Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Για την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος...

 

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ τον Νοέμβριο του 1918 στον Πειραιά

Με αφορμή τον γιορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς σήμερα, να ένα απόσπασμα από την εξαιρετική μελέτη του Αναστάση Ι. Γκίκα «Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936)». Το κείμενο είναι από το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου και αναφέρεται στην ιστοριογραφία τη σχετική με το ελληνικό εργατικό κίνημα. Θέμα όχι  ιδιαίτερα αναπτυγμένο ούτε και ευρύτερα γνωστό, αλλά πολύ σημαντικό που βοηθάει στην κατανόηση και των γενικότερων ιστορικών φαινομένων και το ρόλο τους στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.


Γύρω από την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Όπως επανειλημμένα έχει ειπωθεί από πολλούς μελετητές στο παρελθόν, η παραγωγή ιστορικής γνώσης γύρω από το εργατικό κίνημα (στη μεσοπολεμική Ελλάδα, αλλά και γενικότερα) είναι είτε «σχεδόν ανύπαρκτη» είτε βρίσκεται ακόμη «σε εμβρυακό στάδιο». Αποτελεί, με άλλα λόγια, μια σχετικά «παραμελημένη ενότητα στην ιστοριογραφία της σύγχρονης Ελλάδας».
Ορισμένοι εντοπίζουν τις ρίζες του προβλήματος στο ότι «το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς δεν ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Μένοντας στο περιθώριο και μην έχοντας τη δυνατότητα να εκφραστεί με τρόπο βίαιο, με συνέπεια τη συνεχή κρατική παρέμβαση για την αναχαίτισή του. Αυτές οι αντιδράσεις και αυτή η μεταχείριση είχαν σαν αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή η «ύλη» σαν κατ’ εξοχήν εκρηκτική και σαν μη ενδεδειγμένο αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας στην Ελλάδα».  Το πρόβλημα, όμως, της ενσωμάτωσης δεν έχει να κάνει με την «ελληνική κοινωνία» γενικά και αόριστα, αλλά πολύ συγκεκριμένα με το αστικό κράτος και την αστική νομιμότητα.
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν έδρασε στο περιθώριο αλλά στο επίκεντρο των ιστορικών εξελίξεων. Βεβαίως δεν υπήρξε ενιαίο: Υπήρξε ο κρατικά ενσωματωμένος και ο ταξικά προσανατολισμένος συνδικαλισμός, «δύο γραμμές σε διαρκή αντιπαράθεση» όπως πολύ εύστοχα υπογράμμισε ο Γ. Μαυρίκος σε σχετική μελέτη […].
Στο σημείο, ωστόσο, στο οποίο συμφωνούμε εν μέρει με την παραπάνω διατυπωθείσα θέση είναι ότι όντως, λόγω της μη ενσωμάτωσής του στο αστικό καθεστώς και ακριβώς εξ αιτίας της ταύτισής του με ένα συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο – δύναμη (δηλαδή το ΚΚΕ ), το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα αποτέλεσε διαχρονικά «εκρηκτική ύλη» για το   ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αντικειμενικές δυσκολίες στην ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού κινήματος, που εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων και γενικότερα πρωτογενών πηγών για την περίοδο και το θέμα που μας ενδιαφέρει.[…]
Μέσα από μια στοιχειώδη επισκόπηση της υπάρχουσας εργατικής – κομμουνιστικής ιστοριογραφίας, μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά αντιλήψεις  και απόψεις γύρω από τους παράγοντες που καθόρισαν ή επηρέασαν καταλυτικά: α) Την οργάνωση (τους λόγους ένταξης σε συλλογικά – οργανωμένα σχήματα πάλης, τις μορφές οργάνωσης κ.λ.π), β) τον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό και, κατά προέκταση, γ) τις τακτικές επιλογές του ελληνικού εργατικού κινήματος στα πρώτα του βήματα. Ορισμένες εξ αυτών έχουν πλέον επικρατήσει ως ευρύτερα αποκρυσταλλωμένες παραδοχές που, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αναπαράγονται από το σύνολο της σχετικής βιβλιογραφίας. Η εισαγωγή αυτή θα αποτελέσει το εφαλτήριο για μια εν συνεχεία διαφορετική και, ελπίζουμε, εποικοδομητική προσέγγιση στη μελέτη του κινήματος της εργατικής τάξης.
Οι πρώτες προσπάθειες καταγραφής της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος από μαρξιστική σκοπιά (όπως του Γ. Κορδάτου ή του Α. Μπεναρόγια) αποτελούν χρήσιμες βιβλιογραφικές πηγές για το μελετητή – ιστορικό, παρά τις όποιες ελλείψεις ή αδυναμίες. Η μαρξιστική μέθοδος έχει κατηγορηθεί συχνά από πολλούς ως αναλυτικά προβληματική, δογματική και στείρα` πως δήθεν περιορίζει περιγραφικά το κίνημα της εργατικής τάξης  ως μια απλή «παρενέργεια» της ανόδου ή παρακμής της υλικής κατάστασης των εργαζομένων. Πρόκειται για μια διαστρέβλωση της μαρξιστικής μεθόδου  που προκύπτει είτε ως προϊόν πολεμικής (στο πλαίσιο της πάλης των ιδεών που είναι σύμφυτη της ταξικής πάλης) είτε λόγω άγνοιας των έργων των «κλασικών» – τουλάχιστον – του μαρξισμού (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν) είτε ως αποτέλεσμα μιας άκριτης αναπαραγωγής συγκεκριμένων στερεότυπων που έχουν καθιερωθεί  στην αστική ακαδημαϊκή σκέψη. Στοιχεία αυτής της πολεμικής μπορεί ενδεχομένως να «πατούν» σε πραγματικές αδυναμίες μαρξιστών ιστορικών που είναι μεν υπαρκτές (αν και πολλές φορές υπερβάλλονται), δεν μπορούν όμως να ανάγονται αυθαίρετα σε «αδυναμίες» του μαρξισμού γενικά.
Ο ιστορικός υλισμός δεν αποτελεί κάποια μηχανιστική, στατική ή οικονομική μέθοδο ανάλυσης. Ούτε ένα προκατασκευασμένο σχήμα, μια συλλογή «αόριστων» ‘η «αφηρημένων» διατυπώσεων. Τουναντίον, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ζωντανή, δημιουργική και διαρκώς αναπτυσσόμενη θεωρία που αντιμετωπίζει την ιστορία ως επιστήμη.
Εξετάζει την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας στην κίνησή της και όχι φωτογραφικά ως στιγμιαίες αποτυπώσεις του παρελθόντος. Αναζητά τους δεσμούς που συνδέουν τις επιμέρους πτυχές της κοινωνικής ζωής, που διατρέχουν τη φαινομενικά χαοτική εναλλαγή των ιστορικών γεγονότων. Μελετά τη φύση και το χαρακτήρα αυτών των δεσμών. Προχωράει πέρα από την καθιερωμένη προσέγγιση της ιστορίας ως μιας απλής απαρίθμησης γεγονότων, ημερομηνιών και προσώπων (κατά κύριο λόγο ηγετικών). Ο ιστορικός υλισμός διεισδύει στην ουσία των φαινομένων αναζητώντας τα γενεσιουργά τους αίτια, τους νόμους που διέπουν την εσωτερική τους λειτουργία, τις αντιθέσεις που περικλείουν, τις συνθέσεις που προκύπτουν κ.λ.π. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται το στοιχείο της ταξικής πάλης και οι κοινωνικές δυνάμεις που πρωταγωνιστούν σε αυτή.

Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
                                           
Σχετικά με την υπόλοιπη ιστοριογραφία: Συχνά συναντάμε την τάση η εργατική τάξη να ταυτίζεται συνολικά με ένα μικρότερο αριθμητικά, αλλά περισσότερο οργανωμένο τμήμα της. Αντίστοιχα, οι αναφορές στο εργατικό κίνημα περιορίζονται συνήθως στους ηγετικούς εκπροσώπους – φορείς του. Ωστόσο, μια προσέγγιση που ξεκινά με αφετηρία τις ανώτερες βαθμίδες των οργανωτικών εκφράσεων και δομών του εργατικού κινήματος (και που σπανίως εκτείνεται παραπέρα) δε δύναται να καλύψει αναλυτικά ή να καταλήξει σε σύνθεση του συνόλου των διεργασιών και των ζυμώσεων που χαρακτήρισαν το κίνημα, που έθεσαν τους όρους και τα όρια της πολιτικής του συμπεριφοράς ή της κοινωνικής του συνείδησης σε επίπεδο βάσης. Μερίδα της βιβλιογραφίας περιστρέφεται γύρω από μια κατά βάση «ανθρωπολογική» αντίληψη της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης στην Ελλάδα. Στις αναλύσεις αυτές, κεντρικό ρόλο στον καθορισμό των πολιτικών πεποιθήσεων των εργαζομένων παίζουν, π.χ. οι δεσμοί οικογένειας και καταγωγής, οι πελατειακές σχέσεις, η δήθεν ιδιαίτερη «φύση» ή «ψυχοσύνθεση» του Έλληνα κ.α. Η ένταξη και συμμετοχή σε συλλογικές δραστηριότητες αντιμετωπίζεται ως το προϊόν στενά ατομικών – συμφεροντολογικών κριτηρίων, τα οποία ορίζονται  στο πλαίσιο οριζόντιων ή κάθετων μηχανισμών ενσωμάτωσης.
Με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται στα στοιχεία της χειραγώγησης και του ελέγχου, οι ιστοριογραφικές αυτές προσεγγίσεις τείνουν να επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στον «επίσημο» συνδικαλισμό, εκείνο δηλαδή που απολάμβανε της έγκρισης κράτους και κεφαλαίου.
Ωστόσο, ήταν ο «ανεπίσημος» συνδικαλισμός, εκείνος που «ακροβατούσε» στα όρια της παρανομίας (ή καλύτερα στα όρια της αστικής νομιμότητας τα οποία συχνά ξεπερνούσε), ο οποίος κατάφερε στην πορεία να αναπτύξει σημαντικό, αυτόνομο από την αστική πολιτική, πλαίσιο θεωρίας και πράξης. Επεξηγηματικά μοντέλα που εξετάζουν το εργατικό κίνημα από τη σκοπιά των «επίσημων» εκπροσώπων του δε διαθέτουν τα αναλυτικά εργαλεία που απαιτούνται για την επεξήγηση κινημάτων τα οποία δραστηριοποιήθηκαν μακριά και έξω από τα επίσημα κανάλια και τις δομές της εξουσίας. Ακολούθως, το κίνημα της εργατικής τάξης, που πρόβαλλε αντίσταση και στον ένα ή τον άλλο βαθμό αμφισβήτησε την ηγεμονία του κυρίαρχου κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος, αντιμετωπίζεται πολλάκις ως δευτερεύον, περιθωριακό, ακόμη και ως μη υπαρκτό.
Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι, μέσα από την ενσωμάτωση του στον κρατικό μηχανισμό, την οικονομική του εξάρτηση και τη χειραγώγηση της ηγεσίας του, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα μετατράπηκε ουσιαστικά σε προέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας, συμβάλλοντας σημαντικά στη διατήρηση του status quo είτε άμεσα (μέσω της υιοθέτησης και προώθησης της άρχουσας πολιτικής) είτε έμμεσα (αμβλύνοντας τις διαχωριστικές γραμμές μέσα στο κίνημα). Γι’ αυτό και η ενσωμάτωση προβάλλεται κατά κανόνα ως ο βασικός παράγοντας πίσω από τη δήθεν «αποτυχία» των Ελλήνων εργαζομένων να οργανώσουν τα συμφέροντά τους ως τάξη αδέσμευτα και ανεξάρτητα από πελατειακά, κομματικά δίκτυα (αστικών κομμάτων εξουσίας) και κυβερνητικές πολιτικές.
Ωστόσο, για ακόμη μια φορά, η διαπίστωση αυτή δεν αφορά το σύνολο του εργατικού κινήματος, αλλά ένα συγκεκριμένο κομμάτι του, αυτό του «επίσημου» συνδικαλισμού.
Το εργατικό κίνημα εμφανίζεται λίγο – πολύ ως μια στιγμιαία εκδήλωση αυθορμητισμού, ως μια προσωρινή σύμπτωση επιμέρους ατομικών συμφερόντων και όχι ως συνειδητή επιλογή για συλλογική δράση στη βάση της ταξικής συνειδητοποίησης. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται γενικά (και αταξικά) ως «πολίτες» με ατομικά συμφέροντα και ανησυχίες. Όχι ως μέλη μιας συγκεκριμένης τάξης με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και αντίστοιχους προβληματισμούς. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ο περιβόητος «ατομισμός» του Έλληνα εργαζόμενου, θεσμοθετημένος ή όχι, τον «απέτρεψε» από το να συγκροτήσει ταξικούς φορείς διεκδίκησης, να διαμορφώσει ταξική συνείδηση ή να αναπτύξει ταξικούς δεσμούς αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του.
Συχνά, προς «απόδειξη» του βαθμού ενσωμάτωσης του ελληνικού εργατικού κινήματος παρατίθενται γεγονότα και αριθμοί, όπως, π.χ. το «πέρασμα» της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (ΓΣΕΕ) στα χέρια των ρεφορμιστών συνδικαλιστών την περίοδο 1926 – 1927, τα χαμηλά ποσοστά των οργανωμένων εργατών στα σωματεία, η μικρή αριθμητική δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος κ.α.[…]
Αναμφισβήτητα, η εξέταση των μεθόδων ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα όμως, δε γίνεται να αγνοούνται οι παράγοντες που συνηγόρησαν στη ριζοσπαστικοποίησή της. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου οι όροι και οι προοπτικές διαμόρφωσης μιας ταξικής πολιτικής από τη μεριά της εργατικής τάξης υποτιμώνται, περιθωριοποιούνται ή αποσιωπώνται παντελώς.
Επίσης, η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στον παράγοντα ενσωμάτωση αποτυγχάνει στην πλειοψηφία της να αναδείξει (σκοπίμως;) πτυχές της που έχουν να κάνουν με την αστική βία, με τη συγκρότηση και ευρεία χρήση κατασταλτικών μηχανισμών όπως η αστυνομία, τα Σώματα Ασφαλείας ή ο στρατός, με στόχο τη συστηματική δίωξη και καταπίεση των ριζοσπαστικών τμημάτων της εργατικής τάξης. Η καταστολή έλαβε πολλές μορφές. Εκφράστηκε, π.χ., με άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις στην οργάνωση και λειτουργία των εργατικών ενώσεων. Με αλλοίωση των αντιπροσωπευτικών οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος. Με συλλήψεις και εκτοπίσεις εργατών ή συνδικαλιστών που ανήκαν ή δραστηριοποιούνταν στα ταξικά συνδικάτα, που ήταν μέλη ή απλά πρόσκειντο στο ΚΚΕ. Με τη φανερή ή κρυφή παρακολούθηση των συνελεύσεων των σωματείων, των εργατικών κέντρων κ.λ.π. Πρόκειται για στοιχεία που συνοδεύουν την ιστορική πορεία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας μας εν πολλοίς και μέχρι σήμερα. Πρέπει, επομένως, να συνυπολογίζονται σε κάθε σχετική έρευνα.
Όπου και όποτε συναντάμε αναφορά στην κρατική παρεμβατικότητα, περιορίζεται συνήθως στον έλεγχο διαφόρων σωματείων και εργατικών στελεχών μέσω των πελατειακών σχέσεων και δικτύων. Παράλληλα, μια σειρά οργανισμοί που συστάθηκαν με πρωτοβουλία των Αρχών, όπως για παράδειγμα η Εργατική Εστία, η Επιθεώρηση Εργασίας κ.α. αγνοούνται εν πολλοίς ως προς το ρόλο που διαδραμάτισαν στην οικονομική και διοικητική ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η αυτόματη σύνδεση αιτίας και αποτελέσματος, που συχνά επιχειρείται ή λαμβάνεται ως δεδομένη μεταξύ της ύφεσης ή της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας (ντόπιας και διεθνούς) από τη μια και της τάσης ριζοσπαστικοποίησης ή συντηρητικοποίησης της εργατικής τάξης από την άλλη αντίστοιχα, αποτελεί μια μάλλον υπεραπλουστευμένη, μηχανιστική προσέγγιση του όλου ζητήματος. Και όμως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αρκούνται στην υιοθέτηση μιας υποθετικής φόρμουλας του τύπου «οικονομική κρίση + εργατική τάξη = κομμουνισμός» ως βάσης για την παραπέρα ανάπτυξη της προβληματικής τους. Τέτοιες υποθέσεις δεν επιτρέπουν την εμβάθυνση στην ουσία των διεργασιών που συντέλεσαν στις όποιες ιδεολογικοπολιτικές μετατοπίσεις στις γραμμές του εργατικού κινήματος.
Πολλές έρευνες επικεντρώνονται υπερβολικά στη μελέτη δομών και θεσμών, σε πρόσωπα – κλειδιά ή ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξουσία (ή που διεκδικούν έστω ορισμένο μερίδιο και ρόλο στη διαχείρισή της.) Κατά συνέπεια εκτοπίζουν από το ιστορικό προσκήνιο το λαϊκό παράγοντα. Υποβαθμίζουν ή διαγράφουν εντελώς τις ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις ως ιστορικά υποκείμενα. Θέτουν εκτός «εικόνας» τις συνθήκες εκείνες υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι οδηγήθηκαν – ατομικά ή συλλογικά – στη συνειδητοποίηση της δύναμής τους, θέτοντας προοδευτικά ζητήματα ανατροπής της κυρίαρχης εξουσίας και μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Μηδαμινή αναφορά γίνεται συνήθως στην εμπειρία της παραγωγικής διαδικασίας, στις ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εκεί όπου οι εργάτες ζούσαν και εργάζονταν, ως συστατικά στοιχεία μιας αναδυόμενης ταξικής ταυτότητας. Ως «πρώτες ύλες» στη δημιουργία δεσμών αλληλεγγύης στις γραμμές της εργατικής τάξης. Πρόκειται για παράγοντες που συνέδραμαν σημαντικά στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης και συμπεριφοράς των εργαζομένων, που σημάδεψαν τις διεργασίες στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, καθώς αυτό προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί ως τάξη και ως πολιτικό υποκείμενο.
Τέλος, για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδεολογικοπολιτικές παρακαταθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας και του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», δηλαδή με την εξέλιξη της ταξικής πάλης στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, ο αντικομμουνισμός – άλλοτε χυδαίος, άλλοτε πιο «εκλεπτυσμένος» – υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της σχετικής βιβλιοπαραγωγής. Η προσπάθεια δαιμονοποίησης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην αστική ιστοριογραφία δεν αποτελεί, βεβαίως, έκπληξη. Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, η αντιπαράθεση στο επίπεδο των ιδεών λαμβάνει σαφώς μεγαλύτερες διαστάσεις.
Σε γενικές γραμμές, η κρατούσα ιστοριογραφία α) περιορίστηκε σε μια απλή αναπαραγωγή («επιβεβαίωση») μιας σειράς προκατασκευασμένων συμπερασμάτων που βρίσκονταν σε απόλυτη σύμπνοια με την κυρίαρχη εκδοχή του παρελθόντος, β) στάθηκε μεροληπτικά ενάντια στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, αντιμετωπίζοντάς το ως «περιθωριακό» ή «ακραίο», προϊόν της «μιζέριας» ή της «άγνοιας» της εργατικής τάξης κ.λ.π., γ) διαστρέβλωσε το χαρακτήρα, τη δράση και τους σκοπούς του, δ) άντλησε μονομερώς τις πηγές της, μην αξιολογώντας την ταξική προέλευση ή σκοπιμότητα της εκάστοτε πληροφορίας, απαξιώνοντας τις αναλύσεις , τη γραπτή και προφορική παράδοση της «άλλης πλευράς».
Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι αστοί ιστοριογράφοι που έφτασαν στο σημείο να αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Επομένως, ο μελετητής ιστορικός – ιδιαίτερα της πολιτικής ιστορίας ή της ιστορίας του εργατικού κινήματος – δεν πρέπει να λησμονά το γεγονός ότι η παραγωγή γνώσης αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν των κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων και συγκρούσεων της εποχής όπου συντελείται. (σελ. 21 – 30)

gikas3 
Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936). Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010













Πηγή: ofisofi.blogspot.com

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Η μεγάλη απεργία της Θεσσαλονίκης του '36 και ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου

Ο ματωμένος Μάης του '36 - Αφιέρωμα - Σαν Σήμερα .gr 

Θεσσαλονίκη 9 -11 Μαΐου 1936.  Στα τέλη Απριλίου του 1936 οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κατέβηκαν σε απεργία διαρκείας με αιτήματα την αύξηση των ημερομισθίων, βελτίωση των παροχών του Ταμείου Ασφαλίσεως Καπνεργατών καθώς και πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες.
Το κυριότερο αίτημα ήταν η εφαρμογή της σύμβασης του 1924 που προέβλεπε ότι ο μέσος όρος του ημερομισθίου των καπνεργατών θα έπρεπε να αντιστοιχεί σε 8 χρυσές δραχμές. Μετά το 1931 και εκμεταλλευόμενοι την μεγάλη ανεργία οι καπνέμποροι είχαν κατεβάσει τα μεροκάματα σε εξευτελιστικά επίπεδα.
Το 1936 όταν το μεροκάματο έπρεπε να είναι 140-150 δραχμές πλήρωναν 35 με 40 και με ψευτοαυξήσεις έφθανε τις 75 με 80 δραχμές. Το Καπνεργατικό Συνέδριο τότε είχε αποφασίσει να διεκδικήσει μεροκάματο 120-135 δραχμές, αλλά οι βιομήχανοι και οι έμποροι είπαν ότι δεν δίνουν πάνω από 80. Ακόμα, λόγω της ανεργίας πολλοί εργάτες και κυρίως γυναίκες δούλευαν δωρεάν για να τους επικολλούνται τα ένσημα του Ταμείου και να μην χάσουν την περίθαλψη. Η απεργία επεκτάθηκε αμέσως σε όλα τα καπνομάγαζα της Θεσσαλονίκης και κατόπιν στις Σέρρες, Λαγκαδά, Βόλο, Δράμα, Ξάνθη, Καρδίτσα και κατόπιν σε όλη την χώρα.
Η κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά που ακόμα δεν είχε επιβάλλει την δικτατορία, ακολουθούσε παρελκυστική τακτική υποσχόμενη στους απεργούς ότι θα ικανοποιήσει τα αιτήματα τους και προετοιμαζόμενη ταυτόχρονα για την βίαιη καταστολή της απεργίας.
Στις 7 Μαΐου σημειώθηκαν στον Βόλο αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και απεργών. Σε πολλές πόλεις προκηρύχθηκαν πανεργατικές απεργίες αλληλεγγύης και ο αριθμός των απεργών σε όλη την Ελλάδα ξεπέρασε τις 50.000.


Στις 8 Μαΐου, η Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, με προκήρυξή της καλούσε σε απεργίες αλληλεγγύης. Την ίδια μέρα 7.000 απεργοί στην Θεσσαλονίκη συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία του σωματείου τους και αφού ενέκριναν το ψήφισμα που ζητούσε άμεση επίλυση των αιτημάτων τους, ξεκίνησαν προς την Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος.
Στην Εγνατία μεγάλες δυνάμεις Χωροφυλακής, πεζής και έφιππης, στρατού και αντλιών προσπάθησαν να τους εμποδίσουν. Οι απεργοί κατόρθωσαν να σπάσουν την ζώνη και τότε η Χωροφυλακή επιτέθηκε με λύσσα. Οι εργάτες προσπαθούν να αμυνθούν με τούβλα, πέτρες και ξύλα και η Χωροφυλακή αρχίζει να πυροβολεί στο ψαχνό.
Την ίδια ώρα σε άλλα σημεία της Θεσσαλονίκης σημειώνονται και άλλες συγκρούσεις απεργών και Χωροφυλακής. Μεγάλες ομάδες απεργών συγκεντρώνονται στην Γενική Διοίκηση όπου οι επικεφαλής διατάσσουν τον στρατό να επιτεθεί. Δεν κινείται κανένας. Η Χωροφυλακή μόνο επιτέθηκε ξανά με λύσσα.
Όλοι οι συνοικισμοί της Θεσσαλονίκης είναι ανάστατοι. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν ακατάπαυστα. Κόσμος κατεβαίνει στο κέντρο. Το βράδυ της 8ης Μαΐου, οι αυτοκινητιστές, οι τροχιοδρομικοί, οι εργάτες ηλεκτρισμού, οι φορτοεκφορτωτές, οι λιμενεργάτες και οι σιδηροδρομικοί Βορείου Ελλάδος κηρύσσουν απεργίες σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Η κυβέρνηση προτείνει αύξηση ημερομισθίων. Η αύξηση είναι πενιχρή και απορρίπτεται. Το ίδιο βράδυ η κυβέρνηση αποφασίζει επιστράτευση τροχιοδρομικών και σιδηροδρομικών.
Το ξημέρωμα της 9ης Μαΐου, βρίσκει την Θεσσαλονίκη νεκρή από κάθε επαγγελματική δραστηριότητα καθώς απεργία έχουν κηρύξει και οι έμποροι με τους βιοτέχνες. Η πόλη στρατοκρατείται και οι επιθέσεις της Αστυνομίας έχουν ξεκινήσει από νωρίς. Στις 10.30 το πρωί πέρασε από την οδό Εγνατίας αυτοκίνητο της Χωροφυλακής με συλληφθέντες αυτοκινητιστές. Όταν το αυτοκίνητο φθάνει κοντά στο σωματείο, όλοι οι οδηγοί και εισπράκτορες που ήταν εκεί όρμησαν και απελευθέρωσαν τους συναδέλφους τους. Η έφιππη Χωροφυλακή επιτέθηκε και οι απεργοί αμύνθηκαν με τούβλα και πέτρες. Αποκρούουν πέντε επιθέσεις των χωροφυλάκων και συμπτύσσονται. Η Χωροφυλακή επιτίθεται ξανά να τους διαλύσει και αρχίζει αληθινή μάχη. Στήνονται οδοφράγματα. Αστυνομικοί με πολιτικά ανεβαίνουν στα γύρω κτίρια και πυροβολούν. Ο οδηγός Τάσος Τούσης πέφτει νεκρός.
Η δολοφονία του έδωσε το σύνθημα για την μεγάλη διαδήλωση. Ενώ οι υπερασπιστές των οδοφραγμάτων συμπτύσσονται κάτω από την πίεση, χιλιάδες διαδηλωτές ξεπηδούν από όλες τις γωνίες των κεντρικών δρόμων. Ξηλώνουν μια πόρτα και βάζουν πάνω της το νεκρό εργάτη. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν ξανά στους συνοικισμούς. Χιλιάδες άνθρωποι κατεβαίνουν στο κέντρο με το σύνθημα κάτω οι δολοφόνοι. Η Χωροφυλακή παίρνει τα όπλα από τους στρατιώτες και ρίχνει στο ψαχνό. Παντού βογγητά και άγριες φωνές. Οι στρατιώτες όρμησαν να αναχαιτίσουν τους λυσσασμένους χωροφύλακες. Η μάχη κράτησε 4 ώρες. 9 νεκροί και 300 τραυματίες.

Στις 3 το απόγευμα ο διοικητής του Γ Σώματος Στρατού Ζέππος κήρυξε στρατιωτικό νόμο. 2 ώρες αργότερα ο λαός ξαναέσπασε την «νομιμότητα» του Μεταξά και του Ζέππου και συγκρότησε νέες διαδηλώσεις. «Κάτω οι δολοφόνοι», «Κάτω ο Μεταξάς» φωνάζει και τραγουδώντας το «Πένθιμο εμβατήριο» βαδίζει προς το Διοικητήριο, ενώ ενώνονται μαζί του και οι στρατιωτικές περίπολοι.
Να φύγει η κυβέρνηση Μεταξά που πνίγει την χώρα στο αίμα και οδηγεί στο γκρεμό του αφανισμού διακηρύσσει η ΚΕ του ΚΚΕ.
Στις 10 Μαΐου φθάνουν στην Θεσσαλονίκη αντιτορπιλικά και ένα σύνταγμα πεζικού από την Λάρισα. Ο στρατηγός Ζέππος γίνεται τώρα αδιάλλακτος. Στις 10 Μαΐου όλη η Θεσσαλονίκη συμμετέχει στην κηδεία των θυμάτων. Στους δρόμους ο λαός συναδελφώνεται με τον στρατό. Οι φαντάροι των περιπόλων με δάκρυα στα μάτια αγκαλιάζονται με τους πολίτες. Οι χωροφύλακες είναι κλεισμένοι στα τμήματα που τα φρουρεί ο στρατός. Το πλήθος λιθοβολεί την Ασφάλεια και το Α’ Αστυνομικό Τμήμα. Στις 12 Μαΐου επέρχεται συμφωνία καπνεργατών καπνεμπόρων και γίνεται δεκτό το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών αιτημάτων. Η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει καμιά δέσμευση για απόλυση συλληφθέντων και τιμωρία των ενόχων. Ο στρατηγός Ζέππος εξαπολύει τρομοκρατία στην Θεσσαλονίκη. Στις 13 Μαϊου κηρύσσεται πανελλαδική απεργία σε ένδειξη διαμαρτυρίας. 500 χιλιάδες εργαζόμενοι σε όλη την Ελλάδα κατέβηκαν στους δρόμους.
Με τη λήξη της απεργίας, η Θεσσαλονίκη γνώρισε νέα περίοδο στρατοκρατίας. Οι συλλήψεις έδιναν και έπαιρναν. Πιάστηκαν όλοι οι δραστήριοι συνδικαλιστές, με πρώτους τους κομμουνιστές. Πιάστηκαν εκατοντάδες άλλοι εργαζόμενοι για ασήμαντους λόγους και τους έκλεισαν στα κρατητήρια του στρατοπέδου Αεροπορίας, του 31ου Συντάγματος Πεζικού και μέσα στην Έκθεση. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κρατούμενοι, ακόμα και έγκυες γυναίκες, κακοποιήθηκαν άγρια για να ομολογήσουν δήθεν «ότι τα γεγονότα ήταν ...πραξικόπημα των κομμουνιστών για να καταλάβουν την εξουσία!».
Τα συνδικαλιστικά στελέχη - και στελέχη του ΚΚΕ - Ζαφείρης Βεκίδης, πρόεδρος του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου, Δημήτρης Κωνσταντινίδης, πρόεδρος Τροχιοδρομικών, Χαράλαμπος Μελανεφίδης, πρόεδρος Ενωτικής Επιτροπής Καπνεργατών, Σάββας Σαββόπουλος, πρόεδρος Σωματείου Κλινοποιών, Νίκος Μανέκας, πρόεδρος Αυτοκινητιστών, Αδάμ Μουζενίδης, Ανδρέας Αξαρλής, καθώς και άλλοι συνδικαλιστές, οδηγούνται εξόριστοι στον Αη Στράτη και αλλού.
Ετούτος ο λαός δεν γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του
Αναστασία Καρανικόλα (28 ετών), καπνεργάτρια, Δημήτρης Λαϊνάς (17 ετών), τσαγκάρης, Σαλβατόρ Μασαράνο (19 ετών) υπάλληλος, Ευθύμιος Αδαμαντίου (18 ετών), τσαγκάρης, Τάσος Τούσης (27 ετών) οδηγός, Ίντο Σεντόρ (22 ετών) επινικελωτής, Ευάγγελος Χολής (32 ετών) καπνεργάτης, Γιάννης Πανόπουλος (23 ετών) λαστιχάς, Δημήτρης Αγλαμίδης (25 ετών) σιδεράς.
Από τα πρώτα βήματα ως τον «Επιτάφιο»
Στις 10 Μαΐου, ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα του, την φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνούσε το νεκρό γιό της. Ενας νέος ποιητής, ο Γιάννης Ρίτσος, συγκλονίστηκε, κλείστηκε στην σοφίτα του της οδού Μεθώνης, και έγραψε τον συγκλονιστικό «Επιτάφιο».
O Γιάννης Ρίτσος, στερνοπαίδι της Ελευθερίας Βουζουναρά και του Ελευθερίου Ρίτσου, γεννήθηκε την 1η Μαίου 1909 στην Μονεμβασιά. Είχαν προηγηθεί η Νίνα το 1898, ο Μίμης το 1899, και η Λούλα το 1908.
Η Μονεμβασιά, ήταν το πέτρινο καράβι που τον ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Εκεί χάραξε τους πρώτος στίχους του και τις πρώτες ζωγραφιές του, εκεί πρωτοτραγούδησε δημοτικά τραγούδια αγναντεύοντας την θάλασσα...
Ο Γιάννης Ρίτσος πήγε στο σχολείο, μόλις τεσσεράμιση ετών με συμμαθήτρια την αδελφή του, Λούλα. Όπως ομολογούσε ο ίδιος δεν τα πήγαινε πολύ καλά με τα γράμματα. Ήταν δε και άτακτος και για αυτό αρκετές φορές τις πέρασε όρθιος στην γωνία, τιμωρημένος. Ότι δεν του έδωσε το σχολείο του, το έδωσε το ανοιχτό μυαλό της μητέρας του.
Όταν ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, άρχισε να αγοράζει αριστερά βιβλία, κάτι που έκανε τον Ελευθέριο Ρίτσο να οργίζεται.
Ομως ο Γιάννης, ο Γιάννος της, άκουγε σαν μαγεμένος την μάνα του να του μιλάει. Το 1918 ο Ρίτσος εγγράφεται στο Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς. Το 1921 πεθαίνει από φυματίωση ο αδελφός του Μίμης. Ο Ρίτσος εγγράφεται στο Γυμνάσιο Γυθείου. Την ίδια χρονιά πεθαίνει από φυματίωση η μητέρα του σε σανατόριο στην Πορταριά Πηλίου, χωρίς ποτέ να μάθει τον θάνατο του Μίμη.
Το 1924 δημοσιεύονται ποιήματα του Ρίτσου στο περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Οραμα». Το 1925 έρχεται με την Λούλα στην Αθήνα. Η οικογένεια έχει καταστραφεί οικονομικά. Εργάζεται ως δακτυλογράφος και προσλαμβάνεται στην Εθνική Τράπεζα ως αντιγραφέας στην συμβολαιογραφική της υπηρεσία. Το 1926 ο Γιάννης Ρίτσος προσβάλλεται και αυτός από φυματίωση. Το 1927 νοσηλεύεται στην κλινική Παπαδημητρίου και λίγο αργότερα μέσα στην χρονιά νοσηλεύεται στην «Σωτηρία» όπου θα μείνει ως το 1930. Γνωρίζεται με μαρξιστές διανοούμενους, καθώς και με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Τον Μάιο του ’30 παίρνει υποχρεωτικά εξιτήριο από την «Σωτηρία» και μεταφέρεται στο σανατόριο της Καψαλώνας έξω από τα Χανιά της Κρήτης. Επιστρέφει στην Αθήνα το 1931. Μπαίνει στην Εργατική Λέσχη και αναλαμβάνει την διεύθυνση του καλλιτεχνικού της τμήματος. Η αδελφή του Λούλα έχει μεταναστεύσει στην Αμερική όπου έχει παντρευτεί. Το 1932 ο πατέρας του Ελευθέριος Ρίτσος εισάγεται στο Δαφνί. Το 1933 ο Ρίτσος στρέφεται για βιοποριστικούς λόγους στο εμπορικό θέατρο. Το 1934 εκδίδεται την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Τρακτέρ». Το 1934 επίσης αρχίζει την συνεργασία του με τον «Ριζοσπάστη» και γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Το 1935 κυκλοφορεί η δεύτερη συλλογή του με τον τίτλο «Πυραμίδες».
Στις 11 Μαΐου 1936, ο Ρίτσος παραδίδει τρία άσματα από το ποίημα που θα ονομαστεί «Επιτάφιος». Τα δημοσίευσε ο «Ριζοσπάστης» της 12ης Μαΐου με τον τίτλο «Μοιρολόϊ». Ο Ρίτσος παράλληλα συμπληρώνει τον «Επιτάφιο» με άλλα 11 άσματα. Το βιβλίο τυπώθηκε και διαδόθηκε με φοβερή ταχύτητα. Πουλήθηκαν 10.000 αντίτυπα, αριθμός ρεκόρ για την εποχή. Όταν έγινε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχαν απομείνει μόνο 250 αντίτυπα. Κάηκαν στους Στύλους του Ολυμπίου Διός μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία.
Ο «Επιτάφιος» αποτελεί ποίημα-σταθμό τόσο για την ποίηση στην Ελλάδα, και βέβαια για το ίδιο το έργο του ποιητή. Αξιοποιώντας μέσα στο αισθητικό και θεματικό κλίμα του Μοντερνισμού, το δημοτικό τραγούδι και το λαϊκό μοιρολόϊ, όχι ως νοσταλγός μιας παράδοσης που σβήνει, αλλά ως πρωτοπόρος που χρησιμοποιεί ποιητικούς τρόπους με πολύ βαθιές ρίζες στην συνείδηση του λαού, ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε ένα ποίημα-σταθμό που έρχεται από πολύ μακριά και πάει πολύ μακριά...

Ο «Επιτάφιος» είναι ένα ποίημα που περιέχει καταρχήν το απόσταγμα βαθιών αισθημάτων έτσι όπως εκφράστηκαν στην γλώσσα μας. Ο θρήνος της μάνας του δολοφονημένου εργάτη είναι ο θρήνος της Χ Ραψωδίας της Ιλιάδας του Ομήρου, όταν ο Πρίαμος, η Εκάβη και η Ανδρομάχη θρηνούν τον νεκρό Έκτορα. Είναι ο θρήνος της Εκάβης στις «Τρωάδες», στην «Εκάβη» και στην «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη. Είναι ο θρήνος της μάνας που χάνει το παιδί της. Μέσα στο θρήνο της μάνας, ο τυφλός ραψωδός και ο μέγας τραγωδός, θα μιλήσουν για τα δεινά του πολέμου, θα μιλήσουν για τις ευτυχισμένες μέρες που πέρασαν, θα μιλήσουν για τον νεκρό νεαρό άντρα σαν να είναι ζωντανός, μέσα στο θρήνο της μάνας ο τυφλός ραψωδός και ο μέγας τραγωδός, θα περιφρονήσουν τον θάνατο που ταπεινώνει.
Ο «Επιτάφιος» είναι οι παιδικές μνήμες του ποιητή, όταν οι ύμνοι του Επιταφίου θρήνου, αυτά τα γλωσσικά αριστουργήματα έσμιγαν με το ανοιξιάτικο αεράκι, αλλά και όταν μικρό παιδί, άκουγε το μανιάτικο μοιρολόϊ.

«...Είδα μια φωτογραφία. Είχε δημοσιευθεί στον «Ριζοσπάστη» στις 10 Μάη του 1936. Διάβασα τις περιγραφές, διάβασα για την πρώτη μεγάλη οργανωμένη εξέγερση την εργατική, που από καπνεργατική απεργία έγινε πανεργατική απεργία. Και με συνεπήρε τόσο πολύ που την ίδια ημέρα άρχισα να γράφω τον «Επιτάφιο». Με όλο τον προηγούμενο εξοπλισμό, ήμουν προετοιμασμένος από τα παιδικά μου χρόνια, έτοιμος ο δεκαπεντασύλλαβος, το κρητικό θέατρο, η Ερωφίλη, ο Ερωτόκριτος, ο Σολωμός, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» πάλι σε δεκαπεντασύλλαβο. Όλα αυτά τα πράγματα είχαν προετοιμαστεί, ήταν έτοιμα και δεν κατάλαβα πως βγήκαν. Μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα, σχεδόν χωρίς να φάω και να κοιμηθώ, και πολλές φορές κλαίγοντας σαν μοιρολογίστρα Μανιάτισσα έγραψα τον «Επιτάφιο», τα πρώτα 14 ποιήματα».
(Από συνέντευξη του ποιητή σε ξένο τηλεοπτικό κανάλι το 1983).
Ποίημα της εργατικής τάξης
Αλλά ο «Επιτάφιος» δεν είναι απλώς ένα αριστουργηματικό, θρηνητικό ποιητικό έργο. Είναι ένα ποίημα της εργατικής τάξης. Εκείνο που το διαφοροποιεί από τα παλαιά θρηνητικά ποιήματα είναι δύο στροφές από το XVII και το ΧΧ άσματα του ποιήματος, ιδιαίτερα η δεύτερη με την οποία ολοκληρώνεται το ποίημα.
«Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
και γώ τραβάω στ' αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου». (XVII άσμα).
«Γιέ μου, στ' αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου, εσύ, παιδί μου”. (ΧΧ άσμα)
Οι παλιότεροι θρήνοι, αντανακλούσαν την κοινωνική κατάσταση της γυναίκας στην αγροτική κοινωνία. Η κλεισμένη στο σπίτι γυναίκα θρηνεί τον γιό, τον αδελφό, τον σύζυγο, ανήμπορη.
Αλλά όταν γράφει το ποίημα ο Ρίτσος, η γυναίκα δεν είναι ένα ανήμπορο, κοινωνικά, πλάσμα. Είναι εργάτρια, κερδίζει τη ζωή της όλη με την δουλειά της στην κοινωνική παραγωγή και με τους αγώνες της μέσα στις γραμμές της εργατικής τάξης. Εκεί θα κερδίσει και την ισότιμη θέση της δίπλα στα ταξικά της αδέλφια. Και όταν πέφτει ένας, παίρνει την θέση του με το όπλο στο χέρι στο οδόφραγμα.
Για αυτό ο «Επιτάφιος» είναι ποίημα της εργατικής τάξης.
Η μελοποίηση του ποιήματος
Το 1956 ο «Επιτάφιος» πραγματοποίησε την δεύτερη έκδοσή του, ολοκληρωμένη με τα είκοσι ποιήματα. Επί 20 χρόνια ήταν συνεχώς στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων. Θα απαγορευθεί και πάλι στη διάρκεια της χούντας. Τότε, ο Γιάννης Ρίτσος, έστειλε το ποίημα στο Παρίσι που βρισκόταν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος μελοποίησε 8 ποιήματα, 7 στο Παρίσι και ένα στην Αθήνα. Ο Μίκης Θεοδωράκης έστειλε τις μελωδίες στον Μάνο Χατζιδάκι και στον Γιάννη Ρίτσο. Ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε ως ερμηνεύτρια την Νανά Μούσχουρη. Παράλληλα με αυτήν την εκτέλεση και την ενορχήστρωση, ο Μίκης Θεοδωράκης κυκλοφόρησε μια δεύτερη εκτέλεση του έργου με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Καίτη Θύμη, εκτέλεση στην οποία παίζει εκπληκτικό μπουζούκι ο Μανώλης Χιώτης.
Τον Σεπτέμβριο του 1960 ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών παρουσίασε τα τραγούδια του «Επιταφίου» σε δημόσια εκδήλωση στην οποία εκτός από τον Μίκη Θεοδωράκη, μίλησαν και οι Μάνος Χατζιδάκις και Φοίβος Ανωγειανάκης.
Στην ομιλία του ο Μίκης θα χαρακτηρίσει την εκτέλεση του «Επιταφίου» με την Μούσχουρη ως έναν «Επιτάφιο» λυρικό, επιτάφιο αδελφής σε αδελφό και αγαπημένης σε αγαπημένο πιότερο, παρά μάνας σε γιό.
Και θα προσθέσει: « Για μένα η φωνή του Μπιθικώτση έχει μια άλλη ομορφιά. Γιατί είναι ο καθένας μας που τραγουδάει με τη φωνή του. Είναι ο βαρκάρης, ο ζευγάς, ο σωφέρ, ο φοιτητής, ο φαντάρος, ο εμποράκος - είναι ο νεοέλληνας είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει. Κι αν ο πρώτος «Επιτάφιος» είναι λυρικός και επιθαλάμιος, ο δεύτερος είναι για τις αγορές και τα σοκάκια, εκεί που το παλικάρι λαχάνιασε και αγάπησε, πριν φάει μια σφαίρα στην καρδιά.
Η ηχογράφηση του «Επιταφίου» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, άλλαξε την πορεία της ελληνικής μουσικής. Αυτή η ηχογράφηση προκάλεσε μεγάλη συζήτηση με εκτενή αρθογραφία, άλλοι υπέρ, άλλοι κατά, και άλλοι σε κατάσταση αναμονής.
Η «πέτρα του σκανδάλου» ήταν βέβαια η χρησιμοποίηση μπουζουκιού. Ο Μίκης σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 74-75 της «Επιθεώρησης Τέχνης» τον Οκτώβριο του 1960 δεν θα κρύψει ότι και ο ίδιος κατά καιρούς είχε πάρει κατά καιρούς διαμετρικά αντίθετες θέσεις απέναντι στο μπουζούκι. Θα θέσει το ερώτημα: «Οι επικριτές των μπουζουκιών δεν παραδέχονται καμιά απολύτως από τις 10-20 γνωστότερες λαϊκές μελωδίες; Και αν όχι για ποιο λόγο; Λέμε ότι δεν κάνει το ράσο τον παπά. Το ίδιο και το μπουζούκι δεν κάνει a priori τον ρεμπέτη. Όπως σε όλα τα έργα τέχνης, η ποιότητα του ίδιου του έργου, του περιεχομένου είναι το μόνο αξιόλογο και σοβαρό κριτήριο».
«Έχοντας συνειδητοποιήσει από πού προέρχεται ο ‘Επιτάφιος’ οδηγήθηκα υπεύθυνα και σοβαρά στο λαϊκό περίβλημα και συνοδεία, δηλαδή στο μπουζούκι. Αυτό αν θέλετε υπήρξε και μια ανάγκη αλλά και ένα πείραμα. Η σκέψη μου είναι η εξής: Μπορούμε να πάρουμε ό,τι καλό υπάρχει στο μπουζούκι, ό,τι καλό υπάρχει στους ρυθμούς, στους μελωδικούς τρόπους στο στιλ της λαϊκής μουσικής και δίνοντάς του ένα καινούργιο περιεχόμενο (στην περίπτωσή μου η ποίηση του Ρίτσου) να δώσουμε μια νέα ώθηση στο λαϊκό τραγούδι;»

Πηγή: ΑΠΕ (Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων)

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Αλέκος Παναγούλης: 43 χρόνια από τον θάνατό του, ανήμερα Πρωτομαγιά...

Αποτέλεσμα εικόνας για αλέκος παναγούλης
Ήταν Πρωτομαγιά του 1976. Δύο χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας και το δράμα της Κύπρου. Ήταν μια ηλιόλουστη, σχεδόν καλοκαιρινή μέρα και σε όλη την Ελλάδα είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για τα παραδοσιακά γλέντια. Ξαφνικά το ραδιόφωνο της ΕΡΤ (τότε δεν υπήρχαν τηλεοπτικά κανάλια και η τηλεόραση της ΕΡΤ ξεκινούσε το πρόγραμμά της το απόγευμα) διέκοψε τα τραγούδια και μετέδωσε την τραγική είδηση:..
Το θάνατο του Αλέκου Παναγούλη. Το αυτοκίνητό του, ένα Fiat Mirafiori, που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης κατευθυνόμενο προς τη Γλυφάδα, ξέφυγε από την πορεία του...
Ξαφνικά συννέφιασε. Όχι στον ουρανό, στα πρόσωπα σχεδόν όλων των Ελλήνων, που έχασαν τον άνθρωπό τους, τον ήρωά τους. Έναν άνθρωπο που κρατούσε ψηλά τη συνείδηση των Ελλήνων, που δεν θα συμβιβαζόταν, θα συνέχιζε να δίνει μάχες για το εθνικό και το δημόσιο καλό. Αμέσως οι φήμες ότι πρόκειται για δολοφονία εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Την επομένη, οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν με πρώτο θέμα την πιθανή δολοφονία Παναγούλη.
Το κλίμα, έτσι κι αλλιώς, φορτισμένο, έντονα πολιτικοποιημένο, δεν μπορούσε να μην επηρεαστεί από τον ξαφνικό και αναπάντεχο χαμό του. 
Ο Παναγούλης είχε αποκαλύψει αρχεία της ΕΣΑ, που θα προκαλούσαν τεράστια προβλήματα στο πολιτικό κατεστημένο και τον είχαν φέρει σε ευθεία σύγκρουση με τον Αβέρωφ. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παναγούλης ήταν έτοιμος να παραιτηθεί από την Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις, με την οποία είχε εκλεγεί βουλευτής στις πρώτες εκλογές του 1974, λόγω της ύπαρξης πολιτικού και επίσης βουλευτή του ιδίου κόμματος, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τους χουντικούς...

Περίεργο τροχαίο...

Ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς, που είχε αναλάβει την υπόθεση, δήλωσε: «Ερευνάται η υπόθεσις προς πάσα κατεύθυνσιν και αφήνει μεγάλα λογικά περιθώρια στην πιθανότητα της εγκληματικής ενέργειας. Είναι περίεργο τροχαίο ατύχημα. Τόσο περίεργο, ώστε να μην μπορεί κανείς να υποστηρίξει λογικώς ότι είναι ατύχημα».
Σημειώνεται ότι εκείνες τις μέρες όλοι αναζητούν τα τρία άγνωστα αυτοκίνητα που εικάζεται ότι έβγαλαν από την πορεία το αυτοκίνητο του Παναγούλη. Υπήρξαν πολλά ερωτήματα και σημαντικές καταγγελίες από ερευνητές κι από την οικογένειά του, που δεν απαντήθηκαν ποτέ. Τελικώς σημαντικές πληροφορίες έμειναν στο σκοτάδι και οι φήμες δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ.
Η κηδεία του Αλέκου Παναγούλη γίνεται στις 5 Μαΐου και μεταβάλλεται σε πάνδημο δημοκρατικό συλλαλητήριο, ενώ το βασικό σύνθημα, «Ζει», που αντηχεί στην Αθήνα θα γραφτεί και στους περισσότερους δρόμους της πόλης

Ένας αυθεντικός ήρωας

Έχουν περάσει από εκείνη τη μέρα 43 χρόνια. Το πιθανότερο για ένα σημερινό σαραντάρη, ή μικρότερο, το όνομα «Αλέκος Παναγούλης» να μη λέει και πολλά. Ίσως μόνο ένα δρόμο, κάτι συγκεχυμένο, έναν ήρωα απ' τους πολλούς ήρωες αυτής της χώρας, που ήθελε να σκοτώσει τον δικτάτορα. Όμως ο Παναγούλης ήταν κάτι πολύ παραπάνω.
Ήταν ο Έλληνας που δεν μπορούσε να ζει υπό το τυραννικό καθεστώς.
Ο Αλέκος Παναγούλης (1939-1976) ήταν αξιωματικός του στρατού ξηράς, με σπουδές στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Στις 13 Αυγούστου, του 1968, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο με εκρηκτικά στη Βάρκιζα, αλλά απέτυχε για μια λεπτομέρεια. Συλλαμβάνεται, καταδικάζεται «εις θάνατον», αλλά κάτω από τις διεθνείς αντιδράσεις φυλακίζεται και εκεί αρχίζει ίσως ο μεγαλύτερος αγώνας του. Μπροστά στα απίστευτα βασανιστήρια αυτός βγάζει γλώσσα στους βασανιστές του, τους δείχνει ότι δεν φοβάται τίποτα, ούτε το θάνατο ούτε τα μαρτύρια και βρίσκει διέξοδο στην ποίηση, η οποία θα γοητεύσει ακόμη και τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι.
Ήταν ένας άνθρωπος αντισυμβατικός, ένας ιδεολόγος, που δεν άντεχε την τυραννία, δεν έκανε εκπτώσεις στην αξιοπρέπεια.
Για όσους τον γνώρισαν ήταν απλώς ένας άγιος με πάθη. Θα γίνει σύμβολο.
Το βιβλίο που υπέγραψε η Οριάνα Φαλάτσι με τον τίτλο «Ένας άντρας» θα τον τοποθετήσει παγκοσμίως δίπλα στους αγίους των εξεγερμένων, όλων αυτών που δεν άντεχαν την καταπίεση των λαών τους.
Ένας αυθεντικός λαϊκός ήρωας δεν έχει ανάγκη τα βιβλία. Τα βιβλία τον έχουν ανάγκη. Και σίγουρα οι λαοί...

                                                                                                              Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η Πρωτομαγιά των αγώνων...

Αποτέλεσμα εικόνας για πρωτομαγια
Η Πρωτομαγιά, που γιορτάσαμε χθες, είναι ημέρα των εργατών, των αγώνων, των διεκδικήσεων. Δεν είναι αργία, είναι απεργία. Συγκεντρώσεις, πορείες, συνθήματα. Ημέρα που κανείς δεν ξεχνά. Οι εργάτες όλου του κόσμου τιμούν την εξέγερση των εργατών του Σικάγου, της «μητέρας» των μαχών της εργατικής τάξης.
 Όλα άρχισαν τον Μάη του 1886 τότε που τα εργατικά συνδικάτα..
ύψωσαν το ανάστημά τους διεκδικώντας ωράριο στις 8 ώρες και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Το βασικό αίτημά τους συνοψίζεται σε μια πρόταση: «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ελεύθερο χρόνο, 8 ώρες ύπνο».
Εκείνη την Πρωτομαγιά, πριν από 133 χρόνια, στη δυναμική πορεία πήραν μέρος περίπου 90.000 απεργοί, ενώ σε ολόκληρη τη χώρα συμμετείχαν στην απεργία πάνω από 350.000 εργάτες από 1.200 εργοστάσια των ΗΠΑ. Άνδρες με τις γυναίκες και τα παιδιά τους ξεχύνονται στις λεωφόρους για να διαδηλώσουν ειρηνικά. Τρεις μέρες αργότερα, σε συγκέντρωση για τη συμπαράσταση των απεργών, στην πλατεία Χέιμαρκετ, οι αστυνομικές δυνάμεις παίρνουν εντολή να διαλύσουν τους διαδηλωτές.
Μια βόμβα που πέφτει στο μέρος των αστυνομικών πυροδοτεί το κλίμα. Τότε, αρχίζουν οι πυροβολισμοί και οι βιαιοπραγίες. Είναι ακόμα άγνωστος ο ακριβής αριθμός των θυμάτων, αφού πολλοί τραυματισμένοι έχασαν τη μάχη για τη ζωή.
Η Πρωτομαγιά όμως, ως εργατική γιορτή, καθιερώνεται κάποια χρόνια αργότερα, στις 20 Ιουλίου 1889 κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς) στο Παρίσι, σε ανάμνηση εκείνου του ξεσηκωμού των εργατών του Σικάγου.
Στην Ελλάδα
Ο πρώτος εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα έγινε το 1893 από τον Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Σταύρου Καλλέργη. Ο εορτασμός δεν έγινε όμως την πρώτη, αλλά τη δεύτερη μέρα του Μαΐου, αφού η 1η Μαΐου ήταν Σάββατο, εργάσιμη ημέρα. Έτσι, αποφασίστηκε να μετατεθεί την επόμενη μέρα, Κυριακή, για να μπορέσουν να συμμετάσχουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνεται στο Παναθηναϊκό Στάδιο και σε ψήφισμά του ζητά 8 ώρες εργασία, αργία και ανάπαυση την Κυριακή και τέλος κρατική μέριμνα κι ασφάλιση στα θύματα εργατικών ατυχημάτων. Αποφασίζεται το ψήφισμα να επιδοθεί στον πρόεδρο της Βουλής επτά μήνες αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου 1893. Η καθυστέρηση όμως του προέδρου να εκφωνήσει το ψήφισμα προκαλεί τις διαμαρτυρίες του Σταύρου Καλλέργη, ο οποίος κατόπιν εντολής του προέδρου συλλαμβάνεται, οδηγείται στη δικαστική αίθουσα όπου καταδικάζεται σε δέκα μέρες φυλάκισης.
Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, το 1911 πρωταγωνιστεί η Θεσσαλονίκη στη γιορτή της Πρωτομαγιάς. Συγκεκριμένα, η Φεντερασιόν (Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης) με ιδρυτή και ηγέτη τον σοσιαλιστή Αβραάμ Μπεναρόγια και μέλη σοσιαλιστές εργάτες, προερχόμενους κυρίως από την προοδευτική εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης και διάφορους διανοούμενους, αναλαμβάνει τη διοργάνωση της εργατικής Πρωτομαγιάς στην πόλη. Οι αστυνομικές δυνάμεις επεμβαίνουν και συλλαμβάνουν τους πρωτεργάτες, ανάμεσα σ΄αυτούς τον Μπεναρόγια, ο οποίος εξορίζεται στη Σερβία.
Στην Αθήνα, η Πρωτομαγιά γιορτάζεται με πρωτοβουλία του Ν. Γιαννιού στο Μετς, με ίδιο σύνθημα της εξέγερσης του Σικάγου, «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο». Την επόμενη αμέσως χρονιά, το 1912 γιορτάζεται και πάλι στο Μετς, ενώ περνάνε επτά χρόνια, το 1919, για να κατέβουν εργάτες στους δρόμους σε 12 ελληνικές πόλεις.
Το 1936 γράφονται οι μαύρες σελίδες στην ιστορία της Πρωτομαγιάς. Της ματωμένης Πρωτομαγιάς, όπως χαρακτηρίστηκε, όταν καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης αποφασίζουν να κατέβουν σε απεργία για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Από την 1η και έως τις 8 Μαΐου, οι απεργίες και οι κινητοποιήσεις επεκτείνονται και σε Σέρρες, Δράμα, Ξάνθη, Βόλο.
Στις 9 Μαΐου ξεκινά γενική απεργία στη Θεσσαλονίκη, στην οποία συμμετέχουν και άλλοι κλάδοι σε ένδειξη συμπαράστασης στους καπνεργάτες. Οργανώνονται συλλαλητήρια και πορείες, ενώ άνδρες της Χωροφυλακής προσπαθούν να εμποδίσουν τους διαδηλωτές να κατευθυνθούν προς το Διοικητήριο. Με πυροβολισμούς προσπαθούν να διαλύσουν και άλλες συγκεντρώσεις σε διάφορα σημεία της πόλης. Στη συγκέντρωση στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου, χωροφύλακες πυροβολούν και σκοτώνουν 8 εργάτες. Σ' αυτό το σημείο έχει στηθεί το Μνημείο του Καπνεργάτη. Συνολικά οι νεκροί φτάνουν τους 12 και οι τραυματίες τα 300 άτομα. Ο θρήνος της μητέρας πάνω από τον νεκρό γιο της, που απαθανατίστηκε από τον φωτογραφικό φακό, ενέπνευσε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο, στο έργο «Επιτάφιος».
Το 1937 καθιερώθηκε η Πρωτομαγιά ως «Ημέρα Εορτασμού της Εργασίας», ενώ η Πρωτομαγιά του 1944 ήταν η ημέρα που επιλέχθηκε από τους Γερμανούς κατακτητές για την εκτέλεση 200 φυλακισμένων κομμουνιστών, εξόριστων από την εποχή του Μεταξά στην Ακροναυπλία και αλλού. Η ομαδική εκτέλεση ήταν αντίποινα για τον θάνατο Γερμανού στρατηγού και τριών συνοδών του στις 27 Απριλίου του 1944, σε τοποθεσία κοντά στους Μολάους Λακωνίας.
Οι 200 της Καισαριανής μεταφέρθηκαν απ' το στρατόπεδο Χαϊδαρίου, όπου ήταν κρατούμενοι, στο σκοπευτήριο της Καισαριανής και εκεί εκτελέστηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Μια χρονιά μετά, το 1945 η Πρωτομαγιά γιορτάστηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπως και το 1946 που ήταν μια ανοιχτή συγκέντρωση- η τελευταία πριν ξεσπάσει ο Εμφύλιος.
Το 1975 έγινε η πρώτη συγκέντρωση μετά τη δικτατορία, στην Πλατεία Κοτζιά όπου γιορτάστηκε η εργατική Πρωτομαγιά και ακολούθησε πορεία στο Πολυτεχνείο, ενώ η Πρωτομαγιά του 1976 σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του Αλέκου Παναγούλη.
Φέτος, για άλλη μια χρονιά τα συνδικάτα της χώρας κάλεσαν τους εργαζομένους να συμμετέχουν μαζικά σε απεργιακές συγκεντρώσεις και να δώσουν το αγωνιστικό τους «παρών» για να μην ξεχαστούν οι αγώνες που δόθηκαν για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης. Η συμμετοχή στις εκδηλώσεις, στην Αθήνα τουλάχιστον, δεν ήταν ανάλογη των νοημάτων. Η αστική τάξη κάνει τη δουλειά της. Η εργατική;
 
                                                                                                                    Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τρίτη 1 Μαΐου 2018

Θυσία στη λευτεριά και τη δημοκρατία. Πρωτομαγιά του 1944...



Το ημερολόγιο έδειχνε τέλη Απριλίου 1944, όταν η τανάλια της φρίκης έσφιξε για μια ακόμα φορά τις καρδιές του λαού που διάβαζε στους τοίχους των σπιτιών της Αθήνας και στον κατοχικό Τύπο την εξής ανακοίνωση: 
«Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μίας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανό στρατηγό και τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτες. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν:
1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944.
2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωρίων.
Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Έλληνες εθελονταί (σσ: ταγματασφαλίτες) εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος».
Με μπροστάρηδες τις οργανώσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, που έδιναν στην κυριολεξία το αίμα τους, σηκώνοντας το βάρος της Εθνικής Αντίστασης, ξεκίνησαν πολύμορφες και μαζικές εργατικές, λαϊκές και φοιτητικές κινητοποιήσεις για να σωθούν από την εκτέλεση οι αγωνιστές που ήταν φυλακισμένοι στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Το Στρατόπεδο αυτό άρχισε να λειτουργεί στις 3 Σεπτεμβρίου 1943 και ήταν ένα από τα πλέον σκληρά, από τα συνολικά 36 αντίστοιχα που υπήρχαν στην Ελλάδα.
Ο αριθμός των κρατουμένων σε αυτό, που ανανεωνόταν συνεχώς, ξεπέρασε τους 3000. Στο κολαστήριο πέρασαν μέρες, μήνες και χρόνια άνδρες, γυναίκες, ακόμα και παιδιά με τις μητέρες τους. Νους και καρδιά της αντίστασης της οργάνωσης, της αγωνιστικής ανάτασης και καθοδηγητικός πυρήνας στο κολαστήριο του Χαϊδαρίου, ήταν οι Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές, που παραδόθηκαν από το αστικό κράτος στα κατοχικά στρατεύματα.
Το Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ήταν έρημο μέχρι τις αρχές Σεπτέμβρη του 1943, όταν έφτασαν από τη Λάρισα οι πρώτοι κρατούμενοι. Ήταν η περίοδος που η ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση είχε φουντώσει και το ΕΑΜ, με κύριο αιμοδότη και τροφοδότη του το ΚΚΕ, είχε ήδη εξελιχθεί στην κύρια πολιτική δύναμη, κύριο εκφραστή του αγώνα του λαού, για την απαλλαγή από τη χιτλερική, φασιστική κατοχή. Την ίδια περίοδο, ο ΕΛΑΣ, είχε ήδη απελευθερώσει μια σειρά από περιοχές στη χώρα.
Η ολοένα αυξανόμενη δύναμη του ΕΑΜικού κινήματος οδήγησε τις ιταλικές φασιστικές δυνάμεις, που έλεγχαν τις φυλακές-στρατόπεδα στη Νότια Ελλάδα, στην απόφαση να διαλύσουν εκείνα που βρίσκονταν σε επισφαλείς θέσεις. Οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας και των Τρικάλων μεταφέρθηκαν στη Λάρισα τον Μάιο του 1943, αλλά επειδή ακόμα και εκεί οι ιταλικές φασιστικές δυνάμεις δεν ήταν σίγουρες, στις 29 Αυγούστου 1943 επέλεξαν πάνω από 600 κρατούμενους και τους απέστειλαν σιδηροδρομικώς στην Αθήνα. Μεταξύ αυτών ήταν οι 243 κομμουνιστές, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και της ΟΚΝΕ, Ακροναυπλιώτες, από την εποχή του Μεταξά, και 20 Αναφιώτες. Ήταν οι κομμουνιστές δεσμώτες, που αφού το αστικό κράτος τούς αρνήθηκε τη συμμετοχή -που είχαν ζητήσει- στον Πόλεμο του 1940, τούς κράτησε στην Ακροναυπλία και την Ανάφη και με την είσοδο των χιτλερικών στην Ελλάδα τους παρέδωσε στους ναζί. Επίσης, υπήρχαν και 327 ήρωες του Αλβανικού Μετώπου, αλλά και όσοι είχαν κατά καιρούς συλληφθεί στα μπλόκα.
Από τον Οκτώβριο του 1943 και μετά, στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου οδηγούνταν ολοένα και περισσότεροι κρατούμενοι, συλληφθέντες είτε σε μπλόκα, είτε από την Γκεστάπο. Οι τελευταίοι αρχικά οδηγούνταν στο αρχηγείο των «Ες-Ες» στην Αθήνα, το διαβόητο κτίριο της οδού Μέρλιν στο Κολωνάκι, προκειμένου να ανακριθούν και να βασανιστούν. Στη Μέρλιν, συντάσσονταν τα φυλακιστήρια για το Χαϊδάρι, καθώς και οι καταστάσεις των εκτελέσεων. Οι «Ες-Ες», τέθηκαν σχεδόν αμέσως επικεφαλής του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου, το οποίο ήταν στρατηγικής σημασίας γι' αυτούς, διότι δεν ήταν απλώς ένας χώρος όπου κρατούνταν, βασανίζονταν και εκτελούνταν τα παιδιά του λαού, οι αγωνιστές της Αντίστασης.
Οι διαδόσεις σχετικά με τα βασανιστήρια και τα εγκλήματα που γίνονταν στο Χαϊδάρι, αποτελούσαν ένα από τα βασικότερα μέσα τρομοκρατίας του λαού για την προσπάθεια καταστολής εξεγέρσεων και της αντιστασιακής δράσης. Στόχος των χιτλερικών, ήταν το στρατόπεδο να μετατραπεί σε ένα είδους «φόβητρο» για τον ίδιο το λαό.
«Η διαμονή στο Χαϊδάρι έπρεπε να έχει κάτι το αβέβαιο, το αόριστο, το διαρκώς επικίνδυνο. Να γίνει ο μπαμπούλας, φόβητρο, συνώνυμο με το Χάρο και να παραδοθεί έτσι στη φαντασία του ευαίσθητου Λαού μας, που με τη δύναμη και τη γονιμότητά της το συμπλήρωνε, το τελειοποιούσε, και αυτόματα η δύναμη αυτή έμπαινε στην υπηρεσία του εχθρού. Το Χαϊδάρι ιδρύθηκε περισσότερο για τους έξω και λιγότερο για τους ίδιους τους κρατούμενους», Θέμος Κορνάρος: «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου».
Στις 30 Απριλίου 1944, φάνηκαν στο Στρατόπεδο τα προμηνύματα της ματωμένης Πρωτομαγιάς, όταν έγινε γνωστή η γερμανική ανακοίνωση.
Οι Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές αμέσως κατάλαβαν ότι αυτοί ήταν που θα εκτελεστούν. Περπάτησαν το θάνατο δίχως να σκοντάψουν. Συγκεντρώθηκαν αμέσως στο θάλαμό τους, αποχαιρέτησαν φίλους και συντρόφους τους κρατούμενους σε άλλα μπλοκ και νίκησαν τον Χάρο στα μαρμαρένια αλώνια με τραγούδι και χορό.
Τα ξημερώματα της Πρωτομαγιάς, άρχισαν να διαβάζουν τα ονόματα όσων θα πήγαιναν για εκτέλεση. Όσοι άκουγαν τα ονόματά τους φώναζαν ζωηρά «παρών», αποχαιρετούσαν τους άλλους, ζητωκραύγαζαν για την Ελλάδα και τη λευτεριά, για το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, το ΚΚΕ, και με σταθερό και περήφανο βήμα προχωρούσαν και σχημάτιζαν εικοσάδες, μπροστά στο Μπλοκ 15.
Ναπολέων Σουκατζίδης
Διακόσια ονόματα. 200 ήρωες, 200 «Παρών!» Όταν ακούστηκε το όνομα Σουκατζίδης Ναπολέων, και η βροντερή απάντηση «Παρών!», όλο το στρατόπεδο πάγωσε. Έπαιρναν τον Ναπολέοντα, τον διερμηνέα του στρατοπέδου, το στήριγμα όλων των κρατουμένων. Η συγκίνηση μεγάλωσε πιο πολύ, όταν παρέδωσε τη σφυρίχτρα και τα χαρτιά στο δεύτερο διερμηνέα, Θανάση Μερεμέτη, λέγοντας του: «Θανάση, μην ξεχνάς ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και εξυπηρετείς Έλληνες στρατιώτες. Να είσαι πάντα καλός μαζί τους. Στο πρόσωπό σου τούς αποχαιρετώ όλους».
Ο διοικητής Φίσερ πρότεινε στον Ναπολέοντα να τον εξαιρέσει. Ο Ναπολέων τον ρώτησε αν μετά την αφαίρεση του ονόματός του, η λίστα θα συμπληρωνόταν από άλλον κρατούμενο. Μετά την καταφατική απάντηση του Φίσερ, ο Σουκατζίδης αρνήθηκε να εξαιρεθεί και να μπει άλλος αγωνιστής στη θέση του, προτιμώντας τον παλικαρίσιο θάνατο παρά την ταπεινή συναλλαγή.
Πολύπλευρη και φωτεινή προσωπικότητα ο Ναπολέων Σουκατζίδης , συνέδεσε από νωρίς τη ζωή του με το εργατικό - λαϊκό κίνημα. Μέλος της ΟΚΝΕ από το 1927, γλωσσομαθής (από 19 χρόνων μιλούσε και έγραφε έξι γλώσσες), παρότι σπούδασε Οικονομικά, ανέπτυξε δράση και στο χώρο του Πολιτισμού. Πρωτοπόρος στους εργατικούς αγώνες στην Κρήτη, ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ήταν μεταξύ των 5 κομμουνιστών προέδρων Σωματείων που συνέλαβε η Ασφάλεια στις 13 Ιουνίου 1936 και τους εκτόπισε στον Αϊ - Στράτη.
Ιδιαίτερος σταθμός στη ζωή του Ν. Σουκατζίδη αποτέλεσε η φυλάκισή του στην Ακροναυπλία. Μνημειώδη έμειναν τα μαθήματα που παρέδιδε, αλλά και παρακολουθούσε. Όσο υπήρχαν βιβλία, μελετούσε ιστορία, λογοτεχνία, λαογραφία, ξένες γλώσσες. Έμαθε τέλεια Γερμανικά, Γαλλικά, Αγγλικά, Ρωσικά, Τουρκικά. Δίδασκε τη μέρα στους συντρόφους του (εργάτες και αγρότες) Ελληνικά, Ιστορία, ξένες γλώσσες και το βράδυ στο μισοσκόταδο, σε μια γωνιά του μεγάλου θαλάμου, δεν έχανε λέξη από τα μαθήματα που παρέδιδε ο Δημήτρης Γληνός.
Στο τελευταίο του γράμμα προς τον πατέρα του, το στέλεχος του ΚΚΕ, Ακροναυπλιώτης και πρώην πρόεδρος του Εργατικουπαλληλικού Κέντρου Ηρακλείου έγραφε: «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση. Να 'σαι περήφανος για το μονάκριβο γιο σου. Ν' αγαπάς και να λατρεύεις την κορούλα σου και την αδελφούλα μου. Κι οι δυο μεγάλοι άνθρωποι. Γεια, γεια πατερούλη. Ναπολέων».
Πρωτομαγιά 1944
Δέκα φορτηγά ξεκίνησαν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου κουβαλώντας μελλοθάνατους στην Καισαριανή. Ο δρόμος προς το Σκοπευτήριο γέμισε ρούχα και σημειώματα των μελλοθάνατων, όχι «αποχαιρετιστήρια» σημειώματα, αλλά πλήρους λεβεντιάς και περηφάνιας καλέσματα για αγώνα και εκδίκηση: «Δε σας ξέχασα ποτές. Για σας και για τον ελληνικό λαό έδωσα τη ζωή μου. Σήμερα, 1η Μάη 1944, σας φιλώ για τελευταία φορά»/ «Αγαπημένοι μου. Ο θάνατος δε θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για πάλη που διεξάγετε. Σφίξετε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα αυτή δοκιμασία. Έτσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ. Με πολλή αγάπη. Σας φιλώ»/ «Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος»/ «Πρωτομαγιά. Γεια σας. Όλοι πάμε στη μάχη».
Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής οι 200 χωρίστηκαν ανά 20άδες για να στηθούν στον τοίχο. Ακούστηκαν, δέκα φορές η ομοβροντία του εκτελεστικού αποσπάσματος και δέκα φορές οι χαριστικές βολές. Τα πτώματα μετέφεραν στα φορτηγά οι επόμενοι 20 που ήταν για εκτέλεση. Πήγαιναν ως το απόσπασμα τραγουδώντας και χορεύοντας ώσπου να έλθει η σειρά τους. Οι φωνές τους πάσχιζαν να καλύψουν τους ήχους των όπλων: «Αδέλφια, γεια σας!», «Ζήτω το ΚΚΕ! Ζήτω το ΕΑΜ! Ζήτω η Ελλάδα», «Εκδίκηση! Λευτεριά!»
«...10 η ώρα το πρωί, τους φέρανε και ως τις 12 το μεσημέρι βάσταξε κείνη η τελετή. Κατά εικοσάδες έβγαιναν και στήνονταν στον τοίχο. Αντίκρυ στον τοίχο, απάνω σε σιδερένια τρίποδα, στις γωνιές ήταν τα πολυβόλα. Και τα πυρά τους τα 'ριχναν διασταυρωμένα. Μέσα στο χώρο της εκτέλεσης ήταν δύο εργάτες του Δήμου κι ένας παπάς. Ο παπάς εξομολόγαγε, τι του εξομολογιόντανε οι μελλοθάνατοι. Χαιρετίσματα στη γυναίκα μου. Ζήτω ο Κόκκινος Στρατός. Εκδίκηση. Ζήτω η ελευθερία. Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη Δημοκρατία. Δεν άντεξε για μια στιγμή ο παπάς, κάνει να στρίψει αλλού το πρόσωπο. Τον πρόγκιξαν οι Γερμανοί με τα πιστόλια. Ο κόσμος γύρω στα λοφάκια και τις ταράτσες στέκεται βουβός. Ακούγεται καθαρή - καθαρή η ομοβροντία και η ριπή της κάθε ομάδας. Τότε ο κόσμος όλος μαζί άρχισε να κλαίει. Κλαίγαν και οι γέροι και παιδιά. Λέγαν «Κατάρα - ανάθεμα». Σ' όλο το διάστημα οι καμπάνες του συνοικισμού χτυπούσαν νεκρικά. Μια γυναίκα αστυφύλακα, που κοίταζε από ψηλά τρελάθηκε...
Ο κόσμος πήρε ξοπίσω τα καμιόνια, που φεύγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άνδρες βγάζαν στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε λουλούδια.
Την ίδια μέρα όλοι οι γύρω συνοικισμοί κήρυξαν γενική απεργία. Τη νύχτα γενική κινητοποίηση του πληθυσμού. Φωνάξανε περισσότερο παρά ποτέ ηρωικά κι ασώπαστα τα χωνιά, κι όπου είχε στάξει το αίμα τους και το ντουβάρι της εκτέλεσης από ψηλά, κρυφά - κρυφά, από τους τοίχους σκεπάστηκαν όλα παντού με λουλούδια και ρίχτηκαν παντού στεφάνια. Αυτό ήταν των ζωντανών προς τους νεκρούς αγωνιστές το μνημόσυνο», Μέλπω Αξιώτη: «Πρωτομαγιές».
2 Μάη 1944
Την επόμενη μέρα, ο λαός της Καισαριανής, αψηφά την τρομοκρατία και μετονομάζει το δρόμο που κύλησε το αίμα, την οδό Σκοπευτηρίου, σε «ΟΔΟ ΗΡΩΩΝ». Στους τοίχους του γράφεται το σύνθημα: «Αυτός ο δρόμος είναι ΔΡΟΜΟΣ ΗΡΩΩΝ. Τον διαβαίνουν οι λεβέντες του έθνους. Χτες 1 του Μάη τον διάβηκαν 200 παλικάρια».
Λίγες μέρες μετά το ΕΑΜ αναφέρει σε κάλεσμά του προς το λαό: «(...) Η φρικώδης και πρωτάκουστη τρομοκρατία που εξασκεί στην Ελλάδα ο καταχτητής με τη βοήθεια γερμανοράλληδων δεν είναι στην ουσία αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ εδώ και στην ύπαιθρο. Αυτό είναι απλή δικαιολογία. Γίνεται για να τρομοκρατηθεί ο λαός, να σταματήσει την αντίστασή του και να πραγματοποιήσουν ανενόχλητοι οι κατακτητές την επιστράτευση και τη ληστεία του τόπου μας. ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ, η στιγμή είναι κρίσιμη. Αν σκύψουμε το κεφάλι είμαστε χαμένοι. Τα θύματα του αγώνα είναι πολύ λιγότερα από τα θύματα της επιστράτευσης, από τα θύματα της πείνας. Οι κρεμασμένοι και τουφεκισμένοι ήρωες, τα καμένα μας χωριά φωνάζουν. Μην αφήστε τη θυσία μας να πάει χαμένη! Μην υποταχθείτε! Αγωνιστείτε για να μη γίνει η επιστράτευση. Αγωνιστείτε για τη ζωή σας. Εκδικηθείτε. Αγωνιστείτε για να σταματήσουν οι σφαγές».
Αντί επιλόγου
«Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί. / Γυμνοί: κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες - / η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο. / Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα. / Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες/ αγγίζοντας με τα φτερά τους τον ανατέλλοντα πυρφόρον. / Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν' ανοίγουν στο μέλλον. Εμείς/ μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνον/ θυμηθείτε το: αν η ελευθερία/ δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, / εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γειά σας», Γιάννης Ρίτσος: «Σκοπευτήριο Καισαριανής».

                                                                             Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ/του Γιώργου Μηλιώνη

Εργατική Πρωτομαγιά, από τη διεκδίκηση στην σημερινή εργατική ανηφοριά...

Σικάγο 1886. Θεσσαλονίκη 1936. Σκοπευτήριο Καισαριανής 1944. Είναι κάποιες Πρωτομαγιές που αποτυπώνονται ανεξίτηλα στη μνήμη με κόκκινο χρώμα. Είναι άλλες που ξεθωριάζουν, ξεχνιούνται, μένουν μόνο σαν επέτειοι με άνευρες πορείες, παρελάσεις και πανηγυρικούς δεκάρικους. Μέρα παγκόσμιας διαμαρτυρίας ενάντια στην εκμετάλλευση του κόσμου της εργασίας, μέρα που δίνει τη δυνατότητα στους εργάτες κάθε χώρας να νιώσουν μέλη της παγκόσμιας κοινότητας ή απλώς άλλη μια μέρα;   


Μέρα αργίας; Μέρα απεργίας ή μήπως άλλη μια μέρα ανεργίας, όπως θα είναι και η αυριανή για το ενάμισι εκατομμύριο -καταγεγραμμένων και μη- ανέργων που ζουν στην Ελλάδα;
Πολλοί προσπάθησαν να παραχαράξουν το νόημα της εργατικής Πρωτομαγιάς και να τη μετατρέψουν σε μια μέρα λουλουδιών...
Αλλοι κατάφεραν να τη μετατρέψουν σε τυποποιημένη εκδήλωση και αργία. Ολοι εκείνοι όμως που απομυζούν τον ιδρώτα των εργαζομένων, αγωνιούν για το μέγεθος, τη μαχητικότητα και κυρίως την ενότητα των εργατικών συγκεντρώσεων κάθε Πρωτομαγιά.
Στην εργατική Πρωτομαγιά επιτέθηκαν όλα τα καθεστώτα του κόσμου, ενώ στις ΗΠΑ θέλουν να την εξαφανίσουν, και όχι τυχαία.
Εξάλλου από εκεί ξεκίνησαν όλα...

Η ιστορία της Εργατικής Πρωτομαγιάς ξεκινά το 1865. Τότε τέθηκε, για πρώτη φορά, το αίτημα του 8ωρου από τα εργατικά σωματεία των ΗΠΑ. Το 1885 η Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας (AFL) υποστηρίζει το αίτημα της 8ωρης εργασίας και καλεί σε πανεργατική απεργία την 1η Μαΐου 1886.
1η Μαΐου 1886: Ο αγώνας ξεκινά από το Σικάγο. Απεργούν 350.000 εργάτες. Οι 185.000, κυρίως οικοδόμοι, πέτυχαν την εφαρμογή του 8ωρου.
3 Μαΐου 1886: 6 εργάτες σκοτώθηκαν και 30 τραυματίστηκαν από την αστυνομία σε συγκέντρωση στο εργοστάσιο Μακ Κόρμικ, στο Χάρβεστερ.
4 Μαΐου: Τα συνδικάτα κάλεσαν συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Χαϊμάρκετ του Σικάγου. Η αστυνομία επιτέθηκε κατά της συγκέντρωσης. Κάποιος άγνωστος πέταξε βόμβα. Σκοτώθηκαν 7 αστυνομικοί, 4 εργάτες, ενώ πολλοί ακόμη τραυματίστηκαν. Η αστυνομία συνέλαβε πολλά στελέχη του εργατικού κινήματος. Οκτώ παραπέμφθηκαν σε δίκη. Οι Μίκαελ Σβαμπ, Οσκαρ Νιμπ και Σάμουελ Φίλντεν καταδικάστηκαν σε πολυετή φυλάκιση.Ο Λούις Λινγκ βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί του, ενώ οι Αύγουστος Σπάις, Αντολφ Φίντεν, Τζορτζ Ενγκελ και Αλμπερτ Πάρσον καταδικάστηκαν σε θάνατο και τους κρέμασαν στις 11 Νοεμβρίου 1887.
1890: Το Συνέδριο της Β' Σοσιαλιστικής Διεθνούς στο Παρίσι αποφασίζει να καθιερωθεί η Πρωτομαγιά ως ημέρα εργατικών διεκδικήσεων, σε όλες τις χώρες, αρχίζοντας από την 1η Μαΐου 1890.
1891: Την Πρωτομαγιά ο Σταύρος Καλλέργης και άλλοι 12 σοσιαλιστές φωτογραφήθηκαν μαζί «σαν συμβολική συμμετοχή στην παγκόσμιο επέτειο και διαμαρτυρία των εργατών».
 Δημοσίευμα της γαλλικής εφημερίδας «Le Journal» την 1η Μαΐου 1893 για την καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς Δημοσίευμα της γαλλικής εφημερίδας «Le Journal» την 1η Μαΐου 1893 για την καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς | 
 
«Ο αγών διά το Οκτάωρον»: Ψήφισμα του 1893 αναφέρει ότι «Την Κυριακή καθ’ όλην την ημέρα να κλείνουν τα καταστήματα «Ο αγών διά το Οκτάωρον»: Ψήφισμα του 1893 αναφέρει ότι «Την Κυριακή καθ’ όλην την ημέρα να κλείνουν τα καταστήματα | 
 
1893: Η πρώτη μεγάλη και δημόσια εκδήλωση των εργατών και σοσιαλιστών στην Ελλάδα αφιερωμένη στην Πρωτομαγιά. Συγκεντρώθηκαν περίπου 500 άτομα στο αρχαίο στάδιο πίσω από το Ζάππειο.
1909: Η Πρωτομαγιά γιορτάστηκε στη Θεσσαλονίκη, η οποία ήταν ακόμη υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η πρώτη μαζική εργατική διαδήλωση στην ιστορία της πόλης. «Στο πλήθος υπάρχουν Ελληνες, Βούλγαροι, Τούρκοι και Εβραίοι. Ολοι τους κρατούν στα χέρια το έμβλημα του Συνδέσμου Εργατών Θεσσαλονίκης, το χέρι ενός εργάτη που κρατά σφυρί», γράφει ο Πολ Ντιμόν στο βιβλίο του, Θεσσαλονίκη 1850-1918.
1924: Την Πρωτομαγιά του 1924 ισχύει στρατιωτικός νόμος. Παρά την απαγόρευση, εργάτες συγκεντρώνονται στο κτίριο του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών (πλατεία Κοτζιά). Γίνονται συμπλοκές. Σκοτώνεται ένας εργάτης και τραυματίζονται 12. Τραυματίζονται και 5 στρατιώτες. Γίνονται πολλές συλλήψεις.

Πρωτομαγιά του 1926 στο Αγρίνιο Πρωτομαγιά του 1926 στο Αγρίνιο |
1936: Πανεργατική εξέγερση στη Θεσσαλονίκη και κήρυξη πανεργατικής απεργίας. Σοβαρά γεγονότα με πολλούς νεκρούς και τραυματίες 1936: Πανεργατική εξέγερση στη Θεσσαλονίκη | 
 
1936: Πανεργατική εξέγερση στη Θεσσαλονίκη και κήρυξη πανεργατικής απεργίας. Σοβαρά γεγονότα με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Οι δολοφονίες των εργατών ήταν η έμπνευση του Ρίτσου για να γράψει τον «Επιτάφιο».
Οι δολοφονίες των εργατών ήταν η έμπνευση του Ρίτσου για να γράψει τον «Επιτάφιον» Οι δολοφονίες των εργατών ήταν η έμπνευση του Ρίτσου για να γράψει τον «Επιτάφιον» |
 
1942: Παρά τις απαγορεύσεις από τις Αρχές Κατοχής 1.500 εργάτες τεσσάρων μηχανουργείων του Πειραιά και οι εργαζόμενοι του εργοστασίου σιγαρέτων Παπαστράτου κατέβηκαν σε απεργία. Στάση εργασίας έγινε και στους Σιδηροδρομικούς.
1944: Η τραγικότερη από όλες τις Πρωτομαγιές. Ενώ πλησιάζει το τέλος της Κατοχής, την 1η Μαΐου 1944 εκτελούνται στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής 200 κρατούμενοι 1944:Eκτελούνται στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής 200 κρατούμενοι | 
 
1944: Η τραγικότερη από όλες τις Πρωτομαγιές. Πλησιάζει το τέλος της Κατοχής. Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής εκτελούνται από τους ναζί 200 κομμουνιστές κρατούμενοι.
Χαρακτικό του Α. Τάσσου για την εκτέλεση 200 κομμουνιστών από τους ναζί στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του ‘44 Χαρακτικό του Α. Τάσσου για την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών | 
 
1945: Η συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς πραγματοποιήθηκε Πέμπτη, 10 Μαΐου το πρωί, στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ηταν η πρώτη δημόσια συγκέντρωση μετά την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά του 1944. Μαζεύτηκαν 40.000 άτομα, ξεπερνώντας κάθε πρόβλεψη.
1960: Είναι η πρώτη ενωτική Πρωτομαγιά και η πρώτη ανοιχτή εκδήλωση μετά το 1947, παρά την άρνηση της κυβέρνησης (ΕΡΕ) να δώσει άδεια. Η αστυνομία επιτίθεται στους διαδηλωτές, με αποτέλεσμα δεκάδες τραυματίες 1960: Είναι η πρώτη ενωτική Πρωτομαγιά | 
 
1960: Η πρώτη ενωτική Πρωτομαγιά και η πρώτη ανοιχτή εκδήλωση μετά το 1947, παρά την άρνηση της κυβέρνησης (ΕΡΕ) να δώσει άδεια. Η αστυνομία επιτίθεται στους διαδηλωτές με δεκάδες τραυματίες.
 
1963: Για πρώτη φορά από το 1946, δόθηκε άδεια συγκέντρωσης για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς σε ανοιχτό χώρο, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Τη συγκέντρωση συγκάλεσαν 82 σωματεία, που ήταν σε αντίθεση με την ηγεσία της ΓΣΕΕ 1963: Η συγκέντρωση στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. |
 
1963: Για πρώτη φορά, από το 1946, δόθηκε άδεια συγκέντρωσης του εορτασμού της Πρωτομαγιάς σε ανοιχτό χώρο, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Τη συγκέντρωση συγκάλεσαν 82 σωματεία, που ήταν σε αντίθεση με την ηγεσία της ΓΣΕΕ. Η συμμετοχή ήταν μεγάλη (20.000 εργαζόμενοι). Αυτή την περίοδο οι συγκεντρώσεις είναι μαζικές και ενθουσιώδεις. Δείχνουν την αλλαγή του πολιτικού κλίματος.
Αυτή η δραστηριότητα διακόπτεται με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, καθώς με τον Ν. 380/1968, η δικτατορία μετατρέπει την Εργατική Πρωτομαγιά σε υποχρεωτική αργία.

1975: H πρώτη μεγάλη, μετά τη δικτατορία, πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση. 1975: H πρώτη μεγάλη, μετά τη δικτατορία, πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση. |
 
1975: Πραγματοποιείται η πρώτη μεγάλη, μετά τη δικτατορία, ενωτική πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση.
1978: Με απόφαση των αριστερών συνδικαλιστικών παρατάξεων γίνεται χωριστή συγκέντρωση σε σχέση με τη ΓΣΕΕ. Βασικός λόγος, η άρνηση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ να προχωρήσει στον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και στην εφαρμογή του αναλογικού συστήματος εκλογών.
1982: Μεγάλη ενωτική συγκέντρωση στο Πεδίον του Αρεως. Ψηφίζεται ο Ν. 1264 για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες καταργώντας τον Ν. 330/76.
1986: Χωριστή Πρωτομαγιά εξαιτίας νέας κρίσης στο συνδικαλιστικό κίνημα. Τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ προκαλούν απεργιακούς αγώνες. Αλλάζουν οι συσχετισμοί δύναμης στο εσωτερικό της ΓΣΕΕ. Η πλειοψηφία περνά στην Αριστερά. Δικαστική απόφαση ανατρέπει την εκλεγμένη διοίκηση της ΓΣΕΕ. Διορίζεται μονοπαραταξιακή από στελέχη της ΠΑΣΚΕ. Η συνδικαλιστική αντιπολίτευση αρνήθηκε να μπει στη διορισμένη διοίκηση. Επέρχεται διάσπαση στον συνδικαλιστικό χώρο. Αποκατάσταση της ενότητας του συνδικαλιστικού κινήματος το 1989, στο 25ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ.
■ 1989 έως σήμερα: Αρχίζει να παρουσιάζεται κάμψη των συγκεντρώσεων της Πρωτομαγιάς. Αρχίζουν να αποδομούνται οι εργασιακές σχέσεις. Η κατάσταση επιτείνεται από τις χωριστές συγκεντρώσεις...Tα ανηφορικά για το εργατικό κίνημα και τις εργασιακές σχέσεις είναι εδώ...

                                      Πηγή:efsyn.gr/Δημ Κατσορίδας-Ι.Εργασίας ΓΣΕΕ