Ήταν μία ακόμη πληθωρική –αριθμητικά- σεζόν. Από τις αρχές του περασμένου Οκτωβρίου μέχρι την παραδοσιακή λήξη του κύριου μέρους της θεατρικής σεζόν, την Κυριακή των Βαΐων, έκαναν πρεμιέρα, σε μικρές ή μεγαλύτερες σκηνές της Αθήνας, περισσότερες από 600 παραστάσεις –όπως μου επιβεβαιώνει ο συνάδελφος Κώστας Ζήσης, που κρατάει επιμελώς ημερολόγια με τις πρεμιέρες ανά εβδομάδα. Σ’ αυτές δεν υπολογίζονται οι παραστάσεις χορού, οι παιδικές και οι παραστάσεις όπερας. Κι αν η κόπωση των επαγγελματιών θεατών είναι φανερή τέτοιες μέρες, έχουμε καταφέρει να δούμε ένα πολύ μικρό ποσοστό από αυτές (το δικό μου «κοντέρ» δείχνει τον αριθμό 81 από την 1η Οκτωβρίου μέχρι την Κυριακή των Βαΐων). Είναι λίγες μπροστά στο γενικό σύνολο, αλλά είναι ένας ικανός δείκτης για εξαγωγή συμπερασμάτων.
Τι ξεχώρισε; Ποιο ήταν το θεματικό στίγμα της σεζόν; Πόσες από αυτές που είδαμε έφεραν κάτι ξεχωριστό σκηνικά; Πόσες θα θυμόμαστε και σε πόσες θα αναφερόμαστε τα επόμενα χρόνια; Ήταν μια δυνατή σεζόν ως προς το σκηνικό αποτέλεσμα; Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε την «ανατομία» της σεζόν, που μόλις ολοκληρώθηκε στο κύριο μέρος της.
Οι θεματικές των παραστάσεων
Το θεματικό στίγμα αυτής της σεζόν ήταν ότι δεν υπήρχε ένα κυρίαρχο στίγμα. Κι αυτό δεν είναι αρνητικό. Ίσως μάλιστα να είναι και η ένδειξη μιας εποχής ρευστής, μεταιχμιακής, που οι αναζητήσεις δεν σταματούν, και τις ψάχνουμε όλοι τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν. Υπήρχαν πολλές θεματικές υποκατηγορίες: κλασικά έργα, έμφυλη ταυτότητα, συμπερίληψη, βία, υπαρξιακές αναζητήσεις-μοναξιά-τρίτη ηλικία και πόλη, ιστορία και πολιτική, λογοτεχνία, κωμωδία. Η θεματολογία αφορά και τους μονολόγους που ήταν αρκετοί και τη φετινή σεζόν.
Έμφυλη ταυτότητα, γυναικεία καταπίεση, βία
Οπωσδήποτε η θεματική υποκατηγορία που μάλλον έχει το αριθμητικό προβάδισμα είναι εκείνη με τα έργα που καταπιάνονται με την έμφυλη ταυτότητα, τη συμπερίληψη, τη γυναικεία καταπίεση, τη βία. «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» του Εντουάρ Λουί, «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σ’ αυτό το μέρος» του Ζουζέπ Μαρία Μιρό, «Jane» της Κατερίνας Μαυρογεώργη, βασισμένη στο μυθιστόρημα της Σαρλότ Μπροντέ «Τζέιν Είρ», «Ο άντρας μου» της Ρουμένα Μπουζάροφσκα, «Κακούργα πεθερά» της Νεφέλης Μαϊστράλη, «Όταν θα μεγαλώσω θα γίνω Νάνα Μούσχουρη», του Νταβίντ Λελαί-Ελό, «Καταποντισμός» του Βασίλη Βηλαρά, «Pieta» της Μάρθας Μπουζιούρη, «Andy» του Δημήτρη Αγιοπετρίτη-Μπογδάνου, «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» του Κωνσταντίνου Ντέλλα είναι μερικές. Κάποιες από αυτές άντλησαν από γεγονότα της πρόσφατης επικαιρότητας τη θεματολογία τους. Μερικές θεατροποίησαν επικαιρικό υλικό, άλλες θεατροποίησαν τη σύγχρονη λογοτεχνία ή τη διασκευή της κλασικής, άλλες παρουσίασαν έργα σύγχρονα. Το σκηνικό αποτέλεσμα τα είχε όλα: και ενδιαφέρουσες παραστάσεις με εξαιρετικές ερμηνείες, αλλά και πολύ αδύναμες με ισχυρές δόσεις διδακτισμού και «συνθηματολογίας» για ευαίσθητα θέματα που κυριαρχούν και στην επικαιρότητα.
Πολιτικό θέατρο, με ευθεία ή λοξή ματιά
Θα μπορούσα να πω ότι η υποκατηγορία που έφερε τα πιο δυνατά θεατρικά κείμενα φέτος και απασχόλησε πολλές θεατρικές γενιές ήταν το έμμεσο ή το άμεσο πολιτικό θέατρο, με την ισχυρή παρουσία του κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού και της ιστορίας, παλαιότερης ή πρόσφατης. Πολλές παραστάσεις θα μπορούσαμε να θυμηθούμε που να εντάσσονται σ’ αυτή την τελευταία υποκατηγορία. Αναφέρω μερικές: «Η άνοδος του Αρτούρο Ούι» και «Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνι» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα» του Ματέι Βίζνιεκ, «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου, «Όλοι εμείς πουλιά» του Ουαζντί Μουαουάντ, «Σαλό» του Πιερ Πάολο Παζολίνι, «Ο κροκόδειλος» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «The Doctor» του Robert Icke, «Τα μαγικά βουνά» του Γιώργου Κοτζιούλα, «Η καρδιά του σκύλου» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, «Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και το φάσμα των φατριών» του Παντελή Μπουκάλα, «Ο βομβιστής του Παρθενώνα» του Χρήστου Χρυσόπουλου, κ.ά. Παρότι φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση δεν υπήρξαν παραστάσεις με έμμεση ή άμεση αναφορά σ’ αυτή την ιστορική στιγμή. Η πιο ευθεία παράσταση και ίσως η μόνη άμεση αναφορά στην επέτειο ήταν η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Μάνος Βαβαδάκης στο Θέατρο Τέχνης, «Tank/ Όλη νύχτα εδώ», βασισμένη σε μαρτυρίες πρωταγωνιστών της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, όπως τις κατέγραψε ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός. Και θα πρέπει να αναφέρουμε σ’ αυτό το σημείο, τη μηδενική παρουσία στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου έργων που να αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στην επέτειο των 50 χρόνων από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
Υπαρξιακές αναζητήσεις, μοναξιά, πόλη
Σ’ αυτή την υποκατηγορία είδαμε από σπουδαία έως πολύ ενδιαφέροντα κείμενα –παλαιότερα ή νέα- όσο και παραστάσεις, που άγγιξαν πολλά σύγχρονα θέματα με συγκίνηση, με χιούμορ, με τόλμη. «Το σπίτι» του Δημήτρη Καραντζά, «Ο άσχημος» του Marious Von Mayenburg, «Ο αποτυχημένος» του Τόμας Μπέρνχαρντ, «Κάθε Πέμπτη, κύριε Γκρην», του Τζεφ Μπάρον, «The Humans» του Στίβεν Κάραμ, «The Doctor» του Robert Icke, «Ο πατέρας» του Φλοριάν Ζελέρ, «Θα έχει τα μάτια σου» του Ηλία Κουνέλα, «Closer» του Πάτρικ Μάρμπερ, «Οι απόγονοι» της Ηρώς Μπέζου και του Χρήστου Θάνου, «Αράφ» του Γιάννη Τσίρου, «Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη, «σαμερτάιμ» του Γιάννη Σκουρλέτη, «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα Φοντ Καντ» του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, «Συνέβη στο Monterey» του Άκη Δήμου, «Bella figura» της Γιασμίνα Ρεζά, «Αγάπη» της Ελένης Ευθυμίου είναι μερικά μόνο δείγματα από παραστάσεις με θεματολογία που, όπως φάνηκε, προτιμάει ιδιαιτέρως το κοινό, αφού αναγνωρίζει δικές του στιγμές μέσα σ’ αυτές.
Παλιό ή νεότερο, αλλά πλέον κλασικό
Υπήρχε και φέτος η παρουσία των κλασικών θεατρικών κειμένων ή σύγχρονων κλασικών πια, κάποια από αυτά σε πολλαπλές παραστασιακές εκδοχές όπως «Ο γλάρος» και «Ο Πλατόνωφ» του Άντον Τσέχωφ, ή ο «Ληρ» του Σαίξπηρ. Οι «Τρεις ψηλές γυναίκες» του Έντουαρντ Άλμπι, το «Ονειρόδραμα» του Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, η «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ, «Συρανό» του Εντμόν Ροστάν, «Τα κατασκευασμένα συμφέροντα» του Χαθίντο Μπεναβέντε, «Ο ιμπρεσάριος από τη Σμύρνη» του Κάρλο Γκολντόνι, «Οι δύο χέστηδες» του Ευγένιου Λαμπίς, «Έγκλημα και τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Περλιμπλίν και Μπελίσα» και «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» του Τομ Στόπαρντ, «Η προξενήτρα» του Θόρντον Ουάιλντερ, «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» και «Η μαριχουάνα της μαμάς είναι η καλύτερη» του Ντάριο Φο, «Ο θάνατος του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ είναι ένα δείγμα της ισχυρής παρουσίας και φέτος των κλασικών θεατρικών κειμένων.
Κι «εκείνο που μένει τελικά…»
Υπήρχαν παραστάσεις που θα θυμόμαστε για καιρό, υπήρχαν άλλες που μας γνώρισαν εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα, αλλά το σκηνικό αποτέλεσμα τα θάμπωσε, υπήρξαν άλλες, αρκετές, που ανέδειξαν θαυμάσιες ερμηνείες σε προβληματικές σκηνοθετικές προτάσεις, υπήρχαν κι άλλες, πολλές, που ήδη ξεχάσαμε. Είχε απ’ όλα αυτή η σεζόν, με πληθωρικό και ασθματικό τρόπο, όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια. Αλλά δεν ήταν πολλές εκείνες οι παραστάσεις που θα θυμόμαστε, εκείνες που μας καθήλωσαν. Για την ακρίβεια, ήταν μια μάλλον χλιαρή χρονιά. Mε επαναλήψεις σκηνικού ύφους και θεματολογίας, με υποχώρηση ή με λάθος χρήση του σκηνικού περιβάλλοντος, μ’ ένα έντονο «φλερτ», σε αρκετές περιπτώσεις, στις λογικές και τις πρακτικές της στρατευμένης τέχνης, με ισχυρότατη την παρουσία του αφηγηματικού θεάτρου σε βάρος του διαλογικού θεάτρου και με έντονο το πρόβλημα της δραματουργίας, που φαίνεται να είναι ο «μεγάλος ασθενής» αυτή τη στιγμή στο θέατρο, ιδίως στις νεότερες γενιές. Με επιστροφή σε όψεις ή περιβάλλον προηγούμενων δεκαετιών (σε ευθεία αντιστοιχία με τις επιτυχημένες σειρές μυθοπλασίας της τηλεόρασης), με πατίνα ρομαντισμού ή νοσταλγίας. Το πιο σοβαρό, όμως, εκτός από τη μεταφορά του τηλεοπτικού ύφους και της τηλεοπτικής αισθητικής στη σκηνή, είναι η μεταφορά του τηλεοπτικού τρόπου ερμηνείας.
Τι κρατάμε από τις πολλές προτάσεις και προσπάθειες; Ποιες από αυτές τις παραστάσεις, απ’ όσες μπορέσαμε να δούμε φυσικά, καταγράφουν μια σημαντική νέα πρόταση και ένα πλήρες σκηνικό αποτέλεσμα, με έμπνευση, νέα σκέψη και τόλμη στην προσέγγιση της παράστασης, συνδυάζοντας εύστοχα και με φαντασία το αρχικό διακύβευμα του κάθε έργου με τις σύγχρονες αναζητήσεις αλλά και τη σύγχρονη γλώσσα του θεάτρου; Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσονται, κατά τη γνώμη μου οι εξής (όχι με σειρά κατάταξης): «Τρεις ψηλές γυναίκες» σε σκηνοθεσία Μπομπ Γουίλσον (παράσταση που θα επαναληφθεί και την επόμενη σεζόν στο θέατρο «Παλλάς»), «Ο Γλάρος» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, «Σαλό» σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη, «Η καρδιά του σκύλου» σε σκηνοθεσία Έφης Μπίρμπα, «Ο αποτυχημένος» σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου, «Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Έχει ενδιαφέρον ότι οι τέσσερις από τις έξι αυτές παραστάσεις μας χάρισαν κείμενα που παρουσιάζονται σπάνια ή πολύ αραιά.
Δίπλα τους υπάρχει μια άλλη ομάδα, λίγο μεγαλύτερη, με παραστάσεις που είχαν επίσης σκέψη, δουλειά, μόχθο, έμπνευση, φρεσκάδα, συγκίνηση, τέρψη. Πάλι χωρίς σειρά κατάταξης, εντάσσω εδώ τις εξής παραστάσεις: «The Doctor» σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, «Ονειρόδραμα» σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, «Ο άσχημος» σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή, «Η προξενήτρα» σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, «The Humans» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη», «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα» σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου, «Οι απόγονοι» σε σκηνοθεσία Ηρώς Μπέζου και Χρήστου Θάνου, «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, «Το σπίτι» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» του Κωνσταντίνου Ντέλλα.
Υπήρχαν κι κάποιες άλλες προσπάθειες, αρκετές, που μπορεί να είχαν αδυναμίες και αστοχίες, αλλά που παρουσίασαν παραστάσεις που είχαν αφοσίωση, κέφι, χιούμορ, έμπνευση, ή που έδειξαν ότι «εδώ» υπάρχουν άνθρωποι που σίγουρα θα βρουν τα πατήματά τους και θα δώσουν κάτι πολύ ενδιαφέρον στη συνέχεια. Είτε σκηνοθετικά, είτε ερμηνευτικά. Απ’ όσες είδα, ενδεικτικά αναφέρω σ’ αυτή την κατηγορία, που κυρίως αφορά νεότερους καλλιτέχνες, τις σκηνοθεσίες των: Ορέστη και Δημήτρη Σταυρόπουλου («Ο κροκόδειλος»), Ελένης Παργινού («Ουρανός κατακόκκινος»), Κατερίνας Μαυρογεώργη («Jane»), Δημήτρη Λιόλιου («Το φαγητό»), Έφης Ρευματά («Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ»).
**
Το κύριο μέρος της σεζόν 2023-2024 ολοκληρώθηκε. Μας περιμένει ένας ακόμη πιο ασθματικός μήνας Μάιος, που προσπαθεί να χωρέσει σε λιγότερες από τις 31 μέρες του –λόγω Πάσχα- περισσότερες από 50 πρεμιέρες!
Πηγή: oanagnostis.gr

Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια
Ο νονός
Μικρές κυρίες
Το πορφυρό χρώμα
Ο θαυμάσιος μάγος του Οζ
Τα απομεινάρια μιας μέρας
Λογική και ευαισθησία
Περσέπολις
Δόκτωρ Ζιβάγκο
Η πριγκίπισσα και ο πειρατής
Hidden figures, της Μάργκοτ Λι Σέτερλι
Η λίστα του Σίντλερ
Η σειρά βιβλίων με τον Χάρι Πότερ
Μεγάλες προσδοκίες
Ο διάβολος φοράει prada
Ο άρχοντας των δαχτυλιδιών
Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ
Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους
Wiseguy, του Νίκολας Πιλέγκι
Fight club
Μετά τα μεσάνυχτα
MASH: A novel about three army doctors, του Ρίτσαρντ Χούκερ
Η γέφυρα του ποταμού Κβάι
Δισεκατομμυριούχοι κατά τύχη
Ο εξορκιστής
Wonder boys, του Μάικλ Σάμπον
Το δωμάτιο
Λος Άντζελες εμπιστευτικό
Στη φωλιά του κούκου
Ψυχώ
Η σιωπή των αμνών
Μετρόπολις
Crazy rich Asians, του Κέβιν Κουάν
Πρόγευμα στο Τίφφανυς
Αμερικανική ψύχωση
Τα πλεονεκτήματα του να είσαι στο περιθώριο
Προς όλα τα αγόρια που αγάπησα
Rum punch, του Έλμορ Λέοναρντ
Trainspotting
Εκεί που συναντήθηκαν η λυρική αφήγηση και κάποια από τα "υλικά" του
υπερρεαλισμού, εκεί που η ελληνική παράδοση "περπάτησε" χέρι-χέρι με τον
ευρωπαϊκό μοντερνισμό, εκεί που το όνειρο και η φαντασία φωτίστηκαν από
το ελληνικό αρχιπέλαγος, εκεί που η σκληρή συνείδηση εκφράστηκε μέσα
από τον αλληγορικό στοχασμό, εκεί είναι που βρίσκονται οι ορίζοντες της
ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη, που έφυγε για την αιωνιότητα, τέτοιες μέρες (18 Μαρτίου 1996). Στίχοι που συνδυάζουν τις εικόνες με μια
σπάνια λεκτική αισθητική, με μια διαχρονική εκφραστικότητα, με μια
συγκλονιστική λαϊκή ομορφιά και δύναμη. Ο ήλιος και το Αιγαίο,
η "παραμόρφωση" του πολέμου, το ρίγος της ψυχής, μα πάνω απ' όλα το
"θαύμα" της γλώσσας, εκείνη η "φωνή" που αγκαλιάζει όλη την Ελλάδα με το
ξεχωριστό μέταλλό της.
