Το παρακάτω απόσπασμα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Οδός Πανός" τον Ιούνιο του 2008, (τ.140) σε αφιέρωμα του περιοδικού στον μεγάλο μας ποιητή Τάσο Λειβαδίτη που σαν σήμερα γεννήθηκε...
" Έφηβος,
όταν πρωτοδιάβασα Λειβαδίτη, είπα: " άλλος ένας καλός, αριστερός
ποιητής". Μετά άκουσα τα τραγούδια του ( σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη) και
έμεινα ξάγρυπνος κλαίγοντας. Αργότερα, στα 1972, όταν εξέδωσε τον"
Νυχτερινό επισκέπτη" διάβαζα νύχτες και νύχτες αυτές τις λέξεις - τις
πονεμένες , μεταφυσικές και ερωτικές - παρά τις αντιρρήσεις και τις
αρνητικές παραινέσεις της Έλλη Αλεξίου και του Μάρκου Αυγέρη, εκεί στο
σπίτι τους, κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, μαζί με τους: Νάσο Βαγενά,
Θανάση Νιάρχο, Μάγδα Τσιρογιάννη και άλλους νέους ποιητές. Μετά τον
έβλεπα με τα μάτια της φαντασίας μου, ώσπου μια μέρα, γύρω στα 1975 τον
είδα - πού αλλού; - στον " Κέδρο" να μιλά χαμηλόφωνα με εκείνη την
υπέροχη γυναίκα, τη Νανά. Τον κοιτούσα: ψηλός, ευθυτενής, ωραίος,
κομψός. Διακρινότανε η ποίηση στα λόγια και στις κινήσεις του. Μετά από
περίπου ένα χρόνο, τον πλησίασα στο ίδιο μέρος και τον ευχαρίστησα για
μια κριτική που μου είχε κάνει στην εφημερίδα "Αυγή" για το βιβλίο μου "
Τα απρόοπτα". Μου χαμογέλασε και αρχίσαμε να μιλάμε για ποιήματα,
ποιητές, λέξεις και πρόσωπα. Η Νανά μας αγκάλιαζε με ένα υπέροχο
χαμόγελο. Αυτή την ειδυλλιακή πρώτη συνάντηση ακολούθησαν και άλλες. Σε
πιο εξομολογητικούς τόνους, είπαμε και είπαμε για τη ζωή μας. Του άρεσε
το ποτό και η ταβέρνα. Μετά μερικά χρόνια μου λέει ένα μεσημέρι: " Χθες
βράδυ ήπια πολύ ουΐσκι ". Ήταν ένας άνθρωπος με έντονα υπαρξιακά
προβλήματα και μια ενοχή για τα πάντα. Ένιωθε να είναι κολλημένος στον
τοίχο και να απολογείται. Τα βιβλία του αγαπήθηκαν πολύ. Ποτέ δεν ξεχνώ
τους σπουδαστές σε μια σχολή θεάτρου που έκανα λογοτεχνία, την προσοχή
και τη συγκίνηση και τη συμμετοχή τους στα ποιήματα του Λειβαδίτη. Μου
μιλούσε για τον πατέρα του, έμπορο υφασμάτων που πτώχευσε. Και για τις
ευτυχισμένες μέρες όταν οικογενειακώς παραθέριζαν την εποχή του
μεσοπολέμου στο Χαλάνδρι. Συχνά μου μιλούσε με θαυμασμό για ωραίες
γυναίκες και ποιητές που ξεχώριζε: για τα ατόφια συναισθήματά τους, τον
μοντέρνο τρόπο και τις αλλαγές που κατόρθωσαν στο σώμα της ποιήσεως.
Ήτανε δέκτης πολλών μηνυμάτων, κυρίως όμως των νέων ποιητών.
Στενός
φίλος του Γιάννη Ρίτσου ( στον οποίο διάβαζε ό,τι έγραφε) και του Τίτου
Πατρικίου. Η τελευταία του δεκαπενταετία ήτανε πολύ παραγωγική και ο
ίδιος εξέπεμπε μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική και ανθρώπινη αύρα. Τα
τελευταία χρόνια έκοψε το τσιγάρο ( από ένα πρόβλημα καρδιάς), ήτανε
μανιώδης καπνιστής. Τα βιβλία του: " Εγχειρίδιο ευθανασίας". " Βιολέτες
για μια εποχή", " Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα", "Τα χειρόγραφα του
φθινοπώρου", κ.α. μας άφησαν άφωνους. Έγιναν λίπασμα για πολλές ψυχές. Ο
Τάσος Λειβαδίτης εξερεύνησε τόπους και εξόρυξε μετάλλευμα ευγενές. Οι
λέξεις του σε τραβούσαν στον ουρανό. Ήτανε ένας πιστός, άπιστος του
Χριστού και οι προσευχές του μας ζέσταιναν στην άπονη παγωνιά του
κόσμου. Και φυσικά παρέμενε βαθιά πολιτικός με τον τρόπο του. Κοντά στο
τέλος του, τον έβλεπα ευθυτενή και ωραίο να κατεβαίνει την οδό
Πανεπιστημίου. Πολλοί τον πλησιάσαμε και μας άγγιξε η μεγαλοψυχία του.
Κοντά του πάντα οι πιστές: Μαρία και Βάσω. Τώρα είναι μύθος πια.
Υπαρκτός βέβαια που μας προστρέχει στις δύσκολες στιγμές μας. Λέμε με
υπερηφάνεια ότι αυτόν τον εξαίρετο άντρα και ποιητή τον γνωρίσαμε και
μάθαμε κοντά του τη ζωή και την Τέχνη. Θα τελειώσω με ένα ποίημα, όπως
είναι φυσικό:
ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ
Κι όταν ο Θεός τέλειωσε τη δημιουργία του κόσμου ήρθε
ο βαφέας να πάρει τα φορέματα των γυναικών για το πένθος
κι έγιναν τα ανθοπωλεία στη σειρά. Άνοιξα το παράθυρο
Μια μικρού μήκους ταινία, ισπανικής παραγωγής είναι η πρόταση για αυτήν την Κυριακή. Ο Daniel Martínez Lara και ο Rafa Cano Méndez, σχεδιαστές κινουμένων
σχεδίων της Pixar με βάση την Μαδρίτη, μας δείχνουν τι συμβαίνει στην
ζωή όταν στερούμαστε καθημερινά την δημιουργικότητα μας μέσα από την
ταινία “Alike”. Επίσης, η ταινία μιλά για τους γονείς και την σημασία
του να αφήνουμε τα παιδιά να ακολουθούν τον δικό τους δρόμο.
H κοινωνία μας λέει να τα πηγαίνουμε καλά στο σχολείο, να δουλεύουμε όσο
πιο σκληρά γίνεται και τελικά να μάθουμε και στα παιδιά μας να κάνουν
το ίδιο. Είναι ένας αδιάκοπος κύκλος που δεν αφήνει πολύ χώρο για την
δημιουργικότητα. Η παρακάτω ταινία μικρού μήκους παροτρύνει τον κόσμο να
δει τα πράγματα διαφορετικά.
Η ταινία δημιουργήθηκε αποκλειστικά με το Blender, ένα ανοιχτό πρόγραμμα
τρισδιάστατου σχεδιασμού και είναι αφιερωμένο στις οικογένειες των
σχεδιαστών που τους βοήθησαν να μην χάσουν το χρώμα τους.
Μια ταινία του Κεν Λόουτζ είναι η πρόταση του ιστολογίου για σήμερα. "Ο άνεμος χορεύει το σιτάρι" είναι ένα συγκλονιστικό, πολιτικό δράμα, δοσμένο μέσα από τη σύγκρουση δύο αδερφών, μελών του IRA, που ξαφνικά βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ιρλανδία του 1920, χρονιές εξέγερσης ενάντια στους Βρετανούς. Δυνατή πολιτική ταινία, αληθινό έργο τέχνης. Σενάριο: Πολ Λάβερτι
Ηθοποιοί: Κίλιαν Μέρφι, Παντράικ Ντιλέινι, Λίαμ Κάνιγχαμ, Τζέραλντ Κίρνι, Όρλα Φιτζέραλντ Η ταινία βαβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών το 2006
Απέναντι στο Νόρμπερτ Χέρινγκ, τον συγγραφέα του βιβλίου «Η κατάργηση των μετρητών και συνέπειές της», (εδώ το
προσωπικό blog του) πρέπει να είμαστε ευγνώμονες γιατί διέλυσε μια
ευρέως διαδεδομένη αυταπάτη, που αποτελεί έναν πολύ βολικό μύθο.
Υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι όλα τα σύγχρονα μέσα
πληρωμών (με κάρτες και μέσω ίντερνετ ή τηλεφώνου) ταιριάζουν σε ένα
υπερσύγχρονο ανθρωπολογικό τύπο που απαντάται στις ανεπτυγμένες
καπιταλιστικές χώρες κι είναι εξοικειωμένος με τις νέες τεχνολογίες. Σε
αυτό το πλαίσιο η πίεση εγκατάλειψης των μετρητών υποστηρίζεται από ένα
καθαρό υπονοούμενο: ότι οι πληρωμές με χαρτονομίσματα ή κέρματα ανήκουν
σε μια προηγούμενη εποχή.
Ο συγγραφέας, που είναι αρθρογράφος και στην μεγαλύτερη οικονομική
εφημερίδα της Γερμανίας, τη Handelsblatt, και πέρυσι μίλησε στο
ντοκιμαντέρ This is not a Coup (δες εδώ),
δείχνει στο βιβλίο του ότι τα κατ’ εξοχήν εργαστήρια ακύρωσης των
μετρητών και ακόμη και αναγκαστικής αντικατάστασής τους με πλαστικό ή
ηλεκτρονικό χρήμα είναι η Αφρική και η Ασία. Προς επιβεβαίωση όσα
δραματικά συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες στην Ινδία μετά την απόφαση
της κυβέρνησης να καταργήσει ως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 τα χαρτονομίσματα
των 500 και 1.000 ρουπιών, προκαλώντας βίαιες συγκρούσεις. «Αυτοί που
θέλουν να καταργήσουν τα μετρητά ξεκινούν πρώτα από την περιφέρεια»,
γράφει ο συγγραφέας από την εισαγωγή κιόλας του βιβλίου. Ο τόπος μάλιστα
όπου η χρήση του ηλεκτρονικού χρήματος ενδέχεται να καταγράφει
παγκόσμιο ρεκόρ είναι η Σομαλιλάνδη, που αποσχίστηκε από τη Σομαλία το
1991 και δεν είναι καν κράτος, καθώς δεν έχει αναγνωριστεί.
Προς επίρρωση του ισχυρισμού του συγγραφέα κι οι μεθοδεύσεις της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην περιφέρεια του ευρώ, την Ελλάδα και
την Κύπρο, όπου με βίαιο τρόπο μέσω των κεφαλαιακών ελέγχων, επιβλήθηκε η
αντικατάσταση των μετρητών.
Στην Ελλάδα έτσι μπορούμε με ασφάλεια να υποστηρίξουμε ότι παράλληλα
με όλα τα υπόλοιπα πειράματα (πχ κινεζοποίησης των εργασιακών σχέσεων
επί ευρωπαϊκού εδάφους) διενεργείται κι ένα επιπλέον: της κατάργησης των
μετρητών. Προς επίρρωση πρόσφατα στοιχεία από την Ένωση Ελληνικών
Τραπεζών (Στοιχεία τεκμηρίωσης σχετικά με τη λειτουργία του ελληνικού
τραπεζικού συστήματος, Φεβρουάριος 2017) βάσει των οποίων ενώ οι
καταθέσεις εξανεμίζονται οι ηλεκτρονικές πληρωμές πολλαπλασιάζονται.
Ειδικότερα ενώ οι καταθέσεις έχουν μειωθεί κατά 49% από το Δεκέμβριο
του 2009 ως τον Δεκέμβριο του 2016 (όπως φαίνονται στο διάγραμμα) μαζί
τους χάνεται και το ρευστό. Συγκεκριμένα: ο αριθμός και η αξία των
συναλλαγών μέσω internet banking αυξήθηκε σε ετήσια βάση το 2016 κατά
40% και 29%, αντίστοιχα, ενώ ο αριθμός και η αξία των συναλλαγών μέσω
mobile banking αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 142% και 82%, αντίστοιχα. Σε
ό,τι αφορά τα τρία κυριότερα μέσα υπέρβασης των μετρητών:
οι κάρτες πληρωμών αυξήθηκαν κατά 440.000 το πρώτο εξάμηνο του 2016 και διαμορφώθηκαν στα 14,6 εκ.,
οι υπηρεσίες μεταφοράς πιστώσεων αυξήθηκαν κατά 24% σε ετήσια βάση φθάνοντας τα 245 εκ. συναλλαγές, και,
οι υπηρεσίες άμεσης χρέωσης αυξήθηκαν κατά 4% σε ετήσια βάση φθάνοντας τα 17,4 εκ. συναλλαγές.
Το
παράδειγμα της Κύπρου είναι ωστόσο διδακτικό και για έναν ακόμη λόγο.
Επειδή δείχνει για ποιο λόγο η νέα ολιγαρχία του χρήματος επιδιώκει την
κατάργηση των μετρητών: Για να μπορούν εάν και όποτε θέλουν να σώζουν
τις τράπεζες με τις καταθέσεις μας, όπως ακριβώς συνέβη στην Κύπρο τον
Μάρτιο του 2013, όταν καταθέτες έχασαν ακόμη και το 50% των
αποταμιεύσεων τους για να σώσουν τη Λαϊκή και άλλες τράπεζες. Η μέθοδος
της διάσωσης εκ των έσω, του bail-in, έχει ως αυστηρή προϋπόθεση την
εξαφάνιση των μετρητών!
Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με τα αρνητικά επιτόκια που υιοθετούνται
στο πλαίσιο των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης. Στην Ελλάδα, αντίθετα με
άλλες χώρες όπως η Γερμανία, ακόμη δεν έχουμε δει τα αρνητικά πρόσημα,
παρότι πλησιάζουν απειλητικά. Με βάση ανακοίνωση της 4ης
Ιανουαρίου της Τράπεζας της Ελλάδας το επιτόκιο νέων καταθέσεων που δεν
αφορούσε συμφωνημένη διάρκεια το Νοέμβριο ήταν το 0,12%. Πρόκειται για
μια πολιτική με δύο όψεις. Στη μία είναι η τιμωρία των φτωχών καταθετών,
που θα πρέπει να πληρώνουν στο εξής για να δέχεται η τράπεζα τις
αποταμιεύσεις τους. Στην άλλη όψη έχει την αύξηση του πλούτου των
βαθύπλουτων, που είναι οι μεγάλοι ωφελημένοι από την πλημμυρίδα ρευστού
που έχουν απελευθερώσει οι κεντρικές τράπεζες. Προϋπόθεση για να
υλοποιηθεί κι αυτή η πολιτική είναι να σταματήσει ο κόσμος να
χρησιμοποιεί μετρητά και να εμπιστεύεται όλες τις οικονομίες του στις
τραπεζικές καταθέσεις.
Ο τρίτος λόγος για τον συγγραφέα που τράπεζες, διεθνείς οργανισμοί
όπως το ΔΝΤ και ακαδημαϊκοί όπως ο Λάρι Σάμερς τέως πρόεδρος του
Χάρβαρντ και υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ ή ο Κεν Ρογκόφ επικεφαλής
οικονομολόγος του ΔΝΤ και επίσης καθηγητής του Χάρβαρντ (δες σχετικό
βίντεο εδώ)
καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να μας πείσουν να εξοικειωθούμε
με το πλαστικό και ηλεκτρονικό χρήμα σχετίζεται με τα κέρδη που
αποκομίζουν οι τράπεζες, όταν οικειοποιούνται το εκδοτικό προνόμιο, το
περίφημο seignorage. Το εκδοτικό προνόμιο όσο οι κεντρικές τράπεζες
είχαν το μονοπώλιο στην έκδοση χρήματος το απολάμβαναν κατ’
αποκλειστικότητα. Όχι πλέον! «Έχετε ποτέ αναρωτηθεί για ποιο λόγο σχεδόν
μόνο οι τράπεζες χτίζουν ουρανοξύστες και γιατί η εικόνα του ορίζοντα
των πόλεων, όπου υπάρχει, διαμορφώνεται συνήθως από τη συνοικία των
τραπεζών; Οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να πληρώνουν τα κτίρια τους με
το χρήμα που εκδίδουν από μόνες τους», τονίζει ο συγγραφέας.
Έτσι, μεταξύ άλλων, φτάσαμε η Ντόιτσε Μπανκ πριν την εκδήλωση της
κρίσης να έχει θέσει ως στόχο την επίτευξη κέρδους 25% επί των
χρησιμοποιούμενων ιδίων κεφαλαίων.
Ο σημαντικότερος λόγος ωστόσο για τον οποίο η τραπεζοκρατία θέλει να
μετατρέψει τα μετρητά σε μια μακρινή ανάμνηση σχετίζεται με την ανάδυση
μιας νέας πολλά υποσχόμενης αγοράς: της αγοράς των προσωπικών δεδομένων.
Ακόμη κι οι πιο ανυποψίαστοι την έχουμε δει να προβάλλει απειλητικά
όταν μια τυχαία περιήγησή μας σε ένα ηλεκτρονικό κατάστημα την ακολουθεί
ένας καταιγισμός σχετικών διαφημίσεων για πολλές ημέρες. Για όποιον δεν
κατάλαβε …τίποτε δεν μένει κρυφό. «Big data is watching you» όπως
τιτλοφορείται και το σχετικό κεφάλαιο.
Οι εξελίξεις μάλιστα είναι τόσο ραγδαίες ώστε υπάρχουν εταιρείες,
όπως η Zoot που διατείνεται ότι μπορεί μέσα σε 3 δευτερόλεπτα να
ενημερώσει μια τράπεζα αν πρέπει να χορηγήσει δάνειο ή όχι. Προφανώς σε
έναν κόσμο όπου κάθε δοσοληψία γίνεται με μετρητά μπροστά στο ταμείο
αυτή η αγορά θα μαραζώσει.
Ο συγγραφέας μάλιστα προς τιμήν του δε μένει μόνο στα οικονομικά
διακυβεύματα. Τονίζει πως «αν η κοινωνία χωρίς μετρητά γίνει ο κανόνας,
είναι όχι απλώς προφανές, αλλά βέβαιο ότι θα υπάρξουν και κυβερνήσεις
που θα αδράξουν την ευκαιρία για να επιβάλουν ένα απολυταρχικό κράτος
παρακολούθησης το οποίο θα κάνει τον Μεγάλο Αδερφό από το φρικιαστικό
όραμα 1984 του Τζορτζ Όργουελ να φαντάζει σαν ένα άκακο ορφανό»…
Το μηνολόγιο συνεχίζεται και τον Απρίλη, πάντα από το sarantakos.wordpress.com...
Σα 1 Του βαρώνου Μυγχάουζεν και των ανιδιοτελώς ψευδομένων
Κυ 2 Διεθνής ημέρα παιδικού βιβλίου
Δε 3 Γενέσιον Θεοδώρου Κολοκοτρώνη του στρατηλάτου
Τρ 4 Γενέσιον Ανδρέου Ταρκόφσκη και αυτοκτονία Δημητρίου Χριστούλα
Τε 5 Ιακώβου Καζανόβα του μεγάλου εραστού
Πε 6 Του ζωγράφου Ραφαήλου
Πα 7 Παγκόσμια ημέρα υγείας – Ιπποκράτους του Κώου
Σα 8 Γενέσιον Ιακώβου Μπρελ
Κυ 9 † Φραγκίσκου Βάκωνος
Δε 10 Θρίαμβος Σπυρίδωνος Λούη του ωκύποδος
Τρ 11 Γιούρι Γκαγκάριν, του πρώτου ανθρώπου εις το Διάστημα
Τε 12 Τα μεγάλα Διονύσια
Πε 13 Βαρούχ Σπινόζα του προδρόμου του Διαφωτισμού και Σαμουήλ Μπέκετ γενέσιον
Πα 14 † Βλαδιμήρου Μαγιακόφσκι αυτοχειριασμός
Σα 15 Λεονάρδου ντα Βίντσι
Κυ 16 † Γεωργίου Βιζυηνού, το τελευταίον της ζωής του ταξίδιον
Δε 17 Γενέσιον Κωνσταντίνου Καβάφη και τελευτή Νίκου Παπάζογλου και Δημήτρη Μητροπάνου
Τρ 18 † Αλβέρτου Αϊνστάιν τελευτή
Τε 19 † Καρόλου Δαρβίνου
Πε 20 Ιωάννου Ιακώβου Ρουσώ και του Κοινωνικού Συμβολαίου
Πα 21 Βεβήλωσις του Φοίνικος (αποφράς ημέρα)
Σα 22 † Γουλιέλμου Σαιξπήρου του μεγάλου δραματουργού
Κυ 23 † Τελευτή Γεωργίου Καραϊσκάκη
Δε 24 Της γενοκτονίας των Αρμενίων
Τρ 25 † Μαγελάνου του εξερευνητού
Τε 26 Γενέσιον Ευγενίου Ντελακρουά
Πε 27 Γενέσιον Αδαμαντίου Κοραή του Διαφωτιστού
Πα 28 Μιχαήλ Λομονόσωφ
Σα 29 † Κωνσταντίνου Καβάφη του ανεπαναλήπτου
Κυ 30 Μαρίας Πολυδούρη τελευτή.
Ο Απρίλης είναι συνήθως ο μήνας του Πάσχα -το οποίο μπορεί να πέσει
από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου, άρα τις περισσότερες φορές πέφτει Απρίλη,
φέτος μάλιστα καταμεσίς.
Επειδή, σε αντίθεση με τον άστατο Μάρτη, τον Απρίλη η άνοιξη έχει πια
εδραιωθεί, πολύ συχνά τους δυο καθαρόαιμους ανοιξιάτικους μήνες τους
λέμε μαζί: Απριλομάης ή και Μαγιάπριλο, λέξεις ποιητικότατες. Υπάρχει
πάντως και η παροιμία «των καλών ναυτών τα ταίρια, το μαγιάπριλο
χηρεύουν», για τις αιφνίδιες ανοιξιάτικες κακοκαιρίες, όπως και η «στον
καταραμένο τόπο, το Μαγιάπριλο χιονίζει», που τη λέμε και μόνο για τον
Μάη. Βέβαια, οι απριλιάτικες βροχές χρειάζονται: Αν κάνει ο Μάρτης δυο
νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ’ εκείνον τον ζευγά που’χει πολλά
σπαρμένα, λέει μια γνωστή παροιμία, και «Τ’ Απριλιού κάθε σταλαματιά
νερό είναι βαρέλι λάδι», ένα όχι πολύ γνωστό κεφαλονίτικο γνωμικό.
Πάντως, στην Κεντρική Ευρώπη ο Απρίλης είναι πολύ πιο άστατος -έχει
τα σουσούμια του δικού μας Μάρτη, κι έτσι υπάρχουν γερμανικές παροιμίες
όπως April, April, er macht was er will (κάνει ό,τι θέλει) ή η έκφραση
launisch wie April (παλαβός σαν Απρίλης).
Η λέξη Απρίλιος είναι μάλλον είδος αντιδανείου. Πράγματι, το λατινικό
aprilis (όλα τα ονόματα των μηνών έχουν λατινική προέλευση), σύμφωνα με
μια παμπάλαιη ετυμολογία προέρχεται από το ρήμα aperire (ανοίγω). Επί
αιώνες, οι φιλόλογοι έμειναν ικανοποιημένοι από την εξήγηση αυτή, που
άλλωστε είναι απολύτως ευλογοφανής, μια και τον Απρίλιο «ανοίγει» ο
καιρός, γίνεται ανοιξιάτικος και φιλικός. Να θυμίσουμε και την δική μας
άνοιξη. Όμως ο Emile Benveniste υποστήριξε, πειστικά, ότι ο Απρίλιος
προέρχεται από την θεά Αφροδίτη, και ειδικότερα από τον συγκεκομμένο
τύπο του ονόματός της, το υποκοριστικό Αφρώ. Αλλά δεν πήγε κατευθείαν από τα ελληνικά στα λατινικά -μεσολάβησαν οι ετρούσκοι, και ο ετρουσκικός τύπος, apru,
είναι αυτός που πήραν οι ρωμαίοι. Η εξήγηση του Μπενβενίστ γίνεται
απόλυτα πειστική αν σκεφτούμε ότι ο γειτονικός μήνας του Απρίλη, ο
Μάρτιος, δεν είναι άλλος από τον μήνα του θεού Αρη (Mars στα λατινικά),
και απ’ αυτόν έχει πάρει τ’ όνομά του. Και όπως ξέρουμε, η Αφροδίτη και
ο Αρης είχαν στη μυθολογία κάτι παραπάνω από στενούς δεσμούς. Λογικό
ήταν να έχουν και τους μήνες τους πλάι-πλάι. Αλλωστε, και Ρωμαίοι το
αναγνώριζαν αυτό, όπως ο Οβίδιος. Κι αν ο Απρίλης είναι όντως της
Αφροδίτης, δικαιώνεται ακόμα περισσότερο ο σολωμικός στίχος έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη.
Δεν θα ακούσουμε σήμερα μόνο ένα τραγούδι για τον καινούργιο μήνα μα έναν δίσκο ολόκληρο:
Πρόκειται για τον "σκληρό Απρίλη του 45" του Μάνου Χατζιδάκι, με ορχηστρικές διασκευές ρεμπέτικων. Καλό μήνα!
Η
νέα τούτη πορεία του Ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το
τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει, περνώντας
από διάφορα στάδια, ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η περίοδος που
ένας παλαιός λαός, με την προοδευτική του διαμόρφωση σε συντελεσμένο
έθνος, ανανεώνεται και αποτελεί μια καινούργια ιστορική οντότητα, τον
Νέο Ελληνισμό, δηλαδή το Ελληνικό έθνος.
Οι
ιστορικοί παράγοντες, εσωτερικοί και εξωτερικοί, που θα προκαλέσουν το
αδυνάτισμα και την πτώση της συγκεντρωτικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,
έχουν βαθειές τις ρίζες, εκδηλώνονται όμως με ιδιαίτερη δύναμη από το
τέλος του 11ου αιώνα και προκαλούν την πρώτη βαθειά κρίση, που η
Αυτοκρατορία δεν θα καταφέρει να ξεπεράσει τελικά. Η αριστοκρατία των
μεγάλων γαιοκτημόνων στο τέλος του 11ου αιώνα έχει κερδίσει την οριστική
της μάχη, και με τις αποκεντρωτικές της τάσεις απειλεί την ενότητα του
κράτους. Οι εξωτερικοί εχθροί στα Βαλκάνια, στην Ανατολή και στη Δύση,
επωφελούμενοι από την εσωτερική κρίση, επιτίθενται από παντού. Ένα
μεγάλος μέρος της Μικράς Ασίας χάνεται, ύστερα από την ήττα του Μαντζικέρτ (1071), για την Αυτοκρατορία και πέφτει στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων, που ιδρύουν το μεγάλο τουρκικό κράτος στη Μικρά Ασία.
Η σύγκρουση με τον δυτικό κόσμο, σύγκρουση οικονομική, ιδεολογική και
πολιτική, οξύνεται και γίνεται οριστική. Η εχθρότητα που είχε προκαλέσει
ήδη από τον 9ο αιώνα η ίδρυση μιας Φραγκικής Αυτοκρατορίας,
που διεκδικεί τη Ρωμαϊκή οικουμενικότητα, εντείνεται τώρα με τις
διαμάχες ανάμεσα στην Αγία Έδρα και στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως
επί Φωτίου, για να καταλήξει στο οριστικό σχίσμα επί Κηρουλαρίου (1078).
Η οικονομική διείσδυση των Ιταλικών πόλεων στην Ανατολή παίρνει μεγάλες
διαστάσεις. Τέλος, η στρατιωτική σύγκρουση των δύο κόσμων αρχίζει με
την επίθεση των Νορμανδών
στην Ιταλία, που χάνεται για το Βυζάντιο ύστερα από την κατάληψη του
Μπάρι (1071), και εντείνεται με τις επιθέσεις των ίδιων των Νορμανδών
εναντίον των βαλκανικών κτήσεων της Αυτοκρατορίας, προοίμια των Σταυροφοριών
που θα ακολουθήσουν και που θα λήξουν με τη διάλυση της Αυτοκρατορίας
(1204). Στην ίδια αυτή περίοδο, ανάμεσα στα 1040 περίπου και 1200, οι
διάφοροι μη ελληνικοί λαοί που έμεναν ως τώρα υποταγμένοι στην
Αυτοκρατορία (Αρμένιοι και Ίβηρες στην Ανατολή, Σέρβοι και Βούλγαροι στα
Βαλκάνια), αρχίζουν να αποχωρίζονται ο ένας μετά τον άλλον, ιδρύουν
ανεξάρτητους πολιτικούς σχηματισμούς με πυρήνες εθνικούς και τείνουν
διαρκώς να συνενωθούν και να εξελιχθούν σε πραγματικά εθνικά κράτη.
Η
μάχη του Μαντζικέρτ μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των
Σελτζούκων έλαβε χώρα στις 26 Αυγούστου του 1071, κοντά στο Μαντζικέρτ
(σημερινό Μαλαζγκίρτ στην Τουρκία).
Το
βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής -που, αν θέλουμε να της δώσουμε
μια συμβατική χρονολογική αφετηρία, θα μπορούσαμε να διαλέξουμε το έτος
1071 (έτος των δύο μεγάλων ηττών στην Ανατολή και στη Δύση), ή, ακόμα
το 1081, έτος της ανόδου στον θρόνο του Αλεξίου Κομνηνού,
του ιδρυτή της πρώτης καθαρά ελληνικής δυναστείας, και που διαρκεί ως
την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204)- είναι η
βαθμιαία ανεξαρτητοποίηση όλων των μη εξελληνισμένων στοιχείων. Το μόνο
συστατικό στοιχείο της μένει ο Ελληνισμός,
που απομονωμένος και περικυκλωμένος από εχθρικούς πλέον
λαούς-εθνότητες, παίρνει βαθύτερη συνείδηση του εαυτού του ως ιδιαίτερης
πολιτικής και πολιτιστικής οντότητας. Η ελληνική ιδέα, που ως τα τώρα
έμενε σαν μακρινή ίσως ανάμνηση στα λαϊκότερα στρώματα, προβάλλεται
ολοένα και εντονότερα από τους λογίους. Η ελληνική παιδεία, που είχε
αρχίσει ν’ αποκαθίσταται από πριν, παρουσιάζεται στους σημαντικότερους
συγγραφείς σαν δική τους κληρονομιά για την οποία είναι υπερήφανοι. Το
όνομα Έλλην αρχίζει να ξαναπαίρνει το διπλό του πολιτιστικό και
εθνολογικό περιεχόμενο. Έλλην
είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Για
άλλη μια φορά οι Βυζαντινοί λόγιοι χωρίζουν τον κόσμο σε Έλληνες και
βαρβάρους. Η Άννα Κομνηνή, που σεμνύνεται για τις ελληνικές της σπουδές και για το ότι είχε μελετήσει τους πλατωνικούς διάλογους και τα έργα του Αριστοτέλη, και θεωρεί αμόρφωτο και βάρβαρο κάθε άμοιρο ελληνικής παιδείας, μιλώντας για τη σχολή της Κωνσταντινούπολης που ίδρυσε ο Αλέξιος Κομνηνός
γράφει: «Και έστιν ιδείν και Λατίνον ενταύθα παιδοτριβούμενον και
Σκύθην ελληνίζοντα και Ρωμαίον τα των Ελλήνων συγγράμματα
μεταχειριζόμενον και τον αγράμματον Έλληνα ορθώς ελληνίζοντα». Για τον Νικήτα Χωνιάτη
οι Ρωμαίοι υπήκοοι της Αυτοκρατορίας είναι Έλληνες. Έτσι, σταματώντας
με την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους βαρβάρους, δηλώνει ότι
αρνείται να συνεχίσει την ιστορία του, γιατί: «πώς
αν είην εγώ το βέλτιστον χρήμα, την ιστορίαν, το κάλλιστον εύρημα των
Ελλήνων, βαρβαρικαίς καθ’ Ελλήνων πράξεσι χαριζόμενος;».
Άλλωστε
η επαφή με την ελληνική παιδεία γίνεται τώρα ουσιαστικότερη. Οι
διανοητές του Βυζαντίου προσπαθούν, πέρα από την απλή μίμηση της
ελληνικής έκφρασης, να αφομοιώσουν την ελληνική σκέψη. Τέτοια ήταν η
προσπάθεια του Ψελλού, του Ιταλού
και των μαθητών τους, που, παρ’ όλο ότι η σκέψη τους μένει ακόμα
εξαρτημένη από τη θεολογία, δείχνει συγχρόνως και την απαρχή κάποιας
ανεξάρτητης φιλοσοφικής διάθεσης, η οποία αντιμετωπίζει την εξέταση των
μεταφυσικών προβλημάτων επί τη βάσει του ανθρωπίνου λόγου θέτοντας
προβλήματα ανάλογα με τα φιλοσοφικά προβλήματα που εμφανίζονται στη Δύση
την ίδια περίπου εποχή (πλατωνισμός, αριστοτελισμός, ρεαλισμός,
νομιναλισμός). Την ίδια αυτή περίοδο έχουμε επίσης την πρώτη ένδειξη
κάποιας γεφύρωσης του πολιτιστικού χάσματος ανάμεσα στον επίσημο και το
λαϊκό πολιτισμό. Ήδη ο Ψελλός εξετάζει τις λαϊκές παραδόσεις και
προσπαθεί, άλλοτε με κάποια ορθολογιστική μέθοδο, άλλοτε με την
αλληγορία, να αναχθεί σε γενικά θεολογικά ή φιλοσοφικά συμπεράσματα.
Συγχρόνως, για πρώτη φορά η λαϊκή γλώσσα αρχίζει να χρησιμοποιείται σε
μεγαλύτερη έκταση από τους λογίους στη λογοτεχνία. Σ’ αυτή την περίοδο
ανήκουν τα στιχουργήματα του Πτωχοπρόδρομου και ίσως η παλαιότερη σύνθεση σ’ ένα ενιαίο έργο των ακριτικών τραγουδιών.
Από
το τελευταίο λοιπόν τέταρτο του 11ου αιώνα ως το 1204 ο Βυζαντινός
αρχίζει να συνδέεται με το ιστορικό του παρελθόν και να ξαναβρίσκει
σιγά-σιγά τις λαϊκές ρίζες του πολιτισμού του. Αρχαία ελληνική
κληρονομιά και χριστιανική πίστη αρχίζουν να συμβιβάζονται στη συνείδηση
του και να γίνονται τα συστατικά της στοιχεία. Η ίδια η επίσημη Εκκλησία, παρ’ όλη την αντίδραση της στους νέους αυτούς προσανατολισμούς, με τις διαμάχες της με την Παποσύνη
και τον οριστικό της χωρισμό από τη δυτική εκκλησία, αρχίζει να χάνει
τον οικουμενικό της χαρακτήρα και να μεταβάλλεται σε ανατολική ορθόδοξη
εκκλησία, που έχει για κύριο στήριγμα τον Ελληνισμό.
Η νέα αυτή ιδεολογία εκφράζει το πρώτο ξύπνημα ενός εθνικού αισθήματος
στον Ελληνισμό, που έχει μείνει πλέον το μόνο στήριγμα του Βυζαντίου.
Οι
ιδεολογικές αυτές κατευθύνσεις θα ξεκαθαριστούν περισσότερο στους αιώνες
που ακολουθούν, με την ανάπτυξη ενός ισχυρού πατριωτικού αισθήματος
μέσα στους πολύπλευρους αγώνες του Ελληνισμού. Το παλαιό
αυτοκρατορικό-πατριωτικό αίσθημα που γνώρισε το Βυζάντιο σε παλαιότερους
αιώνες κατά τους αγώνες του εναντίον των Αβάρων, των Σλάβων ή των Αράβων,
παίρνει πράγματι τώρα για πρώτη φορά εθνικό-ελληνικό περιεχόμενο με την
αντίθεση ολόκληρου του Ελληνισμού εναντίον της φραγκικής κατάκτησης,
αντίσταση που ο εθνικός της χαρακτήρας τονίζεται περισσότερο από το
γεγονός ότι ο Ελληνισμός δεν παλεύει μόνο εναντίον ξένων προς την
Αυτοκρατορία στοιχείων (των Φράγκων ή των Τούρκων κατακτητών), αλλά και
εναντίον λαών όπως οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι,
που είχαν θεωρηθεί επί αιώνες αναπόσπαστα τμήματα της Αυτοκρατορίας.
Ελληνισμός και Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά κάποιον τρόπο ταυτίζονται στη
συνείδηση των Ελλήνων. Τα
διάφορα ελληνικά πολιτικά συγκροτήματα που δημιουργήθηκαν έπειτα από τη
διάλυση της Αυτοκρατορίας, το Βασίλειο της Νικαίας, το Δεσποτάτο της
Ηπείρου, αργότερα το Δεσποτάτο του Μωρέως, με τους αγώνες τους εναντίον
των Φράγκων, του Τούρκων και των βαλκανικών κρατών, παίρνουν όλο και
σαφέστερα τον χαρακτήρα εθνικών κρατών, τα οποία, παρ’ όλους τους
εμφυλίους πολέμους που διεξάγουν μεταξύ τους, θέλουν να συνενώσουν, το
καθένα για λογαριασμό του, τον Ελληνισμό.
Ο
εθνικός αυτός χαρακτήρας φαίνεται ακόμη και στην εσωτερική τους δομή, η
οποία χρειάζεται να ερευνηθεί ακόμη βαθύτερα· φαίνεται ιδιαίτερα από το
γεγονός ότι τα κράτη αυτά επιχείρησαν να στηριχτούν για τους αγώνες
τους, σε αντίθεση με την Αυτοκρατορία των Κομνηνών, στις ντόπιες εθνικές
δυνάμεις. Ιδιαίτερη σημασία στην εξέλιξη τούτη είχε η προσπάθεια των
βασιλέων της Νικαίας
να εφαρμόσουν μια πολιτική ρυθμιστική των αντίρροπων κοινωνικών
δυνάμεων, να αναπτύξουν την εγχώρια οικονομία, να την ανεξαρτητοποιηθούν
από τη Δύση και να ανακουφίσουν τις μεσαίες και λαϊκές τάξεις, για να
πετύχουν έτσι στο κράτος αυτό μια πραγματική εθνική συνοχή. Δεν είναι
λοιπόν τυχαίο ότι ακριβώς το κράτος αυτό ήταν το πρώτο που ονομάστηκε
από τους συγχρόνους «ελληνίς επικράτεια», «ελληνικόν», «Ελλάς», ότι ο
πληθυσμός του με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Ιωάννη Γ’ Βατατζή έχει τη συνείδηση ότι ανήκει στο «γένος των Ελλήνων».
Ιππότε;ς της Α’ Σταυροφορίας, μεσαιωνική απεικόνιση
Η
πρόσκαιρη ανασύσταση της Αυτοκρατορίας με την ανακατάληψη της
Κωνσταντινούπολης (1261) δεν διέκοψε την πορεία προς την όλο και
μεγαλύτερη ενάργεια της ελληνικής εθνικής συνείδησης. Η προσπάθεια του Μιχαήλ Παλαιολόγου
να ξαναδώσει στο κράτος του τον παλαιό του οικουμενικό χαρακτήρα, χωρίς
καμία πλέον ανταπόκριση με την πραγματικότητα, αποτυγχάνει τελικά.
Εσωτερικά η μεγάλη αριστοκρατία της γης έχει κατορθώσει να οικειοποιηθεί
με την επέκταση του συστήματος των προνοιών-οικονομιών, που γίνονται
κληρονομικές, και των διαφόρων παραχωρήσεων γης και εισοδημάτων, το
μεγαλύτερο μέρος της γης και των κρατικών εσόδων. Επιπλέον, συνδυάζοντας
την ανάληψη των ανώτατων διοικητικών θέσεων στις διάφορες επαρχίες με
την απόκτηση, κατά κυριότητα ή κατά πρόνοιαν οικονομίαν, προνομιακών
γαιών στις επαρχίες αυτές, ανεξαρτητοποιείται όλο και περισσότερο από
την κεντρική εξουσία. Η αποκεντρωτική αυτή κίνηση διευκολύνεται από τις
ξένες κατακτήσεις, που απομονώνουν ολόκληρα τμήματα του κράτους και
επιβάλλουν ένα είδος «συλλογικής» αυτοκρατορικής διοίκησης, γεγονός το
οποίο στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με πλήρη πολιτική διάσπαση και με
την εκμηδένιση της κεντρικής εξουσίας.
Η εσωτερική αυτή διάλυση δεν επιτρέπει στο κράτος των Παλαιολόγων
να αντιμετωπίσει τις αλλεπάλληλες επιθέσεις. Το σερβικό και το
βουλγαρικό κράτος, το καθένα με τη σειρά του, δεν αρκούνται πλέον στην
εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους, αλλά αναπτύσσουν ιμπεριαλιστική
πολιτική και αμφισβητούν από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες την ίδια την
Αυτοκρατορία. 0 Δουσάν, κατακτώντας ένα μεγάλο μέρος του Βυζαντίου ως τη Θεσσαλία,
θα τιτλοφορηθεί αυτοκράτωρ των Σέρβων και των Ρωμαίων. Η ραγδαία
πρόοδος των Τούρκων, ύστερα από τη δημιουργία του κράτους των Οθωμανών
(1281-1326), το οποίο θα αναπτυχθεί γρήγορα και θα απορροφήσει τα άλλα
τουρκικά κρατίδια, αφαιρεί οριστικά από το Βυζάντιο το μεγαλύτερο μέρος
της Μικράς Ασίας,
ο πληθυσμός της οποίας ή εκτουρκίζεται ή αποσύρεται, μπροστά στην
τουρκική προέλαση, προς τα βορειοδυτικά παράλια ή προς τις ηπειρωτικές
χώρες, που κι αυτές η μια μετά την άλλη αρχίζουν, από τα μέσα του 14ου
αιώνα, να περιέρχονται στα χέρια των Οθωμανών.
Έτσι,
από το τέλος του 13ου αιώνα ο Ελληνισμός βρίσκεται πολιτικά
κατακερματισμένος. Ένα μέρος του βρίσκεται κάτω από την ξένη κυριαρχία:
κάτω από τους Φράγκους, τους Σέρβους, τους Βουλγάρους, τους Τούρκους.
Το υπόλοιπο τμήμα που βρίσκεται κάτω από την ελληνική διοίκηση
κατανέμεται ανάμεσα στο κράτος της Κωνσταντινουπόλεως και στους
διαφόρους τοπάρχες της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Πελοποννήσου, που,
ακόμα και όταν θεωρητικά αναγνώριζαν τον αυτοκράτορα της
Κωνσταντινουπόλεως, ουσιαστικά παρέμεναν ανεξάρτητοι. Η Κωνσταντινούπολη
παύει λοιπόν να είναι το μοναδικό πολιτικό κέντρο του Ελληνισμού. Νέα πολιτικά κέντρα δημιουργούνται ή αναπτύσσονται, η Θεσσαλονίκη, τα Γιάννενα, η Άρτα, ο Μυστράς.
Στους αποκεντρωμένους αυτούς πολιτικούς σχηματισμούς εμφανίζονται
ορισμένες κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις, που θα έχουν
αποφασιστική σημασία για την εξέλιξη του Ελληνισμού. Η τοπική πολιτική
δραστηριότητα που αναπτύσσεται στα διάφορα αυτά κέντρα βρίσκεται βέβαια
κατά κύριο λόγο στα χέρια της αριστοκρατίας της γης, που με τις
χωριστικές της τάσεις είχε συμβάλει ως κύριος παράγοντας στη διάλυση της
Αυτοκρατορίας. Η
αριστοκρατία αυτή μένει, στη μεγάλη πλειονότητα της, αρνητικό στοιχείο
για τη συνοχή του Ελληνισμού και την ανάπτυξη της εθνικής ιδέας.
Οι αρχικοί αγώνες των δεσποτών της Ηπείρου ή των άλλων τοπαρχών της
Ελλάδας εναντίον των κατακτητών εκφυλίζονται την εποχή αυτή σε
διαλυτικές έριδες ανάμεσα στους διαφόρους τοπάρχες, που συχνά συμμαχούν
με τους ξένους κατακτητές και, γενικά, συμβιβάζονται μαζί τους, όταν
εξασφαλίσουν τα οικονομικά και κοινωνικά τους προνόμια. Στην
αριστοκρατία αυτή της γης αντιτίθεται μια μέση τάξη εμπόρων και
βιοτεχνών, που αποκτά την εποχή αυτή ιδιαίτερη σημασία. Πράγματι η
πολιτική αποκέντρωση διευκολύνει την ανάπτυξη μιας τάξης εμπόρων και
επιχειρηματιών, που, ξεφεύγοντας από την καταπιεστική κηδεμονία της
κεντρικής εξουσίας, επωφελείται από την οικονομική δραστηριότητα που
εμφανίζεται έντονη στα Βαλκάνια χάρη στους Ιταλούς εμπόρους. Βέβαια το
μεγάλο εξωτερικό εμπόδιο βρίσκεται στα χέρια των ξένων. Οι ντόπιοι όμως
συμμετέχουν κατά ένα ποσοστό στην οικονομική αυτή κίνηση, κρατώντας στα
χέρια τους τις εσωτερικές αγορές και συνεργαζόμενοι ως ενδιάμεσοι με
τους ξένους, με τους οποίους συγχρόνως βρίσκονται σε συνεχή ανταγωνισμό.
Στην οικονομική αυτή δραστηριότητα μετέχει άλλωστε και ένα μέρος της
αριστοκρατίας της γης, είτε γιατί έχει στα χέρια του την ντόπια
παραγωγή, είτε γιατί συμμετέχει έμμεσα στις μεγάλες επιχειρήσεις των
ξένων. Δημιουργείται έτσι μια ανάμικτη κοινωνική τάξη πλουσίων πολιτών, η
οποία έρχεται σε αμεσότερη επαφή με τις πιο ανεπτυγμένες μορφές της
οικονομίας των ιταλικών πόλεων, επηρεάζεται επίσης από τις πολιτικές
τους ιδέες. Μετέχοντας ενεργά στην οικονομική ζωή, αρχίζει να έχει, για
πρώτη φορά με τέτοιαν ένταση, αξιώσεις συμμετοχής στην πολιτική ζωή, και
εν μέρει το πετυχαίνει διευκολυνόμενη από την απουσία μιας ισχυρής
κεντρικής εξουσίας και από την ανάπτυξη κάποιων εμβρυωδών μορφών
αυτοδιοίκησης. Αυτό το νόημα έχουν τα οικονομικά και διοικητικά προνόμια
που πετυχαίνουν τα «κοινά» της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων ή οι πολίτες της Μονεμβασίας. Σε μερικά μάλιστα αστικά κέντρα, όπως η Θεσσαλονίκη, η Αδριανούπολη
και άλλες πόλεις της Θράκης, η μέση αυτή τάξη με την υποστήριξη των
βιοτεχνών και των λαϊκότερων κοινωνικών στοιχείων εμφανίζει τέτοια
πολιτική οργάνωση, ώστε να μπορεί να αμφισβητήσει με πραγματικές
εξεγέρσεις την εξουσία από την αριστοκρατία της γης σε περιόδους
πολιτικών κρίσεων, όπως κατά την περίοδο των δυναστικών ερίδων ανάμεσα
στον Ανδρόνικο Β’ και Ανδρόνικο Γ’, ανάμεσα στον Ιωάννη Καντακουζηνό και Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο.
Η
ανάμικτη αυτή τάξη, που βρίσκεται σε οικονομικό συναγωνισμό με τους
ξένους και σε αντίθεση με την προνομιούχο ντόπια αριστοκρατία της γης,
γίνεται μαζί με τα λαϊκότερα κοινωνικά στρώματα το κύριο κοινωνικό βάθρο
της εθνικής ιδέας και -με προοδευτικό αδυνάτισμα της αυτοκρατορίας-
ενός ενιαίου εθνικού ελληνικού κράτους. Η εθνική αυτή τάση φαίνεται στην
υποστήριξη του νομίμου αυτοκράτορα Ιωάννου Ε’ Παλαιολόγου εναντίον του Ιωάννου Καντακουζηνού,
αντιπρόσωπου της μεγάλης αριστοκρατίας, από τους επαναστάτες της
Θεσσαλονίκης και των άλλων θρακικών πόλεων φαίνεται από την αντίσταση
που αυτοί προβάλλουν συγχρόνως στους Σέρβους που απειλούσαν τη Θεσσαλονίκη, από τον αποχωρισμό των πόλεων της Ηπείρου
από τους Ηπειρώτες τοπάρχες και την προσχώρηση τους στη νόμιμη εξουσία
της Κωνσταντινουπόλεως, και από τη λαϊκή αντίδραση στην Πελοπόννησο, που
ανάγκασε τον δεσπότη Θεόδωρο να ματαιώσει το σχέδιο του της παραχώρησης της Πελοποννήσου στο τάγμα τωνιπποτών της Ρόδου.
Η
εθνική ελληνική ιδεολογία με τις βαθειές πλέον λαϊκές ρίζες εκφράζεται
με σαφήνεια από τις αξιολογότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής,
που είναι απελευθερωμένες από τις οικουμενικές υπερεθνικές παραδόσεις
της Κωνσταντινουπόλεως και ζουν σε χώρους ελληνικούς, όπου η παρουσία
του ελληνικού παρελθόντος ήταν εντονότερη και η επίκληση του ευκολότερη.
Η χριστιανική πίστη δεν εμποδίζει πλέον την ανασύνδεση με το ελληνικό
παρελθόν. Η πολιτιστική και φυλετική τώρα συνέχεια του Ελληνισμού
γίνεται κοινή συνείδηση. Παρ’
όλη την αντίδραση των ορθοδόξων εκκλησιαστικών κύκλων που συνασπίζονται
γύρω από την ιδεολογία της «ησυχίας», η μελέτη του αρχαίου ελληνικού
πολιτισμού και η ουσιαστικότερη επαφή μαζί του γενικεύεται και οδηγεί
ενίοτε σε τολμηρές για την εποχή πνευματικές συνθέσεις.
Η ελληνική ιδέα κατακτά συνεχώς έδαφος, ακόμα και στους συντηρητικούς
κύκλους, και καταλήγει να γίνει κοινό στοιχείο στη συνείδηση των
αντίπαλων πολιτικών και πνευματικών ομάδων της εποχής: στους οπαδούς της
ησυχίας, υπέρμαχους της ορθόδοξης παράδοσης, ή στους ανανεωτές με τις
ορθολογιστικές τάσεις, στους ενωτικούς, που θεωρούν την ένωση με τη
δυτική εκκλησία ως το μόνο μέσο σωτηρίας του Ελληνισμού από την τουρκική
απειλή, ή στους ανθενωτικούς, που ταύτιζαν εθνική ιδέα και ορθοδοξία
και θεωρούσαν τον καθολικισμό ως την πραγματική απειλή του έθνους. Οι
αναφορές της γραμματείας της εποχής στην αρχαίαΕλλάδα
και στα αρχαία ελληνικά παραδείγματα είναι συχνές. Οι αυτοκράτορες του
Βυζαντίου παραλληλίζονται με τα μεγάλα ονόματα της αρχαιότητας, οι Τούρκοι ονομάζονται Πέρσες.
Η ορθοδοξία και ο μυστικισμός του Νικολάου Καβάσιλα δεν τον εμποδίζουν
να μελετά την αρχαία φιλοσοφία και να θεωρεί τους συμπατριώτες του
απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. Το ίδιο ο Θεόδωρος Μετοχίτης όταν γράφει: «εκείνων τοίνυν γένος μεν το άρχηθεν ήσαν και πατέρες Έλληνες». Ο ίδιος ο Κων-σταντίνος Παλαιολόγος,
ο τελευταίος αυτοκράτορας, ονομάζει την Κωνσταντινούπολη «καταφύγιον»
των Χριστιανών, «ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων». Στο τέλος τους
14ου και στις αρχές του 15ου αιώνα η συνείδηση της ελληνικής συνέχειας
είναι τόσο καθαρή, ώστε ο Ιωάννης Αργυρόπουλος
να ταυτίζει το Βυζάντιο με την αρχαία Ελλάδα και να γράφει για τον
Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο: «Οίαν ιδέαν απέκρυψε, οίον εξείλε κοινόν τοις
Έλλησιν όφθαλμόν, ω της Ελλάδος ορθότης, ήλιε βασιλεύ», ο δε Γεώργιος Πληθών Γεμιστός,
απευθυνόμενος προς τον Μανουήλ Παλαιολόγο, κηρύσσει: «Εσμέν γάρ νυν, ων
ήγεϊσθε τε και βασιλεύετε, Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος
παιδεία μαρτυρεί».
Από
την ελληνική τούτη γωνιά, άλλωστε, επιχειρείται, στα πρόθυρα της
οριστικής πτώσης της Αυτοκρατορίας, και η σπουδαιότερη προσπάθεια, με
τους αγώνες του ΚωνσταντίνουΠαλαιολόγου, απελευθέρωσης και συγκέντρωσης του Ελληνισμού σε ένα ενιαίο εθνικό κράτος, του οποίου ο Γεμιστός
διατυπώνει την πρώτη θεωρία. Αν αφαιρέσουμε τα ουτοπιστικά στοιχεία που
έχουν την πηγή τους στην πλατωνική σκέψη και που ανάλογα συναντάμε και
σε άλλους αρχαιολάτρες αντιπροσώπους της Αναγέννησης,
τα κύρια συστατικά στοιχεία του κράτους που προτείνει ο Γεμιστός είναι
οι γενικές αρχές στις οποίες στηρίχτηκαν τα καινούργια εθνικά κράτη που
άρχισαν να σχηματίζονται ύστερα από τη διάλυση του μεσαιωνικού
φεουδαλικού συστήματος και των αυτοκρατοριών: εθνικός στρατός, εθνική
ανεξάρτητη οικονομία, με εθνικό γερό νόμισμα, λελογισμένη φορολογία
βασισμένη στο εισόδημα, ισχυρή κεντρική εξουσία με επικεφαλής έναν
μονάρχη, με ακέραιους και ειδικευμένους συμβούλους διαλεγμένους από τη
μεσαία τάξη των πολιτών. Η εθνική πολιτική ιδεολογία του Γεμιστού
προσδιορίζεται, ακόμη, με προφητική σαφήνεια, όταν ο Γεμιστός προσπαθεί
να καθορίσει τις γεωγραφικές και εθνολογικές βάσεις ενός τέτοιου
κράτους, που είναι οι καθαρά, κατά τη γνώμη του, ελληνικές χώρες.
Ολόκληρη
η πνευματική και καλλιτεχνική παραγωγή του Βυζαντίου στην τελευταία
περίοδο της ιστορίας του φανερώνει την ανασύνδεση των συγχρόνων με την
ελληνική παράδοση. Ο ελληνικός χαρακτήρας εμφανίζεται καθαρότερα στην
τέχνη, που αποκαθαίρεται όλο και περισσότερο από τα ανατολικά της
στοιχεία ή την ιερατική ακαμψία των προηγουμένων εποχών, και,
πλουτιζόμενη με ζωντανά λαϊκά στοιχεία, δημιουργεί μορφές ελεύθερες που
θυμίζουν ελληνικά και ελληνιστικά πρότυπα.
Βυζαντινός αετός στο μοναστήρι των Μετεώρων
Παράλληλα
η λαϊκή γλώσσα αρχίζει να υψώνεται σε λογοτεχνική γλώσσα, να
χρησιμοποιείται σε ευρύτερη κλίμακα από τους λογίους, με αξιόλογα
επιτεύγματα, όπως τα διάφορα έμμετρα μυθιστορήματα και άλλα στιχουργήματα, που δεν απευθύνονται μόνο στα λαϊκά στρώματα αλλά και στους αυλικούς κύκλους. Και εδώ παρατηρείται, όπως και στην αρχαΐζουσα
γραμματεία, η ίδια ανάμιξη των λαϊκών στοιχείων με τις αναμνήσεις από
την αρχαία Ελλάδα. Μερικά μάλιστα από τα έργα αυτά έχουν αρχαία ελληνικά
θέματα (Αχιλληΐς, παράφραση Ιλιάδας κτλ.).
Η
ανασύνδεση με την αρχαία Ελλάδα, η προβολή των λαϊκών στοιχείων στην
τέχνη και η ανύψωση της ομιλούμενης λαϊκής γλώσσας σε λογοτεχνικό
όργανο, οι πρώτες δειλές και αδέξιες απόπειρες επιστημονικής σκέψης,
γενικά χαρακτηριστικά ενός αναγεννητικού πνεύματος και συγχρόνως θετικά
σημεία της γέννησης της εθνικής συνείδησης συνοδεύονται, όπως είναι
φυσικό, με την προοδευτική απομάκρυνση των Βυζαντινών από την ιδέα της
αυτοκρατορικής ρωμαϊκότητας. Ο
άγνωστος στιχοπλόκος του Χρονικού του Μορέως ξέρει ότι οι σύγχρονοι του
Βυζαντινοί « Έλληνες είχαν το όνομα» και ότι «από τη Ρώμη επήρασι τ’
όνομα των Ρωμαίων».
Μερικοί από τους συγχρόνους θα πάψουν να δίνουν το όνομα Ρωμαίος στους
Βυζαντινούς και θα το χρησιμοποιούν κυρίως για τους δυτικούς, τους
πιστούς της ρωμαϊκής καθολικής εκκλησίας. 0 Κυδώνης
χρησιμοποιεί για τους Έλληνες τον όρο Γραικός, που χρησιμοποιείται,
όπως ο όρος Graecia, κατά γενικό κανόνα από τους δυτικούς, και
σπανιότερα τον όρο Ρωμαίος, που τον χρησιμοποιεί συχνότερα για τους
δυτικούς. Πιο καθαρά γίνεται η διάκριση στα πρακτικά της Συνόδου της Φλωρεντίας.
Ακόμη και όσοι δεν μπορούν εύκολα να εγκαταλείψουν την έννοια της
ρωμαϊκότητας, αισθάνονται την ανάγκη να καταλήξουν σε έναν συμβιβασμό.
Γι’ αυτούς οι Βυζαντινοί είναι απόγονοι των Ρωμαίων και των Ελλήνων,
ανάμιξη των δύο επισήμων γενών της αρχαιότητας, απ’ όπου προέρχεται το
γένος των «Ρωμαιο-ελλήνων». Ως απάντηση στη θεωρία τούτη έρχεται το
ιστορικό διάγραμμα στον πρόλογο της ιστορίας του Χαλκοκονδύλη,
μαθητή του Γεμιστού, όπου πρώτος ίσως αυτός εκφράζει με τέτοιαν
ενάργεια την ιδέα της αδιάκοπης συνέχειας του Ελληνισμού από τους
μυθικούς χρόνους ως την εποχή του και τονίζει τη θεμελιώδη διαφορά
ανάμεσα στον Ελληνισμό και στη Ρώμη, και το ιστορικό και πολιτικό συνάμα
λάθος του λαού αυτού και των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, που,
περιφρονώντας την ελληνική τους υπόσταση, προτίμησαν τον τίτλο των
Ρωμαίων, όταν, παρά τη ρωμαϊκή ανάμιξη, ο λαός αυτός στη μεγάλη του
πλειονότητα διατήρησε τα πάτρια ελληνικά ήθη και την ελληνική γλώσσα: «Έλληνας
τε το από τούδε Ρωμαίοις αυτού επιμιγνύντας, γλώτταν μέν και ήθη δια τω
πολλώ πλέονας Ρωμαίων Έλληνας αυτού επικρατεϊν, δια τέλους φυλάξαι
,τούνομα μέν τοι μηκέτι κατά το πάτριον καλουμένους αλλάξασθαι και τους
γε βασιλείς Βυζαντίου επί το σφας αυτούς Ρωμαίων βασιλείς τε και
αυτοκράτορας σεμνύνεσθαι αποκαλείν, Ελλήνων δε βασιλείς ουκέτι ουδαμή
αξιούν». Και λίγο
παρακάτω: «ταύτα μεν ες τοσούτον μοι αποχρώντως έχοντα επιδεδείχθω περί
τε της των Ελλήνων βασιλείας και της ες Ρωμαίους εχούσης αυτών διαφοράς,
ως δη ουκ ορθώς τάγε ες βασιλείαν και ες τούνομα αύτω προσηγορεύετο
τούτοις».
*Πηγή: Το απόσπασμα από το βιβλίο Νίκος Σβορώνος, Το ελληνικό έθνος – Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού. Εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004.
Ο Νίκος Σβορώνος (1911 – 26 Απριλίου 1989) υπήρξε σημαντικός Έλληνας ιστορικός με ιδιαίτερη επιρροή στην σύγχρονη ιστοριογραφία της Ελλάδας.