Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Γι’ αυτή την Αθήνα, την αδούλωτη και τη μαχόμενη… (Δεκέμβρης του ΄44)...

Αποτέλεσμα εικόνας για δεκεμβριανά εμφύλιος
 «… Εδώ σε τούτη την παράξενη χώρα που τα ποτάμια της,

που οι πέτρες και τα φαράγγια της,
τα σύννεφα και τα βουνά της βγαίνουν μαζί με μας στον πόλεμο
και πολεμάνε και πληγώνονται,
εδώ σ’ αυτά τα δέντρα που οι αρματωλοί κι οι κλέφτες
κρέμασαν τα τραγούδια τους, πέθανε ο Μπάυρον!
Πάει καιρός που έχει πεθάνει ο Μπάυρον!
 Και μια που έναν απόγονο δεν άφησε για την Ελλάδα του,
τι ήρθαν να κάμουν εδώ σήμερα οι στρατιώτες της πατρίδας του
για να το ειπούμε στα πουλιά να του το τραγουδήσουν;
Τους περιμέναμε να ’ρθουν να μας ξαναφιλέψουν
λίγα λουλούδια από τη γης του αγαπητού μας Σέλεϋ
κι ήρθαν να μας σταυρώσουνε το λαό μας τον Άδωνη!
Τον χιλιοπληγωμένο μας Άδωνη. Σηκωθείτε
ν’ αρπάξουμε στα χέρια μας τις σάλπιγγες της πατρίδας!
Να τους το ειπούμε να το καταλάβουνε: Δεν χαμηλώνει ο Όλυμπος.
Να τους το ειπούμε να το καταλάβουνε πως δεν αλλάζει ο ήλιος!
Πως δεν αλλάζουνε τα χρώματα ποτές σ’ αυτή τη χώρα,
και πως ποτέ δεν κόπηκε στη μέση το τραγούδι.
Το αφήνει ο γέρος του Μωριά ― το ξαναπιάνει ο Άρης,
το αφήνουν τα κλεφτόπουλα ― το παίρνουν οι ελασίτες,
το παίρνουν τα ψηλά βουνά, το σέρνουν τα ποτάμια
το αφροκοπούν οι θάλασσες ― καίγονται τα λημέρια
Μωριά και Ρούμελη…»
Αυτή την ιστορία την έζησε ο λαός μας έτσι όπως τη δίνουν πλαστικά οι στίχοι του Νικηφόρου Βρεττάκου που ακούσατε. Πέρασαν από τότε 17 χρόνια. Μα τίποτα δεν σβήνεται από την εθνική μνήμη.
Τέσσερα χρόνια είχε κρατήσει η νύχτα της φασιστικής κατοχής. Και για να διώξει το σκοτάδι της ο λαός ρίχτηκε σε τιτάνια, σκληρή και άνιση μάχη. Άστραψαν ως τον ουρανό οι λάμψεις από τις εκρήξεις του Γοργοπόταμου και των Τεμπών. Στους κάμπους βροντούσε το κανόνι και στα βουνά κεραυνοί. Λαμπάδες τα χωριά στο βωμό της λευτεριάς, χιλιάδες οι νεκροί του μεγάλου αγώνα.
Η μούσα του Νίκου Παπά έτσι μας τραγούδησε εκείνη τη νύχτα:
«Τέσσερα χρόνια κοιμηθήκαμε,
το ίδιο όνειρο χάιδευε τα μάτια μας όλα,
Νύχτα τετράχρονη βαθιά.
Τρόμοι και θάνατοι περπατούσαν στα πεζοδρόμια.
Είδαμε σκελετούς να περπατούνε έξω απ’ τα σπίτια
Ακούσαμε φωνές που έφταναν από τον άλλον κόσμο.
Μια ψυχή από μέταλο βαστούσε τα σώματα
μια υπόσχεση μοσκοβολούσε στο σκοτάδι.
Ω! εσείς ατάραχες, αντρίκιες καρδιές
που σηκώσατε ψηλά τα κεφάλια
μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα
μπροστά στα φοβερά κρεματόρια,
φέρτε μου λίγη ανάμνηση.
Φέρτε μου το πικρό μεγαλείο της ομορφιάς σας!
Μια αστραπή απ’ το τελευταίο βλέμα σας
να μεταλάβουν οι δειλοί
να εξαγνιστούν όσοι κλειδώσαν πίσω απ’ την πόρτα
το χρώμα της ντροπής το κίτρινο της προδοσίας».
Γίγαντας ο λαός στην προσπάθειά του να στήσει πάνω από την πατρίδα τον ήλιο:
«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα,
ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ τον κόσμο.
Ομπρός παιδιά και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος!
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα να τον βγάλουμε απ’ το χώμα.
Σπρώχτε με χέρια και κεφάλια για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμα!»
καλούσε με την αθάνατη σάλπιγγά του ο μεγάλος Σικελιανός.
Και μόλις ο λαός με το αίμα του, με τον ηρωισμό του, με τη θυσία του σήκωσε ψηλά τον ήλιο της λευτεριάς πάνω απ’ την πατρίδα, ήρθε ο Δεκέμβρης. Έφυγε τσακισμένος ο φασισμός και πλάκωσε σιδερόφρακτος ο ιμπεριαλισμός.
Η Αθήνα, που δεν είχε προφτάσει να πλύνει ακόμα το πρόσωπό της από τους καπνούς της μάχης με τους φασίστες καταχτητές βρέθηκε και πάλι ζωσμένη από νέον επίβουλο εχθρό.
Έριξε ο Σκόμπυ όλα του τ’ αεροπλάνα, τα κανόνια και τα τανκς ενάντια στον άοπλο λαό της Αθήνας για να του πάρει τη λευτεριά την ακριβοπληρωμένη από τα χέρια του.
Ο Ρίτσος γράφει γι’ αυτή τη νέα τιτανομαχία του λαού:
«… Έτσι ξυπόλητος σκοτώθηκε ο Παυλής τον Δεκέμβρη
κι έτσι ξυπόλητα μείναν τα ποδάρια του.
Έτσι ξυπόλητος
ο Παυλής τώρα σεργιανάει στην αθανασία.
Κι εμείς αγαπάμε, Τζον, τον Ληρ
κι ο Βεάκης έπαιζε τον Ληρ στα θέατρά μας,
ο Βεάκης, Τζον, που με το φωτοστέφανο του Ληρ
κάθεται αυτή την ώρα πίσω απ’ το οδόφραγμα της Κυψέλης
αυτή την ώρα, Τζον, που ανηφοράει το τανκς σου στην Κυψέλη.
Λοιπόν τι θέλεις, Τζον, εδώ; Τι θέλεις;
Γύρισε στην πατρίδα σου.
Τι θόρυβο που κάνουν, Τζον, τα κανόνια σας.
Δε μ’ ακούς; Πού να μ’ ακούσεις! Τα κανόνια σας
σκότωσαν πάλι τον Γιωργάκη που τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί.
Σκότωσαν πάλι τον Βαγγέλη που τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί.
Σκότωσαν πάλι το Βύρωνα πούχε πεθάνει για την Ελλάδα,
σκότωσαν πάλι τον Περί,
σκότωσαν πάλι τη Ζώγια,
σκότωσαν πάλι τον Αλέκο,
σκότωσαν πάλι την Ηλέκτρα,
σκότωσαν, Τζον, τους διακόσιους μας,
σκότωσαν όλους εκείνους πούχαν σκοτωθεί για το καλό του κόσμου.
Μα, Τζον, τελοσπάντων, δεν το ’μαθες;
Μπορεί ποτέ να σκοτωθούν οι αγωνιστές της λευτεριάς του κόσμου;
Δεν το ’μαθες ακόμα, Τζον; Τα κανόνια σας
μόνο την ιστορίας σας, σκοτώσαν τα κανόνια σας
στην Ελλάδας του Δεκέμβρη!»
Γι’ αυτή την Αθήνα την αδούλωτη και τη μαχόμενη ο Κύπριος ποιητής Νίκος Νικολαΐδης έγραφε:
«Ταμπουρωθήκαμε στα κράσπεδα των λεωφόρων
στα παράθυρα, στις στέγες, στα μπαλκόνια
πίσω απόνα τζάμι, ένα λουλούδι, ένα φύλλο,
πίσω απ’ τις πέντε αχτίνες της καρδιάς μας.
Απ’ τις αγαπημένες θυρίδες των πολυβολείων
μετρούσαμε τη λευτεριά με τους σταυρούς της πτώσης τους
―θανατικά ρολόγια οι πεθαμένοι εχθροί./
Θανατικά ρολόγια και που δείχναν τη ζωή μας.
Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τόλμη μας
πάνω στα εκτροχιασμένα τραμ, σε ντουλάπες, σε πιάνα
σε αξιοπρεπή πορτραίτα «κυρίων» με τις μπούκες στραμένες
αντίκρα στα μάτια των δειλών».
Κι ένας άλλος Κύπριος ποιητής, ο Θεοδόσης Πιερίδης, έγραψε στη συλλογή του «Ύμνος στην Αθήνα του Δεκέμβρη» τους στίχους αυτούς:
«Ποιος άνθρωπος μικρός,
ποιος νάνος, με ψυχή και σκέψη νάνου
πίστεψε, Αθήνα, πως θα διάλεγες τις αλυσίδες;
Εσύ πούναι κι η πέτρα σου από μάρμαρο;
Αγκομαχώντας πέρασε απ’ τους δρόμους σου
η ατσάλινη μανία των βαρβάρων.
Κι έφτυνε ομπρός και πίσω κι ολόγυρα
με χίλια στόματα τη βρώμικη φωτιά της
να σε λερώσει.
Ποιος άνθρωπος μικρός, ποιος νάνος,
το πίστεψε να σε λερώσει Αθήνα;
Εκείνο το παιδί το σκοτωμένο
που άφησε πίσω της
η ατσάλινη μανία των βαρβάρων
έχει το μέτωπο άσπρο πιο πολύ
απ’ τ’ άσπρα κρίνα κι απ’ τα μάρμαρα.
Έχει ένα μέτωπο που γίνηκε σαν άστρο
το δρόμο να φωτίσει μες στο πέλαγο
να δει, να ταξιδέψει ο κόσμος όλος.
Αθήνα, θα σε κλάψουνε κι οι βάρβαροι
θα ’ρθουν και κείνοι κάποια μέρα σε προσκύνημα
γύρω απ’ των δρόμων σου τις κόκκινες κηλίδες.
Θα ’ρθουν μ’ όλο το γένος των ανθρώπων
να γονατίσουν και να ρίξουνε τριαντάφυλλα
να ρίξουνε τριαντάφυλλα πολλά
μια μεγαλόψυχη να ζητιανέψουνε συγγνώμη».
***
Το 1947 ιδρύεται από το ΚΚΕ, σε συνθήκες εμφύλιας αναμέτρησης, ο Ραδιοφωνικός Σταθμός "Ελεύθερη Ελλάδα". Με αυτή την ονομασία θα λειτουργήσει μέχρι το 1956. Μετά από δύο χρόνια σιωπής θα επανέλθει αυτή τη φορά με την ονομασία "Η Φωνή της Αλήθειας" και θα συνεχίσει να εκπέμπει μέχρι το 1974. Ο σταθμός λειτουργεί όλα τα χρόνια εκτός συνόρων της χώρας μετακινούμενος από το Βελιγράδι στο Βουκουρέστι και τέλος στο Χάλε της Λειψίας (Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία). Το σώμα της ανάρτησης αποτελεί εκπομπή του σταθμού αφιερωμένη στη 17η επέτειο από τη μάχη της Αθήνας (Δεκέμβρης 1944), που συντάχτηκε στης 2 Δεκέμβρη του 1961. Την περίοδο εκείνη ο σταθμός εκπέμπει από το Βουκουρέστι (Σοσιαλιστική Δημοκρατία Ρουμανίας). Το μεγαλύτερο μέρος του Αρχείου του Ραδιοφωνικού Σταθμού "Ελεύθερη Ελλάδα" / "Η Φωνή της Αλήθειας" απόκειται στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).
Πηγή: grafei-o-oikodomos.blogspot.gr

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὸ Χριστόψωμο (1887)

Αποτέλεσμα εικόνας για παπαδιαμάντης χριστουγεννα

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.
Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.
Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.
Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*,ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».
Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισεςκαλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.
Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.
Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.
Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.
Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».
Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.
―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.
―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.
―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.
―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.
Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.
―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.
Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.
Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:
―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.
―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.
Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.
Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.
―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.
―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.
―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.
―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;
― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.
―  Θέλεις κανένα ζεστό;
―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.
―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.
―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;
―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.
Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.
―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.
―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;
―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.
―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;
―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.
Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.
Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμονἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.
Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.
Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.
Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.
Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.
                                                                                                                           (1887)

"Χριστούγεννα στὴ σπηλιά" Ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Φώτη Κόντογλου...

Αποτέλεσμα εικόνας για χριστουγεννα

 Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.
Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].
Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.
Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [= τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!
Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.
Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.
Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.
Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.
Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.
Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.
«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.
«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»
Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.
«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.
Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας... Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!
Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»
Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.
«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»
Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.
Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:

Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,

Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».
Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.
Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.
Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.
Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.
Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.
Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.
Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.
«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!
«Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.
Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:
«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.
Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:

«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.

Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.
Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.
Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».

                              ΠΗΓΗ: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/fwths_kontogloy

Χριστουγεννιάτικο σινεμά:"Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη"

Αποτέλεσμα εικόνας για Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη- παιδική ταινία

Με παιδική διάθεση σήμερα, παρακολουθούμε τις Χριστουγεννιάτικες περιπέτειες του Άρι στη Νέα Υόρκη. Στην προσπάθειά του να παραδώσει ένα γράμμα στον Άι Βασίλη παρέα με τους φίλους του...

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ! 

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Ο φτωχούλης αστείος Σαρλός...


Aπό το εξαίσιο μυθιστόρημα του Ντίνου Δημόπουλου "Τα δελφινάκια του Αμβρακικού" διαβάζουμε:

 

O Πέτρος δεν κοιμήθηκε καθόλου τη νύχτα από την αγωνία του. Το ’πε αποβραδίς στη μάνα του πως αύριο, Δευτέρα, είναι καλεσμένος του κυρίου τελώνη να πάνε στην Άρτα, στον κινηματόγραφο, να δούνε τον Μπουκ-Τζόνες κι η μάνα του όλο το πρωί τον ετοίμαζε. Του σιδέρωνε τα ναυτικά του, του γυάλισε τα παπούτσια, του μαντάρισε τις ριγέ του τις κάλτσες και να τονε τώρα θρονιασμένος, καμαρωτός, στο πίσω κάθισμα της «Σεβρολέτ» δίπλα στην Ανθούλα και στη μητέρα της κι η καρδιά του να χτυπάει από ανυπομονησία και να ξεροκαταπίνει και να μπερδεύει τα λόγια του, τόση ήταν η λαχτάρα του που θα 'μπαινε σε κινηματόγραφο για πρώτη φορά στη ζωή του. 

Η Ανθούλα είχε κουβαλήσει μαζί της και τα δυο της παιδιά, το Νίνο και τη Ντόλυ, θα 'κλαιγαν αν τ' άφηνε μονάχα τους στο σπίτι, κι ο Πέτρος από δίπλα την κρυφοκοίταζε και την καμάρωνε, γιατί ήταν ντυμένη σαν μεγάλη κυρία κι όμορφη, πολύ όμορφη σήμερα. Ήθελε να της το πει, μα ντρεπόταν την κυρία τελώνη, τη μητέρα της, που καθόταν ποζάτη δίπλα στο παράθυρο και δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω τους.

Η Ανθούλα φορούσε λουλουδάτο φουστάνι με βολανάκια και τιράντες που σταυρώνανε πίσω στην πλάτη, παπούτσια μαύρα, λουστρίνια, με λουράκι και κουμπί κι άσπρα καλτσάκια. Μα εκείνο που ήταν μεγαλείο ήταν το καπέλο της. Καπελίνα την έλεγε η κυρία τελώνη κι ήταν ψάθινο με κορδέλα σιέλ και εφτά κατακόκκινα κεράσια στο πλάι. Άσε πια εκείνη η τσάντα της. Την είχε κρεμασμένη από το λαιμό της κι ήταν από χιλιάδες μικρές πολύχρωμες χάντρες καμωμένη, που σχημάτιζαν όμορφα σχέδια από κύκλους, τον ένα μέσα στον άλλο.

Ήθελε να τις μετρήσει τις χάντρες ο Πέτρος, μα, άμα κοίταζε από κοντά την τσάντα, ζαλιζόταν, γιατί ο Ντούλα-Καρανάσος έτρεχε πολύ κι η «Σεβρολέτ» σκαμπανέβαζε στις λακκούβες του χωματόδρομου. Ίδρωσε, μάλιστα, για μια στιγμή κι έβγαλε το ναυτικό του καπέλο κι έκανε αέρα κι αυτός, όπως κι η κυρία τελώνη δίπλα με τη βεντάλια της. Το καπέλο του έγραφε στη μαύρη κορδέλα: «ΝΑYΚΡΑΤOYΣΑ» με χρυσά γράμματα, κεφαλαία.

— Ποτέ δε σ’ έχω δει με καπέλο, του είπε η Ανθούλα και του χαμογέλασε.

O Πέτρος κοκκίνισε. Ντρεπόταν. Όχι την Ανθούλα, μα τη μάνα της.

— Oύτε και με παπούτσια, ξανάπε η Ανθούλα.

— Τα κεράσια είναι σαν αληθινά, της είπε αυτός με χαμηλωμένα τα μάτια.

— Ποια κεράσια;, απόρησε εκείνη και γύρισε το κεφάλι της όξω, κατά τους μπαξέδες, να δει.

— Της καπελίνας σου!

Η Ανθούλα γέλασε, έβγαλε το καπέλο της και τα κοίταξε σαν να τα ’βλεπε για πρώτη φορά.

— Ψεύτικα είναι, είπε.

Έμπαιναν τώρα στην πόλη. Το κατάλαβε ο Πέτρος πως φτάνανε από τη μυρουδιά της γαλατόπιτας που του χτύπησε τη μύτη. Είχε ξανάρθει στην Άρτα με τον πατέρα του κι άλλες φορές και τη θυμόταν τούτη τη μοσκοβολιά που ’βγαινε από τα ταψιά τ’ απλωμένα μπροστά στους ανοιχτούς φούρνους. Να κι οι γκέκηδες! Τώρα η «Σεβρολέτ» του Ντούλα-Καρανάσου πήγαινε πιο σιγά κι ακουγόταν συνέχεια η καραμούζα της, να κάνουν στην πάντα οι πεζοί μην τους πατήσει.

Κι αν είσαι κι αν δεν είσαι
του δήμαρχου παιδί
εγώ θα σε φιλήσω
κι ας μπω και φυλακή.
Τραγουδούσε τώρα ο Ντούλα-Καρανάσος πάνω στο ρυθμό της καραμούζας. Μα ο Πέτρος δεν άκουγε, ο νους του ήταν στους γκέκηδες. Τους έκανε χάζι απ’ την άλλη φορά που τους πρωτόειδε μπροστά στον ταβλά τους, στητούς και περήφανους με τις κεντητές βράκες και τ’ άσπρα φεσάκια τους ολοκάθαρα, να πουλάνε το μαύρο και τον άσπρο χαλβά τους που τον έκοβαν με το σκεπαρνάκι τους. Του είχε αγοράσει και τις δυο φορές ο πατέρας του τότε. Κι ύστερα, για να φύγει η πολλή γλύκα, τον κέρασε και μπούζι μέσα από κείνο το χάλκινο λαγήνι το τυλιγμένο με άσπρο πανί για να ’ναι δροσερό. Να τονε ο Oσμάν, απ’ αυτόν το είχαν αγοράσει τότε.

Κρύο κρύο μπούζι
γλυκό σαν το καρπούζι.

Φώναζε ο Oσμάν κάτω απ’ τον πλάτανο του Αϊ-Δημήτρη.

— Θέλετε να σας κεράσω;, ρώτησε ο κύριος τελώνης.

— Όχι, όχι…, βιάστηκε ν’ απαντήσει ο Πέτρος απ’ τη λαχτάρα του να μην καθυστερήσουν και δεν προλάβουν το έργο.

Φτάσανε κάποτε στην πλατεία Σκουφά. Σταμάτησαν μπροστά στον κινηματόγραφο. O Πέτρος πετάχτηκε όξω ξαναμμένος και στήθηκε μπροστά στη βιτρίνα κι έβλεπε με μάτια αχόρταγα τις φωτογραφίες που ήταν καρφωμένες πάνω στην ταμπέλα με πινέζες. Η Ανθούλα πλησίασε.

— Να τος!, του είπε η Ανθούλα.

— O Μπουκ-Τζόνες;, ρώτησε ο Πέτρος.

— Ναι. Κι αυτός είναι ο σερίφης.

— Δε βλέπω τ’ αστέρι του, είπε ανήσυχος ο Πέτρος.

— Είναι στην αριστερή μεριά. Δεν το δείχνει η φωτογραφία.

O Πέτρος κατάπινε με δυσκολία. Άνοιγε τα μάτια του διάπλατα να χωρέσουν όλο ετούτο τον καινούριο κόσμο, μη χάσει τίποτε απ’ όλα τούτα τα θάματα που τα ’βλεπε έτσι απότομα μπροστά του κι αναπάντεχα.

— Και τούτος εδώ με το μπαστουνάκι;

— Αυτός είναι ο Σαρλός. Αυτόν θα δούμε σήμερα.

— Είναι εδώ; Ήρθε στην Άρτα;

— Όχι, μωρέ…

— Τότε πώς θα τον δούμε;

— Περίμενε, ντε…

— Στη φωτογραφία θα ’ναι;

— Ναι. Αλλά θα κουνιέται, θα περπατάει, θα τρέχει.

— Με κοροϊδεύεις;

— Δε σε κοροϊδεύω.

— Αφού δεν είναι εδώ, πώς θα περπατάει; Πώς θα τρέχει; Τρέχουν οι φωτογραφίες;

— Ε, αυτό είναι ο κινηματόγραφος. Θα δεις…

O Πέτρος τα ’χε χαμένα. Το μυαλό του δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγε η Ανθούλα. Αυτός είχε δει Καραγκιόζη, ήξερε πως ήταν φιγούρες που τις κουνούσε πίσω από το πανί ο Μιχάλαρος, ο καραγκιοζοπαίχτης, είχε ακούσει και για το θέατρο που εκεί έπαιζαν αληθινοί άνθρωποι, τον είχε πάει ο πατέρας του στις 25 Μαρτίου κι είδαν μια παράσταση στο σχολείο του αδερφού του, του Γιωργή· ο Γιωργής φορούσε φουστανέλα και τσαρούχια κι έλεγε ένα ποίημα:

Από κρότον οργάνων βουίζει
της Γραβιάς το βουνόν αντηχεί…

Ναι, αυτό ήταν θέατρο, το ’ξερε, αλλά ετούτος εδώ ο κινηματόγραφος —τι σόι πράμα μπορούσε να ’ταν…

Ύστερα μάντεψε πως ο κύριος τελώνης κι η κυρία τελώνη στάθηκαν μπροστά στο ταμείο, «Τιμή μας, κύριε τελώνη», άκουσε μια φωνή κι ύστερα τη μαμά της Ανθούλας που έλεγε:

— Ελάτε, παιδιά…

Ξύπνησε απ’ το βύθισμά του αλλά τώρα μια άλλη δύναμη, πιο ισχυρή, φάνηκε να τον τραβάει απ’ την ανοιχτή πόρτα του κινηματόγραφου σαν να τον ρουφούσε. Ήταν το άσπρο πανί στον απέναντι τοίχο, δέκα φορές πιο μεγάλο από το δικό του πανί, του Καραγκιόζη του, στο πλυσταριό του σπιτιού του. Η καρδιά του χτύπησε.

Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκε καθιστός στην καρέκλα του. Κατάλαβε μονάχα έναν πόνο εδώ, στις χούφτες του. Είχε μπλέξει τα δάχτυλα των δυο του χεριών και τα ’σφιγγε δυνατά απ’ την αγωνία του. Δεν τον ένοιαζε τίποτ’ άλλο, εκτός απ’ αυτό το άσπρο πανί.

Ύστερα άκουσε τη φωνή της Ανθούλας:

— Σ’ αρέσει;

Απάντησε υπόκωφα:

— Πότε θ’ αρχίσει;

— Περίμενε, ντε…

Πέρασε ο πασατεμπάς με την άσπρη καθαρή ποδιά του, τον άσπρο σκούφο του, τ’ άσπρο καλαθάκι του και το άσπρο φλιντζανάκι με το χαρτί το πατικωμένο στον πάτο για να παίρνει λιγότερο πασατέμπο. Κάθε φλιντζανάκι κι ένα πενηνταράκι. O κύριος τελώνης τους αγόρασε από ένα. O Πέτρος άρχισε να μασουλάει αφηρημένος.

— Ε, με τα φλούδια τον τρως;, τον σκούντησε η Ανθούλα.

Τώρα ο κινηματόγραφος άρχισε να γιομίζει. Άντρες, γυναίκες και παιδιά όρμαγαν βιαστικοί και έτρεχαν ποιος να πρωτοκάτσει στην καρέκλα που διάλεξε και φώναζε και τους δικούς του να κάτσουν δίπλα, ο πασατεμπάς διαλαλούσε τον πασατέμπο του: «Εδώ ο ζεστός κι ο φρέσκος», ο κύριος τελώνης φώναξε «Δυο τσιτσιμπίρες, παρακαλώ», γινόταν οχλοβοή κι από το γραμμόφωνο ακουγόταν δυνατά το τραγούδι:

Ψάρια τηγανίζω
μες στο μαγερειό
ασ’ τα να καούνε
κι έβγα να σε δω.
  Κι άξαφνα το τραγούδι κόπηκε και τα φώτα σβήσανε. O κόσμος σώπασε.
— Oχ!…, τινάχτηκε ο Πέτρος ανήσυχος. Γιατί σβήσανε τα φώτα;

— Θ’ αρχίσει το έργο, του ψιθύρισε η Ανθούλα.

— Και πώς θα το βλέπουμε, στα σκοτάδια;, έκανε με αγωνία ο Πέτρος.

— Έτσι είναι στον κινηματόγραφο, του είπε περήφανα η Ανθούλα.

— Άντε, μωρέ!, της είπε πεισμωμένος αυτός.

Βρήκε την ώρα να τον κοροϊδέψει και γύρισε το κεφάλι του πίσω να δει αν θα διορθώσουν τη ζημιά στο ηλεκτρικό, μα τότε άκουσε ένα «κρρρρρρρ» κι αμέσως, από μια τρυπούλα απ' την απέναντι ταράτσα, πετάχτηκε μια λουριδίτσα από φως. Γύρισε ανήσυχος να δει πού πάει αυτό το φως και τότε θαμπώθηκε. Απέναντί του είδε ένα αυτοκίνητο, σαν κι αυτό του Ντούλα-Καρανάσου, πιο όμορφο και πιο καινούριο, όμως, και μια γυναίκα να βγαίνει και να 'χει παρατήσει μέσα στ' αυτοκίνητο ένα μωράκι μοναχούλι του.

«Oχ!», είπε ο Πέτρος μέσα του κι η καρδιά του χτύπησε.
Κι ώσπου ν' ανασάνει, έρχονται κάτι κλέφτες και κλέβουνε τ' αυτοκίνητο. Κι όταν βλέπουνε μέσα το μωρό, σταματάνε και το πετάνε όξω, δίπλα σταδίπλα στα σκουπίδια. Και φεύγουν.
— «Oχ!», ξανάπε ο Πέτρος έτοιμος να βάλει φωνή.

Τον άκουσε η Ανθούλα και τον σκούντησε.

— Σσστ…, του είπε σιγανά.

— Το μωράκι…, είπε αυτός και τα χείλια του τρέμανε.

Μα τότε φάνηκε ένας φτωχούλης αστείος.

— O Σαρλός είναι, του ψιθύρισε η Ανθούλα.

Κι όλοι στον κινηματόγραφο βάλαν τα γέλια μόλις τον είδαν. Μόνο ο Πέτρος δε γελούσε. Σκεφτόταν το μωράκι. Τότε ο Σαρλός πήγε κατά τα σκουπίδια. O Πέτρος τον έβλεπε να περπατάει έτσι παρτσακλά, με το καπελάκι του το στρογγυλό, το στενό του το σακάκι, το αστείο του το μουστάκι, τα φαρδιά του τα παντελόνια, τα χοντρά του τρύπια παπούτσια και το μπαστουνάκι του κι ένιωσε την καρδιά του να ξαλαφρώνει λίγο. Κι όταν είδε το Σαρλό να σκύβει πάνω στο μωράκι, να το παίρνει στην αγκαλιά του και να του γελάει με κείνα τα όμορφα μάτια του και να του κάνει χίλια δυο χαρούμενα καμώματα, ο Πέτρος δε βαστήχτηκε, γέλασε κι αυτός. Ήταν τόσο γλυκούλης και τόσο καλός ετούτος ο παράξενος αλητάκος. Αποτέλεσμα εικόνας για σαρλό

Και ξαναγέλασε ο Πέτρος εκεί που ο Σαρλός έφτιαξε μια κούνια από παλιά σακιά να κουνάει το μωράκι και ξεκαρδίστηκε στα γέλια όταν το τάιζε με μια τσαγιέρα που της είχε κολλήσει στην άκρη ένα μπιμπερό και σκούνταγε, χωρίς να το καταλαβαίνει, την Ανθούλα δίπλα του από χαρά, όταν είδε το Σαρλό να τρυπάει μια παλιά καρέκλα και να βάζει από κάτω ένα γκιογκιό να κάνει τα κακάκια του το μωρό και τότε, απότομα, σταμάτησε να βλέπει, χάθηκαν όλα, κι ο Σαρλός και το παιδάκι, και γίνηκε σκοτάδι. Κι ύστερα ανάψανε τα φώτα και φώναξε ο πασατεμπάς «Εδώ ο ζεστός κι ο φρέσκος!» κι απάντησε ο καφετζής «Κρύες παγωμένες!» και κοιτάχτηκαν άγρια οι δυο τους και ρώτησε η Ανθούλα τον Πέτρο:

— Σου αρέσει;

Κι ο Πέτρος μήτε μίλησε μήτε γύρισε μήτε σάλεψε, περίμενε μονάχα να ξανασβήσουν τα φώτα, τώρα το ’μαθε πως στον κινηματόγραφο βλέπεις μονάχα άμα είναι σκοτάδι, και τον ρώτησε η κυρία τελώνη:

— Σου αρέσει;

Κι αυτός μήτε μίλησε μήτε γύρισε μήτε σάλεψε κι είπε ο κύριος τελώνης «Τι τον ρωτάτε, δεν το βλέπετε το παιδί που είναι μαγεμένο», ναι, μαγεμένος ήταν ο Πέτρος και ξανασβήσανε τα φώτα κι όλο ανάσαινε και πιο δύσκολα ο Πέτρος και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια αποκεί πάνω που τώρα εκείνο το μωράκι είχε μεγαλώσει κι άρχισε να κάνει σκανταλιές κι ο Σαρλός το ’χε σαν να ’τανε δικό του και τ’ αγαπούσε και το πρόσεχε και το φρόντιζε και του ’κανε του κόσμου τα παιχνίδια και περνούσανε τόσο όμορφα και τόσο αστεία οι δυο τους, μια χαρά ήταν όλα — κι ήταν ευτυχισμένος ο Πέτρος ώσπου, άξαφνα, ήρθαν κάτι κακοί άνθρωποι να του το πάρουν, μα ο Σαρλός με διάφορα κόλπα το γλιτώνει το παιδάκι και στο τέλος βρίσκουν τη μητέρα του που δεν ήθελε να το παρατήσει, αυτό δεν το κατάλαβε καλά ο Πέτρος, μα δεν έχει σημασία, η μητέρα χάρηκε που ξαναβρήκε το παιδί της και λίγο πριν τελειώσει η ταινία, μόλις που πρόλαβε ο Πέτρος να τιναχτεί από την καρέκλα του και να τρέξει να τον προλάβει το Σαρλό που έφευγε και να του πει βιαστικά, μα χαμηλόφωνα, μην τον ακούσουν οι άλλοι:

— Τ’ αθάνατο νερό…

Και επειδή είδε πως ο Σαρλός δεν του απάντησε, φαίνεται δεν κατάλαβε καλά, ο Πέτρος αναγκάστηκε να του εξηγήσει:

— Τ’ αθάνατο νερό, λέω, εσύ, που αγαπάς τα παιδιά, δε θα μπορούσες να μας έφερνες την άλλη φορά που θα ’ρθεις στην Άρτα κάνα σκουτελάκι μ’ αθάνατο νερό… Ξέρεις, για το φθισικό παιδί… 
                             Ο Charlie Chaplin έφυγε από τη ζωή,σαν αύριο, τα Χριστούγεννα του 1977...

Τ.S.Eliot "Το ταξίδι των Μάγων"



James Tissot, Το ταξίδι των Μάγων, λάδι(1894)

" Το κάναμε με το φτάσιμο του κρύου,
Ακριβώς στον πιο άσχημο καιρό του χρόνου
Για ένα ταξίδι, και μάλιστα ένα τόσο μακρινό ταξίδι: 
Οι δρόμοι απέραντοι και ο χειμώνας τσουχτερός,
Η φοβερή αυγή του χειμώνα".
Και οι πονεμένες καμήλες, πληγωμένες στα πόδια, ακυβέρνητες,
Να είναι πεσμένες κάτω στο χιόνι που έλιωνε.
Υπήρξαν στιγμές που νιώθαμε θλίψη
Για τα καλοκαιρινά ξενοδοχεία στις πλαγιές, τις βεράντες,
Και τα τρυφερά κορίτσια που φέρνουν σερπέτι.
Ύστερα οι καμηλιέρηδες βλαστημώντας και γογγύζοντας
Να φεύγουν τρέχοντας ζητώντας το πιοτό τους και γυναίκες,
Και οι φωνές της νύχτας να σβήνουν, και η έλλειψη καταφυγίου,
Και οι εχθρικές πόλεις και οι μη φιλικές χώρες
Και τα χωριά βρώμικα και το κατάλυμα πολύ ακριβό:
Δυσκολευτήκαμε πολύ σ' αυτό το ταξίδι.
Στο τέλος προτιμήσαμε να ταξιδεύουμε όλη τη νύχτα
Να κοιμόμαστε ελάχιστα στ' αρπαχτά,
Με τις φωνές να βουίζουν στ' αυτιά μας, λέγοντας
Ότι όλο αυτό ήταν μια τρέλα.

  Ύστερα την αυγή κατηφορίσαμε σε μια κοιλάδα με ήπιο κλίμα,
Βρεγμένη, κάτω απ' τη γραμμή του χιονιού, που μυρίζει  βλάστηση.
Μ' ένα χείμαρρο να κυλάει  κι ένα νερόμυλο να χτυπάει το σκοτάδι.
Και τρία δέντρα στο χαμηλό ουρανό.
Κι ένα γέρικο άσπρο άλογο που κάλπαζε μακριά στο λιβάδι.
Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα με κληματόφυλλα στο ανώφλι,
Στην ανοιχτή πόρτα έξι χέρια που παίζουν ζάρια για ασημένια κέρματα,
Και πόδια που κλωτσούν ασκιά κρασιού.
Αλλά δεν υπήρξε συμφωνία, κι έτσι εξακολουθήσαμε
Και φτάσαμε το βράδυ ακριβώς, ούτε στιγμή ενωρίτερα
Να βρούμε τη θέση ήταν (μπορεί να πεις ) ικανοποιητική.

   Όλα αυτά έγιναν πριν από πολλά χρόνια, θυμάμαι,
Και θα το έκανα ξανά, αλλά σημείωσε αυτό
Σημείωσέ το:
Οδηγηθήκαμε σ' όλη εκείνη την πορεία για
Γέννηση ή Θάνατο; Υπήρξε πραγματικά μια γέννηση,
Είχαμε απόδειξη και καμιά αμφιβολία. Είχα δει γέννηση και θάνατο,
Αλλά είχα φανταστεί ότι ήταν διαφορετικά` τούτη η γέννηση ήταν 
Σκληρή και πικρή αγωνία για μας, σαν θάνατος, ο δικός μας θάνατος.
Ξαναγυρίσαμε στα μέρη μας, σε τούτα τα Βασίλεια,
Μα δεν είχαμε πια εδώ άνεση, στην παλιά κατάσταση,
Μ' ένα λαό αλλοεθνή που αδράχνει τους θεούς του,
Ένας άλλος θάνατος θα ήταν προτιμότερος για μένα.

                                                                      Thomas Stearn Eliot
από το Άγγλοι και Αμερικάνοι ποιητές, εκδόσεις "Δωδώνη", Αθήνα - Γιάννινα 1999 σε μετάφραση Άλκη Τσελέντη

                                                                  ...από το ofisofi.blogspot.gr

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Κυριακάτικο σινεμά:"A Christmas Carol" (1984)

Αποτέλεσμα εικόνας για a christmas carol ghosts

 Για σήμερα Κυριακή, το ιστολόγιο προτείνει την ταινία, παραγωγής 1984, A Christmas Carol
 Ίσως η καλύτερη μεταφορά στον κόσμο του Κινηματογράφου της κλασικής ιστορίας του ΚΑΡΟΛΟΥ ΝΤΙΚΕΝΣ...
Μια ερμηνεία σταθμός από τον μεγάλο Ηθοποιό GEORGE C. SKOTT (Γεννήθηκε 18 Οκτωβρίου 1927 και πέθανε 22 Σεπτεμβρίου 1999.) , ο οποίος κυριολεκτικά δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας στα όρια της ιστορίας γράφοντας εποχή.....!
 Ακολουθούμε τον ΣΤΥΓΝΟ, ΠΑΓΩΜΕΝΟ, ΑΠΑΝΘΡΩΠΟ, ΦΙΛΟΧΡΗΜΑΤΟ EBENEZER SCROODGE, να βιώνει το μαρτύριο-δοκιμασία των ΤΡΙΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ των ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ στην εξαγνιστική πορεία του και στην κάθαρσή του για να νιώσει και να μετατραπεί πάλι σε ΑΝΘΡΩΠΟ, με ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ, με ΑΞΙΕΣ, με ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ για τα όσα τεκταίνονται γύρω του.
Ο Ίδιος ο EBENEZER SCROODGE αντιλαμβάνεται τον σάπιο κόσμο του και τις χρεοκοπημένες του αξίες και ΕΚΛΙΠΑΡΕΙ για ΛΥΠΗΣΗ και ΟΙΚΤΟ. Μετανοιωμένος ζητάει όλα αυτά να μην γίνουν πραγματικότητα και ως εκ θαυμάτος ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ τον βρίσκει στο κρεβάτι του έχοντας ξυπνήσει απ τον εφιάλτη και τη δοκιμασία.
Ο SCROODGE είναι πια άλλος άνθρωπος, ζεστός, ήρεμος, γαλήνιος, φιλικός, γλυκός και τρυφερός, έτοιμος πια να μοιραστεί τα πλούτη του και την ισχύ του με τους ανθρώπους που πονούν και υποφέρουν.
Το ΠΝΕΥΜΑ των ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ έχει κάνει το δικό του ΘΑΥΜΑ....

ΚΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ!