Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

«Καίρια σημεία της Ιστορίας του Ελληνισμού από την εποχή των Μυκηναίων έως σήμερα»

 


 Με τη ζωντάνια του λόγου της, τη βαθιά της γνώση και την παραστατικότητά της, η Μαρία Ευθυμίου έδωσε άλλη μια, πεντάωρη αυτή τη φορά  διάλεξη και μίλησε για την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού, από το μυκηναϊκό πολιτισμό ως τη σύγχρονη εποχή, θυμίζοντας πόσα μας ενώνουν. Τόνισε τις πολιτισμικές, πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές πλευρές της πορείας των Ελλήνων μέσα στο χρόνο. Στην αίθουσα «Ζακλίν ντε Ρομιγί» του Υπαυργείου Παιδείας....

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

Το Πολυτεχνείο ζει πάνω από μισό αιώνα!

Το ελικόπτερο


 

Ένα μεγάλο κουνούπι ζουζουνίζει πάνω απ' τα κεφάλια μας:
" Η Αθήνα παρουσιάζει όψιν θλιβεράν..."

Κόβει βόλτες πάνω απ' τις ταράτσες,
πάνω απ' τα αναποδογυρισμένα λεωφορεία
με τις μεγάλες διαφημιστικές επιγραφές:
" Ο θαυμαστός κόσμος των ζώων!"

Το μεγάλο κουνούπι
σαν να κουβαλάει όλες τις αρρώστιες του κόσμου
πότε - πότε λαμπυρίζει στον ήλιο.
" Η πόλις θυμίζει Δεκεμβριανά..."
Ζουζουνίζει το κουνούπι
βγαλμένο από τα μόνιμα μολυσμένα έλη
περνάει ξυστά τις ταράτσες, τις βεράντες,
φαίνεται το κεφάλι του οπερατέρ
που παίρνει υλικό για την τηλεόραση.
" Εικόνα βανδαλισμών, καταστροφή ξένης περιουσίας!"

Αυτή η φράση θα βάλει κάποια τάξη.
Περιουσία.
Ιδιοκτησία.
Το κουνούπι πηγαινοέρχεται.
Κι ο ήλιος δεν κάνει τίποτα!
Θα πεις, τι μπορεί να κάνει ο ήλιος;
( Μα θα μπορούσε να κάψει δυνατά
να πάρει φωτιά το κουνούπι να γκρεμιστεί
να μη γυρίζει πάνω απ' την αγρύπνια μας!)

" Η πόλις εισέρχεται εις την συνήθη ζωήν και κίνησιν..."
Το κουνούπι χάνεται στον ήλιο...
" Μην ξεχάσεις να φωνάξεις τον τζαμά."
" Τα αίματα βγαίνουν με νερό. Να, έτσι..."
" Καλά που είχα παρκάρει το αμάξι μου στους Αμπελόκηπους!"

" Εις ολόκληρον την χώραν απεκαταστάθη η τάξις."

Δημήτρη Ραβάνη - Ρεντή, Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1995, 3η έκδοση, σχέδια Γιώργη Βαρλάμου


Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Μαντώ Μαυρογένους - Δημήτριος Υψηλάντης: Έρωτας γεννημένος στην Επανάσταση...

 

Μέσα στη φωτιά και το αίμα της Επανάστασης τον 1821 άνθησε ένα ειδύλλιο μεταξύ της Μαντώς Μαυρογένους και τον Δημητρίου Υψηλάντη. Οι δύο νέοι αγαπήθηκαν με πάθος. Ο έρωτάς τους, όμως, μετά από πολλές δραματικές φάσεις, είχε τραγική κατάληξη. 

 Η καταγωγή της Μαντώς

Τον Μάιο του 1827 συνεδρίαζε στην Τροιζήνα η πιο δραματική συνέλευση του Αγώνα, η «Τρίτη Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις».

Μόλις τον προηγούμενο μήνα το έθνος είχε θρηνή­σει τον θάνατο του Καραϊσκάκη. Ακολούθησε η συ­ντριπτική ήττα του ελληνικού επαναστατικού στρατού στον Ανάλατο, η παράδοση της Ακρόπο­λης στον Μεχμέτ Ρεσήτ πασά (Κιουταχή) και η υπο­ταγή σ’ αυτόν της ανατολικής Στερεός Ελλάδας.

Αλλά και στην Πελοπόννησο η κατάσταση δεν δια­γραφόταν καλύτερη, καθώς η περιοχή υφίστατο λεηλασίες από το αιγυπτιακό εκστρατευτικό σώμα του Ιμπραήμ. Μέσα σε εκείνη τη χαώδη κατάσταση το προεδρείο της Γ’ Εθνοσυνέλευσης «βομβαρδι­ζόταν» καθημερινά από αναφορές επιτροπών ή ι­διωτών που ζητούσαν χορήγηση εφοδίων, οικονο­μική ενίσχυση, αποζημιώσεις κ.ά. Κάθε φορά που ένα μέλος του προεδρείου ολοκλήρωνε την ανά­γνωση μιας αναφοράς, μια νεαρή γυναίκα πεταγό­ταν όρθια και με έξαλλες χειρονομίες απαιτούσε από τον πρόεδρο να διαβασθεί η αναφορά της. Η γυναίκα αυτή ήταν η Μαντώ Μαυρογένους η οποία ζητούσε, μέσω της αναφοράς της, από το προε­δρείο να υποχρεώσει τον Δημήτριο Υψηλαντη να τη νυμφευθεί! Αυτό ήταν το ουσιαστικό τέλος της πιο ωραίας ερωτικής ιστορίας των φλογισμένων χρόνων της Επανάστασης.

Η Μαντώ καταγόταν από το γένος των Μαυρογένηδων, μιας από τις πιο σημαντι­κές οικογένειες του νεώτερου ελληνισμού που αντλούσε την καταγωγή της από το Βυζάντιο. Ο πατέρας της, Νικόλαος Μαυρογένης, είχε χρηματίσει σπαθάρης στην Αυλή της Μολδαβίας. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη, όπου ασχολή­θηκε με το εμπόριο. Εκεί πλούτισε και έδειξε τη φιλοπατρία του ενισχύοντας οικο­νομικά τον Λάμπρο Κατσώνη, όταν αυτός αναζητούσε πόρους για να ξεκινήσει τις ναυτικές του επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων.

Εξιδανικευμένο πορτραίτο του Δημητρίου Υψηλόντη (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Εξιδανικευμένο πορτραίτο του Δημητρίου Υψηλάντη (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Η πρώτη γνωριμία της Μαντώς με τον πρίγκιπα Δημήτριο Υψηλαντη ενδεχομέ­νως πραγματοποιήθηκε στην Τεργέστη, στο σπίτι του πατέρα της, όταν ο πρίγκιπας ετοιμαζόταν να κατέλθει στην Ελλάδα ως πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής της Φιλικής Εταιρείας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να εξακριβωθεί από καμία υ- πάρχουσα πηγή. Ο Νικόλαος Κασομούλης βεβαιώνει ότι, όταν ο ίδιος και ο υπασπι­στής του Δημητρίου Υψηλαντη, Γρηγόριος Σάλας, μετέβησαν στα νησιά του Αιγαίου αναζητώντας οικονομικούς πόρους για την ενίσχυση του Αγώνα στη βόρεια Ελλάδα, τους φιλοξένησε στη Μύκονο η οικογένεια της Μαντώς, που είχε επιστρέφει από την Τεργέστη στην ιδιαίτερη πατρίδα της, ώστε να προσφέρει ό,τι μπορούσε στην Επανάσταση.

Η οικογένεια Μαυρογένη παρέδωσε στους απεσταλμένους του πρίγκιπα 3.000 γρόσια. Από την ημέρα εκείνη η νεαρή γόνος των Μαυρογένηδων, ωθούμενη από σπάνιο πατριωτισμό και ασυγκράτητο ενθουσιασμό, δεν σταμάτησε να προσφέρει στον απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων. Ξόδεψε όλη της την περιουσία για τον ε­ξοπλισμό πλοίων και τη συγκρότηση ένοπλου σώματος συμπατριωτών της που συμ­μετείχε σε πολλές μάχες της Επανάστασης. Παρά το ότι είχε ανατραφεί μέσα στον πλούτο και τις ανέσεις και ενώ μπορούσε να λάμψει με την ομορφιά και το καλλιερ­γημένο πνεύμα της στα σαλόνια της Βιέννης και του Παρισιού, αυτή «λαχταρά», ό­πως έγραφε στην περίφημη έκκλησή της προς τις Γαλλίδες γυναίκες υπέρ του ελλη­νικού Αγώνα, «για μια ημέρα μάχης όπως αυτές ποθούν μια νύχτα χορού».

Από τους Ελληνες ιστορικούς και απομνημονευματογράφους δεν αναφέρεται συγκεκριμένη αυτοπρόσωπη πολεμική δράση της Μαντώς. Γνωρίζουμε ότι κατά τη διάρκεια της Επανάστασης έλαβε τον βαθμό του αντιστρατήγου, αλλά πιθανώς για τιμητικούς λόγους, επειδή διέθεσε τεράστια χρηματικά ποσά για την ενίσχυση των αγωνιστών. Μόνο ο Νικόλαος Δραγούμης, στο έργο του με τίτλο «Ιστορικές αναμνή­σεις», αναφέρει πως «η αντιστράτηγος Μαντώ Μαυρογένους, ήτις πωλήσασα τα εν Μυκόνω υπάρχοντα αυτής ώρμησεν εις το πεδίον του αγώνος». Ο Γάλλος περιηγη­τής και ιστορικός Φραγκίσκος Πουκεβίλ αναφέρει συμμετοχή της Μαντώς στο ένο­πλο σώμα που συγκρότησε ο δεσπότης Καρύστου Νεόφυτος. Ομως, ο συγκεκριμέ­νος συγγραφέας δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα αξιόπιστος, καθώς ελέγχεται για εξωραϊσμένη και ρομαντική θεώρηση των γεγονότων.

Υπάρχει, βέβαια, και η υποψία ότι η δυσαρέσκεια που προκάλεσε σε ορισμένους ισχυρούς κύκλους ο ερωτικός της δεσμός με τον Υψηλάντη ήταν η αιτία να αποσιωπηθούν τα τυχόν πολεμικά της κατορθώματα, αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν να επι­βεβαιωθεί.

Ισως οι Ελληνες ιστορικοί του Αγώνα να μην έκριναν άξια ιδιαίτερης μνείας τη Μαντώ, η οποία δεν διέθετε την αυστηρή προσωπικότητα της Μπουμπουλίνας. Η αριστοκράτισσα καλλονή και ερωμένη ενός από τους ηγέτες της Επανάστασης μάλ­λον προκαλούσε τα συντηρητικά ήθη της εποχής. Σίγουρο είναι πως και μόνη η πα­ρουσία της όμορφης γόνου των Μαυρογένηδων μεταξύ των σκληροτράχηλων αγω­νιστών αποτέλεσε σημαντική προσφορά στην εθνική υπόθεση, καθώς η πατριωτική της δράση έφθανε στη ρομαντική Ευρώπη εκείνης της εποχής εξωραϊσμένη και με­τατρεπόταν σε ζωγραφικούς πί­νακες, λιθογραφίες, ποιήματα και τραγούδια. Στα μάτια των Ευ­ρωπαίων η Μαντώ πρόβαλλε ως η νέα Ζαν ντ’ Αρκ, με άμεση συ­νέπεια την ενδυνάμωση του φι­λελληνικού ρεύματος.

Τον Οκτώβριο του 1821 μια αλγερινή φρεγάτα επιχείρησε να αποβιβάσει ένα ναυτικό άγημα στη Μύκονο, με αποστολή να ε­παναφέρει το επαναστάτημένο νησί υπό την κυριαρχία της Υψη­λής Πύλης. Οι ντόπιοι επαναστά­τες επιτέθηκαν εναντίον των Αλγερινών και τους αποδεκάτισαν. Ο θρύλος (ή η ιστορική αλήθεία;) θέλει τη Μαντώ επικεφαλής της ελληνικής επίθεσης.

Αμέσως μετά την απόκρουση των Αλγερινών, σύμφωνα με τον Πουκεβίλ, η Μα­ντώ συγκρότησε και εξόπλισε 16 λόχους από Κυκλαδίτες επαναστάτες και αποβιβά­σθηκε στην Εύβοια. Εκεί πολιόρκησε μαζί με ντόπιους οπλαρχηγούς την Κάρυστο, φέρνοντας σε δυσχερή θέση τον ικανότατο διοικητή της πόλης, Ομέρ μπέη. Κατόπιν μετέβη στη Μαγνησία, όπου μαζί με τους οπλαρχηγούς Καρατάσο και Διαμαντή κα­τέλαβε τις στενωπούς του Πηλίου, επιχειρώντας να εμποδίσει την κάθοδο του πασά Ισμαήλ Πότα. Και εδώ, σύμφωνα πάλι με τον Γάλλο περιηγητή, η Μαντώ με τους άνδρες της διέλυσε την τουρκική εμπροσθοφυλακή που επιχείρησε να διασχίσει τα στενά.

Αποψη του φρουρίου του Αργους. Σύμφωνα με μια εκδοχή, εδώ συνδέθηκαν συναισθηματικά η Μαντώ Μαυρογένους και ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Αποψη του φρουρίου του Αργους.
Σύμφωνα με μια εκδοχή, εδώ συνδέθηκαν συναισθηματικά η Μαντώ Μαυρογένους και ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Ο έρωτας των δύο ηρώων

Τον Ιούλιο του 1822 ο Μαχμούτ πασάς, ο επονομαζόμενος Δράμαλης, εισέβαλε στην Πελοπόννησο, επικεφαλής 30.000 εμπειροπόλεμων ανδρών, με αποστολή να καταστείλει την Επανάσταση. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος κλήθηκε να α­ντιμετωπίσει την τουρκική απειλή, συνέλαβε ένα ευφυές σχέδιο συνεχούς παρενό­χλησης και φθοράς του αντιπάλου, που, σε συνδυασμό με την καταστροφή όλων των πηγών διατροφής και ύδρευσης στην Αργολική πεδιάδα, θα προκαλούσε την υ­ποχώρησή του στην Κόρινθο. Ενα από τα βασικά σημεία του σχεδίου του ήταν να προκαλέσει καθυστέρηση στην προσπάθεια των Τούρκων να καταλάβουν το φρού­ριο του Αργους, ώστε να προλάβει ο ίδιος να προετοιμασθεί για την αντιμετώπισή τους. Ηγετική μορφή της άμυνας του Αργους αναδείχθηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η λαϊκή παράδοση και η ρομαντική φαντασία των ξένων ιστοριογράφων της εποχής θέλουν και τη Μαντώ μεταξύ των υπερασπιστών του φρουρίου, όπου και τοποθε­τούν την αρχή του πολύκροτου ειδυλλίου της με τον Υψηλάντη. Πάντως, σε καμία πηγή δεν αναφέρεται ότι η Μαντώ βρισκόταν μέσα στο κάστρο, χωρίς βέβαια να θε­ωρείται και απίθανο η διψασμένη για δράση επαναστάτισσα να έσπευσε να λάβει μέ­ρος στη δύσκολη προσπάθεια της απόκρουσης του Δράμαλη.

Μετά από δωδεκαήμερη αντίσταση οι πολιορκημένοι κατάφεραν να διαφύγουν από το φρούριο, έχοντας φθείρει και καθυστερήσει σημαντικά τις τουρκικές δυνά­μεις. Η Μαντώ, ακολουθώντας ίσως συμβουλή του Υψηλάντη, επέστρεψε στη Μύκο­νο. Από εκεί συνέταξε τις περίφημες επιστολές της στις γυναίκες της Αγγλίας και της Γαλλίας, επιδιώκοντας να προκαλέσει τη συμπάθειά τους για το αγωνιζόμενο έ­θνος. Την εποχή εκείνη πολλοί φιλέλληνες την επισκέφθηκαν στη Μύκονο. Μεταξύ αυτών ήταν οι Μάξιμος Ραιμπώ και Πουκεβίλ. Ολοι υπέκυψαν στη γοητεία της, εκδή­λωσαν τον ενθουσιασμό τους και έπλεξαν πραγματικούς διθυράμβους για τη φυσι­κή της ομορφιά, την πνευματική της καλλιέργεια, αλλά, κυρίως, για την πατριωτική της θέρμη.

Μετά τη συντριβή του Δράμαλη στα Δερβενάκια και την απελευθέρωση του Ναυπλίου, η Μαντώ μετέβη στην Τήνο. Εκεί συγκέντρωσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τον Αγώνα και στη συνέχεια πήγε στο Ναύπλιο και εγκαταστάθηκε σε ένα φτωχι­κό οίκημα απέναντι από το σπίτι που είχε παραχωρηθεί στον Υψηλάντη. Η καλύτερη περίοδος για τον έρωτα των δύο νέων μόλις είχε ξεκινήσει.

Την άνοιξη του 1825 προέβαλε ένας νέος σοβαρός κίνδυνος για την ελληνική Επανάσταση. Ο Ιμπραήμ πασάς, θετός γιος του πασά της Αιγύπτου Μωχάμετ Αλη, αποβιβάσθη­κε στην Πελοπόννησο, επικεφα­λής στρατού οργανωμένου κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ο Υψη­λάντης έσπευσε να οχυρωθεί στους Μύλους της Λέρνας. απο­φασισμένος να αναχαιτίσει την πορεία των Αιγυπτίων προς το Ναύπλιο. Μαζί του ήλθε και η Μα­ντώ, διότι δεν ήθελε να αφήσει μόνο του τον αγαπημένο της, αλ­λά πιθανώς και για να μη φανεί κατώτερή του σε αγωνιστικότη­τα. Εκεί αναφέρεται και μια συνά­ντησή τους με τον Γάλλο ναύαρ­χο Δεριγνύ, ο οποίος έσπευσε να συμβουλεύσει τον Υψηλάντη να αποσυρθεί από εκείνη την ευά­λωτη θέση, καθώς θεωρούσε την αιγυπτιακή νίκη προδιαγεγραμ­μένη. Αλλά ο Υψηλάντης δεν τον άκουσε και κατάφερε, μαζί με τον Μακρυγιάννη και τον Κων­σταντίνο Μαυρομιχάλη, να επιτύ­χει μια ανέλπιστη νίκη, η οποία όχι μόνο έκρινε την τύχη του Ναυπλίου, αλλά κλόνισε και την πεποίθηση για το αήττητο των Αι­γυπτίων. Ο δεσμός των δύο νέων συνεχιζόταν ισχυρός, παρά τις δύσκολες στιγμές που διερχόταν η Επανάσταση (πτώση του Μεσο­λογγίου) και προσωπικά ο Υψηλά­ντης (στέρηση των πολιτικών και στρατιωτικών του αξιωμάτων, λό­γω της άρνησής του να υπογράψει το Ψήφισμα της Υποτέλειας). Τότε, όμως, εισήλθε ανάμεσά τους ο Ιωάννης Κωλέττης. Ο δαιμόνιος πολιτικός υπέθεσε πως ο έρωτας της Μαντώς υπέκρυπτε κάποια ιδιοτέλεια. Πιθανώς ήθελε να παντρευτεί τον πρίγκι­πα, να ενωθεί με το γένος των Υψηλάντηδων, ώστε να επηρεάσει τον λαό, και να α­νέλθει μαζί με τον σύζυγό της ως τα ανώτατα αξιώματα. Ισως να επιδίωκε ακόμη και την ηγεμονία της χώρας. Ενα τέτοιο, όμως, ενδεχόμενο πιθανότατα θα έφραζε τον δικό του δρόμο προς την εξουσία. Αποφάσισε, λοιπόν, να διαλύσει πάση θυσία αυ­τόν τον δεσμό. Στην απόφασή του τον βοήθησαν ιδιαίτερα δύο γεγονότα. Το ένα ή­ταν η διαρκής επιδείνωση της υγείας του Υψηλάντη (ο οποίος υπέφερε από χρόνια πάθηση των πνευμόνων) και το άλλο η λαϊκή κατακραυγή που προκαλούσε το γεγο­νός ότι οι δύο νέοι δεν είχαν επισημοποιήσει τη σχέση τους. Η Μαντώ, η οποία αντι­μετώπιζε εντονότερες επικρίσεις, ζήτησε από τον Υψηλάντη να τη νυμφευθεί. Εκείνος προσπάθησε να της εξηγήσει πως οι στιγμές ήταν κρί­σιμες και δεν μπορούσε να τη νυμφευθεί τη στιγμή που η πατρίδα χανόταν. Επειδή, όμως, αντιμετώπισε την οργή της, της έδωσε έγγραφη υπόσχεση για γάμο, όταν οι συν­θήκες θα το επέτρεπαν. Την ίδια περίοδο ο Κωλέττης προ­σέγγισε τους πιστούς σωματοφύλακες του Υψηλάντη και με ψεύτικη λύπη τούς ανέφερε ότι κινδύνευε η υγεία του αρχηγού τους, λόγω αυτού του δεσμού και ότι το όνομά του είχε εξευτελισθεί στον λαό του Ναυπλίου, ο οποίος τον έβλεπε να κυνηγά τη «φραγκοντυμένη» Μυκονιάτισ σα. Τα επιχειρήματά του δεν άργησαν να τους πείσουν, και μια νύκτα κατά την οποία ο πρίγκιπας έλειπε σε περι­πολία στους Μύλους, μερικοί άνδρες του εισέβαλαν στο σπίτι της Μαντώς, τη μετέφεραν στο λιμάνι και την επιβί­βασαν βίαια σε ένα πλοίο που απέπλεε για τη Μύκονο, α­πειλώντας τη με θάνατο, αν επέστρεφε στο Ναύπλιο. Οταν ο πρίγκιπας επέστρεψε στην πόλη και πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί, εξοργίσθηκε. Εμαθε ποιοι ήταν οι έ­νοχοι, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να ανακαλύψει τον πρω­ταίτιο. Αμέσως έστειλε επιστολή στην ερωμένη του, με την οποία την καλούσε κοντά του και την παρακαλούσε να συγχωρήσει την απερισκεψία των ανδρών του. Πράγ­ματι, η Μαντώ επέστρεψε στο Ναύπλιο, αναγκάζοντας τον Κωλέττη να εφαρμόσει ένα δεύτερο σχέδιο. Μια ημέρα τής έστειλε τους δύο προσωπικούς γιατρούς του Υψηλάντη, τον Χορτάκη και τον Ολύμπιο, για να της παρουσιάσουν με τραγικό τρόπο την κατάσταση της υγείας του πρίγκιπα και να της δηλώσουν πως, αν δεν τον αποχωριζόταν, εκείνος θα πέθαινε και η πατρίδα θα έχανε έναν από τους πιο άξιους υπερασπιστές της. Τα λόγια τους ήταν αρκετά για να θίξουν τη φιλοπατρία της Μαντώς. Συγκέντρωσε βιαστικά τα πράγματά της και, χωρίς να αποχαιρετήσει κανέναν, εγκατέλειψε το Ναύπλιο.

Gynaikes-epanastasi

Το τέλος του ειδυλλίου

Ο Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε τη φυγή της Μαντώς, της έστειλε επανει­λημμένα επιστολές καλώντας τη να επιστρέψει, όμως τα φλογερά εκείνα γράμματα έπεσαν στο κενό. Η Μαντώ πίστεψε πως η επίσκεψη των γιατρών είχε σκηνοθετηθεί από τον ίδιον. Θεώρησε ότι ο Υψηλάντης επιδίωκε να αθετήσει, με αυτόν τον τρόπο, την υπόσχεση περί γάμου που της είχε δώσει. Πολύ γρήγορα η αγάπη της μετατρά­πηκε σε οργή και μνησικακία. Χωρίς να υπολογίσει την προσωπική της αξιοπρέπεια, επέστρεψε στην Πελοπόννησο και κατέφθασε στην Τροιζήνα την περίοδο της έναρ­ξης των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Εκεί συνέταξε μια αναφορά, στην οποία επισύναψε τη γραπτή υπόσχεση γάμου του πρίγκιπα, ζητώντας επίμονα δικαίωση, περισσότερο, ίσως, για να εξευτελίσει τον πρώην αγαπημένο της. Το προεδρείο της Εθνοσυνέλευσης, για να μην προκληθεί σκάνδαλο, αρνήθηκε να ικανοποιήσει την α­παίτησή της, ακόμη και να την αναγνώσει. Δέχθηκε, όμως, το αίτημά της να της παραχωρηθεί το σπίτι όπου διέμενε στο Ναύπλιο κατά την περίοδο της σχέσης της με τον Υψηλάντη και το οποίο της θύμιζε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής της. Μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, η Μαντώ Μαυρογένους έστειλε δύο νέες αναφορές (το 1828 και το 1830), ζητώντας και πάλι δικαίωση.

Ούτε, όμως, η πρώτη αναφορά (την οποία ο Καποδίστριας υπέβαλε στην κρίση του υπουργού Δικαιοσύνης Ιωάννη Γεννατά), ούτε η δεύτερη είχαν αποτέλεσμα. Ο Γεννατάς, μάλιστα, δήλωσε πως δεν προέκυπταν στοιχεία, για να διωχθεί ποινικά ο Υψηλάντης, και παρέπεμψε το θέμα στο υπουργείο Εκκλησιαστικών που ήταν αρμόδιο για ζητήματα αθέτησης υπόσχεσης γάμου. Εκεί, όμως, η αναφορά τέθηκε στο αρ­χείο. Ακολούθησαν τραγικά γεγονότα για τη χώρα: η συνεχώς αυξανόμενη δυσαρέ­σκεια κατά της πολιτικής του Καποδίστρια, η ανταρσία της Μάνης και του Πόρου και, τέλος, η δολοφονία του κυβερνήτη, την οποία η Μαντώ δεν κατάφερε να απο­τρέψει (είχε προειδοποιήσει τον Καποδίστρια μόλις το προηγούμενο βράδυ ότι κιν­δύνευε η ζωή του). Τον Αύγουστο του 1832 ο Υψηλάντης πέθανε. Μετά την ανακήρυ­ξή του από τον Καποδίστρια σε στρατάρχη της ανατολικής Ελλάδας, έλειπε τον πε­ρισσότερο καιρό από το Ναύπλιο, με συνέπεια η στρατιωτική ζωή να επιδεινώνει την εύθραυστη υγεία του. Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του η Μαντώ, παρότι είχε πληροφορηθεί τα άσχημα νέα, δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του. Οταν, όμως, ο πρίγκιπας πέθανε, η Μαντώ ξεκίνησε αποφασισμένη να τον νεκροστολίσει και να τον μοιρολογήσει, χωρίς κανένας να τολμήσει να την εμποδίσει. Ακολούθησε μαυ- ροφορεμένη την κηδεία του, μια τραγική ανύπανδρη χήρα. Αμέσως μετά έφυγε για πάντα από το Ναύπλιο. Πέθανε τον Ιούλιο του 1848 στην Πάρο, πάμφτωχη και λη­σμονημένη από όλους, έχοντας θυσιάσει για την πατρίδα, την οποία τελικά αγαπού­σε περισσότερο από το καθετί, την περιουσία, τα νιάτα και τον ίδιο τον έρωτά της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1)            ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τ. ΙΒ’, Εκδοτική ΑΕ, Αθήνα 1979.

(2)            Χρ. Α. Στασινόπουλος: ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1821,εκδ. Δεδεμάδη, 1979.

(3)            Διονύσιος Κόκκινος: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα  1957.

(4)            Ν. Κασομούλης: ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, 1821-33, εκδ. I. Βλαχογιάννης, Αθήνα 1939-42.

(5)            Κ. Κιουπκιολής: «Δημήτριος Υψηλάντης και Μαντώ Μαυρογένους», περ. ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ, τχ. 9 (Μάρτιος 1969).

(6)            Φ. Πουκεβίλ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, ΗΤΟΙ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, τ. 4 (μηρρ. Ξ. Ζυγούρας), Αθήνα 1890-91.

b180424

Πηγή: antikleidi.com

"Ο κόσμος μάς έλεγε τρελλούς. Ημείς αν δεν ήμεθα τρελλοί δεν εκάμαμεν την επανάστασιν..."

 

Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ' όσαις γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεων των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτον  ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτον με ένα λαόν οπού ποτέ δεν ηθέλησεν να αναγνωρισθή ως τοιούτος, ούτε να ορκισθή, παρά μόνον ό,τι έκαμνε η βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήση τον ελληνικόν λαόν ως λαόν, αλλ' ως σκλάβους. Μίαν φοράν, όταν επήραμεν το Ναύπλιον, ήλθε ο Άμιλτων να με ιδή, μου είπε ότι: " Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν, και η Αγγλία να μεσιτεύση". Εγώ του αποκρίθηκα, ότι : " Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς καπιτάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμε ελεύθεροι από γενεά σε γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύω φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα". Με είπε: " Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;" - " Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά". Έτζι δεν με ωμίλησε πλέον.

Ο κόσμος μάς έλεγε τρελλούς. Ημείς αν δεν ήμεθα τρελλοί δεν εκάμαμεν την επανάστασιν, διότι ηθέλαμεν συλλογισθή πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκαις μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει την δύναμιν την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα οπού ενικήσαμεν, που ετελειώσαμεν με καλό τον πόλεμό μας μακαριζόμεθα, επαινώμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμεν ηθέλαμεν τρώγει κατάραις, αναθέματα. Ομοιάζομεν σαν να ήναι εις ένα λιμένα πενήντα - εξήντα καράβια φορτωμένα, ένα από αυτά ξεκόβει, κάνει πανιά, πηγαίνει, πουλεί, κερδίζει, γυρίζει οπίσω σώον. Τότε ακούς όλα τα επίλοιπα καράβια και λέγουν: " Ιδού άνθρωπος, ιδού παλληκάρια, ιδού φρόνιμος, και όχι σαν εμάς οπού καθόμεθα έτζι δειλοί, χαϊμένοι", και κατηγορούνται οι καπεταναίοι ως ανάξιοι. Αν δεν ευδοκιμούσε το καράβι ήθελε ειπούν: " Μα τι τρελλός να σηκωθή με τέτοια φουρτούνα, με τέτοιον άνεμο, να χαθή ο παληάνθρωπος, επήρε τον κόσμο εις το λαιμό του".

 Η αρχηγία ενός στρατεύματος ελληνικού ήτον μία τυραννία, διατί έκαμνε και τον αρχηγό, και τον κριτή, και το φροντιστή, και να του φεύγουν κάθε ημέρα και πάλιν να έρχωνται, να βαστάη ένα στρατόπεδον με ψέματα, με κολακείες, με παραμύθια, να του λείπουν και ζωοτροφίαις και πολεμοφόδια, και να μην ακούν και να φωνάζη ο αρχηγός, ενώ εις την Ευρώπην ο αρχιστράτηγος διατάττει τους στρατηγούς, οι στρατηγοί τους συνταγματάρχαις, οι συνταγματάρχαι τους ταγματάρχαις και ούτω καθεξής. Έκανε το σχέδιο του και ξεμπέρδευε. Να μου δώσει ο Βελιγκτών 40.000 στράτευμα το εδιοικούσα, αλλ' ατουνού να του δώσουν 500 Έλληνας δεν ημπορούσε ούτε μία ώρα να τους διοικήση. Κάθε Έλληνας είχε τα καπρίτζια του, το θεό του, και έπρεπε να κάμη κανείς δουλειά με αυτούς, άλλον να φοβερίζη, άλλον να κολακεύη κατά τους ανθρώπους ( Θεόδωρος Κολοκοτρώνης )


Γεωργίου Τερτσέτη, Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα 1995

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2023

Ο αραβοϊσραηλινός πόλεμος του 1948 και η δημιουργία της Λωρίδας της Γάζας

 


Ο πόλεμος ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τους Άραβες ξεκίνησε το 1948 και για πολλούς δε σταμάτησε ποτέ. Από τότε μέχρι και σήμερα η Λωρίδα της Γάζας βρίσκεται στο επίκεντρο. Όλος ο κόσμος ασχολείται σήμερα με όσα συμβαίνουν στη Λωρίδα της Γάζας, σε μια περιοχή δηλαδή που εκτείνεται από το Ισραήλ ως την Αίγυπτο και πήρε το όνομά της από την πόλη που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της. Πώς φτάσαμε όμως στη θεσμοθέτησή της το 1948 και τι συμβαίνει σήμερα στην περιοχή που βομβαρδίζεται από τους Ισραηλινούς μετά την επίθεση της Χαμάς στον δικό τους τόπο; Ας πιάσουμε την ιστορία από την αρχή.Η ιστορία της Γάζας
Τι συνέβη μετά την ίδρυση του Ισραήλ
Ο David Ben Gurion υπογράφει την ίδρυση του Ισραήλ στο Τελ Αβίβ
© AP PhotoΗ ανακωχή και η δημιουργία της Λωρίδας της Γάζας
Ο Χάρτης της περιοχής
© Wikimedia CommonsΗ Λωρίδα της Γάζας μετά τη δημιουργία της
Ο Yasser Arafat έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση του Παλαιστινιακού κράτους
© AP Photo/Muhammed Η Αίγυπτος συνέχισε να έχει στην κατοχή της τη Λωρίδα της Γάζας, ως το 1967 με εξαίρεση τους 4 μήνες της Κρίσης του Σουέζ το 1956, όταν και αυτή πέρασε στον έλεγχο του Ισραήλ. Οι Ισραηλινοί από τότε φαίνονταν ότι ήθελαν να και αποσπάσουν και αυτό το κομμάτι και πράγματι τον Ιούνιο του 1967, μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, τα κατάφεραν. Το Ισραήλ δημιούργησε και άλλες πόλεις κοντά στη Γάζα και μέσα στη Λωρίδα έκτασης 360 τετραγωνικών χιλιομέτρων.Οι μαχητές της Χαμάς απαγάγουν άμαχους πολίτες από το Supernova Festival© AP Photo

Η πρώτη ιστορική αναφορά της Γάζας γίνεται από τον Φαραώ Τούθμωση Γ΄ περίπου το 1500 π.Χ. κάτι που σημαίνει ότι ήταν ανεπτυγμένη πόλη χρόνια πριν. Στη Βιβλική εποχή, τότε που κατά τους Ισραηλίτες, ο θεός Γιαχβέ αποφάσισε να τους οδηγήσει στην περιοχή αυτή, η Γάζα ήδη ήταν, όχι μόνο σημαντική πόλη αλλά και το κέντρο της λεγόμενης Πεντάπολης των (ελληνικής καταγωγής) Φιλισταίων, ενώ εκεί φαίνεται πως και ο βιβλικός Σαμψών έχασε τη ζωή του. Η Γάζα, κτισμένη επί της κεντρικής αρχαίας οδού “Via Maris” που συνέδεε την Αίγυπτο με την αρχαία χώρα της Παλαιστίνης ήταν και παραμένει ένα από τα πιο στρατηγικά σημεία της περιοχής και ως εκ τούτου ήταν πόλος έλξης για όλους τους λαούς. Έτσι φέρεται να την κατέκτησαν κατά σειρά οι Αιγύπτιοι, οι έποικοι Ισραηλίτες, οι Ασσύριοι, οι Πέρσες, και οι Έλληνες. Στους ελληνιστικούς χρόνους αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι και έφερε το όνομα «Νεάπολις».Το 635 η πόλη καταλήφθηκε από τους Άραβες και γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα κέντρο του ισλαμικού κόσμου. Η Γάζα με τα χρόνια κατοχής της από τους Άραβες κατέστη ιερή μουσουλμανική πόλη καθώς θεωρείται τόπος ταφής του προπάππου του Μωάμεθ. Οι Σταυροφόροι κατέκτησαν την πόλη στα τέλη του 11ου αιώνα ωστόσο το 1187 η Γάζα εντάχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι και τα τέλη της τελευταίας.

Τον Νοέμβριο του 1917 αφού είχε ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Βρετανοί κατέλαβαν την ευρύτερη περιοχή της Παλαιστίνης την οποία και έθεσαν υπό την κηδεμονία τους ως κράτος κατ΄ εντολή μέχρι και τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά από αυτόν οι Βρετανοί δεν μπορούσαν να αντέξουν τις εχθροπραξίες στην περιοχή και έφεραν το θέμα στον ΟΗΕ. Στις 29 Νοεμβρίου 1947, πριν 70 χρόνια, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε ένα σχέδιο για τη διάσπαση της Παλαιστίνης σε δύο κράτη, ένα εβραϊκό και ένα αραβικό, κάτι που επέτρεψε τη δημιουργία του Ισραήλ και άνοιξε για τους Παλαιστίνιους μια μακρά και τραγική περίοδο στην ιστορία τους.

Μετά τη λήξη του Β’ Π.Π. όταν ανακοινώθηκε από τον ΟΗΕ το 1947 το σχέδιο διαίρεσης της Παλαιστίνης για την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, αντί να δημιουργηθεί παράλληλα και το μέχρι τότε κατ΄ εντολή κράτος σε ανεξάρτητο Παλαιστινιακό κράτος δόθηκε η δυτική πλευρά στους Αιγυπτίους. Αυτή η ιστορική ψηφοφορία του ΟΗΕ θα οδηγήσει έξι μήνες αργότερα, στις 14 Μαΐου 1948, στη γέννηση του Ισραήλ.

Ωστόσο ακόμη δεν έχει ιδρυθεί ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος. Την ίδια ημέρα, οι Βρετανοί άφηναν επίσημα την Παλαιστίνη και ο David Ben Gurion, πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ, έγραφε στο ημερολόγιό του: «Στις τέσσερις το απόγευμα ανακηρύχθηκε η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Η μοίρα του βρίσκεται πλέον στα χέρια των Ενόπλων Δυνάμεων». Το ίδιο βράδυ μετέβη στο αρχηγείο του ισραηλινού στρατού στο Τελ Αβίβ. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Μαΐου οι στρατοί πέντε αραβικών κρατών, της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, του Ιράκ, της Συρίας και του Λιβάνου, εισέβαλαν στο Ισραήλ και ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος είχε μόλις ξεκινήσει.

Η επίθεση κατά του νεοϊδρυθέντος κράτους αιφνιδίασε την παγκόσμια κοινή γνώμη, όχι όμως και όσους γνώριζαν την περιοχή. Άλλωστε ήδη από τους προηγούμενους μήνες ήταν σε εξέλιξη εμφύλιος πόλεμος στην Παλαιστίνη ανάμεσα στους αραβικούς και τους ισραηλινούς πληθυσμούς της περιοχής. Ένας πόλεμος που ουσιαστικά δεν σταμάτησε ποτέ.

Στον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο, όπως είδαμε όμως δε συμμετείχαν δύο κοινότητες, αλλά έξι κυρίαρχα κράτη. Διακηρυγμένος στόχος της αραβικής ηγεσίας ήταν να μην εφαρμοστεί η απόφαση του ΟΗΕ.

Στον πόλεμο αυτόν που διήρκησε ως τις 10 Μαρτίου του 1949 οι Άραβες όπως ήταν λογικό διασπάστηκαν και τελικά ηττήθηκαν. Οι φιλοδοξίες των ηγετών κάθε κράτους ήταν διαφορετικές και σε αντίθεση με τους Ισραηλινούς που μετά την τραγωδία που υπέστησαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν ήταν ενωμένοι. Ο συντονισμός των αραβικών στρατιωτικών δυνάμεων, που υστερούσαν και αριθμητικά των ισραηλινών ήταν από την αρχή προβληματικός και παρά τις πρώτες νίκες, εν τέλει απέτυχε.

Ο βασιλιάς Αμπντουλάχ της Υπεριορδανίας επεδίωξε μόνος του τον τερματισμό του πολέμου μέσω απευθείας επαφών με το Ισραήλ, ωστόσο τα υπόλοιπα αραβικά κράτη αντιστάθηκαν και τον Σεπτέμβριο του 1948, προχώρησαν στην εγκαθίδρυση μιας «παν-παλαιστινιακής κυβέρνησης» με έδρα τη Γάζα. Η πλήρης εξάρτηση της νέας αυτής κυβέρνησης από την Αίγυπτο και η προσωρινή διαμάχη ανάμεσα στα δύο αραβικά κράτη ήταν δεδομένο ότι θα έφερνε αποτυχία στο εγχείρημα.

Μέχρι το τέλος του χρόνου η επικράτηση του Ισραήλ, που είχε και την (όχι και τόσο) σιωπηρή υποστήριξη της Δύσης ήταν ολοκληρωτική: η έρημος του Νεγκέβ και η Γαλιλαία είχαν τεθεί υπό τον πλήρη έλεγχο του ισραηλινού στρατού, που πια είχε προχωρήσει τόσο πολύ που κατάφερε να στείλει το μέτωπο εκτός του κράτους του. Από τις αρχές του 1949 τα 5 αραβικά κράτη και το Ισραήλ ξεκίνησαν στη Ρόδο διαπραγματεύσεις για ανακωχή μαζί με τα Ηνωμένα Έθνη.

Τελικώς αυτό που αποφασίστηκε έφερε μια νέα πραγματικότητα για τη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ έφυγε από τη διαμάχη με ακόμα περισσότερα εδάφη (κυρίως με τη μισή Ιερουσαλήμ) από όσα είχε πάρει στο πρώτο σχέδιο του ΟΗΕ. Η Αίγυπτος από τη μεριά της κατέληξε να έχει στην κατοχή της τη Λωρίδα της Γάζας που τότε δημιουργήθηκε. Έως τα τέλη του 1948, περίπου 750.000 Παλαιστίνιοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους και έγιναν πρόσφυγες. Το παλαιστινιακό κράτος, που προέβλεπε η απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1947, τελικά δεν εμφανίστηκε ποτέ στον χάρτη της Μέσης Ανατολής.

Η Συμφωνία Ανακωχής Ισραήλ-Αιγύπτου, στις 24 Φεβρουαρίου 1949, χάραξε τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αιγυπτιακών και ισραηλινών δυνάμεων καθώς και αυτό που έγινε η σημερινή μεθόριος μεταξύ της Λωρίδας της Γάζας και του Ισραήλ. Ο πληθυσμός της Λωρίδας της Γάζας είχε αυξηθεί σημαντικά από μια μεγάλη εισροή Παλαιστίνιων προσφύγων που έφυγαν από το Ισραήλ πριν και κατά τη διάρκεια των μαχών.

Οι Παλαιστίνιοι που ζούσαν στη Λωρίδα της Γάζας ή στην Αίγυπτο εφοδιάστηκαν με παν-παλαιστινιακά διαβατήρια. Από το τέλος του 1949, η κατάσταση των προσφύγων βελτιώθηκε από την UNRWA μια υπηρεσία του ΟΗΕ για την αρωγή και απασχόληση των Παλαιστίνιων προσφύγων. Η Παν-παλαιστινιακή Κυβέρνηση που όπως είπαμε είχε οριστεί από τα αραβικά κράτη πριν από το τέλος του Πολέμου κατηγορήθηκε ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα προσωπείο του αιγυπτιακού ελέγχου, χωρίς καμία επιρροή. Αργότερα, μεταφέρθηκε στο Κάιρο και διαλύθηκε το 1959, με διάταγμα του Gamal Abdel Nasser. Χάρη στη συμφωνία που είδαμε η Αίγυπτος εξακολούθησε να κατέχει τη Λωρίδα της Γάζας μέχρι το 1967.

Τον Μάιο του 1994, μετά τις παλαιστινιακο-ισραηλινές συμφωνίες γνωστές ως Συμφωνίες του Όσλο, έλαβε χώρα μια σταδιακή μεταβίβαση της κρατικής εξουσίας στους Παλαιστίνιους. Μεγάλο μέρος της Λωρίδας (εκτός από τους οικισμούς εποίκων και στρατιωτικών περιοχών) πέρασε κάτω από παλαιστινιακό έλεγχο και σε αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο η διπλωματική ικανότητα του Yasser Arafat, του Πρόεδρου της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Οι ισραηλινές δυνάμεις εγκατέλειψαν την πόλη της Γάζας και τις άλλες αστικές περιοχές που δημιούργησαν και άφησαν στη νέα Παλαιστινιακή Αρχή τη διοίκηση και την αστυνόμευση αυτών των περιοχών. Η Παλαιστινιακή Αρχή, με επικεφαλής τον Arafat, επέλεξε την πόλη της Γάζας ως πρώτη έδρα της, ενώ το Ισραήλ έχτισε τείχος στη Γάζα για την ασφάλεια του κράτους του.

Όσον αφορά τη Λωρίδα της Γάζας, το Ισραήλ θα ήλεγχε τα βόρεια σύνορά της (την περιοχή δηλαδή όπου έγινε η αιματηρή επίθεση από τη Χαμάς), τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της, η Αίγυπτος τα νότια σύνορά της και η Παλαιστίνη το υπόλοιπο κομμάτι.

Για την κακοδιαχείριση της Παλαιστινιακής Αρχής στη Λωρίδα της Γάζας γράφτηκαν πολλά καθώς η διαφθορά κυριαρχούσε στην περιοχή και έδωσε πάτημα στη Χαμάς να αμφισβητήσει την πολιτική εξουσία μετά τον θάνατο του Arafat το 2004. Στις εκλογές για το Παλαιστινιακό Κοινοβούλιο που έγιναν τον Ιανουάριο του 2005, η Χαμάς πήρε την πλειοψηφία με 42,9% του συνόλου των ψήφων και 74 έδρες από τις 132 (56%).

Όταν η Χαμάς ανέλαβε την εξουσία τον επόμενο μήνα, η ισραηλινή κυβέρνηση και οι κυριότεροι παράγοντες της διεθνούς κοινότητας, οι ΗΠΑ και η ΕΕ αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν το δικαίωμά της να ελέγξει την Παλαιστινιακή Αρχή. Η Χαμάς είχε συχνά πυκνά από τότε ακόμη τρομοκρατική δράση και φυσικά είχε ακραία αντισημιτικό λόγο. Το 2006-07 έγινε εμφύλιος ανάμεσα στη Χαμάς και τη Φατάχ με πάνω από 600 νεκρούς Παλαιστίνιους. Η διαμάχη αυτή έληξε με νίκη της Χαμάς η οποία από το 2007 και μετά είχε τον έλεγχο της Λωρίδας της Γάζας.

Σήμερα, έπειτα από χρόνια εχθροπραξιών ανάμεσα σε Ισραήλ και Χαμάς (με τη ζυγαριά των θυμάτων να γέρνει προς την πλευρά των Παλαιστινίων με μεγάλη διαφορά), και δεκαετίες καταπίεσης του Παλαιστινιακού λαού, καθώς και μετά την πρόσφατη αιματηρή επίθεση που οργάνωσε και εκτέλεσε η Χαμάς στο Supernova Festival στο Ισραήλ, η Λωρίδα της Γάζας βρίσκεται για ακόμη μια φορά στο επίκεντρο της διαμάχης και η ζωή των κατοίκων της βρίσκεται σε κίνδυνο.

Νίκος Παπαηλιού

Πηγή: oneman.gr

Κυριακή 18 Ιουνίου 2023

Frank Netter: Ο Μιχαήλ Άγγελος της Ιατρικής...

 

Ο Charles Netter και η Esther Adel Slutsky φεύγουν. Ο πρώτος το 1888 και η δεύτερη δύο χρόνια αργότερα. Η Βίλνα της Πολωνίας (σήμερα Βίλνιους της Λιθουανίας), στην επικράτεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, είναι πλέον κόλαση για τους Εβραίους. Προορισμός τους η Γη της Επαγγελίας. Η Νέα Υόρκη.

Δεν είναι βέβαιο αν γνωρίζονταν ήδη από τη Βίλνα ή αν γνωρίστηκαν στη νέα τους πατρίδα, πάντως παντρεύονται στη Νέα Υόρκη το 1897. Ευτυχής ένωση, όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά και για την ανθρωπότητα. Στις 28 Απριλίου του 1906 φέρνουν στον κόσμο το τρίτο τους παιδί, ένα αγοράκι στο οποίο δίνουν το όνομα Frank Henry. Δεν το φαντάζονται και δεν θα το μάθουν ποτέ, αλλά μόλις έχουν γεννήσει τον Μιχαήλ Άγγελο της Ιατρικής.

Ο μικρός Frank δείχνει από πολύ νωρίς έφεση στη ζωγραφική. Οπλισμένος με μολύβι και χαρτί σκιτσάρει συνεχώς. Αντιγράφει κόμικς και διαφημίσεις, φωτογραφίες και πίνακες. Σχεδόν αμέσως αρχίζει να σκιτσάρει και δικής του έμπνευσης εικόνες. Απεικονίζει σχεδόν τα πάντα: τοπία, οικήματα, πορτραίτα. Η βασική του όμως κλίση είναι ο άνθρωπος. Το ανθρώπινο σώμα. Η στάση του σώματος, η κίνησή του, οι εκφράσεις του προσώπου. Παρατηρεί την ανθρώπινη ανατομία, τις χειρονομίες, τη βάδιση, τις συσπάσεις των προσωπικών μυών.

Οι πελάτες στο μαγαζάκι του πατέρα του, στο οποίο βοηθά ενώ διαβάζει τα μαθήματά του, είναι ό,τι πρέπει. Κλασικό πια και συλλεκτικό, είναι ένα πρωτόλειο σκίτσο της μαμάς του, η οποία είχε αποκοιμηθεί η καημένη πάνω στην καρέκλα, ενώ καθάριζε πατάτες στην κουζίνα της, εξαντλημένη από μια δύσκολη καθημερινότητα. Ο Frank προτίμησε να μην την ξυπνήσει, αλλά να την ζωγραφίσει.

Παίρνει μερικά βασικά μαθήματα από διάφορους δασκάλους, τους οποίους όμως θεωρεί ανυπόφορους και τους εγκαταλείπει. Είναι πλέον φανερό ότι ο μικρός Frank είναι γεννημένος καλλιτέχνης, αλλά ακόμη πιο φανερό είναι ότι έχει αποφασίσει να τραβήξει τον δικό του δρόμο. Ευτυχής εξέλιξη, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για την ανθρωπότητα.

Το 1919, λίγο πριν αρχίσει το Γυμνάσιο, και ενώ η πανδημία γρίπης σαρώνει τη Νέα Υόρκη και όλοι έχουν κάποιον ή κάποιους νεκρούς στην οικογένεια, ο Frank χάνει τον πατέρα του από καρκίνο του παγκρέατος. Εν μέσω θανατικού και πένθους, προσωπικού, οικογενειακού και εθνικού, ο έφηβος Frank Netter έρχεται σε επαφή με την αρρώστια και τον θάνατο. Τραγική συγκυρία, με ευεργετικές όμως μακροπρόθεσμες συνέπειες. Επίσης, ο έφηβος Frank Netter ζει στη Νέα Υόρκη, στην οποία ένα κράμα νέου αίματος (μεταναστών) και άνθισης τεχνών και επιστημών μετατρέπει τον περίγυρο του Frank στο πλέον πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της ιδιοφυούς φύσης του.

Στο Γυμνάσιο διαπρέπει φιλοτεχνώντας το περιοδικό του σχολείου. Αποφασίζει ήδη να σπουδάσει καλές τέχνες, στο μέγιστο δυνατό επίπεδο. Το βασικότερο πρόβλημα σε αυτή του την απόφαση είναι η μητέρα του. Η κυρία Esther θεωρεί τους ζωγράφους και τους λοιπούς εικαστικούς ως τεμπέληδες μαλλιάδες και μουσάτους που μπεκροπίνουν ολημερίς σε σοφίτες χωρίς θέρμανση, παρέα με γυμνά μοντέλα. Αποθαρρύνει τον γιό της και του συστήνει να σπουδάσει κάποια επιστήμη χρήσιμη για τα προς το ζειν, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο.


Ο Frank αναγκάζεται να παρακολουθεί κρυφά τα δωρεάν βραδινά μαθήματα της Σχολής καλών τεχνών της Ακαδημίας και αργότερα, παρά τις αντιδράσεις της μητέρας του, να εγγραφεί στο Κολλέγιο της πόλης της Νέας Υόρκης, το οποίο επίσης δεν χρέωνε δίδακτρα. Το καλοκαίρι του 1924, νέα τραγωδία σχετική με την Ιατρική πλήττει τον Frank: η μητέρα του πεθαίνει από σηψαιμία μετά από μια γυναικολογική επέμβαση ρουτίνας.

Ο Frank είναι τώρα ελεύθερος να ακολουθήσει την κλίση του, ωστόσο ποτέ δεν ξεχνά την «ευχή και κατάρα» της μητέρας του: να κάνει κάτι χρήσιμο για την επιβίωσή του και ταυτόχρονα να προσφέρει στην κοινωνία.

Η ιδέα έχει ωριμάσει μέσα στον νεαρό ζωγράφο. Η καλλιτεχνική του ροπή προς την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος, η βούλησή του να βοηθήσει τον άνθρωπο η οποία απορρέει από τις τραγωδίες υγείας που τον έχουν κατά καιρούς συγκλονίσει, και η επιθυμία της μητέρας του, μπορούν να συνδυαστούν. Το 1927 ο Frank Netter εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Ευτυχής κίνηση, για τον ίδιο και για την ανθρωπότητα.

Ο καθηγητής που εισέρχεται αργά το βράδυ στο εργαστήριο Ανατομίας για να σιγουρευτεί ότι τα πτώματα και τα ανατομικά παρασκευάσματα είναι ασφαλή, βρίσκει τον φοιτητή Frank Netter να τα ζωγραφίζει. Τον επιπλήττει, αλλά μόλις βλέπει τις εικόνες που έχει ζωγραφίσει ο Frank αλλάζει γνώμη.

Πολύ σύντομα οι συμφοιτητές, αλλά και οι καθηγητές του, τού ζητούν ιατρικές και ανατομικές εικόνες κατά παραγγελία. Οι πάντες αναγνωρίζουν ένα πρωτοφανές ταλέντο και η φήμη του διαχέεται.

Ο Frank Netter αποφοιτά και ακολουθεί ειδικότητα χειρουργικής. Οι ικανότητές του απογειώνονται. Γνωρίζει και απεικονίζει την Ανατομία του ανθρώπινου σώματος εκ των έξω και εκ των έσω, όσο κανείς έως τότε. Ζωγραφίζει έγχρωμες ανατομικές εικόνες εκπληκτικής λεπτομέρειας και τεράστιας εκπαιδευτικής αξίας, υπό πρωτόγνωρες γωνίες θέασης και πρωτοφανείς τμηματοποιήσεις. Απεικονίζει επίσης την αγωνία του εμφραγματία, το πρόσωπο του υπερθυρεοειδικού ασθενούς, τους χειρισμούς για την παροχή πρώτων βοηθειών και άλλα πολλά.

Ακολουθεί η απόλυτη επιτυχία. Για το έργο του ενδιαφέρονται αυτοί που έχουν το χρήμα: οι φαρμακοβιομηχανίες. Ciba, Armour Laboratories, Pfizer. Ο Frank Netter προσλαμβάνεται με συμβόλαια και ήδη από τη δεκαετία του 1940 ιατρική απεικόνιση σημαίνει Frank Netter και Frank Netter σημαίνει ιατρική απεικόνιση. To 1948, η Ciba εκδίδει τη «Συλλογή ιατρικών εικόνων» (The Ciba Collection of Medical Illustrations) η οποία γίνεται ανάρπαστη.

Για δεκαετίες δεν υπάρχει ιατρική βιβλιοθήκη που να μην περιέχει έργα του Frank Netter, τοίχος νοσοκομείου, ιατρείου ή υγειονομικής μονάδας που να μην έχει φιλοξενήσει πόστερ με εικόνες του Frank Netter και φοιτητής επιστημών υγείας που να μην αναγνωρίζει αμέσως τον καλλιτέχνη Frank Netter πίσω από κάποιο έργο του, πριν ακόμα δει τη χαρακτηριστική υπογραφή του στη βάση του έργου.

Ας σημειώσει ο αναγνώστης, ότι κατά τα έτη 2001-2015, ο γράφων είχε διακοσμήσει το ιατρείο του αναρτώντας, σε περίοπτη θέση, αυθεντικό πόστερ της Ciba-Geigy, έργο του Netter, που απεικόνιζε «το πεπτικόν σύστημα». Το πόστερ ήταν δώρο παλαιότερου εκλιπόντος πλέον συναδέλφου και μετά το κλείσιμο του ιατρείου το 2015 δωρίστηκε σε νεότερο συνάδελφο. Ο Frank Netter κάποια στιγμή στην καριέρα του, εγκατέλειψε τη μάχιμη ιατρική (χειρουργική) για να αφοσιωθεί απερίσπαστος στον σκοπό πλέον της ζωής του: την ιατρική απεικόνιση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο εκδοτικός οίκος Saunders αγόρασε τα δικαιώματα της «Συλλογής ιατρικών εικόνων» (η οποία στο μεταξύ είχε εμπλουτιστεί) και την εξέδωσε σε μια μνημειώδη έκδοση, με το όνομα του Netter στον τίτλο (The Netter Collection of Medical Illustrations).

Σήμερα, ο κολοσσιαίων διαστάσεων εκδοτικός οίκος Elsevier, στον οποίο έχει περάσει ο οίκος Saunders, όχι μόνο κυκλοφορεί τη συλλογή σε 9 τόμους (14 βιβλία), αλλά διαθέτει και 130 (εκατόν τριάντα) συγγράμματα και εγχειρίδια, στα οποία οι εικόνες του Netter (εμπλουτισμένες από εικόνες σύγχρονων ταλαντούχων γιατρών-ζωγράφων) αποτελούν τη βάση της έκδοσης.

Αυτό σημαίνει όχι μόνο ότι ο Frank Netter έδωσε το έναυσμα για την ίδρυση άτυπης σχολής γιατρών-καλλιτεχνών (ενδεικτικά αναφέρονται οι γιατροί Carlos Machado και John Craig που έχουν συμπληρώσει την τρέχουσα «Συλλογή»), αλλά και ότι διαπρεπείς ιατροί έχουν συγγράψει σύγχρονα ιατρικά βιβλία τα οποία εικονογραφεί μετά θάνατον ο Frank Netter. Προς τιμήν του μάλιστα, τα βιβλία τιτλοφορούνται ως «Netter’s …» και ακολουθεί το αντικείμενο. Για παράδειγμα, οι καθηγητές Stouffer, Runge, Patterson και Rossi έχουν επιμεληθεί την έκδοση του συγγράματος «Netter’s Cardiology» (73 κεφαλαίων και περίπου 600 σελίδων), το οποίο έχει γραφτεί από δεκάδες αναγνωρισμένους καρδιολόγους των ΗΠΑ (τρέχουσα έκδοση η 3η, Elsevier 2019).

Ο Frank Netter απεβίωσε, 17 Σεπτεμβρίου, το 1991.

Οι βασικές πληροφορίες της ανάρτησης προέρχονται από το βιβλίο «Medicine’s Michelangelo – The Life & Art of Frank H. Netter, MD» που έχει γράψει η κόρη του Francine Mary Netter, εκδόσεις Quinnipiac University Press, 2013. Το βιβλίο συστήνεται ένθερμα σε όλους. Γιατροί, καλλιτέχνες και ευρύ κοινό, έχουν μόνο να διδαχθούν από αυτό.

Στη φωτογραφία είναι το περίφημο κρανίο, στο οποίο ο Netter αποδίδει με εκπληκτική λεπτομέρεια και χρώμα τα κρανιακά οστά. Κάτω δεξιά η διάσημη πλέον υπογραφή του.

Πηγή: Παναγ. Χούπας (Ιατρός Παθολόγος) facebook

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Για την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος...

 

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ τον Νοέμβριο του 1918 στον Πειραιά

Με αφορμή τον γιορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς σήμερα, να ένα απόσπασμα από την εξαιρετική μελέτη του Αναστάση Ι. Γκίκα «Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936)». Το κείμενο είναι από το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου και αναφέρεται στην ιστοριογραφία τη σχετική με το ελληνικό εργατικό κίνημα. Θέμα όχι  ιδιαίτερα αναπτυγμένο ούτε και ευρύτερα γνωστό, αλλά πολύ σημαντικό που βοηθάει στην κατανόηση και των γενικότερων ιστορικών φαινομένων και το ρόλο τους στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.


Γύρω από την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Όπως επανειλημμένα έχει ειπωθεί από πολλούς μελετητές στο παρελθόν, η παραγωγή ιστορικής γνώσης γύρω από το εργατικό κίνημα (στη μεσοπολεμική Ελλάδα, αλλά και γενικότερα) είναι είτε «σχεδόν ανύπαρκτη» είτε βρίσκεται ακόμη «σε εμβρυακό στάδιο». Αποτελεί, με άλλα λόγια, μια σχετικά «παραμελημένη ενότητα στην ιστοριογραφία της σύγχρονης Ελλάδας».
Ορισμένοι εντοπίζουν τις ρίζες του προβλήματος στο ότι «το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς δεν ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Μένοντας στο περιθώριο και μην έχοντας τη δυνατότητα να εκφραστεί με τρόπο βίαιο, με συνέπεια τη συνεχή κρατική παρέμβαση για την αναχαίτισή του. Αυτές οι αντιδράσεις και αυτή η μεταχείριση είχαν σαν αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή η «ύλη» σαν κατ’ εξοχήν εκρηκτική και σαν μη ενδεδειγμένο αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας στην Ελλάδα».  Το πρόβλημα, όμως, της ενσωμάτωσης δεν έχει να κάνει με την «ελληνική κοινωνία» γενικά και αόριστα, αλλά πολύ συγκεκριμένα με το αστικό κράτος και την αστική νομιμότητα.
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν έδρασε στο περιθώριο αλλά στο επίκεντρο των ιστορικών εξελίξεων. Βεβαίως δεν υπήρξε ενιαίο: Υπήρξε ο κρατικά ενσωματωμένος και ο ταξικά προσανατολισμένος συνδικαλισμός, «δύο γραμμές σε διαρκή αντιπαράθεση» όπως πολύ εύστοχα υπογράμμισε ο Γ. Μαυρίκος σε σχετική μελέτη […].
Στο σημείο, ωστόσο, στο οποίο συμφωνούμε εν μέρει με την παραπάνω διατυπωθείσα θέση είναι ότι όντως, λόγω της μη ενσωμάτωσής του στο αστικό καθεστώς και ακριβώς εξ αιτίας της ταύτισής του με ένα συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο – δύναμη (δηλαδή το ΚΚΕ ), το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα αποτέλεσε διαχρονικά «εκρηκτική ύλη» για το   ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αντικειμενικές δυσκολίες στην ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού κινήματος, που εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων και γενικότερα πρωτογενών πηγών για την περίοδο και το θέμα που μας ενδιαφέρει.[…]
Μέσα από μια στοιχειώδη επισκόπηση της υπάρχουσας εργατικής – κομμουνιστικής ιστοριογραφίας, μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά αντιλήψεις  και απόψεις γύρω από τους παράγοντες που καθόρισαν ή επηρέασαν καταλυτικά: α) Την οργάνωση (τους λόγους ένταξης σε συλλογικά – οργανωμένα σχήματα πάλης, τις μορφές οργάνωσης κ.λ.π), β) τον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό και, κατά προέκταση, γ) τις τακτικές επιλογές του ελληνικού εργατικού κινήματος στα πρώτα του βήματα. Ορισμένες εξ αυτών έχουν πλέον επικρατήσει ως ευρύτερα αποκρυσταλλωμένες παραδοχές που, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αναπαράγονται από το σύνολο της σχετικής βιβλιογραφίας. Η εισαγωγή αυτή θα αποτελέσει το εφαλτήριο για μια εν συνεχεία διαφορετική και, ελπίζουμε, εποικοδομητική προσέγγιση στη μελέτη του κινήματος της εργατικής τάξης.
Οι πρώτες προσπάθειες καταγραφής της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος από μαρξιστική σκοπιά (όπως του Γ. Κορδάτου ή του Α. Μπεναρόγια) αποτελούν χρήσιμες βιβλιογραφικές πηγές για το μελετητή – ιστορικό, παρά τις όποιες ελλείψεις ή αδυναμίες. Η μαρξιστική μέθοδος έχει κατηγορηθεί συχνά από πολλούς ως αναλυτικά προβληματική, δογματική και στείρα` πως δήθεν περιορίζει περιγραφικά το κίνημα της εργατικής τάξης  ως μια απλή «παρενέργεια» της ανόδου ή παρακμής της υλικής κατάστασης των εργαζομένων. Πρόκειται για μια διαστρέβλωση της μαρξιστικής μεθόδου  που προκύπτει είτε ως προϊόν πολεμικής (στο πλαίσιο της πάλης των ιδεών που είναι σύμφυτη της ταξικής πάλης) είτε λόγω άγνοιας των έργων των «κλασικών» – τουλάχιστον – του μαρξισμού (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν) είτε ως αποτέλεσμα μιας άκριτης αναπαραγωγής συγκεκριμένων στερεότυπων που έχουν καθιερωθεί  στην αστική ακαδημαϊκή σκέψη. Στοιχεία αυτής της πολεμικής μπορεί ενδεχομένως να «πατούν» σε πραγματικές αδυναμίες μαρξιστών ιστορικών που είναι μεν υπαρκτές (αν και πολλές φορές υπερβάλλονται), δεν μπορούν όμως να ανάγονται αυθαίρετα σε «αδυναμίες» του μαρξισμού γενικά.
Ο ιστορικός υλισμός δεν αποτελεί κάποια μηχανιστική, στατική ή οικονομική μέθοδο ανάλυσης. Ούτε ένα προκατασκευασμένο σχήμα, μια συλλογή «αόριστων» ‘η «αφηρημένων» διατυπώσεων. Τουναντίον, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ζωντανή, δημιουργική και διαρκώς αναπτυσσόμενη θεωρία που αντιμετωπίζει την ιστορία ως επιστήμη.
Εξετάζει την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας στην κίνησή της και όχι φωτογραφικά ως στιγμιαίες αποτυπώσεις του παρελθόντος. Αναζητά τους δεσμούς που συνδέουν τις επιμέρους πτυχές της κοινωνικής ζωής, που διατρέχουν τη φαινομενικά χαοτική εναλλαγή των ιστορικών γεγονότων. Μελετά τη φύση και το χαρακτήρα αυτών των δεσμών. Προχωράει πέρα από την καθιερωμένη προσέγγιση της ιστορίας ως μιας απλής απαρίθμησης γεγονότων, ημερομηνιών και προσώπων (κατά κύριο λόγο ηγετικών). Ο ιστορικός υλισμός διεισδύει στην ουσία των φαινομένων αναζητώντας τα γενεσιουργά τους αίτια, τους νόμους που διέπουν την εσωτερική τους λειτουργία, τις αντιθέσεις που περικλείουν, τις συνθέσεις που προκύπτουν κ.λ.π. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται το στοιχείο της ταξικής πάλης και οι κοινωνικές δυνάμεις που πρωταγωνιστούν σε αυτή.

Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
                                           
Σχετικά με την υπόλοιπη ιστοριογραφία: Συχνά συναντάμε την τάση η εργατική τάξη να ταυτίζεται συνολικά με ένα μικρότερο αριθμητικά, αλλά περισσότερο οργανωμένο τμήμα της. Αντίστοιχα, οι αναφορές στο εργατικό κίνημα περιορίζονται συνήθως στους ηγετικούς εκπροσώπους – φορείς του. Ωστόσο, μια προσέγγιση που ξεκινά με αφετηρία τις ανώτερες βαθμίδες των οργανωτικών εκφράσεων και δομών του εργατικού κινήματος (και που σπανίως εκτείνεται παραπέρα) δε δύναται να καλύψει αναλυτικά ή να καταλήξει σε σύνθεση του συνόλου των διεργασιών και των ζυμώσεων που χαρακτήρισαν το κίνημα, που έθεσαν τους όρους και τα όρια της πολιτικής του συμπεριφοράς ή της κοινωνικής του συνείδησης σε επίπεδο βάσης. Μερίδα της βιβλιογραφίας περιστρέφεται γύρω από μια κατά βάση «ανθρωπολογική» αντίληψη της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης στην Ελλάδα. Στις αναλύσεις αυτές, κεντρικό ρόλο στον καθορισμό των πολιτικών πεποιθήσεων των εργαζομένων παίζουν, π.χ. οι δεσμοί οικογένειας και καταγωγής, οι πελατειακές σχέσεις, η δήθεν ιδιαίτερη «φύση» ή «ψυχοσύνθεση» του Έλληνα κ.α. Η ένταξη και συμμετοχή σε συλλογικές δραστηριότητες αντιμετωπίζεται ως το προϊόν στενά ατομικών – συμφεροντολογικών κριτηρίων, τα οποία ορίζονται  στο πλαίσιο οριζόντιων ή κάθετων μηχανισμών ενσωμάτωσης.
Με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται στα στοιχεία της χειραγώγησης και του ελέγχου, οι ιστοριογραφικές αυτές προσεγγίσεις τείνουν να επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στον «επίσημο» συνδικαλισμό, εκείνο δηλαδή που απολάμβανε της έγκρισης κράτους και κεφαλαίου.
Ωστόσο, ήταν ο «ανεπίσημος» συνδικαλισμός, εκείνος που «ακροβατούσε» στα όρια της παρανομίας (ή καλύτερα στα όρια της αστικής νομιμότητας τα οποία συχνά ξεπερνούσε), ο οποίος κατάφερε στην πορεία να αναπτύξει σημαντικό, αυτόνομο από την αστική πολιτική, πλαίσιο θεωρίας και πράξης. Επεξηγηματικά μοντέλα που εξετάζουν το εργατικό κίνημα από τη σκοπιά των «επίσημων» εκπροσώπων του δε διαθέτουν τα αναλυτικά εργαλεία που απαιτούνται για την επεξήγηση κινημάτων τα οποία δραστηριοποιήθηκαν μακριά και έξω από τα επίσημα κανάλια και τις δομές της εξουσίας. Ακολούθως, το κίνημα της εργατικής τάξης, που πρόβαλλε αντίσταση και στον ένα ή τον άλλο βαθμό αμφισβήτησε την ηγεμονία του κυρίαρχου κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος, αντιμετωπίζεται πολλάκις ως δευτερεύον, περιθωριακό, ακόμη και ως μη υπαρκτό.
Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι, μέσα από την ενσωμάτωση του στον κρατικό μηχανισμό, την οικονομική του εξάρτηση και τη χειραγώγηση της ηγεσίας του, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα μετατράπηκε ουσιαστικά σε προέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας, συμβάλλοντας σημαντικά στη διατήρηση του status quo είτε άμεσα (μέσω της υιοθέτησης και προώθησης της άρχουσας πολιτικής) είτε έμμεσα (αμβλύνοντας τις διαχωριστικές γραμμές μέσα στο κίνημα). Γι’ αυτό και η ενσωμάτωση προβάλλεται κατά κανόνα ως ο βασικός παράγοντας πίσω από τη δήθεν «αποτυχία» των Ελλήνων εργαζομένων να οργανώσουν τα συμφέροντά τους ως τάξη αδέσμευτα και ανεξάρτητα από πελατειακά, κομματικά δίκτυα (αστικών κομμάτων εξουσίας) και κυβερνητικές πολιτικές.
Ωστόσο, για ακόμη μια φορά, η διαπίστωση αυτή δεν αφορά το σύνολο του εργατικού κινήματος, αλλά ένα συγκεκριμένο κομμάτι του, αυτό του «επίσημου» συνδικαλισμού.
Το εργατικό κίνημα εμφανίζεται λίγο – πολύ ως μια στιγμιαία εκδήλωση αυθορμητισμού, ως μια προσωρινή σύμπτωση επιμέρους ατομικών συμφερόντων και όχι ως συνειδητή επιλογή για συλλογική δράση στη βάση της ταξικής συνειδητοποίησης. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται γενικά (και αταξικά) ως «πολίτες» με ατομικά συμφέροντα και ανησυχίες. Όχι ως μέλη μιας συγκεκριμένης τάξης με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και αντίστοιχους προβληματισμούς. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ο περιβόητος «ατομισμός» του Έλληνα εργαζόμενου, θεσμοθετημένος ή όχι, τον «απέτρεψε» από το να συγκροτήσει ταξικούς φορείς διεκδίκησης, να διαμορφώσει ταξική συνείδηση ή να αναπτύξει ταξικούς δεσμούς αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του.
Συχνά, προς «απόδειξη» του βαθμού ενσωμάτωσης του ελληνικού εργατικού κινήματος παρατίθενται γεγονότα και αριθμοί, όπως, π.χ. το «πέρασμα» της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (ΓΣΕΕ) στα χέρια των ρεφορμιστών συνδικαλιστών την περίοδο 1926 – 1927, τα χαμηλά ποσοστά των οργανωμένων εργατών στα σωματεία, η μικρή αριθμητική δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος κ.α.[…]
Αναμφισβήτητα, η εξέταση των μεθόδων ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα όμως, δε γίνεται να αγνοούνται οι παράγοντες που συνηγόρησαν στη ριζοσπαστικοποίησή της. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου οι όροι και οι προοπτικές διαμόρφωσης μιας ταξικής πολιτικής από τη μεριά της εργατικής τάξης υποτιμώνται, περιθωριοποιούνται ή αποσιωπώνται παντελώς.
Επίσης, η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στον παράγοντα ενσωμάτωση αποτυγχάνει στην πλειοψηφία της να αναδείξει (σκοπίμως;) πτυχές της που έχουν να κάνουν με την αστική βία, με τη συγκρότηση και ευρεία χρήση κατασταλτικών μηχανισμών όπως η αστυνομία, τα Σώματα Ασφαλείας ή ο στρατός, με στόχο τη συστηματική δίωξη και καταπίεση των ριζοσπαστικών τμημάτων της εργατικής τάξης. Η καταστολή έλαβε πολλές μορφές. Εκφράστηκε, π.χ., με άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις στην οργάνωση και λειτουργία των εργατικών ενώσεων. Με αλλοίωση των αντιπροσωπευτικών οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος. Με συλλήψεις και εκτοπίσεις εργατών ή συνδικαλιστών που ανήκαν ή δραστηριοποιούνταν στα ταξικά συνδικάτα, που ήταν μέλη ή απλά πρόσκειντο στο ΚΚΕ. Με τη φανερή ή κρυφή παρακολούθηση των συνελεύσεων των σωματείων, των εργατικών κέντρων κ.λ.π. Πρόκειται για στοιχεία που συνοδεύουν την ιστορική πορεία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας μας εν πολλοίς και μέχρι σήμερα. Πρέπει, επομένως, να συνυπολογίζονται σε κάθε σχετική έρευνα.
Όπου και όποτε συναντάμε αναφορά στην κρατική παρεμβατικότητα, περιορίζεται συνήθως στον έλεγχο διαφόρων σωματείων και εργατικών στελεχών μέσω των πελατειακών σχέσεων και δικτύων. Παράλληλα, μια σειρά οργανισμοί που συστάθηκαν με πρωτοβουλία των Αρχών, όπως για παράδειγμα η Εργατική Εστία, η Επιθεώρηση Εργασίας κ.α. αγνοούνται εν πολλοίς ως προς το ρόλο που διαδραμάτισαν στην οικονομική και διοικητική ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η αυτόματη σύνδεση αιτίας και αποτελέσματος, που συχνά επιχειρείται ή λαμβάνεται ως δεδομένη μεταξύ της ύφεσης ή της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας (ντόπιας και διεθνούς) από τη μια και της τάσης ριζοσπαστικοποίησης ή συντηρητικοποίησης της εργατικής τάξης από την άλλη αντίστοιχα, αποτελεί μια μάλλον υπεραπλουστευμένη, μηχανιστική προσέγγιση του όλου ζητήματος. Και όμως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αρκούνται στην υιοθέτηση μιας υποθετικής φόρμουλας του τύπου «οικονομική κρίση + εργατική τάξη = κομμουνισμός» ως βάσης για την παραπέρα ανάπτυξη της προβληματικής τους. Τέτοιες υποθέσεις δεν επιτρέπουν την εμβάθυνση στην ουσία των διεργασιών που συντέλεσαν στις όποιες ιδεολογικοπολιτικές μετατοπίσεις στις γραμμές του εργατικού κινήματος.
Πολλές έρευνες επικεντρώνονται υπερβολικά στη μελέτη δομών και θεσμών, σε πρόσωπα – κλειδιά ή ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξουσία (ή που διεκδικούν έστω ορισμένο μερίδιο και ρόλο στη διαχείρισή της.) Κατά συνέπεια εκτοπίζουν από το ιστορικό προσκήνιο το λαϊκό παράγοντα. Υποβαθμίζουν ή διαγράφουν εντελώς τις ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις ως ιστορικά υποκείμενα. Θέτουν εκτός «εικόνας» τις συνθήκες εκείνες υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι οδηγήθηκαν – ατομικά ή συλλογικά – στη συνειδητοποίηση της δύναμής τους, θέτοντας προοδευτικά ζητήματα ανατροπής της κυρίαρχης εξουσίας και μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Μηδαμινή αναφορά γίνεται συνήθως στην εμπειρία της παραγωγικής διαδικασίας, στις ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εκεί όπου οι εργάτες ζούσαν και εργάζονταν, ως συστατικά στοιχεία μιας αναδυόμενης ταξικής ταυτότητας. Ως «πρώτες ύλες» στη δημιουργία δεσμών αλληλεγγύης στις γραμμές της εργατικής τάξης. Πρόκειται για παράγοντες που συνέδραμαν σημαντικά στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης και συμπεριφοράς των εργαζομένων, που σημάδεψαν τις διεργασίες στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, καθώς αυτό προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί ως τάξη και ως πολιτικό υποκείμενο.
Τέλος, για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδεολογικοπολιτικές παρακαταθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας και του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», δηλαδή με την εξέλιξη της ταξικής πάλης στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, ο αντικομμουνισμός – άλλοτε χυδαίος, άλλοτε πιο «εκλεπτυσμένος» – υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της σχετικής βιβλιοπαραγωγής. Η προσπάθεια δαιμονοποίησης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην αστική ιστοριογραφία δεν αποτελεί, βεβαίως, έκπληξη. Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, η αντιπαράθεση στο επίπεδο των ιδεών λαμβάνει σαφώς μεγαλύτερες διαστάσεις.
Σε γενικές γραμμές, η κρατούσα ιστοριογραφία α) περιορίστηκε σε μια απλή αναπαραγωγή («επιβεβαίωση») μιας σειράς προκατασκευασμένων συμπερασμάτων που βρίσκονταν σε απόλυτη σύμπνοια με την κυρίαρχη εκδοχή του παρελθόντος, β) στάθηκε μεροληπτικά ενάντια στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, αντιμετωπίζοντάς το ως «περιθωριακό» ή «ακραίο», προϊόν της «μιζέριας» ή της «άγνοιας» της εργατικής τάξης κ.λ.π., γ) διαστρέβλωσε το χαρακτήρα, τη δράση και τους σκοπούς του, δ) άντλησε μονομερώς τις πηγές της, μην αξιολογώντας την ταξική προέλευση ή σκοπιμότητα της εκάστοτε πληροφορίας, απαξιώνοντας τις αναλύσεις , τη γραπτή και προφορική παράδοση της «άλλης πλευράς».
Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι αστοί ιστοριογράφοι που έφτασαν στο σημείο να αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Επομένως, ο μελετητής ιστορικός – ιδιαίτερα της πολιτικής ιστορίας ή της ιστορίας του εργατικού κινήματος – δεν πρέπει να λησμονά το γεγονός ότι η παραγωγή γνώσης αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν των κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων και συγκρούσεων της εποχής όπου συντελείται. (σελ. 21 – 30)

gikas3 
Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936). Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010













Πηγή: ofisofi.blogspot.com