Μ’ ένα μαύρο σύννεφο
το φεγγάρι μου έχασα
κόσμε του Άδη σύνορο
να θυμάμαι ξέχασα.
Λουλουδάκι μου άγριο
και χρυσό πουκάμισο
πώς θα πέσουμε αύριο
στου καημού την άβυσσο
Μ’ ένα μαύρο σίδερο
τον καθρέφτη μου έσπασα
κόσμε του Άδη σύνορο
να θυμάμαι ξέχασα.


Caspar David Friedrich, “Winter Landscape with church,” 1811




  
Vincent Van Gogh - landscape with snow

 
White are the far-off plains, and white
The fading forests grow;

The wind dies out along the height,

And denser still the snow,

A gathering weight on roof and tree,

Falls down scarce audibly.


The road before me smooths and fills
Apace, and all about
The fences dwindle, and the hills
Are blotted slowly out;
The naked trees loom spectrally
Into the dim white sky.

The meadows and far-sheeted streams
Lie still without a sound;
Like some soft minister of dreams
The snow-fall hoods me round;
In wood and water, earth and air,
A silence everywhere.

Save when at lonely intervals
Some farmer's sleigh, urged on,
With rustling runners and sharp bells,
Swings by me and is gone;
Or from the empty waste I hear
A sound remote and clear;

The barking of a dog, or call
To cattle, sharply pealed,
Borne echoing from some wayside stall
Or barnyard far afield;

Then all is silent and the snow falls
Settling soft and slow
The evening deepens and the grey
Folds closer earth and sky
The world seems shrouded, far away.

Its noises sleep, and I secret as
Yon buried streams plod dumbly on and dream.

by Archibald Lampman




Claude Monet - Boulevard Saint-Denis 




Μουσική: Διάφανα Κρίνα 


Στίχοι: Παντελής Ροδοστόγλου(στην Έφη)



Από σκοτάδι σε σκοτάδι τριγυρνάς

μ' ένα θανάσιμο τρικύμισμα στα μάτια

μυρίζεις ίσκιους από έρημα δωμάτια

τοπία θλίψης τα αγόρια που αγαπάς 
Σαλεύεις πίσω από πεύκα σκοτεινά
προφίλ θανάτου σ' ένα όνειρο από χιόνι
εκεί που βρίσκεσαι κανένας δε μιλά
μόνο φαντάσματα που κλαίνε μες στη σκόνη 

Και σε θυμήθηκα στο χείλος της αβύσσου
έτσι όπως φύσηξε γλυκά εκεί ο μπάτης
ακόμα σέρνομαι ικέτης και σακάτης
προσκυνητής στους άγιους τόπους της σιωπής σου 

Το κρύο στοιχειωμένο τώρα φέρνει
κουρέλια της ζωής σου την ελπίδα
σαν άθλια μοίρα που ακατάπαυστα υφαίνει
την πιο πικρή σου αλήθεια που δεν είδα 

Κάποια νύχτα θα ' ρθεις με της νιότης τα δώρα
μ' ένα βλέμμα σου μόνο θα γείρεις κοντά μου
θα 'ναι η αγάπη παιδί που το τρόμαξε η μπόρα
και ορμάει να κρυφτεί στη ζεστή αγκαλιά μου.



Fritz von Uhde - Winter landscape. Christmas Eve

 Oh the weather outside is frightful
But the fire is so delightful
And since we've no place to go
Let It Snow! Let It Snow! Let It Snow!

It doesn't show signs of stopping
And I've bought some corn for popping
The lights are turned way down low
Let It Snow! Let It Snow! Let It Snow!

When we finally kiss good night
How I'll hate going out in the storm!
But if you'll really hold me tight
All the way home I'll be warm

The fire is slowly dying
And, my dear, we're still goodbying
But as long as you love me so
Let It Snow! Let It Snow! Let It Snow!




 Εugene Galien Laloue - A Busy Boulavard Under Snow 



                                                                      πηγές:
http://users.sch.gr/
http://epohi.gr/
https://orestisalexakis.wordpress.com/
https://itzikas.wordpress.com/
http://pyroessa-logotimis.blogspot.gr/
http://greek-translation-wings.blogspot.gr/
http://www.elniplex.com/
http://www.poeticanet.gr/
http://logocafe.blogspot.gr/
http://ebdomonipi.blogspot.gr/
http://www.stixoi.info/
http://www.41051.com/
http://www.sarantakos.com/
http://www.e-poema.eu/

http://www.lettre.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου