Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Η Μαρξική θεωρία του Κράτους και της Ιδεολογίας...

Του Γιώργου Κωστόπουλου, τελειόφοιτου στο Τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών (Ε.Α.Π.)

Ο Καρλ Μαρξ σ΄εξώφυλλο του περιοδικού TIME
Ο Καρλ Μαρξ σ΄εξώφυλλο του περιοδικού TIME
Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) ήταν Γερμανός κοινωνιολόγος και φιλόσοφος και θεωρείται ο θεμελιωτής του κομμουνισμού. Ο μαρξισμός, που γεννήθηκε εξαιτίας των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων που επέφερε η βιομηχανική επανάσταση στην ευρωπαϊκή κοινωνία, αποτελεί το σοσιαλιστικό κίνημα του 19ου αιώνα. Στο πλαίσιο του ιστορικού υλισμού, ο Μαρξ εξαλείφει τις διαχωριστικές γραμμές που θέτουν οι ιδεαλιστικές προσεγγίσεις ανάμεσα στην ιστορία και στην πολιτική οικονομία και δίνει το στίγμα στην ιστορία της παραγωγής των υλικών αγαθών, εμφανίζοντας στο προσκήνιο την εργασία και τις μορφές οργάνωσής της (Μαρξ, 1997:11-12, 68). Με αφετηρία την αντίληψη ότι η οικονομική δομή μιας κοινωνίας καθορίζει το νομικό, πολιτικό και ιδεολογικό της στερέωμα, ο Μαρξ αντιλαμβάνεται το κράτος ως <<όργανο>> ταξικής κυριαρχίας και την ιδεολογία ως μέσο κατανόησης, αλλά και παρερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας, καθώς υπαγορεύεται από τους όρους κυριαρχίας της άρχουσας τάξης (Μαρξ, 1997:18). Δίνοντας έμφαση στη νεωτερική καπιταλιστική κοινωνία, ο Μαρξ εστιάζει στο γεγονός ότι οι καταστατικές αρχές της ελευθερίας και της χειραφέτησης που διέπουν τον Διαφωτισμό, λειτουργούν στην ουσία ως προστασία των συμφερόντων της αστικής τάξης, εφόσον εφαρμόζονται αποκλειστικά στο πεδίο αγοράς, αποκρύπτοντας την οικονομική ανισότητα στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, το σύγχρονο κράτος διαφυλάττει τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, ενώ οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί μετατρέπονται σε μηχανισμούς πολιτικής ισχύος, διαπλάθοντας μια διαστρεβλωμένη συνείδηση που διαιωνίζει αλλά και αναπαράγει τις εδραιωμένες εξουσιαστικές σχέσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον ιστορικό υλισμό του Μαρξ, η αλλοτριωτική πολιτική οργάνωση και ιδεολογία της καπιταλιστικής κοινωνίας δύναται να αρθούν μέσω της πολιτικής πράξης, καθώς εφαλτήριο της ανατροπής δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων, αλλά η κοινωνική πραγματικότητα από την οποία απορρέει η ανθρώπινη συνείδηση (Μαρξ, 1997:13).
  • Θεωρητική διάκριση βάσης-εποικοδομήματος στον ιστορικό υλισμό του Μαρξ
Με εφαλτήριο μια υλιστική ανάγνωση τόσο της ιστορικής όσο και της κοινωνικής πραγματικότητας, ο Μαρξ αντιτίθεται στον ιδεαλισμό, που προτάσσει την ανάδειξη των διαφόρων μορφών της κοινωνικής συνείδησης ως κύριο μέσο ερμηνείας των ιστορικών κοινωνιών και υπογραμμίζει ότι η κοινωνική σκέψη και δράση μιας κοινωνίας εξαρτάται από τον τρόπο παραγωγής και τον αντίστοιχο καταμερισμό της εργασίας (Ρωμανός, 2010:64). Στη μαρξική σκέψη, η παραγωγή ιδεών, εννοιών και εκτενέστερα της συνείδησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις υλικές δραστηριότητες και σχέσεις των ανθρώπων. Η πνευματική πρόοδος μιας κοινωνίας, όπως εκφράζεται μέσω της πολιτικής, των νόμων και της ηθικής, αποτελεί προϊόν ενεργών ανθρώπων, οι οποίοι δρουν ανεξάρτητα από τη βούλησή τους, κάτω από ορισμένους υλικούς περιορισμούς, σε συγκεκριμένες φάσεις της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων αλλά και των αντίστοιχων κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων (Craib, 2012:189-190 / Μαρξ, 1997:66). Σύμφωνα με τον Μαρξ, η οικονομική <<βάση>> μιας κοινωνίας, που συγκροτείται από το σύνολο των αντιφατικών κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή των σχέσεων υποταγής, ιδιοκτησίας ή τάξεων, στην αντιστοιχία τους με τις παραγωγικές δυνάμεις, όπως ο τεχνικός εξοπλισμός, οι πρώτες ύλες και η ανθρώπινη εργατική δύναμη, καθορίζει το <<οικοδόμημα>> της παραγωγικής δραστηριότητας, το οποίο συνοψίζει το σύνολο των ιδεών και των νομικών και πολιτικών θεσμών (Ρωμανός, 2010:64). Συνεπώς, <<δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την ύπαρξή τους, αλλά η κοινωνική τους ύπαρξη που καθορίζει τη συνείδησή τους>> (Μαρξ, 1997: 8-9).
Κατά τον Μαρξ, σε ορισμένες ιστορικές περιόδους εμφανίζεται μια αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις. Αναλυτικότερα, όταν οι παραγωγικές δυνάμεις μιας ιστορικής κοινωνίας αναπτυχθούν σε ένα συγκεκριμένο βαθμό, συγκρούονται με τις παραγωγικές σχέσεις ή σχέσεις ιδιοκτησίας οι οποίες αντί να λειτουργούν πλέον ως μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, λειτουργούν ως δεσμά τους, σηματοδοτώντας κοινωνικές επαναστάσεις (Μαρξ, 1997: 8-9). Στον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό του Μαρξ, η ιστορία της ανθρωπότητας ταυτίζεται με την ιστορία της <<πάλης των τάξεων>> (Πουλαντζάς, 1990:187). Το συγκεκριμένο πεδίο της ταξικής πάλης δομείται από τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των αντιτιθέμενων κοινωνικών τάξεων. Στο οικονομικό πεδίο, οι ταξικές διαφορές εκφράζονται μέσω της οικονομικής πάλης των τάξεων σε ανταγωνιστικές οικονομικές πρακτικές. Στο πολιτικό πεδίο, οι ταξικές αντιθέσεις και ανταγωνισμοί, που αφορούν την εξουσία και το μηχανισμό του κράτους, απορρέουν από τις σχέσεις πολιτικής κυριαρχίας εφόσον το κράτος θωρακίζει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Στο ιδεολογικό πεδίο, ιδεολογική πάλη πηγάζει από τη σχέση ιδεολογικής ηγεμονίας και ιδεολογικού εμποτισμού, με την άρχουσα τάξη να έχει υπό τον έλεγχο της τις λαϊκέ μάζες, οι οποίες καθυποτάσσονται στην κυρίαρχη ιδεολογία της (Πουλαντζάς, 1990:187, 200-201).
Ο Γερμανός φιλόσοφος, στην ιστορική πορεία διακρίνει τέσσερις σημαντικούς σταθμούς, οι οποίοι διέπονται κάθε φορά από μια νέα προσαρμογή των παραγωγικών σχέσεων στις παραγωγικές δυνάμεις: την πρωτόγονη κοινωνία, τον αρχαίο κόσμο, τη φεουδαρχία και τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής (Μαρξ, 1997:14). Οι αστικές παραγωγικές σχέσεις συνιστούν την τελευταία αντιφατική όψη της διαδικασίας της κοινωνικής παραγωγής. Ο αντιφατικός χαρακτήρας της νεωτερικής καπιταλιστικής κοινωνίας οφείλεται, σύμφωνα με τον Μαρξ, στους όρους της κοινωνικής συνύπαρξης των ατόμων και στην επιλεκτική εφαρμογή των κανονιστικών αιτημάτων του Διαφωτισμού αποκλειστικά στις οικονομικές σχέσεις και την αγορά, ως αποτέλεσμα της έλευσης του εμπορευματικού καπιταλισμού (Μαρξ, 1997:9 / Ρωμανός, 2010:61). Με την δυναμική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που περιβάλλεται από την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων, τη γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής, την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, την κεφαλαιοποίηση του τρόπου παραγωγής και την εξαγωγή υπεραξίας, μέσω της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας ατόμων που δεν κατέχουν τα μέσα παραγωγής, η καπιταλιστική κοινωνία βρίσκεται σταδιακά αντιμέτωπη με μια συνολική εμπορευματοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, των θεσμών και της πολιτικής οργάνωσης. Ως αποτέλεσμα προκύπτει η παραγωγή μιας στρεβλής συνείδησης, που από τη μια οδηγεί στον περιορισμό της ανθρώπινης χειραφέτησης και από την άλλη υποθάλπει την <<πάλη των τάξεων>> (Ρωμανός, 2010:61,64-69).
Εκτενέστερα, ο Μαρξ εστιάζεται στον επιβεβλημένο χαρακτήρα του καταμερισμού της εργασίας, λειτουργώντας ως μια αντικειμενική εξωτερική δύναμη. Έτσι, η συνολική παραγωγική δύναμη, που πηγάζει από τη συνεργασία των ατόμων και είναι στον ίδιο βαθμό επιβεβλημένη, δεν παρουσιάζεται ως δική τους ενωμένη δύναμη αλλά ως μια ξένη, εξωτερική και ανεξέλεγκτη δύναμη, που διευθύνει τη βούληση και την πορεία των ανθρώπων (Μαρξ, 1997:80-81). Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής , όπου ο εργάτης όσο περισσότερο πλούτο παράγει, πολλαπλασιάζοντας την παραγωγή, τόσο φτωχότερος γίνεται, εφόσον ο ίδιος καθίσταται ολοένα και πιο φτηνό εμπόρευμα, η εργασία δεν παράγει απλώς εμπορεύματα, αλλά παράγει αναλόγως και τον εαυτό της και τους εργάτες ως εμπορεύματα. Συνεπώς, η πραγμάτωση της εργασίας ταυτίζεται με τη μετατροπή της ίδιας της εργασίας σε αντικείμενο, γεγονός που στις δεδομένες οικονομικές συνθήκες μεταφράζεται στην πράξη απώλεια της πραγμάτωσης για τους εργάτες, δηλαδή απώλεια του αντικειμένου της εργασίας τους και υποδούλωση σε αυτό. Σύμφωνα με τον Μαρξ, αυτή η ιδιοποίηση του αντικειμένου παρουσιάζεται ως αποξένωση και αλλοτρίωση (Μαρξ, 1975:85-86). Ο εργάτης δεν αλλοτριώνεται μόνο από το προϊόν της εργασίας του, αλλά από την ίδια τη δραστηριότητα της εργασίας, εφόσον δεν εκπληρώνει τις δικές του προσδοκίες και τελικά από την ίδια του τη φύση, εφόσον αλλοτριώνεται από τους συνανθρώπους του, με τους οποίους βρίσκεται σε ένα διαρκή ανταγωνισμό για εργασία (Craib, 2012:158-159).
Είναι εμφανές, ότι ο απρόσωπος χαρακτήρας που λαμβάνει η εργασία, εξαιτίας του πολύπλοκου καταμερισμού της καθώς και η διεκπεραίωση του συντονισμού μόνο στο στάδιο της κυκλοφορίας και της αγοράς, η οποία στο πλαίσιο του καπιταλισμού ανάγεται σε οικουμενική μορφή κοινωνικής επαφής, σημαίνει ταυτόχρονα ότι και ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής, δηλαδή η συλλογική, διαπροσωπική σχέση μεταξύ των παραγωγών εκφράζεται μόνο κατά τη διαδικασία της ανταλλαγής, λαμβάνοντας τη μορφή μιας σχέσης πραγμάτων. Στο παραπάνω φαινόμενο, που χαρακτηρίζεται από τον Μαρξ ως φετιχισμός του εμπορεύματος, οι κοινωνικές σχέσεις <<αντικειμενοποιούνται>> ενώ τα προϊόντα <<υποκειμενοποιούνται>>, με αποτέλεσμα τη συνολική <<πραγμοποίηση>> του αστικού κόσμου και την υποταγή των ανθρώπων στη διαδικασία της ανταλλαγής (Ρωμανός, 2010:73-74 / Μπαλιμπάρ, 1996:96). Τα εμπορεύματα σταματούν να αποτελούν απλώς υλικά αντικείμενα, προορισμένα να ικανοποιούν τις ατομικές ή συλλογικές ανάγκες και αποκτούν ανταλλακτική αξία, η οποία δεν καθορίζεται από τον τομέα της παραγωγής, αλλά από τους αντικειμενικούς νόμους της κυκλοφορίας στην αγορά, ενσωματώνοντας το κέρδος του καπιταλιστή. Επομένως, το χρήμα καθίσταται το κυρίαρχο οικονομικό φετίχ, ο εργάτης δεν αναγνωρίζει τα μέσα παραγωγής ως υλικά στοιχεία της παραγωγικής του δραστηριότητας, αλλά καθίσταται μέσο της δικής τους <<αυτοπραγμοποίησης>>, ενώ οι αποφάσεις των ατόμων δεν ρυθμίζουν τη διακύμανση των τιμών, αλλά η διακύμανση των τιμών προσδιορίζει τις συνθήκες στις οποίες τα άτομα αποκτούν πρόσβαση στα εμπορεύματα (Ρωμανός, 2010:76 / Μπαλιμπάρ, 1996:97).
  • Ο ρόλος των κρατικών και ιδεολογικών μηχανισμών στη νεωτερική καπιταλιστική κοινωνία
Αντίθετα με τους Λοκ, Ρουσσώ, Χέγκελ και Σμιθ, που πρεσβεύουν ότι ο πολιτικός μηχανισμός του κράτους αντιπροσωπεύει το συλλογικό συμφέρον, ως πεδίο συναίρεσης των συγκρούσεων που πηγάζουν από τα αντιφατικά ιδιωτικά συμφέροντα, ο Μαρξ θεωρεί ότι στο πλαίσιο της αλλοτριωτικής νεωτερικής κοινωνίας, το σύγχρονο κράτος αντιπροσωπεύει την <<ειδική θέληση>> και τα συμφέροντα της άρχουσας αστικής τάξης (Ρωμανός, 2010:78). Η ανάπτυξη της αστικής τάξης, σύμφωνα με τον γερμανό κοινωνιολόγο, υπήρξε σε σημαντικό βαθμό συνδεδεμένη με την αύξηση της πολιτική της δύναμης, ώστε με την επικράτηση της σύγχρονης βιομηχανίας αλλά και της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη είχε κατακτήσει, μέσω του σύγχρονου αντιπροσωπευτικού κράτους, τον απόλυτο πολιτικό έλεγχο, μετατρέποντας την εκτελεστική εξουσία σε επιτροπή διαχείρισης των υποθέσεών της και τη νομοθεσία, πολιτική ή αστική, σε μέσο διακήρυξης της βούλησης των οικονομικών σχέσεων (Craib, 2012:187-190). Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το σύγχρονο κράτος ως <<όργανο>> ταξικής κυριαρχίας, ο Καρλ Μαρξ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η νεωτερική κοινωνία είναι αλλοτριωτική και ως προς την πολιτική της οργάνωση, εφόσον η <<συλλογικότητα>> ως κράτος εμφανίζεται ως μια ψευδεπίγραφη κοινότητα, που αν και βασίζεται στους πραγματικούς δεσμούς που χαρακτηρίζουν κάθε οικογενειακό και φυλετικό σύνολο, είναι διαχωρισμένη από τη <<γενική θέληση>> της λαϊκής-πολιτικής κοινωνίας από την οποία και απορρέει (Ρωμανός, 2010:78­79).
Σύμφωνα με τον Μαρξ, το κράτος επισφραγίζει ένα καθεστώς αδικίας, αφενός διότι παρέχει το νομικό υπόβαθρο που νομιμοποιεί την ατομική ιδιοκτησία και αφετέρου διότι θεσπίζει φορολογικούς μηχανισμούς, που μεθοδεύουν μια μεροληπτική κατανομή του παραγόμενου πλούτου. Μέσω του νόμου, ρυθμίζει τον αθέμιτο ανταγωνισμό για να αποτρέψει τη σύσταση μονοπωλίων και να περιφρουρήσει την ελεύθερη αγορά, ενώ επιβάλλοντας, μέσω κατασταλτικών μηχανισμών, τη συνολική ομαλότητα, καθίσταται εγγυητής της αέναης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Έτσι, διευκολύνει την ηγεμονία της άρχουσας τάξης, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση μαζικής συμμετοχής στην εξουσία, μέσω πολιτικών θεσμών και διαδικασιών, όπως οι εκλογές, που εξασφαλίζουν μια τυπική έκφραση ελευθερίας και ισότητας (Ρωμανός, 2010:78-79). Προσθέτοντας, το κράτος διαθέτει και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, όπως ο μηχανισμός του σχολείου, της θρησκείας, ο πολιτικός μηχανισμός και ο μηχανισμός των μέσων ενημέρωσης που επιτελούν το ρόλο του ιδεολογικού εμποτισμού. Παρά τη σχετική αυτονομία των κρατικών μηχανισμών το καπιταλιστικό κράτος σφραγίζεται από την ιδιαίτερη εσωτερική ενότητα της ταξικής εξουσίας της ηγεμονικής τάξης. Η λειτουργία του κρατικού συστήματος κατοχυρώνεται μέσω της επικράτησης ορισμένων μηχανισμών επί των υπολοίπων, ενώ ο κυρίαρχος μηχανισμός αποτελεί την έδρα της εξουσίας της ηγεμονικής τάξης. Ωστόσο, οι μεταβολές στους μηχανισμούς δεν καθορίζονται από θεσμικές ρυθμίσεις, αλλά από την ταξική πάλη (Πουλαντζάς, 1990:211-215).
Η θεωρία του Μαρξ για την ιδεολογία, που συνοψίζει το σύνολο των ιδεών, νοημάτων και αξιακών κανόνων που διατρέχουν το εποικοδόμημα της νεωτερικής κοινωνίας, συνδέεται άμεσα με τη θεωρία του για την εξουσία (Ρωμανός, 2010:80). Κατά τον Μαρξ, οι κυρίαρχες ιδέες κάθε εποχής, ως ιδεατή έκφραση των υλικών σχέσεων, συνιστούν προϊόντα της άρχουσας τάξης, η οποία έχει υπό την κατοχή της όχι μόνο τα μέσα παραγωγής αλλά και τα μέσα της πνευματικής παραγωγής (Μαρξ, 1997:64). Η ιδεολογική κυριαρχία μιας τάξης βασίζεται στην αναγκαστική ψευδαίσθηση ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας (Μαρξ, 1997:18). Κατά τον Δεμερτζή, η ιδεολογία λειτουργεί καταρχάς ως δικαίωση και νομιμοποίηση των σχέσεων εξουσίας και κυριαρχίας. Στο πλαίσιο της διαπλοκής αντιτιθέμενων κυριαρχικών στρατηγικών, οι ιδεολογίες διαμορφώνονται και λειτουργούν ως <<εξουσιαστικοί πόροι>> που εξασφαλίζουν τα αποτελέσματα με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση. Εκτός από τις πολιτικές ιδεολογίες, σημαντικό νομιμοποιητικό ρόλο στη σφαίρα της οικονομίας, της επιστήμης και της οικογένειας κατέχουν και οι <<ήπιες>> ιδεολογίες, όπως ο φετιχισμός του εμπορεύματος, ο καταναλωτισμός, ο επιστημονισμός και ο ατομικισμός. Επίσης, η ιδεολογία λειτουργεί ως μηχανισμός κινητοποίησης, καθώς ήδη από το 18ο και 19ο αιώνα, οι κοινωνικές αντιδικίες σφραγίζονται νοηματικά από αντιμαχόμενες ιδεολογίες. Καταλήγοντας, η ιδεολογία συμβάλλει στη δημιουργία ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων (Δεμερτζής, 1998:92-98).
Σύμφωνα με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ο καταμερισμός της εργασίας δυναμιτίζει την αντίφαση μεταξύ του ατομικού συμφέροντος και του συμφέροντος της κοινότητας, που αναφέρεται στην αμοιβαία αλληλεξάρτηση των ατόμων στα οποία κατανέμει η εργασία. Το συμφέρον της κοινότητας αποκομίζει την ανεξάρτητη μορφή του κράτους, το οποίο αντιτίθεται στα ατομικά συμφέροντα και της κοινότητας, λειτουργώντας ως ψευδαίσθηση κοινοτικής ζωής και οδηγώντας τον άνθρωπο στην εθελούσια υποταγή του στην κυριαρχική εντολή. Με αυτόν τον τρόπο, το έθνος, παρότι στη νεωτερική του σύλληψη εκπροσωπεί τη συλλογική ταυτότητα, ουσιαστικά συγκαλύπτει τις κοινωνικές αντιφάσεις, προβάλλοντας τη σύγχρονη πραγματικότητα ως ένα ενιαίο πεδίο που υπερβαίνει τις επιμέρους ταξικές διαφορές (Craib, 2012:190 / Ρωμανός, 2010:79-81). Ταυτόχρονα, η κοινωνική ζωή και πρακτική διαχωρίζεται και επιμερίζεται σε διάφορους τομείς και τα άτομα υποδύονται διαφορετικούς ρόλους, περνώντας από τη μία λειτουργία στην άλλη. Οι παραπάνω συνθήκες εντυπώνονται στη συνείδηση των ανθρώπων και επισφραγίζουν τη θεωρητική διάκριση της οικονομικής <<βάσης>> από το κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό «εποικοδόμημα» (Αντωνοπούλου, 2008:156­157). Επίσης, η αναβάθμιση της έννοιας της ατομικής ελευθερίας στοχεύει, σύμφωνα με τον Μαρξ, στην επιβολή της ατομικής ιδιοκτησίας σε εκείνους που δεν έχουν ανάλογα δικαιώματα και ως εκ τούτου η συλλογική δράση συνιστά μοναδική διέξοδο για όσους δεν κατέχουν ατομική ιδιοκτησία ( Craib, 2012:182-183).
Ο Καρλ Μαρξ σ΄εξώφυλλο του περιοδικού TIME
Ο Καρλ Μαρξ σ΄εξώφυλλο του περιοδικού TIME
Στη μαρξική σκέψη, τόσο η ιδεολογία όσο και η θρησκεία, ως συστήματα αναπαράστασης της πραγματικότητας, προβάλλουν μια διαστρεβλωμένη και συγκεχυμένη εικόνα της κοινωνίας, καθώς όπως οι μεσαιωνικές αξίες του χριστιανισμού συγκάλυπταν τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του φεουδαλικού συστήματος, έτσι και οι νεωτερικές αξίες περί ελευθερίας, ισότητας και ατομικότητας αποκρύπτουν την επιβεβλημένη φύση της εργασίας του σύγχρονου προλετάριου. Έτσι, η ιδεολογία, ως ψεύτικη αναπαράσταση του κόσμου, που συνοψίζει μεροληπτικές, στρεβλές και παραπλανητικές ιδέες, οι οποίες, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, αντιτίθεται στην αλήθεια και την επιστήμη και συνάδει με τη φιλοσοφία της επιστήμης και κυρίως με την επιστημολογία, δηλαδή τη θεωρία της γνώσης (Craib, 2012:187). Συνεπώς, η νεωτερικότητα, αντί να εξορθολογίζει τον κόσμο, σηματοδοτεί μια εκμάγευση, όπου το άτομο βιώνει την πραγματικότητα μέσα από τον απατηλό κόσμο των ιδεών, χωρίς να αντιλαμβάνεται τον εκμεταλλευτικό κόσμο της υλικής ζωής. Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί τελούν συγχρόνως ως μηχανισμοί πολιτικής ισχύος, καθώς αυτή η διάπλαση της συνείδησης διαιωνίζει και αναπαράγει τις εδραιωμένες εξουσιαστικές σχέσεις (Ρωμανός, 2010:80-81).
Σύμφωνα με τον γερμανό φιλόσοφο, η αλλοτριωμένη ιδεολογία μπορεί να εξαλειφθεί μόνο μέσω της πολιτικής πράξης και όχι μέσω των αναπαραστάσεων της ζωής, δηλαδή μέσω της συλλογικής κατάληψης της εξουσίας και του κράτους, ώστε το κράτος να πάψει να αποτελεί έναν θεσμό που αντιδιαστέλλεται προς την κοινωνία (Craib, 2012:193 / Μαρξ, 1997:13). Η απελευθέρωση του ανθρώπου δύναται να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω του επαναστατικού μετασχηματισμού της αστικής κοινωνίας σε κομμουνιστική κοινωνία, στο πλαίσιο της οποίας θα τερματιστεί η ατομική ιδιοκτησία, ο επιβεβλημένος καταμερισμός της εργασίας, αλλά και η ίδια η ταξική δομή. Όπως τονίζει ο Μαρξ, μέσω της κομμουνιστικής επανάστασης, το προλεταριάτο δεν θα αντικαταστήσει την κυριαρχία της αστικής τάξης, αλλά θα καταργήσει την κυριαρχία όλων των τάξεων, καταργώντας τις ίδιες τις τάξεις (Μαρξ, 1997:14). Στη μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία θα επιβληθεί ένας νέος τρόπος παραγωγής, που θα διέπεται από τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και την εφαρμογή ενός αυθόρμητου, οικιοθελούς και ισότιμου καταμερισμού της εργασίας, που θα επιτρέπει στο άτομο να καλλιεργήσει όλες τις ικανότητες του και να απασχοληθεί σε όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας (Ρωμανός, 2010:83).
Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας, στον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό του Μαρξ, κινητήρια δύναμη της ιστορίας δεν είναι η σκέψη και η συνείδηση των ανθρώπων, αλλά οι μεταβολές στο εσωτερικό των τρόπων παραγωγής των κοινωνιών και στον αντίστοιχο καταμερισμό της εργασίας, που καθορίζουν το σύνολο της κοινωνικής ζωής. Η υλική βάση μιας κοινωνίας καθορίζει το νομικό, πολιτικό και ιδεολογικό της εποικοδόμημα. Οι ιστορικές μεταβολές επέρχονται μέσω της πάλης των τάξεων και της εκδήλωσης κοινωνικών επαναστάσεων. Η νεωτερική καπιταλιστική κοινωνία σφραγίζεται από την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του διευρυμένου και καταναγκαστικού καταμερισμού της εργασίας, καθώς και από την εξάπλωση της εμπορευματικής παραγωγής, που οδηγεί στη συνολική αλλοτρίωση και φετιχοποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Το σύγχρονο κράτος λειτουργεί ως <<όργανο>> ταξικής κυριαρχίας, εφόσον προασπίζεται τα συμφέροντα της αστικής τάξης, ενώ η κυρίαρχη ιδεολογία νομιμοποιεί και αναπαράγει τις νεωτερικές σχέσεις κυριαρχίας, εφόσον συνιστά προϊόν της άρχουσας τάξης, η οποία έχει υπό τον έλεγχο της όχι μόνο τα μέσα παραγωγής, αλλά και τα μέσα της διανοητικής παραγωγής. Σύμφωνα με τον Μαρξ, η απελευθέρωση του νεωτερικού ανθρώπου μπορεί να επέλθει μέσω του επαναστατικού μετασχηματισμού της αστικής κοινωνίας σε κομμουνιστική και την εφαρμογή της καταστατικής αρχής της ελευθερίας σε όλα τα πεδία της ζωής.
Βιβλιογραφία
Μ. Αντωνοπούλου (2008), Οι Κλασικοί της Κοινωνιολογίας, Κοινωνική θεωρία και νεότερη κοινωνία, Αθήνα: εκδόσεις Σαββάλας
Craib (2012), Κλασική Κοινωνική Θεωρία: Μία εισαγωγή στη σκέψη των Μαρξ, Βέμπερ, Ντυρκέμ και Ζίμμελ, μτφρ. Μ. Καρασαρίνης – Π. Λέκκας, Αθήνα: Παπαζήσης
Ν.Δεμερτζής (1998), <<Οι ιδεολογίες και η αναπαραγωγή της κοινωνίας» στο Θάνος Λίποβατς – Νίκος Δεμερτζής, Δοκίμιο για την Ιδεολογία, Αθήνα: Οδυσσέας.
Κ. Μαρξ (1997), Γερμανική Ιδεολογία, τόμος Α’ , μτφρ. Κώστα Φιλίνη, Αθήνα: Gutenberg.
Κ. Μαρξ (1975), Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, μτφρ. Α. Λυκούργος, Αθήνα: Γλάρος.
Ε. Μπαλιμπάρ (1996), Η Φιλοσοφία του Μαρξ, μτφρ. Α.Στυλιανού, Αθήνα: Νήσος.
Ν. Πουλαντζάς (1990), <<Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς>> στο Φ. Σατελέ (επιμ.) Η
φιλοσοφία. Από τον Καντ ως τον Husserl, τόμος Γ’, μετάφραση Κ. Παπαγιώργης, Αθήνα: Γνώση.
Β. Ρωμανός (2010), <<Η Μαρξιστική Κριτική της Νεωτερικότητας και το Πρόβλημα της Ορθολογικότητας της Ιστορίας», στο Σ. Μ. Κονιόρδος (επιμ.)
Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα, Gutenberg
*ο Γ.Α.Κ  είναι τελειόφοιτος στον τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού (ΕΑΠ
Πηγή:  eranistis.net

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Το παιχνίδι του Ιανού...



Ο Αλμπέρ Καμύ υποστήριζε πως η ζωή μοιάζει με την μπάλα. Ποτέ δεν έρχεται όπως την περιμένεις και γι’ αυτό ευνοεί τους αυτοσχεδιασμούς και επιβραβεύει εκείνους που δείχνουν την μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής. Η ζωή, θέλει δύναμη για να ξεπεράσεις τις δυσκολίες και πάντα, το παιχνίδι και η τέχνη λειτουργούν σαν σωσίβιο.
Ο δρ. Τζέκυλ και…
Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι. Απλό και όμως έχει αποκτήσει την δυναμική και τα χαρακτηριστικά της θρησκείας. Ισως γιατί είναι τόσο απλό και κυρίως γιατί αποτελεί έναν άρρηκτο σύνδεσμο με την παιδική μας ηλικία. Αυτός ο σύνδεσμος είναι που μας επιτρέπει μερικές φορές να διανύουμε με την ευκολία ενός Θεού -έστω και «εικονικά»- την αντίστροφη πορεία από την σημερινή μας ωριμότητα, στο παρελθόν τηςπαιδικότητας. Ενα παρελθόν χωρίς έννοιες, γι’ αυτό και λυτρωτικό. Οπως η τέχνη. Και το παιχνίδι είναι παιδί της Τέχνης. Περιέχει το μεγαλείο και την τραγωδία σε τόσο ίσες ποσότητες, που όπως θα έλεγε ο ποιητής, στο τέλος δεν μένει μέσα σου παρά η αλήθεια. Αν, όμως, είναι τέχνη γιατί δεν διδάσκεται στις ακαδημίες όλου του κόσμου όπου διδάσκονται οι «καλές τέχνες»;Γιατί, δεν είναι «τέχνη» που διδάσκεται, ειδικά σε αίθουσες –αν και εκει μπορεί, εφόσον υπάρχει διάθεση. Είναι μία «τέχνη» που ανακαλύπτεις μόνος, σε ανοικτούς χώρους. Σε δρόμους, χωράφια, αλάνες, αυλές. Ισως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο φιλόσοφος Κώστας Αξελός υποστήριζε ότι ο άνθρωπος ανακαλύπτει τον κόσμο με το παιχνίδι και την περιπλάνηση. Το ποδόσφαιρο είναι μία arte povera. Χρειάζεται ελάχιστα και φθηνά υλικά αλλά απεριόριστη φαντασία και διάθεση. Διάθεση ποιητική. Που σου επιτρέπει, σαν τον Σούπερμαν, να μεταμορφώνεσαι μέσα σε ένα ηλέφωνικό θάλαμο και να βγαίνεις Πελέ, Μαραντόνα, Κρόιφ, Ζιντάν, Χατζηπαναγής κα να τους πεθαίνεις όλους στην ντρίμπλα ή να γράφεις τους τελειότερους στίχους με μία και μόνο προσποίηση. Μπορείς να γινεις όμορφος και καταραμενος σαν τον Μπεστ η τόσο κομψός, όσο ο Δεληκάρης.
Ομως, όπως στον σολίστα δεν μπορείς να στερήσεις το μουσικό όργανο, στον ζωγράφο τον χρωστήρα, στον σκηνοθέτη την μηχανή, στον γλύπτη το σφυρί, έτσι και στον ποδοσφαιριστή δεν μπορείς να στερήσεις την μπάλα. Που είναι γένους θηλυκού και επωμίζεται όλους τους ερωτικούς συμβολισμούς του φύλου της. Το γκολ στο ποδόσφαιρο, όσο τίποτε άλλο ενσαρκώνει το αναπόφευκτο. Αν κάποιος θελήσει να απαθανατίσει το τετελεσμένο, του αρκεί η εικόνα ενός τερματοφύλακα πεσμένου στο έδαφος με την μπάλα στο βάθος της εστίας του. Ερωτας και θάνατος. Τι περισσότερο να ζητήσει κάποιος από ένα παιχνίδι που μπορεί να είναι και μία απλή προσομοίωση της ζωής; Το έχουν αποκαλέσει και μπαλέτο της εργατικής τάξης. Για τον Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα ήταν όπλο της επανάστασης. Για τον Καμύ, η μπάλα ήταν η ίδια η ζωή που ποτέ δεν έρχεται όπως την περιμένεις. Για τον Παλμίρο Τολιάτι, ένας λόγος τόσο σοβαρός που προτίμησε ένα παιχνίδι της αγαπημένης του Γιουβέντους από την συνεδρίαση του Πολιτικού γραφείου. Για τον Κομαντάντε Μάρκος είναι η ίδια η επανάσταση. Για τον καθένα μας είναι κάτι διαφορετικό αλλά εξίσου μαγικό.
Είναι το παιχνίδι που μας μεταμορφώνει σε ήρωες. Μας ανεβάζει ένα σκαλί πάνω από την ζωή, σαν μία θεατρική παράσταση –πάντα την ίδια- που γίνεται ταυτόχρονα σε χιλιάδες μέρη του κόσμου και στην οποία πρωταγωνιστούν εκατομμύρια άνθρωποι –μικροί που θέλουν να μεγαλώσουν και μεγάλοι που θέλουν να γίνουν παιδιά-και της οποίας το τέλος δεν έχει γραφτεί ακόμη. Και ούτε πρόκειται να γραφτεί ποτέ. Ο Αλμπέρ Καμύ υποστήριζε πως η ζωή μοιάζει με την μπάλα. Ποτέ δεν έρχεται όπως την περιμένεις και γι’ αυτό ευνοεί τους αυτοσχεδιασμούς και επιβραβεύει εκείνους που δείχνουν την μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής. Η ζωή, θέλει δύναμη για να ξεπεράσεις τις δυσκολίες και πάντα, το παιχνίδι και η τέχνη λειτουργούν σαν σωσίβιο. Πολλές φορές και σαν βατήρας. Το καίριο σε αυτή την περίπτωση, είναι ο άνθρωπος που χωρίς την δική του δράση ούτε η τέχνη μπορεί να υπάρξει, ούτε το παιχνίδι. Οσοι βρίσκουν την ομοιότητα «βλάσφημη», ας αναλογιστούν τις άπειρες δοκιμές του χορευτή πριν βγει στην σκηνή, της ορχήστρας πριν ερμηνεύσει το έργο, του ηθοποιού πριν μπορέσει να παρουσιαστεί μπροστά στο κοινό, του ζωγράφου που κάνει άπειρα σχέδια πριν το τελικό ή του ποδοσφαιριστή που προετοιμάζεται για το ντέρμπι.
…ο μίστερ Χάιντ.
«Από τις αστυνομικές Αρχές του Ηρακλείου συνελήφθησαν στις 14-09-2014, το βράδυ, δύο ημεδαποί, 22 και 27 ετών και σήμερα (15-09-2014) το πρωί ένας 24χρονος ημεδαπός, σε βάρος των οποίων σχηματίστηκε ποινική δικογραφία και παραπέμφθηκαν στον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, όπου τους ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα κατά περίπτωση αδικήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κ.λπ.
Ειδικότερα οι συλληφθέντες, χθες το απόγευμα, λίγο πριν τη λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα της Γ’ Εθνικής, μεταξύ των ομάδων Ηροδότου – Εθνικού Πειραιά, συμμετείχαν σε συμπλοκή μεταξύ φιλάθλων, με αποτέλεσμα να μεταφερθούν τραυματισμένοι στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου δυο ημεδαποί, 46 και 40 ετών.
Ο 40χρονος, μετά την παροχή των πρώτων βοηθειών, αποχώρησε, ενώ ο 46χρονος μεταφέρθηκε σε Νοσοκομείο της Αθήνας, όπου νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση.
Για τη συμμετοχή του στη συμπλοκή αναζητείται ακόμη ένας 32χρονος ημεδαπός.
Προανάκριση διενεργείται από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ηρακλείου».
Χρήστος Χαραλαμπόπουλος / toperiodiko.gr

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Ο Άνταμ Σμιθ, η εργασία και η ηλιθιότητα...

Η τεμπελιά είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτή κάτω από όλες τις συνθήκες. Ο τεμπέλης δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρότυπο. Γιατί ο τεμπέλης συμπεριφέρεται αυθορμήτως, κάνοντας ακριβώς αυτό που επιθυμεί, πράγμα που αντιβαίνει στην έννοια του καθήκοντος.
Η τεμπελιά είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτή κάτω από όλες τις συνθήκες. Ο τεμπέλης δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρότυπο. Γιατί ο τεμπέλης συμπεριφέρεται αυθορμήτως, κάνοντας ακριβώς αυτό που επιθυμεί, πράγμα που αντιβαίνει στην έννοια του καθήκοντος.
Το ότι η εργατικότητα αποτελεί προσόν δε χρειάζεται συζήτηση. Με τη δουλειά προκόβει κανείς. Ο εργατικός άνθρωπος πάει μπροστά. Προσφέρει. Είναι χρήσιμος. Παραγωγικός. Κι ως εκ τούτου ευυπόληπτος. Άξιος σεβασμού. Αντιθέτως ο τεμπέλης είναι άχρηστος. Παρασιτικός. Δε χαίρει εκτιμήσεως. Αλίμονο στην οικογένεια που φέρει έναν τεμπέλη στους κόλπους της. Θα φέρει βάρος για μια ζωή. Ο τεμπέλης είναι μόνο λόγια. Θα κάνει το ένα. Θα κάνει το άλλο… Τελικώς δεν κάνει τίποτε. Κι έτσι αρχίζουν οι θεωρίες. Έφταιγε αυτό. Έφταιγε εκείνο. Ο τεμπέλης δεν πρόκειται να παραδεχτεί την τεμπελιά του. Ο τεμπέλης είναι ικανός να επικαλεστεί οτιδήποτε προκειμένου να ρίξει τις ευθύνες αλλού. Ο εργατικός είναι ο άνθρωπος που δέχεται με προθυμία να ανταλλάξει το χρόνο του με χρήμα. Ο τεμπέλης όχι. Προτιμά το χρόνο του. Προτιμά να ασχολείται μόνο με τα πράγματα που τον ευχαριστούν.
Ο τεμπέλης οικογενειάρχης που αφήνει τα παιδιά του στο έλεος της μοίρας προκειμένου να μη δουλέψει είναι πρωτίστως ανεύθυνος. Η κοινωνική κατακραυγή έχει σαφώς λογική βάση. Γιατί αυτού του είδους η τεμπελιά δεν είναι τίποτε άλλο από τον εγωισμό που τα θέλει όλα δικά του. Και οικογένεια και σπιτικό και καμία υποχρέωση. Η μομφή εδώ είναι ξεκάθαρη. Και έχει ξεκάθαρο ηθικό βάρος.
Αλλά, ακόμη κι αν υποθέσουμε την περίπτωση του συνειδητοποιημένου τεμπέλη, που δεν κάνει οικογένεια και που ψευτοζεί από ένα μπαχτσέ που κληρονόμησε, τα σχόλια δε θα είναι λιγότερα. Πώς είναι έτσι το σπίτι…. πως το αφήνει να ρημάζει….. πού είναι ο πατέρας του να δει τη ντροπή….. με τα ίδια τριμμένα ρούχα σαν το ρεμάλι… κτλ. Ακόμη κι αυτοί που μπορούν να δεχτούν την τεμπελιά ως επιλογή – θεωρητικά πάντα – θα δυσφορήσουν μπροστά στο μέγεθος της κακομοιριάς. Το ότι η τεμπελιά αυτής της περίπτωσης δεν επιβαρύνει κανένα δε φαίνεται να αλλάζει πολύ την κατάσταση. Λίγοι θα εκτιμήσουν την τιμιότητα της αποφυγής των οικογενειακών υποχρεώσεων. (Όμως ούτε κι αυτοί θα το αποδεχτούν). Οι περισσότεροι θα χρησιμοποιήσουν την έλλειψη οικογένειας ως επιπλέον αφορμή επικρίσεων, αφού, ποια θα γύριζε να δει αυτό το ρεμάλι…. κτλ. Η μομφή εδώ, μπορεί να μην έχει το ηθικό βάρος της πρώτης περίπτωσης, αλλά δε στερείται σφοδρότητας, εστιαζόμενη στη συνεπαγόμενη φτώχεια, που φτάνει στα όρια της αναξιοπρέπειας. Δεν είναι δυνατόν να ανέχεται κάποιος να ζει υπό αυτούς τους όρους προκειμένου να μη δουλέψει. Στο κάτω – κάτω, τι είναι…… ανάπηρος;
Αποτολμήστε να αγοράσετε όλα τα δελτία ενός λαχνού και θα είστε σίγουρα χαμένος. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των δελτίων σας, τόσο περισσότερο προσεγγίζετε αυτή τη βεβαιότητα»
Αποτολμήστε να αγοράσετε όλα τα δελτία ενός λαχνού και θα είστε σίγουρα χαμένος. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των δελτίων σας, τόσο περισσότερο προσεγγίζετε αυτή τη βεβαιότητα»
Όμως, ακόμη κι αν υποθέσουμε την περίπτωση του τεμπέλη που κληρονομεί πολλά λεφτά και τα κατασπαταλά χωρίς ποτέ να δουλέψει ή να αναλάβει την ελάχιστη υποχρέωση (ακριβώς για να υπηρετήσει την τεμπελιά του), και πάλι θα βρεθούμε μπροστά σε χαρακτηρισμούς. Ο τεμπέλης αυτού του είδους είναι επίσης αχαΐρευτος, αφού ξεπούλησε όλη την πατρική του περιουσία για να ζήσει πολυτελώς χωρίς να προσφέρει τίποτε. (Η διαφορά εδώ είναι ότι πολλοί θα τον ζηλέψουν). Ο άνθρωπος που εξαφανίζει την περιουσία που έχτισαν γενιές πίσω του δεν μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτός. Κατά κανόνα είναι αυτός που καταστρέφει και την επιχειρηματική δραστηριότητα που έφερνε πλούτο στην οικογένεια. Είναι ο αποτυχημένος. Είναι αυτός που δεν μπόρεσε να συνεχίσει το λαμπρό όνομα. Ο ανίκανος. Και γιατί όχι; Ο ανεύθυνος. Το μαύρο πρόβατο. Και στο κάτω – κάτω, τι κατάλαβε; Τα έφαγε όλα και ησύχασε. Θα τρίζουν τα κόκκαλα του πατέρα του….
Η τεμπελιά είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτή κάτω από όλες τις συνθήκες. Ο τεμπέλης δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρότυπο. Γιατί ο τεμπέλης συμπεριφέρεται αυθορμήτως, κάνοντας ακριβώς αυτό που επιθυμεί, πράγμα που αντιβαίνει στην έννοια του καθήκοντος. Το καθήκον είναι το αντίθετο της καλοπέρασης. Το καθήκον είναι η συνείδηση ότι δεν μπορεί κανείς να κάνει ό,τι θέλει. Είναι η παραδοχή του μόχθου ως αναγκαία συνθήκη που δεν έχει μόνο βιοποριστικές, αλλά και ξεκάθαρα κοινωνικές διαστάσεις. Όποιος δε δουλεύει δεν τρώει…. επομένως δε δικαιούται και σεβασμό. Ο εργατικός εξοικονομεί χρήμα. Ο τεμπέλης εξοικονομεί χρόνο. Η κοινή γνώμη καταδικάζει τον τεμπέλη. Η κοινή γνώμη τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ του χρήματος.
Κι αν η έννοια του τεμπέλη προκαλεί δυσφορία ως ακραία μορφή απραξίας, η εικόνα του ανθρώπου που εργάζεται και βιοπορίζεται αξιοπρεπώς, αλλά δεν έχει καμία διάθεση να κάνει τίποτε περισσότερο για επιπλέον χρήματα, επίσης δε χαίρει ιδιαίτερης εκτιμήσεως. Ο άνθρωπος που του προσφέρουν διευθυντικό πόστο στη δουλειά του με αυξημένες απολαβές, αλλά περισσότερη εργασία, και αρνείται, είναι μάλλον γραφικός. Πιθανότατα θα χαρακτηριστεί επίσης τεμπέλης. Δε δείχνει την πρέπουσα επαγγελματική φιλοδοξία. Προφανώς δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Ευθυνόφοβος. Αν βέβαια είναι επιχειρηματίας και του προσφέρουν νέο πεδίο στην αγορά, που υπόσχεται κέρδη, και αρνηθεί για να μη δουλέψει περισσότερο, είναι σίγουρα τρελός. Η επιχείρησή του θα φαλιρίσει. Οι κανόνες της αγοράς δεν τα συγχωρούν αυτά.
Στο δίλημμα χρόνος ή χρήμα βρισκόμαστε μπροστά στην απόλυτη προτεραιότητα του χρήματος. Ο μέσος άνθρωπος είναι διατεθειμένος να δουλέψει μέχρι εξαντλήσεως αρκεί να τον διαβεβαιώσουν ότι θα πληρωθεί ικανοποιητικά. Οι διαθέσεις του σύγχρονου καπιταλισμού που θέλουν την εξαντλητική εργασία χωρίς τις αντίστοιχες απολαβές, μπορεί να αλλάζουν τα δεδομένα, αφού πλέον η υπερεργασία αφορά την επιβίωση, αλλά δεν αλλάζουν την ουσία της επικρατούσας αντίληψης, καθώς κανείς (ή τουλάχιστον ελάχιστοι) δεν πρόκειται να πει όχι στην αύξηση των εισοδημάτων του, όσα λεφτά κι αν βγάζει. Η διάθεση του χρόνου στο βωμό του χρήματος λειτουργεί ως κάτι αυτονόητο, σαν να μην είναι ο χρόνος της ζωής περιορισμένος ή σαν να πρόκειται για κάτι ξένο, κάτι έξω από τις τρέχουσες καθημερινές προτεραιότητες. Μπροστά στο επιπλέον εισόδημα, που στρεβλά θεωρείται κέρδος, εκμηδενίζονται ακόμη και τα όρια των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Ο Άνταμ Σμιθ γράφει: «Οι στρατιώτες μας δε θεωρούνται ως η πιο επιμελής ομάδα μεταξύ όλων των άλλων. Ωστόσο, όταν χρησιμοποιούνται σε κάποια χαρακτηριστικά είδη εργασίας και αμείβονται γενναιόδωρα με το κομμάτι, οι αξιωματικοί τους συχνά αναγκάζονται να συμφωνήσουν ρητώς με τον εργολάβο ότι δε θα πρέπει να τους επιτρέπεται να κερδίζουν πάνω από ένα συγκεκριμένο ποσό την ημέρα, ανάλογα με το ύψος της αμοιβής με την οποία πληρώνονται. Μέχρις ότου συναφθούν αυτές οι συμφωνίες, η αμοιβαία άμιλλα και η επιθυμία του μεγαλύτερου κέρδους συχνά τους ωθούσαν στο να εργάζονται οι ίδιοι περα από τις δυνάμεις τους και να βλάπτουν την υγεία τους λόγω υπερβολικής εργασίας». (σελ. 113).
Η υπόσχεση του επιπλέον μισθού που λειτουργεί ως κίνητρο της επιπλέον εργασίας μετατρέπει τον άνθρωπο σε κατοικίδιο που αν του γεμίσουν το πιάτο δεν ξέρει πότε να σταματήσει να τρώει. Η διαρκής αναζήτηση της ευκαιρίας, που μεταφράζεται μόνο ως χρηματική απολαβή, καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε ισορροπία. Αν ο άνθρωπος μπει για τα καλά στο χώρο του χρήματος μπορεί να δουλεύει απ’ το πρωί ως το βράδυ για όλη του τη ζωή. Το χρήμα μετατρέπεται από μέσο σε αυτοσκοπός, γίνεται δηλαδή νόημα ύπαρξης. Βρισκόμαστε μπροστά στον ορισμό της ανελευθερίας που γίνεται εθελοντικά στο πλαίσιο της εξασφάλισης. Κι αν δεχτούμε ότι η ασφάλεια που παρέχει το χρήμα δεν αφορά μόνο τις δύσκολες στιγμές που μπορεί να έρθουν, αλλά και την αξιοπρέπεια της διαβίωσης, αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε μπροστά στο καθημερινό ανελεύθερο που γίνεται στο όνομα της ελευθερίας. Γιατί το χρήμα, ως εγγυητής στην πρόσβαση όλων των αγαθών, εξασφαλίζει την ελευθερία. Γιατί ελεύθερος είναι αυτός που μπορεί να έχει ό,τι θέλει. Γιατί η ελευθερία μετριέται μόνο σε σχέση με την προσβασιμότητα σε αγαθά. Γιατί αυτός που μπορεί να έχει τα καλύτερα είναι ο πετυχημένος.
Αν αναλογιστούμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν σκληρά με σκοπό να κάθονται στο μέλλον (μέλλον που κατά κανόνα δεν έρχεται ποτέ), βρισκόμαστε μπροστά στο πιο αντιφατικό αδιέξοδο, που θέλει την αναγνώριση του χρόνου ως υπέρτατο αγαθό, το οποίο όμως είναι πάντα μελλοντική συνθήκη. Κι όσο πιο πολλά λεφτά βγάζει κάποιος τόσο περισσότερο πρέπει να παρατείνει το εργασιακό παρόν για χάρη του καλύτερου μέλλοντος. Γιατί οι ανάγκες και οι όροι που εξασφαλίζουν την αξιοπρεπή ζωή είναι ελαστικές έννοιες. Για την ακρίβεια όσα λεφτά βγάζει κάποιος τόσες ανάγκες έχει. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερος φόβος από την πτώση του βιοτικού επιπέδου. Από το χάσιμο των καθημερινών συνηθειών που διαμορφώθηκαν κατά σύμβαση. Από αυτή την άποψη ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να παραμείνει στο ανελεύθερο. Γιατί την έννοια του χρόνου την κατανοεί μονάχα θεωρητικά. Γιατί δε συνειδητοποιεί ότι η ελευθερία μετριέται με το μέγεθος του ελεύθερου χρόνου. Ότι πραγματικά ελεύθερος είναι αυτός που διαχειρίζεται το χρόνο του όπως ο ίδιος θέλει. Ότι η ποιότητα της ζωής αφορά την καθημερινότητα κι όχι τις ελάχιστες αργίες ή τις διακοπές. Ο άνθρωπος, αν και έχει πλήρη επίγνωση της θνησιμότητάς του, στο βάθος θεωρεί ότι ο χρόνος θα είναι άπειρος. Κι αυτό είναι ο πυρήνας της ανθρώπινης δυστυχίας.
Ο τεμπέλης οικογενειάρχης που αφήνει τα παιδιά του στο έλεος της μοίρας προκειμένου να μη δουλέψει είναι πρωτίστως ανεύθυνος.
Ο τεμπέλης οικογενειάρχης που αφήνει τα παιδιά του στο έλεος της μοίρας προκειμένου να μη δουλέψει είναι πρωτίστως ανεύθυνος.
Η απληστία, η αντικατάσταση των πάντων με το χρήμα, οι πόλεμοι, τα αδυσώπητα συμφέροντα που τσαλαπατούν τους ανθρώπους, η μόλυνση της γης για το κέρδος κλπ, λένε πολλοί ότι κρύβουν τη συνείδηση του εφήμερου, που νομιμοποιεί όλα τα μέσα προκειμένου να επιτευχθεί στη γη ο ατομικός παράδεισος του καθενός – άσχετα αν προϋποθέτει την κόλαση των άλλων. Στην ουσία όλα αυτά δεν τα προκαλεί το εφήμερο, αλλά το αιώνιο. Η συσσώρευση του πλούτου έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα, που μόνο η αθανασία θα μπορούσε να δικαιολογήσει. Η επίγνωση του εφήμερου, δεν είναι παρά η επίγνωση του μηδαμινού απέναντι στο άπειρο του χρόνου. Και η επίγνωση του μηδαμινού δεν έχει άλλη επιλογή από την απλότητα. Ο άνθρωπος δε νιώθει μηδαμινός. Ο άνθρωπος νιώθει το κέντρο του σύμπαντος. Κι εδώ βρισκόμαστε πλέον στην καρδιά της ανθρώπινης ηλιθιότητας, που είναι και η πηγή κάθε δυστυχίας. Η έπαρση, η διαρκής αναζήτηση της εξουσίας, η αίσθηση της υπεροχής που δικαιωματικά μας ανήκει, δεν είναι τίποτε άλλο από την πιο άγρια όψη της ηλιθιότητας, που καταδεικνύει το απύθμενο της υπαρξιακής κενότητας. Η ανθρώπινη ιστορία είναι ανίκανη να διδάξει. Το παρόν είναι καταδικασμένο να φαντάζει αιώνιο. Η συνείδηση του εφήμερου ανήκει μόνο στους σοφούς.
Από αυτή την άποψη, ο τεμπέλης – με τη γραφική και ακίνδυνη έννοια που προαναφέρθηκε, όχι με την έννοια του αρπακτικού που προσπαθεί να αναρριχηθεί έρποντας και διατυμπανίζοντας το τίποτα που προσπάθησε – είναι ο άνθρωπος που, έστω αντανακλαστικά, παραιτείται προς όφελος της προσωπικής του ελευθερίας – αναλαμβάνοντας βέβαια και το κόστος. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτός. Γιατί ανατρέπει όλα τα καλούπια. Γιατί είναι ακατανόητος. Η απλή λογική επιβάλλει ότι ο καθείς οφείλει να σκεφτεί, τουλάχιστον στοιχειωδώς, το συμφέρον του. Και δεν υπάρχει πιο στοιχειώδες συμφέρον από το χρήμα. Ο Σμιθ προκειμένου να διακωμωδήσει τον αφελή τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος παραδίνεται στην πίστη ότι μπορεί να βγάλει χρήμα επικαλείται το μηχανισμό των λαχείων: «Τα δελτία των κρατικών λαχνών στην πραγματικότητα δεν αξίζουν την τιμή που πληρώνεται γι’ αυτά από τους αρχικά εγγεγραμμένους, ωστόσο πωλούνται συνήθως στην αγορά σε τιμές αυξημένες κατά 20%, 30%, μερικές φορές ακόμα και 40%. Μοναδική αιτία αυτής της ζήτησης είναι η απατηλή ελπίδα της απόκτησης κάποιου από τα μεγάλα βραβεία. Ακόμα και οι πιο νηφάλιοι άνθρωποι σπανίως αντιμετωπίζουν ως παραλογισμό την ιδέα του να πληρώνει κάποιος ένα μικρό ποσό για την πιθανότητα να κερδίσει δέκα ή είκοσι χιλιάδες λίρες, παρότι γνωρίζουν ότι ακόμη και αυτό το μικρό ποσό είναι ίσως 20% ή 30% μεγαλύτερο από το μέγεθος αυτής της πιθανότητας». (σελ. 143).
Στο δίλημμα χρόνος ή χρήμα βρισκόμαστε μπροστά στην απόλυτη προτεραιότητα του χρήματος. Ο μέσος άνθρωπος είναι διατεθειμένος να δουλέψει μέχρι εξαντλήσεως αρκεί να τον διαβεβαιώσουν ότι θα πληρωθεί ικανοποιητικά.
Στο δίλημμα χρόνος ή χρήμα βρισκόμαστε μπροστά στην απόλυτη προτεραιότητα του χρήματος. Ο μέσος άνθρωπος είναι διατεθειμένος να δουλέψει μέχρι εξαντλήσεως αρκεί να τον διαβεβαιώσουν ότι θα πληρωθεί ικανοποιητικά.
Αποδεχόμενοι ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει ούτε δεκάρα παραπάνω για κάθε προϊόν που αγοράζει, ακριβώς γιατί αυτό αντιβαίνει κάθε έννοια συμφέροντος, γίνεται κατανοητό ότι το μόνο που μπορεί να πληρωθεί (με πλήρη επίγνωση) πάνω από την αξία του είναι η ελπίδα για μελλοντικά κέρδη. Ο άνθρωπος είναι παντελώς ανίσχυρος μπροστά στην προοπτική του κέρδους. Μπορεί να κινηθεί από την τίμια εκδοχή της κατάθεσης ολόκληρου του χρόνου του – δηλαδή της ζωής του – δουλεύοντας από το πρωί ως το βράδυ, μέχρι τη διάπραξη όλων των εγκλημάτων. Κι ας μην προτρέξει κανείς να πει ότι ο Σμιθ ήταν εκείνος που υπερασπίστηκε την ηθική νομιμοποίηση του κέρδους θεμελιώνοντας τις καπιταλιστικές αρχές, γιατί το κέρδος ήταν έννοια πολύ γνωστή από τις πολύ πριν τον καπιταλισμό εποχές. Κι ούτε ήταν αυτός που ύμνησε την υπερεργασία. (Αντιθέτως κάνει ειδική μνεία στην αναγκαιότητα της χαλάρωσης, υπογραμμίζοντας ότι αυτός που δουλεύει μεθοδικά και σταθερά σε λογικά ωράρια, είναι και πιο αποδοτικός και ικανός να δουλέψει πολλά χρόνια, σε αντίθεση μ’ εκείνον που εργάζεται υπερβολικά, ο οποίος πολύ γρήγορα θα καταρρεύσει). Ο Σμιθ αντέταξε το δικαίωμα στο κέρδος απέναντι στο φαρισαϊσμό των γαιοκτημόνων που μεμφόταν ηθικά την αστική τάξη για να μην ορθώσει ανάστημα (σάμπως οι ίδιοι να αποσκοπούσαν σε κάτι άλλο) κι από την πλευρά του, ως προς αυτό – και πάντα στο πλαίσιο της εποχής – είχε δίκιο. Από κει και πέρα, η διαχείριση του χρόνου και τα όρια στην επιθυμία του κέρδους είναι υπόθεση των ανθρώπων. Και χρειάζεται πολύ προσοχή, γιατί, όπως φαίνεται, ο άνθρωπος είναι ιδιαιτέρως ευάλωτος σ’ αυτού του είδους τα παιχνίδια: «….. στα μαθηματικά δεν υπάρχει τίποτα πιο βέβαιο από το ότι όσο περισσότερα δελτία παίζει κανείς, τόσο πιθανότερο είναι να βγει χαμένος. Αποτολμήστε να αγοράσετε όλα τα δελτία ενός λαχνού και θα είστε σίγουρα χαμένος. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των δελτίων σας, τόσο περισσότερο προσεγγίζετε αυτή τη βεβαιότητα». (σελ. 143).
Άνταμ Σμιθ: «Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα για λογαριασμό του Δημοσιογραφικού Ομίλου Λαμπράκη Α. Ε. Αθήνα 2010.

                                                                 Θανάσης Μπαντές / eranistis.net

Βιβλίο 2.334 ετών!


Το αρχαιότερο «βιβλίο» της Ευρώπης, ο Πάπυρος του Δερβενίου, θα είναι υποψήφιος για εγγραφή στον Κατάλογο της UNESCO, στην κατηγορία του Μνημείου Τεκμηριωμένης Κληρονομιάς.
Πρόκειται για τον μοναδικό αναγνώσιμο πάπυρο που έχει διασωθεί στον ελλαδικό χώρο, και γράφτηκε γύρω στο 340-320 π.Χ. αντιγράφοντας ένα παλιότερο κείμενο του τέλους του 5ου αι. π.Χ. Είναι γραμμένος με μυτερό καλάμι βουτηγμένο σε μελάνι, αποτελείται από εννιά πίνακες και έχουν διασωθεί 266 σπαράγματα το μέγεθος των οποίων κυμαίνεται από αυτό ενός μεγάλου γραμματοσήμου έως αυτό μιας φακής.
Για να εγγραφεί, όμως, σε αυτόν τον κατάλογο, θα πρέπει να εκτίθεται στο σύνολό του, αντί του ενός φύλλου που εκτίθεται μέχρι σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Το θέμα της ένταξης του συνόλου στη μόνιμη έκθεση συζητήθηκε στο Συμβούλιο Μουσείων, με θετική γνώμη του μουσείου.
Ο πάπυρος ανακαλύφθηκε το 1962 στο Δερβένι Θεσσαλονίκης στη νεκρική πυρά τάφου, από πλούσια κτερισμένη συστάδα τάφων των ύστερων κλασικών χρόνων. Διασώθηκε, αν και κατακερματισμένος, επειδή απανθρακώθηκε μερικώς. Η σημασία του αναγνωρίστηκε αμέσως από τον ανασκαφέα Πέτρο Θέμελη και κατόπιν από τον αρχαιολόγο Χαράλαμπο Μακαρόνα, ενώ ο Αυστριακός ειδικός Α. Φάκελμαν ξετύλιξε αμέσως τον κύλινδρο και τοποθέτησε τα σπαράγματα σε υπόστρωμα από στυπόχαρτο. Αυτό συμπιέστηκε μεταξύ δύο υαλοπινάκων, που κατόπιν σφραγίστηκαν.
Το περιεχόμενό του είναι ιδιαίτερα σημαντικό και ο πάπυρος έχει χαρακτηριστεί «η σημαντικότερη νέα μαρτυρία για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και θρησκεία που εμφανίστηκε από την εποχή της Αναγέννησης», αλλά παράλληλα και «η πιο δύσκολη στην κατανόησή της».
Οι πρώτες εφτά στήλες μάς εισάγουν στον κόσμο των οπαδών μυστικιστικών δοξασιών και λατρειών (των μυστών), αλλά και του περσικού ιερατείου (των μάγων). Ο συγγραφέας αναφέρεται σε όσους δεν πιστεύουν στα δεινά που πρόκειται να αντιμετωπίσουν μετά τον θάνατό τους και περιγράφει θυσίες και σπονδές που γίνονται στις Ερινύες και τις Ευμενίδες, που γι' αυτόν δεν είναι θεότητες, αλλά οι αναρίθμητες ψυχές των νεκρών. Κατόπιν, αρχίζει την ερμηνεία μιας θεογονίας, ενός αινιγματικού ορφικού ύμνου, που δεν μας ήταν γνωστός μέχρι τώρα παρά μόνο από μεταγενέστερες παραλλαγές του.
Επίσης, ένα ακόμη εξαιρετικό έκθεμα θα εμπλουτίσει τις συλλογές του Αρχαιολογικού Μουσείου της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα χρυσοποίκιλτο ύφασμα -από τα ελάχιστα σωζόμενα αρχαία υφάσματα στον ελληνικό χώρο- που φέρει φυτικό διάκοσμο και σώζει ίχνη από πορφυρό χρώμα. Ηταν μέρος ενός ταφικού συνόλου του 3ου αι. μ.Χ., που εκτίθεται από το 2006 στο μουσείο και αποτελείται από τον σκελετό γυναίκας ηλικίας 50-60 ετών και ύψους 1,60 μ., η οποία μουμιοποιήθηκε με τη χρήση ρητινών και αρωματικών ελαίων.
Ο Δίας, η Γαία και ο Κρόνος
Απόσπασμα από τον Πάπυρο του Δερβενίου, σε απόδοση Ανδρέα Τσάκαλη
Για τους συνετούς θα τραγουδήσω
-στους βέβηλους κλείστε τις θύρες-
του παντοκράτορα Διός, του άνακτα, τα έξοχα έργα, όσα με τις συμβουλές της μέλαινας Νυκτός εκτέλεσε,
και των νεώτερων μακάριων το γένος, θεών παντοτινών που απ' τον Δία γεννήθηκαν τον ισχυρό βασιλέα.
Γιατί ο Δίας απ' τον πατέρα του έχοντας θεία εξουσία,
στα χέρια έμελλε να πάρει ένδοξο σκήπτρο. [...]
Κι αφού ο Ζεύς απ' τη θεά άκουσε τους χρησμούς τους άρρητους,
έλαβε δύναμη στα χέρια και του θεού καταβρόχθισε το λαμπρό φαλλό, του θεού που πρώτος στον αιθέρα πρόβαλε.
Εκείνος βέβαια γέννησε τη Γαία και τον πλατύ Ουρανό ενώ η πελώρια Γαία τον Κρόνο έκανε που μεγάλο κακό έπραξε
στον Ουρανό Ευφρονίδη, που πρώτιστος βασίλευσε.
Απ' αυτόν έπειτα ο Κρόνος κι ύστερα ο συνετός Δίας, κατέχοντας σοφία και βασιλική τιμή ανάμεσα στους μακάριους.
                                                                                                                       Πηγή: Έθνος

Ο Deniz Naki, η St Pauli, η φασιστική επίθεση και το Κομπάνι...


Τον χτύπησαν γιατί υπερασπίστηκε το Κομπάνι και την Παλαιστίνη

BEIM HEIMSPIEL VON HANSA ROSTOCK GEGEN DEN FC ST.PAULI AM 11. SPIELTAG DER ZWEITEN FUSSBALLBUNDESLIGA AM 2.NOVEMBER 2009 IN HAMBURG021109 / 2009 / ROSTOCK / DEUTSCHLAND / EUROPA / SPO / FUSSBALL / ZWEITE BUNDESLIGA / MÄNNER / DKB-ARENA / SAISON 2009/2010 / 11. SPIELTAG / FC ST.PAULI / HANSA ROSTOCK

 

Ο Deniz Naki είναι ένας ιδιαίτερος ποδοσφαιριστής για την St. Pauli υπό την έννοια ότι αποτέλεσε αγωνιστικό και πολιτικό σύμβολο της ομάδας επί σειρά ετών με τη φανέλα της οποίας συμπλήρωσε 71 συμμετοχές και 12 γκολ σε διάστημα τριών ετών (2009-2012). Ανάμεσα στα πολλά που έχει προσφέρει, αξέχαστες παραμένουν οι στιγμές για τους οπαδούς της αντιφασιστικής Pauli όταν κάρφωσε τη σημαία της ομάδας μέσα στην έδρα της «προαιώνιας» -και δεξιών καταβολών- εχθρού, Hansa Rostock, έπειτα από μια σπουδαία νίκη.

Τέτοια περιστατικά αλλά και οι ποδοσαφαιρικές του ικανότητες έχουν δημιουργήσει σχέσεις αγάπης και λατρείας ανάμεσα στον Deniz και τους οπαδούς της Pauli. Το τελευταίο διάστημα στο φόντο της έντασης που έχει υπάρξει στην Τουρκία με τα γεγoνότα στο Κομπάνι, τις βάσιμες κατηγορίες των Κούρδων για τη βοήθεια από το κράτος της Τουρκίας στον ISIS και τις συγκρούσεις που ξέσπασαν στην ίδια την Τουρκία ο Deniz πήρε δημόσια θέση. Τι ακολούθησε; Διαβάστε τα όσα μας λένε τα παιδιά από το club της αγαπημένης St Pauli στη Θεσσαλονίκη:

Γεννημένος στο Duren της Γερμανίας, αλλά με Κουρδική καταγωγή, ο Naki έφυγε πέρσι από την Paderborn για να αγωνιστεί στην Τουρκία και την Gençlerbirliği με τη φανέλα της οποίας μέχρι το βράδυ της περασμένης Κυριακής (2/11) συμπλήρωσε 13 συμμετοχές. Πλέον δεν θα κάνει άλλες στο μέλλον καθώς άμεσα έλυσε το συμβόλαιό του με την Τουρκική ομάδα, και επιστρέφει στην Γερμανία με τις πιθανότητες να φορέσει ξανά τη φανέλα της Pauli να είναι πολλές.

Αιτία για το άμεσο διαζύγιο του με την Τουρκική ομάδα και την άρον – άρον επιστροφή του στην Γερμανία, αποτέλεσε η φασιστική επίθεση που δέχθηκε το βράδυ της περασμένης Κυριακής από τρεις αγνώστους, οι οποίοι τον αφού τον γρονθοκόπησαν στη συνέχεια απείλησαν την ζωή του. Περιστατικό αυτό συνδέθηκε άμεσα με τις δημόσιες τοποθετήσεις του Naki για τα γεγονότα της πόλης Kobane και τις μάχες που ξέσπασαν εκεί πριν από λίγες ημέρες.

naki

Όπως ανέφερε ο ίδιος ο Naki στη συνέντευξη που παραχώρησε: «Την περασμένη Κυριακή, δέχθηκα επίθεση από τρία άγνωστα άτομα. Με απείλησαν ότι το συγκεκριμένο χτύπημα ήταν προειδοποιητικό και πως αν συνεχίσω έτσι, οι συνέπειες θα είναι χειρότερες. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο δεν το χρειάζεται η Τουρκία, καθώς ότι συνέβη, συνέβη λόγω της Κουρδικής καταγωγής μου, αλλά και της υποστήριξής μου στο θέμα της Συρο-Κουρδικής πόλης Kobane η οποία μάχεται ενάντια στο ισλαμικό κράτος.

Μέχρι σήμερα, οι απειλές είχαν περιοριστεί σε μηνύματα και σε λεκτικές επιθέσεις αλλά την Κυριακή η κατάσταση ξέφυγε. Έλυσα άμεσα το συμβόλαιό μου με την Gençlerbirliği και επιστρέφω στην Γερμανία για να παίξω ποδόσφαιρο σε μια χώρα όπου η οικογένειά μου δεν θα κινδυνεύει».

Να σημειωθεί, ότι τις προηγούμενες ημέρες πριν την επίθεση, ο Deniz Naki με δημόσιες τοποθετήσεις του στο Facebook ζητούσε την προστασία όλων των μικρών κοριτσιών από το ισλαμικό κράτος, καθώς επίσης την ελευθερία της Kobane, αλλά και της Παλαιστίνης.

Όσο για το που θα συνεχίσει την καριέρα του; Αυτό προς το παρόν παραμένει άγνωστο, με τους φίλους της Pauli πάντως ήδη να έχουν εκφράσει την επιθυμία τους για επιστροφή στην ομάδα που διένυσε τα καλύτερα του χρόνια, κάτι που δηλώνει και ο ίδιος.

HANSA ROSTOCK - FC ST. PAULI

St Pauli Thessaloniki  Club

ΠΗΓΗ:toperiodiko

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Δύο ξεχωριστές οπτικές στον "Μόμπι Ντικ"...



1. Σκέψεις για το βιβλίο "Μόμπι-Ντικ", το αριστούργημα του Herman Melville
Όταν ήμουν μαθητής γυμνασίου, θυμάμαι στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου της γειτονιάς μου το Μόμπι-Ντικ· θυμάμαι πόσο επιθυμούσα να διαβάσω το βιβλίο, και πόσο με φρέναρε ο όγκος του. Σκεφτόμουν: γνωρίζω την ιστορία από τη διασκευή (Κλασσικά Εικονογραφημένα), έχω δει την ταινία και με συνεπήρε, μα φοβάμαι τη μακρηγορία. Ένα βιβλίο 909 σελίδων! Όσο όμως διάβαζα το βιβλίο καταλάβαινα πόσο είχα πέσει έξω. Η γλώσσα του έσπαγε το κέλυφος μιας χρόνιας εσφαλμένης εντύπωσης. Υπάρχει μια γλώσσα που μιλά ο άνθρωπος που βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση και εσωκλείει όλα τα θέματα που τον απασχολούν. Οι χυμοί της γλώσσας κυλούν −και με καταλύτη το χιούμορ− αστείρευτοι στις φλέβες ενός οργανικού συνόλου, που ακολουθεί, διαμορφώνει, και υποτάσσει μια ζωή ενιαία, όσο κυματιστή κι αν είναι. Αυτός είναι ο Μόμπι-Ντικ.
           
Η ιστορία είναι γνωστή. Ο θρυλικός καπετάνιος Αχαάβ κυνήγα τη μεγάλη άσπρη φάλαινα ονόματι Μόμπι-Ντικ. Την κυνηγά με μανία και μάλιστα σ’ ένα κυνήγι τη στιγμή που σημαδεύει με το καμάκι το σώμα της, του κόβει το πόδι. Κι εκείνος σκυθρωπός και πληγωμένος μπαρκάρει πλέον μ’ ένα φιλντισένιο πόδι.          
            
Για ένα τέτοιο ταξίδι μπαρκάρει ο κύριος αφηγητής που προφανώς είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Περισυλλογή και νερό είναι ενωμένο για πάντα μας λέει πριν ξεκινήσει το μεγάλο του ταξίδι ο Ισμαήλ. Μόλις παρατηρήσει στον εαυτό του συμπτώματα υποχονδριακά, που στο μυαλό σχηματοποιούνται σε «ηθικούς» φραγμούς, σε δικαιολογίες ώστε να μη βγαίνει στον έξω κόσμο, αποφασίζει πως είναι η ώρα για ταξίδι, για να μην κυκλωθεί εντελώς από τα φαντάσματα των σκέψεών του. Πρώτη στάση πριν το ταξίδι είναι το Πανδοχείο του Φυσητήρα μ’ εκείνη τη μεγάλη ελαιογραφία που παρασταίνει ένα μισοβυθισμένο πλοίο και μια εξαγριωμένη φάλαινα. Από εκεί ο Ισμαήλ ξεκινά να ξεπερνά τις προκαταλήψεις του· ο Πανδοχέας διαθέτει μόνο ένα διπλό κρεβάτι, το οποίο πρέπει να μοιραστεί μ’ έναν νέγρο που τα πρωινά λείπει στην αγορά για να πουλήσει ανθρώπινα κεφάλια! Την ώρα που τον βλέπει μέσα στο σκοτάδι τρομάζει, καταφέρνει όμως με τους συλλογισμούς του να καταλύσει τον τρόμο που εκπέμπουν τα  αλλόκοτα φερσίματά του. Θα δοκιμάσω έναν ειδωλολάτρη για φίλο, σκέφτηκα, αφού η χριστιανική φιλία έχει αποδειχτεί κούφια ευγένεια. Ο Κουίκουεγκ και ο Ισμαήλ καταλήγουν οι καλύτεροι φίλοι ανάμεσα σ’ ένα πλήρωμα που τους κοιτά απορημένο.
            
Στη διάρκεια του ταξιδιού ο Ισμαήλ μαζί με το πλήρωμα αντιμετωπίζει, το μπουρίνι, τα μπαταρίσματα του πλοίου, ονόματι Πίκουοντ ,σα φάντασμα. Θεωρεί πως πρέπει να ζει σα φάντασμα, σα να ’χει ξεγράψει τον εαυτό του για να μπορέσει να βγαίνει ζωντανός από τις βουτιές στο θάνατο. Είτε βρίσκεται στον Ισημερινό είτε στον Πόλο συμβουλεύει τον αναγνώστη να διατηρεί το αίμα του σε σταθερή θερμοκρασία. Οι εμπειρίες του έχουν ως βάση την πορεία μιας σκληρής εργασίας που παρατείνεται πέραν την καθαρόαιμης ναυτικής. Εργασία με σκοπό ν’ αφαιρεθεί το λίπος από τη φάλαινα και να αποθηκευτεί ως λάδι σε βαρέλια στο αμπάρι. Εργασία που περιγράφεται με ζωντάνια και λεπτομέρεια και δημιουργεί μεταξύ του πληρώματος ισχυρούς δεσμούς· σα να ζουν μια ζωή κάπως πρωτόγονη, κοινή με λιγότερο αυστηρή πειθαρχία από εκείνη των εμπορικών πλοίων, αλλά και μια εργασία κωμικά επικίνδυνη όταν ο Ισμαήλ βρίσκεται δεμένος με μια βοηθητική τριχιά στη ζώνη του, με την οποία τραβά τον Κουίκουεγκ την ώρα που εργάζεται πάνω στο κουφάρι της φάλαινας. Όμως το ζούληγμα του σπερματσέτου, του προϊόντος αυτής της επίπονης εργασίας, πυροδοτεί χαρά στον Ισμαήλ. Όσο ζουλά το σπερματσέτο μέσα σ’ αυτή την κολυμπήθρα νιώθει απόλυτα καθαρός από κάθε μνησικακία, παραφορά ή κακία. Παράλληλα ανιχνεύει την αλλοτρίωση την οποία υφίσταται ο άνθρωπος από την ειδικότητά του. Ο ξυλουργός του καραβιού είναι ένα πολυεργαλείο, πλάθει τον εαυτό του μονάχα από την ειδικότητα, η οποία αποτελεί και την πηγή ζωής μέσα του. Κι επειδή ο Ισμαήλ συνδυάζει την εργασία ως μέλος του πληρώματος με την εργασία του δασκάλου παραθέτει παράλληλα με το ταξίδι και τις γνώσεις του περί φαλαινών και φαλαινοθηρίας. Για τον Ισμαήλ, οι φαλαινοθήρες, ενώ είναι το πιο σκληρό επάγγελμα στη θάλασσα, χαρακτηρίζονται αδίκως: Είναι όμως χασάπηδες που κυνηγούν σπερμοφάλαινες για να γεμίσουν τ’ αμπάρια του πλοίου με το λάδι τους. Μ’ αυτό το γλυκό λάδι λούζονται όμως οι βασιλιάδες: Πράγματι, ένας ώριμος άντρας που χρησιμοποιεί λάδι για τα μαλλιά, αν δε το χρησιμοποιεί σα φάρμακο, ένας τέτοιος άντρας έχει, ως φαίνεται, κάποια μαλθακότητα μέσα του. Κατά κανόνα δεν αξίζει τίποτα ολόκληρος.
                
Οι γνώσεις του Ισμαήλ διεισδύουν στο σκελετό της φάλαινας: Τότε όλος ο κόσμος ανήκε στη φάλαινα. Αφήνεται ευχάριστα σε πολλαπλές μεταφορές με αποτέλεσμα να υφαίνονται πολύπλοκοι σύνδεσμοι ανάμεσα σε περισσότερες κληρονομιές, πολιτιστικές και ιστορικές. Τα χαρακτηριστικά της φάλαινας περιγράφονται σε σύγκριση με τ’ ανθρώπινα. Το κυνήγι συμβολίζει τον αγώνα του ανθρώπου που για να κατακτήσει το πεπρωμένο πρέπει να υποτάσσει τη φύση. Ο άνθρωπος κι η φάλαινα βρίσκονται σε μια διαρκή ενότητα και πάλη.        
Ο Αχαάβ ταξιδεύει αδιάκοπα για να σκοτώσει με το καμάκι του τον Μόμπι-Ντικ. Παρότι οι αξιωματικοί ανησυχούν για την κατάληξη του Πίκουοντ, του καραβιού, υποχωρούν συνεχώς στις παράλογες διαταγές του. Σα να υπάρχει μια σιωπηλή συμφωνία μεταξύ των αξιωματικών και του γερο-Αχαάβ. Το φέρσιμό του δημιουργεί δέος και συμπόνια. Το δράμα του δεν προκαλεί ανταρσία αλλά κατά παράδοξο τρόπο αίσθημα για προσευχή. Ο Σταμπ ο δεύτερος αξιωματικός του Πίκουοντ μετά τις έντονες προσβολές που δέχτηκε από τον καπετάνιο, σκέφτεται: Να τον χτυπήσω ή να πέσω εδώ χάμω στα γόνατά μου και να προσευχηθώ γι΄ αυτόν; Στο όνειρο που βλέπει, ο Αχαάβ τον κλωτσά  κι  ο Σταμπ το ερμηνεύει πως δεν τον κλωτσά ο ίδιος αφού τον κλωτσά με το φιλντισένιο πόδι του.
            
Ο Αχαάβ δεν επιτρέπει στον εαυτό του να βουλώσει καμιά ρωγμή που τρέχει μέσα του, όταν ο υποπλοίαρχος Στάρμπακ τον ενημερώνει πως υπάρχουν βαρέλια στο αμπάρι που έχουν διαρροή διαρρέουν, αρνείται να σταματήσει το καράβι. Στον μεταξύ τους διάλογο ο αναγνώστη δεν μπορεί απόλυτα να καταλάβει αν ο Αχαάβ υποχωρεί από σεβασμό στο πρόσωπο του Στάρμπακ ή από θέμα τακτικής. Ο Αχαάβ ταξιδεύει κόντρα στα διαλυμένα φαλαινοθηρικά και κρυώνει το πυρωμένο καμάκι του όχι στο νερό αλλά στο αίμα τριών νέγρων μελών του πληρώματος. Ο θάνατός του και η βύθιση του Πίκουοντ ολοκληρώνεται με την επαναφορά της αρχικής τάξης των πραγμάτων. Ο μόνος διασωθέντας, ο Ισμαήλ, απόχτησε όμως μια γνώση του κόσμου που του επιτρέπει να κατανοεί την πραγματικότητα με μια διεύρυνση του εσωτερικού δίχως να στερείται στο παραμικρό το περίβλημά της.
            
Ο Χέρμαν Μέλβιλ καταφέρνει να ενσωματώσει στον Μόμπι Ντικ –και γι’ αυτό αξίζει να διαβαστεί– χωρίς κανένα ρήγμα στην πλοκή τη συνειδητή εμπειρία και το όνειρο, την καθημερινή συγκεκριμένη πραγματικότητα με την υποκειμενικότητα, το μύθο με την ιστορία. Κι όλα αυτά σε μια εξαίρετη μετάφραση. Αξίζει ν’ αναφέρουμε την ανησυχία του μεταφραστή Α.Κ. Χριστοδούλου, όπως αναφέρεται στον πρόλογο του βιβλίου: Ωστόσο, πριν κλείσω τον σύντομο αυτό πρόλογο, δε μπορώ να μην κατανομάσω τα δυο καρφιά που είχα μπηγμένα στην καρδιά, όλον ετούτο τον καιρό: το καρφί της ακρίβειας και το καρφί της (μουσικής) πλαστικότητας που κρύβει –σαν πειρασμό και χρέωση- ο ελληνικός προφορικός λόγος. Διαβάζοντας αυτή τη μετάφραση ο Έλληνας ποιητής, μακάρι να τραγουδήσει όπως τραγούδησε μεταφράζοντας το βιβλίο ο μεταφραστής.
Παναγιώτης Μηλιώτης / www.arctic.gr
2. Herman Melville, Μόμπι - Ντικ ή Η Φάλαινα
“Λέγε με Ισμαήλ. Πριν μερικά χρόνια - δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς - έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα` όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει` όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ` και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, που χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου - τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω , όσο πιο γρήγορα μπορώ. Είναι το δικό μου υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Με μια φιλοσοφική χειρονομία όλο μεγαλοπρέπεια, ο Κάτων ρίχνεται πάνω στο σπαθί του` εγώ παίρνω ήσυχα το πλοίο. Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σ' αυτό. Αν το ήξεραν έφτανε` όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, με τον τρόπο τους , αργά ή γρήγορα, θα έτρεφαν πάνω - κάτω τα ίδια αισθήματα με μένα για τον ωκεανό[...]

Όταν λέω λοιπόν πως έχω συνήθεια να παίρνω το πλοίο κάθε φορά που αρχίζουν να θαμπώνουν τα μάτια μου κι αρχίζω να νιώθω βαριά τα πνευμόνια μου, δε θέλω να συμπεράνει κανείς πως παίρνω το πλοίο πάντα σαν επιβάτης. Γιατί για να το πάρεις σαν επιβάτης χρειάζεται να έχεις πουγκί, κι ένα πουγκί δεν είναι παρά ένα κουρέλι αν δεν έχεις κατιτί μέσα. Εξάλλου τους επιβάτες τους πιάνει η θάλασσα, καβγαδίζουν , έχουν αϋπνίες και γενικά δεν διασκεδάζουν καθόλου` όχι , ποτέ δεν το παίρνω σαν επιβάτης` ούτε παίρνω ποτέ το πλοίο σα Στόλαρχος, Καπετάνιος ή Μάγειρας, μολονότι είμαι αρκετά ψημένος ναυτικός[...]

Όχι, όταν παίρνω το πλοίο, το παίρνω σαν απλός ναύτης, δουλεύω πρωράτης στην πλώρη, χώνομαι ακριβώς από κάτω μες στο καμπούνι κι ανεβαίνω στο κολιμπίρι του κούντρου ψηλά στο τουρκέτο.Πραγματικά, οι διαταγές πέφτουν μάλλον βροχή και με κάνουν να πηδώ από κατάρτι σε κατάρτι, σαν ακρίδα σε μαγιάτικο λιβάδι. Και στην αρχή αυτό είναι αρκετά δυσάρεστο. Θίγει το αίσθημα της τιμής σου` ιδιαίτερα αν κατάγεσαι από παλιά οικογένεια με όνομα στη στεριά[...]

Και περισσότερο από όλα αν, ακριβώς πριν βάλεις το χέρι σου στο δοχείο με την πίσσα, ήσουνα δάσκαλος στην επαρχία, ένας δάσκαλος τυραννικός, κάνοντας τα ψηλότερα παιδιά να σε φοβούνται. Η μετάβαση από δάσκαλο σε ναύτη, σε διαβεβαιώνω, είναι οδυνηρή και χρειάζεται ένα δυνατό αφέψημα από Σενέκα και Στωικούς για να μπορέσεις να αντέξεις με ένα απλό χαμόγελο. Αλλά με τον καιρό ακόμα κι αυτό περνάει[...]

Εξάλλου παίρνω πάντα το πλοίο σα ναύτης, γιατί θεωρούν απαραίτητο να με πληρώνουν για τις σκοτούρες μου, ενώ δεν άκουσα ποτέ να πληρώνουν πεντάρα σε επιβάτες. Αντίθετα, οι ίδιοι οι επιβάτες πρέπει να πληρώνουν. Κι όλη η διαφορά στον κόσμο είναι ανάμεσα στο να πληρώνεις ή να πληρώνεσαι. Η πληρωμή είναι ίσως η πιο ενοχλητική τιμωρία που μας κληροδότησαν οι δυο κλέφτες του παραδείσου.Αλλά να π λ η ρ ώ ν ε σ α ι ! τι μπορεί να συγκριθεί μαζί του; Η περιποιητική δραστηριότητα που ένας άνθρωπος εισπράττει χρήματα προκαλεί πραγματικά κατάπληξη, έχοντας υπόψη πόσο στα σοβαρά πιστεύουμε πως το χρήμα είναι η ρίζα όλων των γήινων κακών και πώς σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ένας παραλής να μπει στον ουρανό. Ω πόσο πρόθυμα παραδινόμαστε στον όλεθρο!

Τέλος παίρνω πάντα το πλοίο σα ναύτης για την υγιεινή άσκηση και τον καθαρό αέρα της κουβέρτας του καμπουνιού. Γιατί, μια και σε τούτο τον κόσμο οι κόντρα άνεμοι είναι πολύ πιο ανώτεροι από τους πρίμους ( αν δηλαδή δεν παραβείς ποτέ το αξίωμα του Πυθαγόρα), επόμενο είναι η ατμόσφαιρα που αναπνέει ο Στόλαρχος στο κάσαρο, τις περισσότερες φορές, να είναι από δεύτερο χέρι, από τους ναύτες στο καμπούνι. Νομίζει πως αναπνέει πρώτος` δεν είναι όμως έτσι. Με τον ίδιο περίπου τρόπο ο λαός οδηγεί τους ηγέτες του σε πολλά άλλα πράγματα, την ίδια στιγμή που οι ηγέτες λίγο το υποπτεύονται. Γιατί όμως, μετά από τόσες φορές που μύρισα τη θάλασσα σα ναύτης εμπορικού πλοίου, να μου μπει τώρα στο μυαλό να κάνω ένα φαλαινοθηρικό ταξίδι; σ' αυτό , ο αόρατος αστυνομικός των Μοιρών που διαρκώς επιβλέπει , που με παρακολουθεί κρυφά και με επηρεάζει με έναν ακατανόητο τρόπο - αυτός μπορεί να απαντήσει καλύτερα από κάθε άλλον[...]

Αν και δεν ξέρω ακριβώς γιατί ακριβώς αυτές οι σκηνοθέτισσες , οι Μοίρες, μου έδωσαν αυτόν τον τιποτένιο ρόλο σε ένα φαλαινοθηρικό  ταξίδι , όταν άλλοι πήραν μεγαλόπρεπους ρόλους σε υψηλές τραγωδίες, σύντομους κι εύκολους ρόλους σε κομψές κωμωδίες κι εύθυμους ρόλους σε φάρσες - αν και δεν ξέρω γιατί ακριβώς, τώρα ωστόσο, που φέρνω στο μυαλό μου όλα τα περιστατικά, θαρρώ πως βλέπω λίγο τα ελατήρια και τα κίνητρα που, με το να μου παρουσιαστούν επιτήδεια κάτω από ποικίλες μεταμφιέσεις, με κατάφεραν κι ανέλαβα να παίξω το ρόλο που έπαιξα , κολακεύοντάς με κι από πάνω με την αυταπάτη πως ήταν εκλογή της απροκατάληπτης ελεύθερης βούλησης μου και της διορατικής κρίσης μου.

Κυριότερο από αυτά τα κίνητρα ήταν η ίδια η συντριπτική ιδέα της μεγάλης φάλαινας. Ένα τόσο πελώριο και μυστηριώδες τέρας ξύπνησε όλη μου την περιέργεια. Μετά οι άγριες και μακρινές θάλασσες , όπου κυλούσε τον όγκο της που έμοιαζε με νησί` κι ακόμα οι ανεκλάλητοι, απερίγραπτοι κίνδυνοι της φάλαινας` αυτά μαζί με όλα τα συνακόλουθα θαύματα, τα χιλιάδες παταγονιακά θεάματα και τους ήχους με παρέσυραν στην επιθυμία μου[...]

Αυτά λοιπόν τα πράγματα ήταν η αιτία που καλοδέχτηκα το φαλαινοθηρικό ταξίδι` οι μεγάλες κλεισιάδες του κόσμου των θαυμάτων άνοιξαν και, μες στις τρελές φαντασιώσεις που με παράσυραν στο σκοπό μου, δυο - δυο έπλεαν στα κατάβαθα της ψυχής μου, ατέλειωτες πομπές της φάλαινα; και καταμεσής ολωνών τους, ένα επιβλητικό κουκουλωμένο φάντασμα , σα λόφος από χιόνι στον αέρα.(απόσπασμα)
Herman Melville, Μόμπι- Ντικ  ή η φάλαινα, μετφρ. Α.Κ.Χριστοδούλου, Gutenberg Orbis Literae , Editio Minor, 16η ανατύπωση, Φεβρουάριος 2006.
Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1891 έφυγε , σχεδόν ξεχασμένος , ο μεγάλος Αμερικάνος συγγραφέας Herman Melville.
Το μυθιστόρημα του Μόμπι- Ντικ ή Η Φάλαινα μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω αυτό το καλοκαίρι.  Εκδόθηκε για πρώτη φορά στις 18 Οκτωβρίου του 1851 στην Αγγλία και στις 14 Νοεμβρίου στις ΗΠΑ. Είναι αφιερωμένο στον άλλο μεγάλο συμπατριώτη και φίλο του, τον Ναθαναήλ Χόθορν, του οποίου το μυθιστόρημα  Άλικο Γράμμα (1850) επηρέασε τον Μέλβιλ στη συγγραφή του Μόμπι -Ντικ.
Πρόκειται για ένα έργο επικό και μεγαλειώδες. Ο Μόμπι Ντικ είναι η άσπρη φάλαινα που κυνηγά με πάθος ο καπετάνιος Αχαάβ για να την εκδικηθεί επειδή σε ένα κυνήγι της τον ακρωτηρίασε. Την ιστορία αφηγείται ο Ισμαήλ , ο ναύτης. Μαζί του στο ταξίδι - κυνήγι ο καμακιστής Κουικουέγκ.Ναυτολογούνται στο φαλαινοθηρικό  Πίκουοντ.
Δεν θεωρείται τυχαία ένα από τα αριστουργήματα της αμερικάνικης και παγκόσμιας λογοτεχνίας.  Μέσα στις 900 σελίδες του δεν παρακολουθούμε απλά το κυνήγι της φάλαινας. Υπάρχουν εκπληκτικές και πολύ ζωντανές περιγραφές εμπλουτισμένες με αριστουργηματικές παρομοιώσεις, απλές ή εκτενείς, που εμένα μου θύμισαν τις ομηρικές παρομοιώσεις. Εικόνες παρμένες από τον κόσμο της θάλασσας, των ναυτικών, της καθημερινότητας και της φύσης προσφέρονται με γενναιοδωρία για να παρομοιάσουν πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις.
Η επιμονή στη λεπτομέρεια οδηγεί σε διεισδυτικές παρατηρήσεις και βοηθάει στην απόδοση των ψυχικών συγκρούσεων και μεταπτώσεων  των ηρώων.
Με μια πρώτη ανάγνωση φαίνονται  περιττές και κουραστικές οι πολλές εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες για τις φάλαινες και ό,τι έχει σχέση με αυτές διαχρονικά. Και εμένα με κούρασαν . Στο τέλος όμως κατορθώνει και γοητεύει καθώς κλείνει με φιλοσοφικούς στοχασμούς,  διάφορες κρίσεις, εκτιμήσεις και προβληματίζει με τα αντιρατσιστικά, πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα του. Σε πολλά σημεία λεπτή αλλά ευδιάκριτη η ειρωνεία.
Ιδιαίτερα σημαντικοί οι μονόλογοι των ηρώων, συμβάλλουν στη γνωριμία μας με αυτούς, τις σκέψεις τους, τα όνειρα τους, τις επιθυμίες τους. Ένα άλλο επίσης χαρακτηριστικό της αφηγηματικής τέχνης του Μέλβιλ είναι οι πολλές παρεκβάσεις και οι εγκιβωτισμένες ιστορίες. Διακόπτουν τη ροή της αφήγησης , αλλά κάτι άλλο ενδιαφέρον έχουν να προσθέσουν στην υπόθεση. Μπορεί να θεωρηθεί υπερβολή και ας μου συγχωρεθεί η αναφορά και η σύγκριση, αλλά αυτή η τεχνική μου έφερε στο νου τις ιστορίες του Ηροδότου.
Να σημειώσω την εξαιρετική μετάφραση  του Α. Κ. Χριστοδούλου .Μου έκανε εντύπωση το εύρος και ο πλούτος του ελληνικού λεξιλογίου με το οποίο αποδίδεται το πρωτότυπο καθώς  και η απόδοση των ναυτικών όρων και των ειδικών με τη φάλαινα λέξεων. Σίγουρα τιτάνια η μεταφραστική προσπάθεια.
Ο Χέρμαν Μέλβιλ  δικαιολογεί  την επιλογή του να γράψει αναλυτικά και εξαντλητικά όχι μόνο για το κυνήγι της φάλαινας , αλλά και όλων των σχετικών με αυτήν ζητημάτων με όλες τις βαθύτερες προεκτάσεις τους.
"Αυτό είναι το πλεονέκτημα ενός μεγάλου και πλούσιου θέματος - τόσο μεγάλες διαστάσεις μπορεί να δώσει σε κάτι! Επεκτεινόμαστε ανάλογα με τις διαστάσεις που έχει. Για να γράψεις ένα μεγάλο βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις ένα μεγάλο θέμα. Δεν μπορεί να γραφτεί ένα μεγάλο βιβλίο, ένα βιβλίο που να αντέχει στο χρόνο, για τον ψύλλο, αν και υπάρχουν πολλοί που το έχουν επιχειρήσει"
Ένα μεγάλο , απολαυστικό, κλασικό αλλά και πολύπλοκο μυθιστόρημα από εκείνα που γράφονταν παλιότερα με πάθος, γνώση ,πολλή έμπνευση και ιδιοφυή πλοκή.   Για τους αναγνώστες  που εξακολουθούν να λατρεύουν τα μεγαλόπνοα και πολυσέλιδα μυθιστορήματα.
 Πηγή: ofisofi.blogspot.com

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Βρέχει στη φτωχογειτονιά...


Σκόρπιες (;) σκέψεις:

 

    Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία ο αριθμός των ανθρώπων στις ΗΠΑ που ζουν κάτω από το επίσημο όριο φτώχειας ξεπέρασε τα 45 εκατομμύρια. Συγκριτικά με το 2008, το 2012 στις ΗΠΑ τα παιδιά που ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας αυξήθηκαν κατά 1,7 εκατομμύρια και ξεπερνούν τα 24 εκατομμύρια. Από την έναρξη της κρίσης αύξηση της παιδικής φτώχειας καταγράφεται στις 34 από τις 50 Πολιτείες των ΗΠΑ. Τα στοιχεία αυτά, ενδεικτικά της δυστυχίας, του αποκλεισμού και της ταξικής εκμετάλλευσης που μεταφράζεται σε κοινωνική ανισότητα, παρατηρούνται παρά το γεγονός ότι οι στατιστικοί δείκτες μιλούν για «τροχιά ανάπτυξης» στην οποία βρίσκονται οι ΗΠΑ την τελευταία 4ετία. Επίσης και σύμφωνα με την έρευνα της ελβετικής τράπεζας UBS oι ΗΠΑ παραμένουν πάντως η χώρα με τους περισσότερους δισεκατομμυριούχους στον πλανήτη.

    Φαίνεται, λοιπόν, ότι η «άλλη διαχείριση» της κρίσης, αυτή που ακολουθεί ο κ.Ομπάμα, δεν είναι λιγότερο κανιβαλική από εκείνη της κυρίας Μέρκελ. Που πάει να πει ότι είτε με «επεκτατική» είτε με «περιοριστική» πολιτική, είτε με «ανάπτυξη» των δεικτών και των κερδών (για τους λίγους), είτε με κρίση των δεικτών, οι φτωχοί γίνονται περισσότεροι - και φτωχότεροι - και οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι. Στον καλό μας καπιταλισμό, δηλαδή, ανεξαρτήτως διαχειριστικού «μοντέλου», όλα κινούνται σύμφωνα με τον γρανιτένιο νόμο: Είτε το αυγό πάει στην πέτρα είτε η πέτρα πάει στο αυγό, πάντα το αυγό την πληρώνει…  

***

    Όπως προκύπτει από την έκθεση του Ερευνητικού Κέντρου της UNICEF που δημοσιοποιήθηκε προχτές, η πολιτική που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα από το 2008 έχει επιφέρει στα νοικοκυριά τέτοια εισοδηματική βύθιση που αντιστοιχεί σε απώλεια 14 χρόνων εισοδηματικής προόδου. Την ίδια περίοδο τα λαϊκά στρώματα στην Ιρλανδία, στην Ισπανία αλλά και στο Λουξεμβούργο έχασαν 10 χρόνια. Στην Ισλανδία έχασαν 9 χρόνια. Στην Πορτογαλία, στην Ιταλία και στην Ουγγαρία έχασαν 8 χρόνια. Όσο για την Γερμανία, όπου τα εισοδήματα των 100 πλουσιότερων Γερμανών εκτινάχτηκαν πέρσι στο επίπεδο ρεκορ των 335 δισ. ευρώ, η έρευνα του Ινστιτούτου Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών WSI, διαπίστωσε ότι 18,9% των παιδιών στη Γερμανία, δηλαδή 2,4 εκατομμύρια παιδιά, απειλούνται από τη φτώχεια.

    Φαίνεται, λοιπόν, πως το να πίνεις το αίμα των πολλών προς χάρην των λίγων δεν σταματά στα Μνημόνια. Μπορεί να γίνεται και χωρίς Μνημόνια…

***

    Στην ΕΕ του «Μερκελισμού», ο «Ολαντισμός» - που υποτίθεται ότι οι τσακωμοί του με τον «Μερκελισμό» έχουν φιλολαϊκό πρόσημο -  επιβάλλει πρωτοφανή λιτότητα, καταθέτει προϋπολογισμό με περικοπές και ταυτόχρονα με δωράκια προς τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους της Γαλλίας ύψους 50 δισ. ευρώ. Στην Ιταλία, επίσης, ο άλλος αντίπαλος του «Μερκελισμού», ο «κεντροαριστερός» Ρέντζι, κατάργησε και τις τελευταίες διατάξεις στο εργατικό δίκαιο της χώρας που εμπόδιζαν την απελευθέρωση των απολύσεων και τα εκατομμύρια των Ιταλών που βγήκαν την περασμένη βδομάδα στους δρόμους τον κατήγγειλαν ως «εσωτερική τρόικα».

    Φαίνεται, λοιπόν, πως τα εγχωρίως λεγόμενα για τη συγκρότηση «φιλολαϊκών» συμμαχιών μέσα στην ΕΕ, που υποτίθεται θα συμβάλουν στην «αλλαγή της ακολουθούμενης πολιτικής σε Ελλάδα και Ευρώπη», έχουν τόση σχέση με την πραγματικότητα όση έχουν οι ψευδαισθήσεις και οι αυταπάτες.

Με τούτα και με εκείνα επιστρέφουμε πάλι στους ποιητές μας. Σ’ αυτούς χρωστάμε περισσότερα απ’ όσα χρωστάμε στους δανειστές μας, όπως λέει κι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Γυρίζουμε στον Τάσο Λειβαδίτη, που χτες συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από το θάνατό του: «Πιστεύω σε κείνον που χτίζει, κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό (…), πιστεύω και στον ανθρωπάκο, στη γωνιά του δρόμου, που βγάζει το καπέλο του και χαιρετάει ταπεινά, την ώρα που οι άλλοι τον σκουντάν και τον χλευάζουν (…). Πιστεύω σε σας που κρατάτε ψηλά τις σημαίες και προχωράτε μες στον ενάντιο άνεμο, πιστεύω και σε σένα που σηκώνεις σα σημαία την καρδιά σου και προχωράς μες στο ενάντιο πλήθος (…)».

    Φαίνεται, λοιπόν, πως θέλει ακόμα πολλή δουλειά για να πάψει να «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» και στη «Δραπετσώνα»: Νίκος Μπογιόπουλος enikos.gr