Το ελικόπτερο
Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024
Το Πολυτεχνείο ζει πάνω από μισό αιώνα!
Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2023
Η τελευταία εκπομπή του ελεύθερου Ραδιοφωνικού Σταθμού του Πολυτεχνείου...λίγο πριν τις ερπύστριες των τανκς…
Οι αγώνες του Νοέμβρη του 1973 που κορυφώθηκαν στις 17 στο Πολυτεχνείο, αποτελούν κορυφαία εκδήλωση της εφτάχρονης αντιχουντικής πάλης του λαού και της νεολαίας και μια από τις κορυφαίες στιγμές της ιστορίας του λαϊκού κινήματος στη χώρα μας. Το Πολυτεχνείο έδειξε ότι όταν ο λαός πιστέψει στη δύναμή του και οργανωθεί, έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει λύσεις προς όφελός του, ακόμα και όταν αυτό φαντάζει αδύνατο. Η μάχη του Πολυτεχνείου, οι αγώνες που προηγήθηκαν και οι εξελίξεις που ακολούθησαν ήταν μια γροθιά στην μοιρολατρία και την απογοήτευση του «δεν γίνεται τίποτα, δεν αλλάζει τίποτα» και εμπνέει τους σύγχρονους αγώνες του λαού και της νεολαίας.
Ο Σταθμός του Πολυτεχνείου εξακολουθεί να μεταδίδει τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, μηνύματα συμπαράστασης, συνθήματα, από το βράδυ μέχρι το πρωί και από το πρωί μέχρι το βράδυ συνέχεια, πάντα στους γνωστούς 1050 χιλιοκύκλους.«Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!
Σας μιλάει ο Ραδιοφωνικός Σταθμός των ελεύθερων αγωνιζομένων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζομένων Ελλήνων…»Από την Πέμπτη που έχει αντικατασταθεί ο παλιός πρόχειρος πομπός με ισχυρότερο, που έφερε στο Πολυτεχνείο ένας ερασιτέχνης ραδιοτεχνικός, η ισχύς του ξεπερνάει τα 40 βατ κι ακούγεται τώρα μέχρι τα Σπάτα. Μάλιστα το βράδυ της Παρασκευής είχε σχεδιαστεί να αντικατασταθεί και αυτός με άλλο πομπό, ισχυρότερης εμβέλειας, ώστα η φωνή των ελεύθερων-πολιορκημένων να ακούγεται σε ολόκληρη τη χώρα, όμως τα γεγονότα προλάβανε…[Γιώργου Γάτου: ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, ρεπορτάζ με την ιστορία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983]
Πρώτα μπουκάρει μέσα μια ομάδα αξιωματικών, ύστερα οι λοκατζήδες. Ακολουθούν οι ασφαλίτες και οι αστυνομικοί. Όπου οι τελευταίοι αποδείχνονται περισσότερο βάρβαροι, αδίσταχτοι και αιμοδιψείς από τους πρώτους. Επικρατεί χάος, πανικός, αναταραχή. Αξιωματικοί και ΛΟΚατζήδες και προπαντός ασφαλίτες και αστυνομικοί πέφτουν με λυσσασμένη μανία πάνω στους άοπλους και απροστάτευτους σπουδαστές και χτυπούν τυφλά, όπου βρουν, με ρόπαλα, με γκλομπς, με τις λαβές των περιστρόφων, με τα κοντάκια των ντουφεκιών. Κάποιοι «παληκαράδες» δεν διστάζουν και να πυροβολούν. Οι συγκρούσεις σώμα με σώμα γενικεύονται παντού, στο προαύλιο, στους διαδρόμους, στις σκάλες, στις αίθουσες…»(…)Ο Σταθμός των ελεύθερων-πολιορκημένων δίνει το τελευταίο μήνυμά του:«Τώρα μπαίνουν μέσα. Βλέπω έναν έφεδρο ανθυπολοχαγό. Ξέρω τι με περιμένει. Εδώ Πολυτεχνείο… Εδώ Πολυτεχνείο… Αγαπητοί ακροατές θα διακόψουμε για λίγο τη μετάδοση. Μείνετε στους δέκτες σας, στο ίδιο μήκος κύματος…»Ακολούθησε ο εθνικός ύμνος. Μετά ο Σταθμός καταστράφηκε για να μην χρησιμοποιηθεί από το στρατό και την αστυνομία.[Γιώργου Γάτου, ό.π.]
Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023
Τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος: Πέντε Έλληνες και ξένοι ιστορικοί γράφουν για τον ρόλο του στην ελληνική Ιστορία...

Οι περισσότερες αναφορές αρχίζουν ως εξής: νέος, ωραίος και Ολυμπιονίκης. Μετά αλλάζουν τα πράγματα. Οι ιστορικοί, που κάνουν στην «Κ» μια σύντομη αποτίμηση του ρόλου που έπαιξε ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος στην ελληνική Ιστορία κατά τη διάρκεια της σύντομης βασιλείας του, παρατηρούν την αντίθεση ανάμεσα στην ακτινοβολία του προσώπου με τις πράξεις και τις επιλογές του μονάρχη, σε μια περίοδο μεγάλης πολιτικής αστάθειας για τη χώρα, συγκρούσεων και διχασμών. Πού θα τοποθετήσει τον Κωνσταντίνο η Ιστορία; Πέντε ιστορικοί απαντούν στην «Κ».
Σάκης Ιωαννίδης
Προσωπικότητα χωρίς ειδικό βάρος
Κέβιν Φέδερστοουν
Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής LSE
Σε μια εβδοµάδα γεμάτη με ειδήσεις για τα απομνημονεύματα «σαπουνόπερας» του πρίγκιπα Χάρι, είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτούμε τον ρόλο που είχε και την επιρροή ενός βασιλιά της Ελλάδας σε μια βαθιά προβληματική πολιτική περίοδο. Εδειξε ο Κωνσταντίνος Β΄ την αξία της μοναρχίας, κάνοντας τη διαφορά; Νομίζω ότι οι ιστορικοί θα κατατάξουν τον Κωνσταντίνο ως μια φιγούρα «ελαφρών βαρών».
Σε μια πραγματικά κρίσιμη στιγμή διάλεξε να παρέχει νομιμοποίηση στο πραξικόπημα των συνταγματαρχών τον Απρίλιο του 1967, διευκολύνοντας την επικράτηση μιας σκοτεινής περιόδου στην ιστορία της χώρας. Αντιθέτως, ο Χουάν Κάρλος βγήκε στην τηλεόραση ως βασιλιάς της Ισπανίας και αποκήρυξε την απόπειρα πραξικοπήματος του 1981. Το μετέπειτα αντικίνημα του Κωνσταντίνου αποδείχθηκε άτοπο και απέτυχε: σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ξεκάθαρο τι είδους πολιτικές μπορεί να έχει ενεργοποιήσει.
Τη χρονιά της πραγματικής αλλαγής, το 1974, η χώρα στράφηκε εναντίον του. Ταυτίστηκε με ένα ιστορικό παρελθόν που είχε καταστρέψει την Ελλάδα. Ο Καραμανλής κράτησε μια εκκωφαντική σιωπή κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος τον Δεκέμβριο του 1974 και σχολίασε αργότερα, όπως έχει γραφτεί, ότι ο ελληνικός λαός απέκοψε ένα «καρκίνωμα» από το σώμα της χώρας. Πράγματι, για δεκαετίες η μοναρχία είχε συμβάλει ώστε οι πολιτικές ταυτότητες να ορίζονται με έναν άκαμπτο και δυαδικό τρόπο – μια ένδειξη ότι η νομιμοποίηση που έδινε στο ελληνικό κράτος δεν ήταν παρά υπονομευμένη.
Ο Κωνσταντίνος ήταν προορισμένος για να βασιλέψει σε «καλούς» καιρούς. Ηταν Ολυμπιονίκης στους αγώνες της Ρώμης του 1960 και η δημόσια εικόνα του εξέπεμπε μια νέα, πιο μοντέρνα παρουσία στη χώρα και διεθνώς. Το πόσο καλά καταλάβαινε τις πολιτικές αλλαγές στην πατρίδα του και πόσο δημοκρατικά ήταν τα πιστεύω του είναι κάτι που ακόμη ερευνάται.
Οταν πήρα για πρώτη φορά την έδρα Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών «Ελευθέριος Βενιζέλος» στο LSE το 2002, πρότεινα να προσκαλέσουμε τον Κωνσταντίνο για μια ανοιχτή συζήτηση και σίγουρα θα γινόμασταν πρώτο θέμα στις εφημερίδες. Ενας συνάδελφος σχολίασε κάτι σαν, «και ποιο είναι το νόημα;». Και αυτό φαίνεται σαν μια λογική αντανάκλαση της επίδρασης που είχε ο Κωνσταντίνος στην ελληνική Ιστορία. Ηταν η τελευταία προσωπικότητα από την περίοδο της χούντας. Σήμερα οι Ελληνες μπορούν να κάνουν μια πιο αμερόληπτη, λιγότερο συναισθηματική εκτίμηση της συνεισφοράς του στη χώρα. Αμφιβάλω όμως ότι θα καταγραφεί ως μια προσωπικότητα με ειδικό βάρος.
Δεν είχε την εμπειρία για τα δύσκολα
Σερ Μάικλ Λιουέλιν Σµιθ
Ιστορικός, πρώην πρέσβης της Βρετανίας στην Αθήνα
Κατά τα φαινόμενα ο Κωνσταντίνος, που ενθρονίστηκε τον Μάρτιο του 1964, ήταν «ευλογημένος» από την καλή νεράιδα. Ηταν νέος, ωραίος, με εφόδια για τη βασιλεία του και συγγενικούς δεσμούς με την παλαιότερη βασιλική οικογένεια της Ευρώπης. Παντρεύτηκε με μια ελκυστική Δανέζα πριγκίπισσα. Είχε κάθε οικογενειακό και εκπαιδευτικό προνόμιο. Εκτός αυτών των πλεονεκτημάτων, κατέγραψε και ένα προσωπικό επίτευγμα, ως ικανός και πετυχημένος αθλητής, ένα Ολυμπιακό μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα στους Αγώνες του 1960 (Ρώμη, 3 άτομα dragon class). Τι μπορούσε να πάει λάθος; Αλλά η καλή νεράιδα που του έδωσε όλα αυτά τα πλεονεκτήματα, του άφησε και ένα πρόβλημα που δεν ήταν ικανός να λύσει: τους ιστορικούς πολιτικούς διχασμούς της Ελλάδας, στη μορφή έντονα ανταγωνιστικών πολιτικών κομμάτων και ορισμένους ανώτερους αξιωματικούς του στρατού αποφασισμένους να πάρουν τα ηνία της διακυβέρνησης στα χέρια τους, με την αμφίβολη αφορμή μιας υποτιθέμενης κομμουνιστικής απειλής. Δεν είχε την εμπειρία για να το αντιμετωπίσει αυτό με επιτυχία. Δεν βοήθησε που το Στέμμα το ίδιο ήταν ένας παράγοντας διχασμού στην ελληνική Ιστορία. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κωνσταντίνος ήταν άτυχος. Αλλά οι βασιλείς δεν διαλέγουν τις συνθήκες: η δουλειά τους είναι να κυβερνούν.
Ο Κωνσταντίνος δεν είχε τον χρόνο να δείξει τον χαρακτήρα του στη διεθνή σκηνή. Η Βρετανία, εκεί που ήταν οι πιο στενές του συνδέσεις, είχε κάνει ένα βήμα πίσω μπροστά στην παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε κάθε περίπτωση αυτό που είχε σημασία και κυριάρχησε στη σύντομη βασιλεία του ήταν η πολιτικοποίηση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ηταν στριμωγμένος από τον στρατό. Χρειαζόταν η σοφία ενός σοβαρού πολιτικού, όπως του Κωνσταντίνου Καραμανλή, για να αποκατασταθεί η ορθή διακυβέρνηση και να επουλωθούν τα δηλητηριώδη ρήγματα στο πολιτικό σώμα.
Ημουν στην Αθήνα για ακαδημαϊκές εργασίες, αλλά δεν γνώριζα τον Κωνσταντίνο την κρίσιμη περίοδο. Ενα πρωινό του Δεκεμβρίου 1967 ειδοποιηθήκαμε από φίλους ότι κάτι περίεργο συμβαίνει. Καταφέραμε να παρακολουθήσουμε μέσα από ένα μικρό ραδιόφωνο τη σπασμωδική εξέλιξη αυτού που έγινε γνωστό ως το «αντικίνημα» του Κωνσταντίνου, καθώς προσπάθησε να συγκεντρώσει ανώτερα στρατιωτικά στελέχη στη βόρεια Ελλάδα. Προσπάθησε να αποκαταστήσει τη συνταγματική κυβέρνηση, αλλά η προσπάθεια ήρθε πολύ αργά και ήταν αναποτελεσματική. Οταν είδε ότι το παιχνίδι είχε τελειώσει και πέταξε από την Ελλάδα στη Ρώμη, δεν ήξερε ότι αυτό θα ήταν και το τέλος της βασιλείας του. Τον γνώρισα στα χρόνια της εξορίας που ακολούθησαν στο Λονδίνο μαζί με τη βασίλισσα Αννα-Μαρία, το σταθερό του στήριγμα. Εκανε το καλύτερο που μπορούσε, αλλά δεν ήταν αρκετό.
Ευθύνες του πολιτικού προσωπικού
Χρήστος Χρηστίδης
∆ιδάκτωρ Ιστορίας, διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήµιο
«Για τον Ελληνα κάθε γεγονός, όσο παλιό ή ξεπερασμένο, είναι πάντα ξεχωριστό. Κάνει πάντα το ίδιο πράγμα για πρώτη φορά», γράφει ο Χένρι Μίλερ στον «Κολοσσό του Αμαρουσίου». Στα σχεδόν εξήντα χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στην έκρηξη του Εθνικού Διχασμού και τη Μεταπολίτευση (1915-1974), κοινωνία, πολιτικές ηγεσίες, Στέμμα και παράγοντες (θεσμικοί και μη), έδειξαν πολύ συχνά να επιβεβαιώνουν αυτή τη διαπίστωση. Κατά τη μακρά αυτή περίοδο των κρίσεων η χώρα παρέμενε σε μία δίνη συγκρούσεων και διχασμών, που εναλλάσσονταν με περιόδους συνταγματικής και κοινοβουλευτικής ομαλότητας. Οι ευθύνες του Στέμματος για αυτή την ιδιότυπη περιδίνηση δεν μπορούν και δεν πρέπει να παραγραφούν. Αρκεί όμως αυτό;
Ο Κωνσταντίνος διαδέχθηκε τον πατέρα του Παύλο ως βασιλιάς των Ελλήνων σε μία περίοδο εξαιρετικά κρίσιμη για την πορεία του τόπου. Στις αρχές του 1964 η ελληνική κοινωνία έδειχνε να αισιοδοξεί ότι το τέλμα, στο οποίο είχε περιέλθει το πολιτικό σκηνικό, θα μπορούσε επιτέλους να ξεπεραστεί. Πολύ σύντομα, όμως, οι προσδοκίες θα διαψεύδονταν. Το πολιτικό προσωπικό και το Στέμμα είχαν ήδη διαμορφώσει ένα πλαίσιο αλληλεξάρτησης, που επέτρεπε και στις δύο πλευρές να επιβιώνουν. Οταν κάποιος αντιδρούσε ή ζητούσε θεσμικά αντίβαρα που θα επέτρεπαν τον έλεγχο επί του συστήματος αυτού, απλά απομακρυνόταν. Αλλωστε, για το Στέμμα οι πολιτικοί «όφειλαν» στον θεσμό και ως εκ τούτου έπρεπε να αξιολογούν τις επιθυμίες του, ακόμη κι αν αυτές ξέφευγαν από το όριο των αρμοδιοτήτων του.
Εδώ ακριβώς εντοπίζονται και οι ευθύνες του πολιτικού προσωπικού, που δεν φρόντισε να κινηθεί συντεταγμένα προκειμένου να αποτρέψει περαιτέρω παρεμβάσεις του Στέμματος – άλλωστε, όχι σπάνια αυτές αποτελούσαν και δικά του αιτήματα. Ετσι επέτρεψε τελικά στον απολύτως ανεπαρκή και άπειρο Κωνσταντίνο να προχωρήσει σε κινήσεις που όξυναν τα πάθη, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα σύγκλισης και διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον σύγκρουσης, που τελικά οδήγησε στην εκτροπή του πολιτεύματος. Επρόκειτο όμως για μια κατάληξη που ήταν νομοτελειακή; Αναμφισβήτητα όχι. Το θεσμικό πλαίσιο διέθετε δικλίδες ασφαλείας, τις οποίες θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί το πολιτικό προσωπικό προκειμένου να διασώσει τη δημοκρατία, ακόμη κι αν το Στέμμα δεν επικουρούσε. Η δικτατορία όμως δεν αποτράπηκε και η χώρα βίωσε την επταετία και τις τραγικές συνέπειές της. Ο ιστορικός αυτός κύκλος έκλεισε πριν από περίπου πενήντα χρόνια και ο Κωνσταντίνος, όπως και οι υπόλοιποι δρώντες της περιόδου, βρίσκονται πλέον στην κρίση της Ιστορίας.
Υπό το πρίσμα της εποχής του και των συνθηκών
Μόγκενς Πελτ
Καθηγητής, Πανεπιστήµιο Κοπεγχάγης, διευθυντής Ινστιτούτου της ∆ανίας στην Αθήνα
O θάνατος του Κωνσταντίνου Β΄, τέως βασιλιά της Ελλάδας, μας προτρέπει για μια αξιολόγηση του ρόλου του στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Η πιο απτή και δραματική επίδραση χρονολογείται στη σύντομη περίοδο από τη στέψη του ως βασιλιά της Ελλάδας το 1964 έως την εξορία του το 1967.
Πήρε το μέρος του στρατού στην αντίστασή του κατά των προσπαθειών του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου να πάρει τον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων, κάτι που οδήγησε στον Ιούλιο του 1965 όταν ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε έπειτα από πίεση του βασιλιά. Αν και ο Κωνσταντίνος κατάφερε να δημιουργήσει μια σειρά βραχύβιων κυβερνήσεων, ο φόβος για μια επιστροφή του Παπανδρέου στις εκλογές του 1967 επιτάχυνε τη συνωμοσία στις Ενοπλες Δυνάμεις, με αποκορύφωμα το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 από τους συνταγματάρχες. Αν και οι συνταγματάρχες πήραν τον Κωνσταντίνο με το μέρος τους, η σχέση είχε τον χαρακτήρα μιας μάχης για την εξουσία την οποία έχανε ο βασιλιάς. Σε αυτό το πρίσμα θα πρέπει να καταλάβουμε το αντιπραξικόπημά του στις 13 Δεκεμβρίου 1967, που σήμανε το τέλος της παρουσίας του στην Ελλάδα και την αρχή της εξορίας του – ως μια προσπάθεια να σώσει το στέμμα του για το μέλλον. Αλλά εις μάτην: το 1974 ένα δημοψήφισμα αποφάσισε την κατάργηση της μοναρχίας.
Ο Κωνσταντίνος ακολούθησε την παράδοση που είχε η ελληνική μοναρχία να ανακατεύεται στα πολιτικά, αλλά το έκανε σε μια περίοδο αλλαγών και μεγάλης πολιτικής αστάθειας. Με αυτόν τον τρόπο οι παρεμβάσεις του έγιναν μέρος μιας διαδικασίας που είχε ραγδαίες και μακροπρόθεσμες συνέπειες, όχι μόνο στην περίοδο 1964-1967 αλλά και στις επόμενες δεκαετίες, καθώς την πτώση της χούντας ακολούθησε μια αλλαγή καθεστώτος. Αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν μόνο οι πράξεις του Κωνσταντίνου καθ’ αυτές αλλά και η περίοδος μέσα στην οποία έδρασε που κάνουν τη βασιλεία του να ξεχωρίζει.

Ευπροσήγορος, αλλά αναβλητικός, αναποφάσιστος
Θανάσης Χρήστου
Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, Πανεπιστήµιο Πελοποννήσου
Είναι κοινός τόπος ότι οι δύο βασιλικές δυναστείες που γνώρισε το ελληνικό κράτος από τη ληξιαρχική πράξη της γέννησής του (1830) έως τη δεκαετία του 1970 δεν είχαν εσωτερικές ρίζες και αφετηρίες και τούτο διότι δεν υπήρχε εδώ κάποια ομόλογη αριστοκρατία με καταβολές στον μεσαίωνα ή στα νεότερα χρόνια, που να ανέδειξε από τη μήτρα της το πολίτευμα της βασιλείας. Και φυσικά ο θάνατος ενός ανθρώπου, εν προκειμένω του Κωνσταντίνου, γεννάει αισθήματα αναστοχασμού, περισυλλογής και σεβασμού· μία διαχρονική στάση, όχι μόνον των Ελλήνων αλλά και του παγκόσμιου πολιτισμού.
Ο Κωνσταντίνος Β΄ ήταν 24 ετών όταν το 1964, διαδεχόμενος τον πατέρα του, ανέλαβε τον επίζηλο θώκο του ρυθμιστή του πολιτεύματος. Ως διάδοχος του στέμματος ήταν συμπαθής, ευπροσήγορος με τα διάσημα του Ολυμπιονίκη και του κοσμοπολίτη. Η παρορμητική ανεμελιά του δεν είχε ακόμη προσπελασθεί ως ανεύθυνη επιπολαιότητα και κανείς δεν μπορούσε να προϊδεασθεί το ανάπτυγμα της επιδερμικότητας και της ρηχής ανάγνωσης της πραγματικότητας. Με μιας, όμως, το σκηνικό άλλαξε άρδην και τα βλέμματα όλων στράφηκαν στο φωτογενές πρόσωπο του νεαρού βασιλιά και όλοι, μη εξαιρουμένης και της Αριστεράς, προσδοκούσαν ότι ο νέος βλαστός θα διαπνεόταν από σύγχρονες πολιτειακές αντιλήψεις.
Δυστυχώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της πυκνής και αργής δεκαετίας του 1960 απέδειξε περίτρανα ότι ο νέος ανώτατος πολιτειακός άρχοντας διακρινόταν από ευθυνοφοβία, αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα.
Το περιβάλλον του άνακτος με καθαρόαιμα χαρακτηριστικά προσκόλλησης σε ένα παρωχημένο μεσαιωνικό μοντέλο διακυβέρνησης, όπου πρωταγωνιστούσε η βασιλομήτωρ Φρειδερίκη, ο νεόκοπος ταγματάρχης Αρναούτης και ο γηραιός στρατηγός Δόβας, συγκροτούσαν τη λυδία λίθο της αποτυχημένης διαχείρισης του έμπειρου και στοχαστικού πολιτικού Γεωργίου Παπανδρέου, του πρωθυπουργού με τη λαϊκή ετυμηγορία του 54% του ελληνικού λαού. Και οι Ελληνες τον έκριναν νηφάλια και ψύχραιμα στο δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 και η Ιστορία απομένει ακόμη να τον κρίνει.
Πηγή: kathimerini.gr
Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2022
Πολυτεχνείο 1973...Ο αγώνας εξακολουθεί...
Σάββατο 12 Μαρτίου 2022
Ο Μεγάλος Δικτάτωρ...
«Ο Μεγάλος δικτάτωρ» είναι η πρώτη ομιλούσα και ηχητική ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν. Έκανε πρεμιέρα το 1940, δεκατρία χρόνια μετά την εισαγωγή του ήχου στον κινηματογράφο και λίγο πριν μπει η Αμερική στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για μια ανελέητη πολιτική σάτιρα, η οποία παρωδεί την άνοδο του Χίτλερ και του ναζισμού.
Ο Τσάπλιν υποδύεται διπλό ρόλο: Είναι ο Χίνκελ, ο αρχηγός της φασιστικής Τομανίας, αλλά και ένας Εβραίος κουρέας που του μοιάζει. Ο δεύτερος κάποια στιγμή παίρνει τη θέση του Χίνκελ-Χίτλερ και εκφωνεί μια ιστορική για τον κινηματογράφο ομιλία.
Μπορείτε να την παρακολουθήσετε στο παρακάτω βίντεο αλλά και να διαβάσετε το αποδελτιωμένο κείμενό της στη συνέχεια:
Λυπάμαι, αλλά δε θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι δική μου δουλειά. Δε θέλω ούτε να βασιλέψω ούτε να κατακτήσω κανέναν. Αν μπορούσα, θα ήθελα να βοηθήσω όλο τον κόσμο: Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς... Όλοι θέλουμε να βοηθάμε ο ένας τον άλλο· αυτή είναι η φύση των ανθρώπων. Θέλουμε να ζούμε με την ευτυχία των άλλων και όχι με τη δυστυχία τους. Δε θέλουμε ούτε να μισούμε ούτε να περιφρονούμε ο ένας τον άλλο.
Στον κόσμο αυτό υπάρχει χώρος για τον καθένα. Η καλή Γη είναι πλούσια και μπορεί να θρέψει όλο τον κόσμο. Η ζωή μπορεί να είναι ελεύθερη και ωραία, όμως χάσαμε τον δρόμο. Η πλεονεξία δηλητηρίασε τις ψυχές των ανθρώπων, σήκωσε τείχη μίσους, μας καταδίκασε στη δυστυχία και στους σκοτωμούς. Αναπτύξαμε την ταχύτητα αλλά κλειστήκαμε στον εαυτό μας. Η εκμηχάνιση προκαλεί αφθονία αλλά μας άφησε σε ένδεια. Η επιστήμη μάς έκανε κυνικούς· η ευφυΐα μας σκληρούς και άξεστους. Σκεφτόμαστε πολύ και αισθανόμαστε ελάχιστα.
Πιο πολύ κι από τις μηχανές χρειαζόμαστε την ανθρωπιά. Πιο πολύ από την επιδεξιότητα χρειαζόμαστε την καλοσύνη και την ευγένεια. Χωρίς αυτές τις αρετές η βία θα κυριαρχήσει στη ζωή και όλα θα χαθούν.
Το αεροπλάνο και το ραδιόφωνο μάς έφεραν πιο κοντά. Η ίδια η φύση αυτών των εφευρέσεων διαλαλεί την καλοσύνη των ανθρώπων, διαλαλεί την παγκόσμια αδελφοσύνη, την ενότητα όλων μας. Ακόμη και αυτήν τη στιγμή η φωνή μου φτάνει στα αφτιά εκατομμυρίων ανθρώπων –απελπισμένων ανδρών, γυναικών και παιδιών– που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους.
Σε αυτούς που με ακούνε λέω: «Μην απελπίζεστε!». Η τωρινή μας δυστυχία προήλθε από την πλεονεξία και τη σκληρότητα εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου. Το μίσος θα περάσει και οι δικτάτορες θα πεθάνουν! Η δύναμη που αφαίρεσαν από τον λαό θα επιστρέψει ξανά σε αυτόν! Όσο πεθαίνουν άνθρωποι η ελευθερία δε θα κινδυνέψει!
Στρατιώτες! Μην υπακούτε στους αγροίκους, σε εκείνους που σας περιφρονούν και σας σκλαβώνουν, που δυναστεύουν τη ζωή σας, που σας λένε τι να κάνετε, τι να σκέφτεστε και τι να νιώθετε! Που σας μεταμορφώνουν σε κοπάδι, που σας χρησιμοποιούν ως κρέας για τα κανόνια τους. Μην υποχωρείτε μπροστά σε αυτά τα εκφυλισμένα όντα, που έχουν για εγκέφαλο και καρδιά μηχανές! Δεν είστε ούτε μηχανές ούτε κοπάδι: είστε άνθρωποι! Φέρετε αγάπη μέσα στις καρδιές σας, δε μισείτε! Μόνο όσοι στερήθηκαν την αγάπη μισούν! Οι στερημένοι και οι αφύσικοι!
Στρατιώτες! Μην αγωνίζεστε για τη σκλαβιά, αγωνιστείτε για την ελευθερία! Ο Άγιος Λουκάς στο 17ο κεφάλαιο γράφει: «Το βασίλειο του Θεού είναι μέσα στον άνθρωπο». Όχι σε έναν άνθρωπο, όχι σε μια ομάδα ανθρώπων, αλλά σε όλους τους ανθρώπους! Σε εσάς!
Εσείς, ο λαός, έχετε τη δύναμη! Τη δύναμη να δημιουργείτε μηχανές, τη δύναμη να δημιουργείτε ευτυχία! Εσείς, ο λαός, έχετε τη δύναμη να κάνετε αυτή τη ζωή ελεύθερη και όμορφη, να κάνετε αυτή τη ζωή μια υπέροχη περιπέτεια!
Οπότε, στο όνομα της Δημοκρατίας, ας χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη δύναμη, ας ενωθούμε! Ας αγωνιστούμε για έναν καινούργιο κόσμο, έναν τίμιο κόσμο, που θα παρέχει ευκαιρίες εργασίας σε όλους, μέλλον στους νέους και ασφάλεια στους ηλικιωμένους!
Με τέτοιες υποσχέσεις οι αγροίκοι πήραν την εξουσία. Αλλά είπαν ψέματα! Δεν κράτησαν τον λόγο τους! Ποτέ δε θα το κάνουν! Οι δικτάτορες ελευθερώνουν τον εαυτό τους αλλά υποδουλώνουν τον λαό!
Τώρα ας αγωνιστούμε για να κάνουμε πράξη αυτές τις υποσχέσεις! Ας αγωνιστούμε για να ελευθερώσουμε τον κόσμο, να σπάσουμε τους εθνικούς φραγμούς, να καταργήσουμε την πλεονεξία, το μίσος και τη μισαλλοδοξία! Ας αγωνιστούμε για έναν κόσμο δικαίου, έναν κόσμο όπου η επιστήμη και η πρόοδος θα φέρουν την ευτυχία σε όλους!
Στρατιώτες, στο όνομα της Δημοκρατίας, ας ενωθούμε!
Πηγή: podilato98.blogspot.com
Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021
"Ημερολόγιο μιας Εβδομάδας": Ο Γιάννης Ρίτσος περιγράφει τα γεγονότα του Πολυτεχνείου...
Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου, αμέσως μετά το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών, ο Γιάννης Ρίτσος θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στον Ιππόδρομο, όπου εκεί θα αποφασιστεί ο τόπος εξορίας του. Εκεί θα ξεκινήσει -ή μάλλον θα συνεχιστεί- ο βασανισμός του ποιητή, που οδηγείται ξανά στην εξορία (είχε εξοριστεί και από την κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη το 1948). Αυτή τη φορά ο ποιητής θα εξοριστεί στην Γυάρο και στην Λέρο. Μετά την Λέρο, ο Ρίτσος απολύεται, ταξιδεύει στην Σάμο, όπου ζει σε κατ’ οίκον περιορισμό, ενώ από τον Δεκέμβριου το 1970 επιστρέφει στην Αθήνα.
Έτσι τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, που στα μέσα της εβδομάδας ξαναθυμηθήκαμε, τον βρίσκουν στην Αθήνα.
Στις 15 Νοεμβρίου συμμετέχει σε διαδήλωση που ξεκινάει από το Πολυτεχνείο και διαλύεται βίαια από τις αστυνομικές δυνάμεις στην πλατεία Κλαυθμώνος. Στις 17 Νοεμβρίου, ο Γιάννης Ρίτσος θα ζήσει από κοντά τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και θα σταθεί στο πλευρό των φοιτητών. Την επόμενη μέρα θα αναχωρήσει με προορισμό τον Κάλαμο Αττικής, όπου θα συνθέσει το «Ημερολόγιο μιας Εβδομάδας». Σε αυτό θα περιγράψει με τους στίχους του το χρονικό εκείνης της εξέγερσης, που ήταν η αρχή του τέλους για τη δικτατορία.
Αθήνα – 16 Νοεμβρίου
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, – πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;
17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
Ηλιόλουστη μέρα. Κάλαμος.
Η θάλασσα, σπουργίτια στον ελαιώνα
Κάλεσμα. Πρόκληση. Κάλλος. Μακρινή προδομένη μακαριότητα
α εσύ δραπέτη λιποτάκτη κρυμμένε ανάμεσα στ΄ αγάλματα, πίσω απ΄τ΄ αγάλματα
μέσα στ΄αγάλματα, αγάλματα κούφια χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα
αρνήσου, αρνήσου, όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις το δένδρο το πουλί το γαλάζιο
αμαρτία, αμαρτία, πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε εσείς, ο ίδιος ο έρωτας
κι ο έρωτας αμαρτία, Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, τα παιδιά μας
πόσες γενιές παιδιά μας σε αδιαίρετο χρόνο χωρίς χρόνο
στα στάχυα και στα σύρματα στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα
έρωτές μας, παιδιά μας,σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας
Για τίποτε άλλο να μην έχουμε μάτια παρά μόνο για σας. Τιποτ΄άλλο.
Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω
βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη
χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα
-μ΄ακούς; άκουσέ με, εγώ σ΄ακούω,
δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.
Με τους αγκώνες στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα στις παλάμες
ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει. Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο
κι η φωνή τους ακόμα.. – Αδέρφια, αδέρφια, πάνω απ΄το αίμα τους, με το αίμα τους
πάνω από την αγρυπνισμένη Αθήνα
Πως μπορείτε λοιπόν; Πως μπορείτε;
Μάζεψαν τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα, τα μισά παιδιά πήγαν σχολείο
οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνητο
πλύναν τα ρούχα τ΄απλώσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά μη φανούνε σαν άλλες σημαίες
κλειστά νοικοκυριά, το κρεμμύδι, η πατάτα, το λάδι
το αλάτι χυμένο στο δρόμο το ίδιο και τ΄αλεύρι,
μες στο ψυγείο το κόκκινο πουλί μ΄όλα του τα φτερά
Απ΄το θάνατο αρχίζουμε – έτσι έλεγε- απ΄το θάνατο αρχίζουμε πάλι
επάνω από τη μεγάλη γκρεμισμένη σκάλα
τι να κάνουμε -είπε- να ξεχαστούμε; θα ξεχάσουμε πάλι;
Σκεπασμένοι στην τρύπια κουβέρτα ως πάνω στα μάτια
λίγο λίγο θα βγάλεις το ΄να πόδι δοκιμάζοντας τον αέρα τη σιωπή το σκοτάδι
αργότερα τα χέρια, τελευταίο το κεφάλι.
Απέναντι η καρέκλα, τα τσιγάρα τα σπίρτα και το φως κολλημένο στον τοίχο
μια τεράστια κίτρινη αφίσα
Ώρα μεγάλη! ώρα σκληρή! ώρα αδειασμένη απ΄την δειλή μακροθυμία των στίχων
εδώ ό,τι πια θα πει θα ΄ναι το αίμα
Ω! κακόφημη ζωή ληστεμένη...
Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021
Αποχαιρετισμός στον Μίκη όλων μας...

Η ιστορία του Μίκη είναι η ιστορία της Αριστεράς σε αυτόν τον τόπο. Η ιστορία του Λαϊκού Κινήματος. Με όλο το μεγαλείο της και όλη τη λάμψη του αγώνα για έναν κόσμο δίκαιο, για την ισότητα και την ελευθερία, για την κοινωνική απελευθέρωση και χειραφέτηση. Με όλες τις αυταπάτες της και με όλες τις τραγικές στιγμές, τις ήττες και τους πολιτικούς συμβιβασμούς, την υποταγή στο καθεστώς, αλλά και την αγωνιστική ανάταση, τον ριζοσπαστισμό εκφράζοντας το πείσμα του φτωχού και του αδικημένου.
Ήταν εκεί, ο ίδιος, με τη φυσική του παρουσία, 19 χρονών, κρατώντας τη σημαία πεισματικά μόνος, όταν οι σφαίρες θέριζαν το πλήθος στην πλατεία Συντάγματος το Δεκέμβρη του ’44.
Ήταν εκεί, στην πρώτη γραμμή, απέναντι στη βαρβαρότητα της αστυνομίας και της
ΕΚΟΦ.
Ήταν εκεί, στο Τρίτο Νεκροταφείο, όταν το κράτος ήθελε να θάψει νύχτα τον
Σωτήρη Πέτρουλα, απέναντι στον εισαγγελέα και τους χωροφύλακες, πρωταγωνιστής
στη μάχη να γίνει η ταφή του Πέτρουλα ένα μεγάλο ποτάμι λαϊκής οργής και
αγωνιστικής ανάτασης.
Ήταν εκεί, στην εξορία και τη φυλακή.
Ήταν εκεί, στις μεγάλες συναυλίες μετά τη μεταπολίτευση, ξεσηκώνοντας το λαό με
το σάλπισμα της ελευθερίας.
Ήταν στους μεγάλους αντιμνημονιακούς αγώνες χέρι χέρι μαζί με τον άλλο ογκόλιθο
της Αριστεράς και του Λαϊκού Κινήματος, τον Μανώλη Γλέζο.
Ήταν εκεί, ακόμα κι όταν έλειπε, με την μουσική του και τα τραγούδια του, που έχουν χαραχτεί στη λαϊκή συνείδηση, ως ο Ύμνος στην Ελευθερία του 20ου αιώνα.
Ήταν εκεί, όταν τα τραγούδια του γίνονταν ο εφιάλτης της Χούντας.
Ήταν εκεί, στο Πολυτεχνείο, όχι ο ίδιος αλλά η μουσική του, ηλεκτρίζοντας τη
νεολαία και τους φοιτητές.
Ήταν εκεί, στο μεγάλο συλλαλητήριο για το ΟΧΙ, δεκάδες χιλιάδες πιτσιρικάδες
παραληρούσαν όταν ακουγόταν από τα μεγάφωνα “είμαστε δυο, είμαστε τρεις”.
Το καλλιτεχνικό του μεγαλείο είναι διεθνές, πρόκειται για μια παγκόσμια μορφή,
το έργο του δεν ανήκει στον ίδιο ούτε στον τόπο που γεννήθηκε. Ανήκει σε όλους
τους φτωχούς, τους αδικημένους, τους εξεγερμένους αυτού του κόσμου.
Είναι μια παγκόσμια μουσική ιδιοφυία, είναι αυτός που συνδύασε την κλασική
μουσική με τη λαϊκότητα του μπουζουκιού και των λαϊκών τραγουδιστών και με την
υψηλή ποίηση, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Σικελιανού και τόσων
άλλων.
Και μπόλιασε αυτή η μουσική τον λαϊκό κόσμο με το υψηλό πνεύμα της Ποίησης, με
ριζοσπαστικές μουσικές φόρμες.
Και είναι αλήθεια ότι την ώρα του απολογισμού μιας ολόκληρης ζωής, διάλεξε να
αφήσει αυτόν τον κόσμο ως κομμουνιστής (όπως έγραψε στον ΓΓ του ΚΚΕ), αφήνοντας
στην άκρη τις “λεπτομέρειες”, δηλαδή, όλες τις πολιτικές πράξεις του που μας
πίκραναν. Σε αυτό το πολιτιστικό μεγαλείο, μπορεί να υποκλίνονται σήμερα ακόμα
και οι ισχυροί αυτού του κόσμου, “λησμονώντας” το βαρύ απελευθερωτικό φορτίο
και την ριζοσπαστική του λάμψη. Τη λάμψη αυτού του έργου που ανήκει οριστικά
και αμετάκλητα στον κόσμο του αγώνα: Δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει!
Συναυλία μετά την πτώση της Χούντας (Μ. Θεοδωράκης)
https://www.youtube.com/watch?v=IdhyFdgY3dU&t=1s
Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021
Ο Μίκης στη γειτονιά των αγγέλων: Η πορεία, το έργο του, η ζωή του...
Σήμερα, Πέμπτη 2 του Σεπτέμβρη, έφυγε από τη ζωή ο Μίκης Θεοδωράκης, "ο Μίκης του καθενός μας"ο σημαντικότερος, κορυφαίος, τεράστιος μουσουργός. Μια σπουδαία προσωπικότητα, που ταξίδεψε τον ελληνικό πολιτισμό μέσω της μουσικής του, των αξιών του και της θεώρησης ζωής σε όλον τον κόσμο.
Aυτόνομος στην παρουσία του στα πολιτιστικά και κοινωνικά δρώμενα,
πορεύτηκε με το προσωπικό του στίγμα, δημιουργώντας έργα απαράμιλλης
καλλιτεχνικής σπουδαιότητας, ενώ οι πολιτικές του απόψεις είχαν
ιδιαίτερο βάρος με οποιοδήποτε «στρατόπεδο» και αν συντάχθηκε. O Μίκης
Θεοδωράκης στη γειτονιά των αγγέλων. Ας ανοίξουμε το σπουδαίο βιβλίο της πολυσήμαντης ζωής του Μίκη, που το ταπεινό ιστολόγιο θεωρεί πως ένα ανιαρό απόγευμά της είναι μεγάλο μέρος της ζωής των περισσότερων από εμάς...
Στον βίο του Μίκη Θεοδωράκη η μουσική και η πολιτική ανέκαθεν συμβάδιζαν.

Τα πρώιμα χρόνια
Κρητικός στην καταγωγή, γεννήθηκε στη Χίο στις 29 Ιουλίου του 1925. Στην παιδική του ηλικία έζησε σε διάφορες πόλεις της ελληνικής περιφέρειας όπως στη Μυτιλήνη, Γιάννενα, Κεφαλονιά, Πύργο, Πάτρα και κυρίως στην Τρίπολη. Στην τελευταία, σε ηλικία 17 ετών, έδωσε την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του «Κασσιανή», ενώ παράλληλα οργανώθηκε στον αγώνα κατά των κατακτητών. Συνελήφθη στη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 από τους Ιταλούς και βασανίζεται.
![]()
Οι νεανικοί αγώνες
Διέφυγε κατόπιν στην Αθήνα, ξεκίνησε σπουδές στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη και οργανώθηκε στον ΕΛΑΣ. Υπήρξε διαφωτιστής στον Πέμπτο Τομέα της ΕΠΟΝ, ενώ συμμετείχε στα Δεκεμβριανά ως σαν διμοιρίτης τής Μεταξωτής διμοιρίας του 1ου τάγματος της Νέας Σμύρνης. Μετά τα Δεκεμβριανά ζει κατά περιόδους στην παρανομία, ώσπου συλλαμβάνεται τον Ιούλιου του 1947 και στέλνεται εξόριστος στην Ικαρία, απ’ όπου επιχείρησε να αποδράσει.
Επέστρεψε στην Αθήνα μετά την αμνηστία της κυβέρνηση Σοφούλη, αλλά σύντομα συνελήφθη ξανά, λόγω της προσπάθειάς του συμμετάσχει στο Δημοκρατικό Στρατό. Εστάλη ξανά εξόριστος στην Ικαρία, όπου έγραψε το έργο «Ελεγείο και θρήνος στον Βασίλη Ζάννο» στη μνήμη του Βασίλη Ζάννου που εκτελέστηκε το 1948. Έπειτα εστάλη στη Μακρόνησο, όπου βασανίστηκε.
Το 1949 εστάλη στα Χανιά για να αναρρώσει. Το 1950 επέστρεψε στην πρωτεύουσα, συνεχίζοντας τις σπουδές του και αποφοιτώντας από το Ωδείο Αθηνών, με δίπλωμα σε αρμονία, αντίστιξη και φούγκα.
Η διεθνής αναγνώριση και η λαϊκή εποποιία
Το 1954 βρέθηκε στο Παρίσι με κρατική υποτροφία και σπούδασε με τον θρυλικό Olivier Messiaen και τον Eugène Bigot. Στο Παρίσι διανύει αξιοπρόσεχτη συνθετική πορεία καθώς έγραψε πολλά συμφωνικά έργα έργα, αλλά και έργα για το μπαλέτο της Λουντμίλα Τσέρινα, για το Covent Garden με το έργο «Αντιγόνη», για το Μπαλέτο της Στουτγάρδης και έργα του κινηματογράφου. Το 1957 ο αξεπέραστος Ντμίτρι Σοστακόβιτς του απένειμε το πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ της Μόσχας για το έργο του Suite No 1 για πιάνο και ορχήστρα.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα το 1960 συνοδεύεται τόσο από εναργή ενασχόληση με τη σύνθεση λαϊκότροπων έργων και τις συναυλίες, όσο και με την πολιτική του ανάδειξη σε πρόσωπο της ευρύτερης Αριστεράς. Η συνθετική του πορεία μέχρι τη δικτατορία σηματοδοτείται από την ενασχόλησή του με φόρμες του λαϊκού τραγουδιού, με απόγειο τη μελοποίηση του Επιταφίου του Γιάννη Ρίτσου, ενώ οι δεκάδες κύκλοι τραγουδιών περιλαμβάνουν σπουδαία τραγούδια που φτάνουν στα χείλη των λαϊκών στρωμάτων. Παράλληλα όμως, επιχείρησε με την Μικρή Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών να μεταδώσει την λόγια μουσική σε ευρύτερα ακροατήρια.

Και μόνο η παράθεση μερικών δίσκων με έργα του Θεοδωράκη της δεκαετίας του 1960 δηλοί τη σπουδαιότητα της συνθετικής του δύναμης: Φαίδρα, Όμορφη Πόλη, Επιφάνεια, Το Τραγούδι του νεκρού Αδελφού, Η Γειτονιά των Αγγέλων, Επιτάφιος, Το Αξιον Εστί, Ζοrbα the Greek, Ρωμιοσύνη, Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού, Μαουτχάουζεν – Εξη Τραγούδια, Μικρές Κυκλάδες / Λιποτάκτες.
Οι δημοκρατικοί αγώνες της δεκαετίας του 1960
Το 1963, η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη, έδωσε το έναυσμα για την ίδρυση της «Νεολαίας Λαμπράκη», της οποίας αναδείχθηκε πρόεδρος.
Παράλληλα εξελέγη βουλευτής με την ΕΔΑ και αναδεικνύεται σε δημόσιο πρόσωπο αναφοράς για την
Αριστερά.
Η χούντα, οι φυλακίσεις, το διεθνές κύμα συμπαράστασης
Στο Απριλιανό πραξικόπημα των συνταγματαρχών περνά στην παρανομία και δυο μέρες μετά την εγκατάσταση της Χούντας, στις 23 Απριλίου 1967 απεύθυνε έκκληση για Αντίσταση κατά της Δικτατορίας. Λίγες ημέρες μετά, τον Μάιο του 1967, υπήρξε εκ των συνιδρυτών του ΠΑΜ, του οποίου εξελέγη πρόεδρος.

Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς συνελήφθη και φυλακίστηκε στα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας. Μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, όπου ξεκίνησε απεργία πείνας, έπειτα εκτοπίστηκε στη Ζάτουνα Αρκαδίας και τέλος στο στρατόπεδο Ωρωπού. Η υγεία του κλονίστηκε, με αποτέλεσμα να φουντώσει διεθνές κίνημα των σπουδαιότερων καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων της εποχής με αίτημα την απελευθέρωσή του.
Αποφυλακίστηκε υπό τη διεθνή κατακραυγή και έφυγε για το Παρίσι τον Απρίλιο του 1970.
Οι φυλακίσεις και οι εξορίες δεν ελάττωσαν την συνθετική του δεινότητα, ενώ τα έργα και τα τραγούδια που συνέθετε μεταφέρονταν παράνομα στο εξωτερικό, όπου ερμηνεύονται από τις Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη.
Στο εξωτερικό αναδείχθηκε σε σημαντική μορφή στον αγώνα για την πτώση της δικτατορίας.
Έδωσε συναυλίες σε δεκάδες χώρες, συναντά ηγέτες και προσωπικότητες, ένωσε τη φωνή του με άλλες προσωπικότητες υποστήριξης εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων.
Η μεταπολίτευση
Η πτώση της δικτατορίας βρήκε τον Μίκη Θεοδωράκη στην Αθήνα με την πολιτική του υπόσταση να έχει πια χαρακτήρα πιο αυτόνομο και συμβολικό.
Οι συναυλίες του συγκεντρώνουν σε κάθε ευκαιρία δεκάδες χιλιάδες κόσμου, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης για το γεγονός ότι ακούγοντας ελεύθερα πια τα απαγορευμένα από τη Χούντα τραγούδια του.
Tους πρώτους μήνες της αντιπολίτευσης έδωσε τη συγκατάθεσή του στην λύση Καραμανλή για την διακυβέρνηση της χώρας.
Η φράση «Καραμανλής ή Τανκς», αν και δεν ειπώθηκε επακριβώς σε αυτή τη μορφή, ουδέποτε διαψεύστηκε, καθώς όπως είπε αργότερα ο ίδιος, ουσιαστικά συμφωνούσε με τη «λύση Καραμανλή».
Διατήρησε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με όλους τους ηγέτες της πολιτικής ζωής του τόπου.
Ωστόσο συνοδοιπόρησε με την Αριστερά για σχεδόν 15 χρόνια.
Το 1974 κατήλθε υποψήφιος με το ψηφοδέλτιο της Ενωμένης Αριστεράς στην Βʹ Πειραιά, το 1978 υπήρξε υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων, υποστηριζόμενος από το ΚΚΕ αποσπώντας ποσοστό 16,32%, το 1981 εξελέγη πρώτος βουλευτής στην Βʹ Πειραιά με το ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ και επανεξελέγη το 1985 αφού είχε την πρώτη θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΚΚΕ.
Συμμετείχε, δε, σε επανειλημμένες εκδηλώσεις αλληλεγγύης σε διωκόμενους αγωνιστές εργατικών και κομμουνιστικών κομμάτων.

Τη δεκαετία του 1980 συνέθεσε κύκλους τραγουδιών, το 1983 του απονεμήθηκε το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη, αλλά η περίοδος αυτή σηματοδοτείται και από την επιστροφή του στη συμφωνική μουσική με κύρια έργα την Τρίτη Συμφωνία, την Εβδόμη Συμφωνία, την πρώτη του Όπερα Κώστας Καρυωτάκης (Οι μεταμορφώσεις του Διονύσου) και το μπαλέτο Ζορμπάς.
Η συμπόρευση με τη Δεξιά
Το 1990 ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε την μεγάλη πολιτική στροφή και εντάχθηκε στην τρίτη θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Διετέλεσε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και Επικρατείας για περίπου 2,5 χρόνια.
Στην περίοδο μετά το 1993 ο Θεοδωράκης αφιερώθηκε μουσικά κυρίως στην σύνθεση και τις επανεκτελέσεις έργων του στην όπερα και συμφωνικών έργων του.
Ως «Νέστορας»
Οι δημόσιες παρεμβάσεις κατόπιν του αφορούσαν τα επόμενα χρόνια ζητήματα ευρύτερου διεθνούς ενδιαφέροντος, όπως ζητήματα ελληνοτουρκικής φιλίας, τους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία, την υπόθεση Οτσαλάν, τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Παράλληλα έχαιρε της εκτίμησης των λαϊκών στρωμάτων αλλά και της οργανωμένης Αριστεράς, καθώς διατηρούσε πνευματικές σχέσεις με τα κόμματά της.
Στην οικονομική κρίση του 2010 ίδρυσε την πολιτική κίνηση «Σπίθα», από την οποία αποχώρησε το 2013, ενώ οι παρεμβάσεις του εμφορούνταν πλέον σχεδόν αποκλειστικά από τις διαστρεβλωμένες απόψεις περί πατριωτισμού. Αποκορύφωμα αυτής της πορείας υπήρξε η συμμετοχή του στο συλλαλητήριο των Μακεδονομάχων, όπου απευθύνθηκε ευνοϊκά προς τους συμμετέχοντες Χρυσαυγίτες («Αδέρφια μου φασίστες, ναζιστές, τραμπούκοι, τρομοκράτες»), συγκεντρώνοντας τα πυρά του προοδευτικού κόσμου. Ήταν ένας πατριώτης, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Μια προσωπικότητα που η μουσική και πολιτική φωνή του διέσχισε την ιστορία της Ελλάδας στον πόλεμο, τη δικτατορία και τη λιτότητα.
Πηγή: efsyn.gr
Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021
Η κουλτούρα του βιαστή...

Του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου
Ασυνόδευτα προσφυγόπουλα πέφτουν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης στο Μεταξουργείο, στην πλατεία Βικτωρίας, παντού στην Αθήνα (Ρώυτερς 2018 και artinews). Kάθε βράδυ, χωρίς μουσική υπόκρουση και μελωμένα στιχάκια, ένα μικρό προσφυγόπουλο, οδηγείται στα χέρια του βιαστή του, που του ξεσκίζει την ψυχή. Κάποιοι, προς στιγμήν, ακούνε τις κραυγές οδύνης των παιδιών και φωνάζουν: «τον εισαγγελέα! Τον εισαγγελέα!». Ύστερα αποσύρονται στην ήσυχη συνείδησή τους.
Κοιτάζω τη φωτογραφία του "καλλιτέχνη" βιαστή. Πίσω από το προσωπείο του μία βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία και στον τοίχο ο πίνακας μ' ένα γυμνό παιδί. Ο βιαστής είναι υψηλής κουλτούρας και... αισθητικής, διαψεύδοντας αυτούς που διατείνονται ότι η ζωώδης ροπή του ανθρώπου στη βία μπορεί να εξομαλυνθεί μέσω της κουλτούρας. Θυμάμαι τον Τζορτζ Στάινερ που έγραφε ότι υπήρχαν και υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους η κουλτούρα είναι ένα επιφανειακό, στείρο περίβλημα: «Γνωρίζουμε τώρα(μετά το Ολοκαύτωμα) ότι ένας άνθρωπος μπορεί να διαβάσει τον Γκαίτε ή τον Ρίλκε, να παίξει κομμάτια από τον Μπαχ ή τον Σούμπερτ και το επόμενο πρωί να πάει να κάνει την καθημερινή του εργασία στο Άουσβιτς». Ναι, «η υψηλή κουλτούρα απέτυχε μπροστά στη βαρβαρότητα», επισημαίνει ο Στάινερ.
Τότε, τι απομένει; Πέρα από την επιφανειακή, την εικονική, την κουλτούρα του άγριου ανταγωνισμού και της διεστραμμένης ηδονής, υπάρχει και η βιωμένη, η κυτταρική, η βαθιά ανθρώπινη κουλτούρα, που αντιστέκεται στις φαντασιώσεις καταστροφής, στις φαντασιώσεις εξουδετέρωσης και της επιστροφής στη βαρβαρότητα, γράφει ο Στάινερ. Υπάρχει, λοιπόν, κουλτούρα και κουλτούρα. Υπάρχει η κουλτούρα της βίας, της κατάκτησης, της επιβολής και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, δηλαδή η κουλτούρα της δεξιάς, και η κουλτούρα της ανθρωπιάς, της αγάπης για τους απόκληρους, τους αναγκεμένους, για όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως, δηλαδή η κουλτούρα της αριστεράς. Αυτήν την κουλτούρα πρέπει να προβάλει η πολιτική αριστερά, αναγνωρίζοντας ότι η κουλτούρα της δεξιάς (ως η κουλτούρα που κυριαρχεί στην κοινωνία) εμφυλοχωρεί και εντός της.
Και για να το πούμε με τον τρόπο του Βάλτερ Μπένγιαμιν, στη ζωή υπάρχουν «δύο ορχήστρες χάλκινων οργάνων»: μία είναι η στρατιωτική μπάντα που παίζει μια μουσική με απάνθρωπο χαρακτήρα, ρυθμίζοντας το ομοιόμορφο βήμα των ανθρώπων, και μία άλλη ορχήστρα που είναι «αισθησιακή και σαγηνευτική», ευαίσθητη, ανθρώπινη, που ηχεί τις χαρές του ατόμου μέσα στην ομάδα. Σήμερα, περνάει η καμουφλαρισμένη στρατιωτική μπάντα, ηχώντας τους άγριους και βάρβαρους ήχους της. Τα χάλκινα όργανα της άλλης, της ορχήστρας της ευαισθησίας, της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης, περιμένουν τους βιρτουόζους τους.
Πηγή: artinews.gr
