Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Κυριακάτικο σινεμά:"Jane Eyre" (1970)

Αποτέλεσμα εικόνας για Jane Eyre (1970)

 Μια τηλεταινία παραγωγής του 1970, του Delbert Mann είναι η σημερινή επιλογή για το "Κυριακάτικο σινεμά΄΄. Με τους George C. Scott, Susannah York, Ian Bannen και Jack Hawkins.
ΚΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ! 

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

«Καλικάντζαροι, Καλιτσάντεροι, Κωλοβελόνηδες…» τα δαιμόνια του Δωδεκαημέρου...



Αποτέλεσμα εικόνας για καλικάντζαροι

«Καλικάντζαροι» (Πανελλαδική κοινή ονομασία), και κατά τόπους: «Καρκάτζια», «Καλκατζόνια» ή «Καλκατζάνια», «Καλκάνια», «Καλιτσάντεροι», «Καρκάντζαροι», «Καρκαντζέλια», «Σκαλικαντζέρια», «Σκαντζάρια», «Σκαλαπούνταροι», «Τζόγιες», «Λυκοκάντζαροι» και «Κωλοβελόνηδες», καθώς και τα θηλυκού γένους: «Καλικαντζαρού», «Καλικαντζαρίνες», «Καλοκυράδες», «Βερβελούδες» κ.ά.
Ο λαός τους φαντάζεται με διάφορες μορφές κατά περιοχή με κοινό γνώρισμα την ασχήμια τους. Κατά Αραχωβίτικη περιγραφή αυτοί είναι: «κακομούτσουνοι» και «σιχαμένοι», «καθένας τους έχει κι απόνα κουσούρι, άλλοι στραβοί, άλλοι κουτσοί, άλλοι μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβόστομοι, στραβοπρόσωποι, στραβομούρηδες, στραβοχέρηδες, ξεπλατισμένοι, ξετσακισμένοι και κοντολογής όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου τα βρίσκεις όλα πάνω τους».
Συνήθως φαντάζονται νάνοι, αλλά και ψηλοί, σκουρόχρωμοι, με μαλλιά μικρά και ατημέλητα, μάτια κόκκινα, δόντια πιθήκου, δασύτριχοι, χέρια και νύχια πιθήκου, πόδια γαϊδάρου ή το ένα γαϊδάρου και το άλλο ανθρώπινο, (μισοί γαϊδούρια και μισοί άνθρωποι όπως λένε στη Σύρο) αλλά και σαν «μικροί σατανάδες» – (σατανοπαίδια όπως λένε στη Νάξο), άλλοτε γυμνοί και άλλοτε ρακένδυτοι με σκούφο (οξυκόρυμβο) από γουρουνότριχες και με παπούτσια άλλοτε σιδερένια και άλλοτε με τσαρούχια ή τσαγγία.
Η τροφή τους κυρίως ακάθαρτη: σκουλήκια, βαθράκοι (=βάτραχοι), φίδια, ποντίκια κ.ά. χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποστρέφονται τα εδέσματα του Δωδεκαήμερου.
Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια κάνοντας μεγάλη φασαρία. Και ότι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν. Άμα βρουν ευκαιρία κατεβαίνουν από τις καμινάδες στα σπίτια και μαγαρίζουν τα πάντα.
Σε μερικά μέρη τους καλικάντζαρους τους συνοδεύει η μάνα τους η «Καλικατζαρού» που τους «ορμηνεύει» τι να πειράξουν. Σε κάποια νησιά οι καλικάντζαροι έρχονται με τις γυναίκες τους ή μόνο οι γυναίκες τους οι «καλικαντζαρίνες»! Και προκειμένου οι νοικοκυραίοι να αποφύγουν ένα τέτοιο συρφετό ρίχνουν στα κεραμίδια κομμάτια από χοιρινό ή λουκάνικα ή ξηροτήγανα! Στη Νάξο τις γυναίκες των καλικάντζαρων τις αποκαλούν «Καλοκυράδες» για να τις καλοπιάσουν (εξευμενίσουν), ενώ στην Κωνσταντινούπολη «Βερβελούδες». Ο αρχηγός των καλικάντζαρων στην παλιά Αθήνα λεγόταν «κωλοβελόνης» ενώ στη Θεσσαλία «αρχι-τζόγιας» (και «τζόγιες» οι καλικάντζαροι) στη δε Κωνσταντινούπολη «Μαντρακούκος». Στη δε Νάξο οι καλικάντζαροι φαντάζουν και χορευταράδες, αρπάζουν όποιον βρουν τη νύκτα και τον στροβιλίζουν στο χορό μέχρι να πέσει λιπόθυμος, ο γνωστός χορός των καλικάντζαρων.
Πρόκειται για ελληνική δοξασία (αρχαίας καταγωγής) «δαιμόνιων» που σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 6 Ιανουαρίου). Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία τις μέρες αυτές τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και να τους ανακατέψουν τα σπίτια, διότι είναι άτακτοι και τους αρέσουν τα παιχνίδια.Αυτοί ζουν στον κάτω κόσμο και τρέφονται με φίδια,σκουλήκια, κτλ.

Προέλευση
Κατά διάφορες ελληνικές δοξασίες οι καλικάντζαροι ήταν άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλόμενοι σε δα     ιμόνια, γίνονται δε καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτιστούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη, ή κατά τους Σιφναίους όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν, στη Μακεδονία: όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει από τον Σατανά.
Οι καλικάντζαροι έρχονται (βγαίνουν) την παραμονή των Χριστουγέννων, (στη Σκιάθο: με πλοιάριο, στην Οινόη: με χρυσή βάρκα, στην Ικαρία: επί των φλοιών των καρυδιών) από «το κάτω κόσμο» τον Άδη. Συνήθη μέρη που μένουν μετά τον ερχομό τους είναι οι μύλοι, τα γεφύρια, τα ποτάμια και τα τρίστρατα (μεγάλα μονοπάτια) όπου παραμονεύουν μόνο κατά τη νύκτα και φεύγουν με το τρίτο λάλημα του πετεινού.
Εκτός του Δωδεκαήμερου τον υπόλοιπο χρόνο μένουν στα έγκατα της γης και πριονίζουν το δένδρο που κρατά τη γη (παραλλαγή του μυθικού Άτλαντα). Βγαίνουν δε στην επιφάνεια κοντά στο τέλος της εργασίας τους, από το φόβο μήπως τελικά η ετοιμόρροπη γη τους πλακώσει (στη Μακεδονία: για          να γιορτάσουν πρόσκαιρα τη νίκη τους), όταν δε κατεβαίνουν βρίσκουν το δένδρο ακέραιο και ξαναρχίζουν το πριόνισμα. Το δένδρο των Χριστουγέννων συμβολίζει αυτή ακριβώς την ακεραιότητα και τη Θεϊκή δύναμη και προστασία με την παρουσία του Χριστού.
Γενικά πιστεύεται ότι οι καλικάντζαροι αδυνατούν να βλάψουν τους ανθρώπους αλλά μόνο να τους πειράξουν, ενοχλήσουν ή να τους φοβίσουν αφού θεωρούνται (στη Μακεδονία) μωροί και ευκολόπιστοι. Λέγεται ότι ανεβαίνουν στους ώμους των ανθρώπων που συναντούν τη νύκτα και προσπαθούν να τους πνίξουν αν δεν αποκριθούν σωστά σε ότι ερωτηθούν ή κατ΄ άλλους τους παρασύρουν σε χορό που όμως τους καλούς χορευτές τους ανταμείβουν ή κατ΄ άλλους παίρνουν τη μιλιά σε όποιον μιλήσει κατά τη συνάντηση μαζί τους.
Επίσης μπαίνοντας στις οικίες απ΄ όπου μπορέσουν μαγαρίζουν την κουζίνα σε ότι δεν είναι νοικοκυρεμένο, αρπάζουν ενδύματα, «βασανίζουν τις ακαμάτρες… γι΄ αυτό τα κορίτσια το 40ήμερο προσπαθούν να φτιάξουν όσο γίνεται πιο πολύ γνέμα» (Σάμος) ή σκορπούν το αλεύρι, την τέφρα από το τζάκι τη «δωδεκαμερίτικη» ή «καλικαντζαρήσια» ή «τη στάχτη που δεν άκουσε το εν Ιορδάνη» κ αι που θεωρείται ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση.
Τα αποτρεπτικά μέσα που λαμβάνονται κατά των Καλικάντζαρων διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:
Πράξεις χριστιανικής λατρείας: α) Το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού. β) Ο Αγιασμός των σπιτιών και μάλιστα την παραμονή των Φώτων.
Επωδές: όπως «ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καημένα» (Καλαμάτα) που όταν ακούσουν οι καλικάντζαροι φεύγουν ή η απαγγελία του «Πάτερ ημών….» (τρις).
Μαγικές πράξεις: Κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες (παλιοτσάρουχου), εμφανή επίδειξη χοιρινού οστού, περίαπτα (χαϊμαλιά) πίσω από την πόρτα, το μαυρομάνικο μαχαίρι, το αναμμένο δαυλί («τρεχάτε γειτόνοι με τα δένδρινα δαυλιά» Τριφυλία).
Την παραμονή των Θεοφανίων τους «ζεματίζουν» από το λάδι που παρασκευάζουν οι νοικοκυρές τηγανίτες (λαλαγγίτες, λουκουμάδες). Όταν όμως συλλάβουν κανένα από τους καλικάντζαρους τον δένουν και τον υποχρεώνουν να μετρήσει τις τρύπες του κόσκινου, και μετά τους πνίγουν μέχρι θανάτου.
Πασίγνωστη είναι η δοξασία που όταν οι καλικάντζαροι φεύγουν (κατέρχονται στη γη) κατά τον αγιασμό των οικιών που φωνάζουν σε τροχαίο ρυθμό:
«Φεύγετε να φεύγωμε
τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας, μας εκατέκαψε!» ή «και θα μας μαγαρίσει»
Από την παραμονή και ανήμερα των Φώτων πραγματοποιείται καθαρμός των χωριών των οικιών και της υπαίθρου με υπαίθριες φωτιές.

                                         Το ιστορικό της δοξασίας
Για την προέλευση αυτών των δαιμόνων υπάρχουν οι ακόλουθες απόψεις:
  • Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Σατύρων και του Πάνα (Schmidi).
  • Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Κενταύρων (Mayer, Lawson).
  • Από τη νεώτερη φαντασία των Ελλήνων εξ αφορμής αρχαίων μύθων (Ν. Πολίτης).
  • Εκ των αιγυπτιακών κανθάρων (Boll, που συμφωνεί και ο Κουκουλές).
  • Εκ του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα (Σβορώνος).                                                                                                                                                                               Πηγή: schooltime.gr

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Ο χειμώνας γύρω από τη σόμπα...

sompa1 

Για δεκάδες χρόνια η ξυλόσομπα είχε χαθεί από το προσκήνιο. Επανήλθε τελευταία λόγω οικονομικής κρίσης. Υπήρχαν εποχές που η ξυλόσομπα ήταν μεγάλο απόχτημα. Προσπαθούσε να ζεστάνει τα σπίτια, που στα περισσότερα, από τις χαραμάδες στις πόρτες και στα παράθυρα άκουγες μέσα τον αέρα να σφυρίζει τα χειμωνιάτικα βράδια. Εκτός από ζεστασιά δημιουργούσε θαλπωρή αφού όλη η οικογένεια ήταν συγκεντρωμένη τριγύρω της.

Πριν φτάσει στο σπίτι του φτωχού είχε ήδη φτάσει στο καφενείο του χωριού. Στα δικά μας χωριά αντικατέστησε το «τζάκι» και θεωρούνταν μεγάλη πρόοδος και εξέλιξη για την εποχή. Με τα ξύλα που δεν έλειπαν από κανένα σπίτι, εκτός ζεστασιά παρείχε μαγείρεμα και ψήσιμο. Είχε όμως και ξεκαρδιστικές ιστορίες όπως την παρακάτω:

sompa8

Τρόιρα στη σόμπα μαζώνουνταν παππούδια κι μπαρμπάδις, κι πάφα-πούφα μι τσι στριφτές τσιγάρις, ντουμάνιαζαν τουν τόπου. Η πατέρας κάπνιζι «Έθνους πλακέ», μιτά του γύρ’σι στου λαθραίου αλλά τιλιφταία το’κουψι μαχαίρ(ι) κι καπ-καπ ζάντζιβι κιόλας μι τη κάπνα:

-«Κόψ’τι του βρε ντούχνις να βρείτι τη ‘γεια σας, ξηρουχαλιάσκαταν στου βήχου! Κόψ’τι του!»
-«Έκουψάμαν ούλα τ’άλλα, α κόψουμι κ’ιτούτου, τι μας απουμέν(ει) για συνουδειά;» απουκραίνουνταν τα παππούδια κι ρουφούσαν ραχαλίτ’κα του στριφτό τσιγαρ’λίκ(ι), ως π’να καεί του νύχι τ’ς!
-«Ισύ Γιώργου να σι πω την καθαρά αλήθκεια, δε βηχ’ς απ’ τη κάπνα, βήχ’ς απ’ του πιτρέλιου απού καταπίν’ς ρουφώντας του λάστικου για να του βγάλ’ς απ’ του βαρέλ(ι)», απουκρίθ’κι στουν πατέρα μ’ η μπάρμπα Γληγόρ’ς κατ τσι Λέν(η).
Άι μιτά αρχινούσαν να φιλουγάν άσουτα, πότις η ένας πότις η άλλους κι κουντά σι αφνούς μάθινάμαν κι μεις τα νέα. Απ’ τουν πόλιμου στου Βιτνάμ, ως του μάλουμα Καζαντζίδη-Μαρινέλλα, είχαμαν καλό μπουιαμπέτ(ι)!!! Κιάμα ‘πιρνούσι κάνας απ’όξου κι τουν έπιαναν στου στόμα τ’ς οι κουκουσάδις, ιί χα, μάθινις ούλα τα χούια τ’!
-«Α, του μάζουσι νουρίς απόψι η μπαρμπαΝίκους, πάει για τη κυρά σφαίρα!»
-«Πάει για τρίψιμου, λες;»
-«Τι τρίψιμου;»
-«Αα, δε του ξέρ’ς του κόλπου τ’;»
-«Α, πέ του ντε!»
-«Τα πρόπιρ’σ(ι) ρα, του καλουκαίρ(ι), αυτός μι τη γυναίκα τ’, κίν’σαν να μάσουν τα κουρ’φάδια, σιακάτ στα Παλιουράκια. Η μπαρμπαΝίκους κι μάζουνι κι μέριαζι τα θκα τ’ κι όσα τουν ίφιρνι η γυναίκα τ’. Διπλή δ’λεια δηλαδής, ξιπατώθ’κι η καψιρός. Του προυί, μόλις έδουσι η ήλιους, τουν ήρθι νια αντράλα κι γουνάτ’σι στην αυλακιά να πάρ(ει) καναδυό ανάσις. Σα τουν είδι η Ρίνα ξιαπλουμένου να βουγκάει, καταλαχτάρ’σι! Πααίν(ει) σ’μα τ’ κι τουν γλέπ(ει) ντιπ χαλέπιτου.
«Ούι, κακό π’μας βρήκι!», έσκουξι. «Νια ζαλάδα ίνουσα μαρί, θα μι απιράσ(ει), μη κάν’ς έτσ(ι) σα παλαβή!» «Κάτσι, κάτσι αυτούια άντρα μ’ όπους είσι ξιάπλα, να σι τρίψου λίγου.» Πιτχιώτι ταγλήγουρα στη λεύκα απού‘χαν κριμασμένου τουν τρουβά, αρπάει ένα κουνιτάκου μι τσίπρου κι γυρνάει τακουσιού στην αυλακιά. Τουν ξικούμπ’σι του π’χάμ’σου κι αρχίν’σι να τουν τρίβ(ει) κια μι τα δυο τα χέρια, μπρουστά στου στήθους. Μιτά τουν γύρ’σι τ’απίστουμα κι τουν έτριψι κι στσι πλάτις. Σι λίγου τουν απέρασι του μπαρμπαΝίκου η μπάιλας κι γίγκι πιρδίκ(ι). Έλατις όμους απ’ τουν καλάρισι του τρίψιμου απ’ τα χιράκια τσι Ρίνα! Ρουζιασμένα ξιρουζιασμένα, βιλούδου τα ίνουθι στου κουρμί τ’! Τιντώθ’κι τ’ανάσκ’λα κι δεν έλιγι να σ’κουθεί. Πήρι δυο βαθιές ανάσις, βόγκ’σι λίγου κι παίνιψι μιτά τη κυρά τ’: «Άι, γεια στα χέρια σ’, καλύτιρα είμι…Ρίξι κανά δυο σταξιές ακόμα ιδώια στου λιμό μ’ κι σ’κώνουμι.»
Ματαρχίν’σι του τρίψιμου η Ρίνα πιο ουριξάτα, τώρα απ’ τουν έγλιπι δυναμουμένου! Απ’ του λιμό πήγι στου στήθους, μιτά κατέφκι στη κ’λια κι σταματ’μό δεν είχι! Όχ(ι) μαναχά ζουντάνιψι, παραζουντάνιψι η μπαρμπαΝίκους. Σι λίγου αλλάξαν τα πράματα στην αυλακιά…Αντίς να‘ντους τ’ανάσκ’λα η μπαρμπαΝίκους, μι τη Ρίνα απαναθέ τ’ να τουν τρίβ(ει), τώρα την είχι πλακουμέν(η) αυτός κι βουγκούσι αυτή! Του καταφχαριστείθ’κι όμους η Ρίνα! Τέτοιου ανάκαρου απού χλιμπουνιάρ(η) δε του θαρρούσι! Θυμήθ’κι τότις κι τη παροιμία «Φύλαξέ μι, όταν μ’εύρεις, για να μ’έχεις, όταν θέλεις». Αφού ξιφούσκουσι μι του καλό η μπαρμπαΝίκους, τουν έβαλι στουν ίσκιου, στη λεύκα κι δεν τουν άφ’σι ούτι να κουν’θεί απού ‘κει! «Κάτσι, κάτσι αυτούια να ξιαπουστάεις…κι μη σιακαλντίζισι ντιπ για τσι δ’λειες ισύ, φτάνου ιγώ! » Έτσια απ’λέτι, αυτή μάζουνι, αυτή μέριαζι, αυτή φόρτουνι, αυτή ούλα!
Την άλλ(η) τη μέρα ματαβρέθ’καν στα Παλιουράκια. Αυτή τη φουρά δε καταπιάσ’κι ντιπ μι τα καπνόφ’λλα η μπαρμπαΝίκους. Σα ξιπέζιψι απ’ του γουμάρ(ι), μόλις πήρι δυο βαριές ανάσις στην αυλακιά, τουν πιρίλαβι η Ρίνα… για τρίψιμου… μι τα καθέκαστα! Ε, απού ‘κείνου του καλουκαίρ(ι) βρήκι την υγειά τ’! Δε ματαΐδρουσι απού δ’λεια, ούτι στου χουράφ(ι), ούτι στ’αμπέλ(ι), χόρτασι μουχμουρ’λίκ(ι) κι αραξιό! Βρήκι του κόλπου, γλεπ’ς, τέντουμα στην αυλακιά, δυο βαριές ανάσις κι μιτά έρουνταν κι τουν πιριλάβινι η Ρίνα!!!» Κέρδους αυτός, κέρδους άλλου τόσου αυτή!!!
Καρ, καρ του χάχανου στου μαγαζί κι τα μασλάτια τέλους δεν είχαν, άμα έπιαναν οι φιτφάδις έναν στου στόμα τ’ς, όπους καλ’νή ώρα τώρα μι του μπάρμπαΝίκου!!
-«Αρά δεν μπουρούσι να τουν καν(ει) καλά μι τίπουτις του μπαρμπαΝίκου, η Ρίνα! Τα ‘θιλνι κι στην αυλακιά, αλλά άλλου τόσου τα ‘θιλνι κι στου σπίτ(ι), παρά τα γιράματα τ’, η αχόρταγους!
Ένα καλουκιρ’νό βράδ(υ) απάν στσι αναμούρις, λέει στη Ρίνα: «Δεν πάμι μαρί όξου στου ξιάναγου, μη μας ακούν ιδώ μέσα τα πιδιά;» Σ’κώνουντι απ’ λέτι κι πατώντας κια οι δυο στα νύχια, βγαίνουν στου ξιάναγου. Σα ξιάπλουσι η Ρίνα στα σανίδια, την καπάκουσι ουτιτότις ουριξάτους η μπαρμπαΝίκους. Ικείς π’αρχίν’σαν τα κουνήματα, ένα καρφί στα σανίδια την κάρφουνι τη Ρίνα στην πλάτ(η). Παραμέρ’σι λίγου αλλά πέτ’χι πάλι σι άλλου ξικάρφουτου. «Όρι άντρα μ’…» λέει «…δε βουλεύουμι, μι ζαγκανάν στην πλάτ(η) κάτ(ι) καρφιά στα σανίδια, ια στασ’ λίγου να πάνου στου κατώι, να φέρου να στρώσου του άδειου σακί απ’ τ’αλεύρ(ι).» Τι του ‘θιλνι η χριστιανή να του πει αυτό;! Μόλις τ’άκ’σι η μπαρμπαΝίκους, χαντακώθ’κι! «Τι είπις μαρή; Μας μπίτ’σι τ’αλεύρ(ι) στου κατώι; Ώι, ώι!» Παν απ’ λέτι κι οι αναμούρις παν κι οι σηκουμάρις! Σιαπού να βρει όριξ(η) μιτά για σιουσιουλέματα η μπαρμπαΝίκους αφού στου μυαλό τ’ ακόλ’σι η έγνοια να σουμώσ(ει) λιφτά για αλεύρ(ι), μη κι απομείνουν νηστ’κοί, δίχους ψουμί, όπους στην κατουχή, στην πείνα του σαράντα ένα!

Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel…για το περιοδικό LIFE
Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel…για το περιοδικό LIFE

Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel…για το περιοδικό LIFE
Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel…για το περιοδικό LIFE

 Οι ξυλόκομπες συνόδευαν απαραίτητα την καθημερινότητα όλης της ελληνικής κοινωνίας:
sompa9
Γύρω από την σόμπα… Στο Λουζέστι(σήμερα Ελάφι)Καλαμπάκας το 1947…

sompa4
.sompa5
.sompa6
.sompa7

                                                                                      Πηγή: aromalefkadas.gr

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Πρέπει να διδάσκονται στο σχολείο τα αρχαία ελληνικά;



Αντί προλόγου που κρίνω αυτή τη στιγμή ότι είναι περιττός, η απάντηση είναι: Ναι, πρέπει να διδάσκονται.

Όχι, γιατί έτσι θα μάθουμε να μιλάμε καλύτερα τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα. Μια τέτοια αιτιολογία είναι προσβλητική και εξευτελιστική για τα αρχαία ελληνικά κείμενα. Και είναι και αστήριχτη. Μπορούμε κάλλιστα να μάθουμε να μιλάμε και να γράφουμε σωστά τη νεοελληνική γλώσσα, αν τη διδαχτούμε από τους σωστούς δασκάλους και με τα σωστά βιβλία. 

Επίσης, όχι, γιατί πάσχουμε από προγονοπληξία και θεωρούμε μέγα εθνικό αμάρτημα να μη μαθαίνουμε αρχαία ελληνικά. Οι προγονόπληκτοι εξάλλου έχουμε διαπιστώσει ότι είναι ημιμαθείς. Όσο καλά κι αν μελετήσουν την αρχαία ελληνική γλώσσα, ημιμαθείς θα παραμείνουν, γιατί είναι στενοκέφαλοι και δεν χωρούν στο μυαλό τους όλα εκείνα τα ελεύθερα και μερικές φορές και βλάσφημα που έγραψαν οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς.

Τέλος, όχι, επειδή σπουδάσαμε την αρχαία ελληνική γραμματεία και θεωρούμε χρέος μας τώρα να την υπερασπιστούμε. Αν ήταν έτσι, έπρεπε οι αρχιτέκτονες να απαιτούν να μαθαίνουν τα παιδιά αρχιτεκτονική,  οι οδοντίατροι οδοντιατρική και οι μαμές μαιευτική.

Όμως, πρέπει να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στα σχολεία, επειδή εμείς είμαστε ο μόνος λαός που κληρονόμησε αυτή την ιστορική γλώσσα. Δεν την κληρονόμησαν οι Άγγλοι, δεν την κληρονόμησαν οι Γερμανοί, δεν τη κληρονόμησαν οι Κινέζοι ή οι Ινδονήσιοι.

Είναι δική μας κληρονομιά, όπως είναι η Ακρόπολη, οι Δελφοί και η Ολυμπία.

Κακορίζικος λαός είμαστε βέβαια και όνειδος για τους αρχαίους μας προγόνους, αλλά τι να κάνουμε; Σε μας έλαχε αυτός ο κλήρος. Εδώ συνέβη να γεννηθούμε και ποιες ήταν οι πρώτες λέξεις που μάθαμε, όταν σταματήσαμε να λέμε μαμ, νάνι, νταντά, φτου κακά;

Ιδού μερικές στα πρόχειρα:

Παίζω, παιχνίδι, γελώ, γέλιο,  τραγουδώ, τραγούδι, χορεύω, χορός, ζωγραφίζω, ζωγράφος, πεινώ, πείνα, διψώ, δίψα, θέλω, θέληση, κλαίω, κλάμα, φωνάζω, φωνή, ονειρεύομαι, όνειρο, λυπάμαι, λύπη, λέω, λέξη, ζω, ζωή, πολεμώ, πόλεμος, πατέρας, πατρίδα, μητέρα, αδελφός, φίλος, εχθρός, πόλη, νησί, ποταμός, – σταματώ εδώ, γιατί ο κατάλογος δεν τελειώνει.

Όλες αυτές οι λέξεις που μαθαίνουμε να ψελλίζουμε από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας είναι λέξεις που μας ήρθαν από τα βάθη της Ιστορίας.

Και δεν ανέφερα και κάτι άλλες ακόμα πιο αρχαίες λέξεις που τις μίλησαν σ’ αυτόν εδώ τον τόπο οι Προέλληνες και μετά τις πήραν οι Έλληνες και από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά έφτασαν σε μας: θάλασσα, λαβύρινθος, πλίνθος, υάκινθος, κισσός, τύραννος, Λυκαβηττός, Παρνασσός, Υμηττός, Κόρινθος, Ζάκυνθος.

Οι πρώτες έναρθρες φράσεις ενός παιδιού στην Ελλάδα αποτελούνται από αρχαιότατες λέξεις, λέξεις που ακούγονται σ’ αυτόν τον τόπο εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια.

Το χρυσό προσωπείο του Αγαμέμνονα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο έχει μικρότερη αξία από αυτές τις πανάρχαιες λέξεις που βάζουμε στο στόμα μας στην καθημερινή μας ομιλία. Δεν το καταλαβαίνουμε, δεν το συνειδητοποιούμε, αλλά μιλάμε μια γλώσσα πολύτιμη, στην οποία γράφτηκαν κάποτε μερικά από τα ωραιότερα κομμάτια της παγκόσμιας λογοτεχνίας,  της φιλοσοφίας, της ιστορίας, του θεάτρου.

Και όχι μόνο.

Στην αρχαία ελληνική γραμματεία μπορεί κανείς να βρει τα πάντα: παραμύθια, ανέκδοτα, συνταγές, ποιηματάκια, μαγικές επωδούς, κατάρες, εξομολογήσεις, παραγγελίες, πρόχειρες σημειώσεις από την καθημερινή ζωή, ακόμα και ιστορίες επιστημονικής φαντασίας.

Ισχυρίζονται κάποιοι (εξ ειδικής  ιδεολογίας ορμώμενοι) ότι η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι μια ξένη γλώσσα και ότι εμείς μιλάμε σήμερα μια άλλη γλώσσα. Πόσο ξένη είναι η γλώσσα αυτού εδώ του κειμένου:

«Θουκυδίδης Αθηναίος ξυνέγραψε τον πόλεμον των Πελοποννησίων και Αθηναίων ως επολέμησαν προς αλλήλους, αρξάμενος ευθύς καθισταμένου και ελπίσας μέγαν τε έσεσθαι και αξιολογώτατον των προγεγενημένων».

Ή αυτό του Πολύβιου:

«Και κατά μεν την θάλατταν παραχρήμα πειρατάς εξέπεμψαν, οι (οι οποίοι) περιτυχόντες πλοίω βασιλικώ των εκ Μακεδονίας περί Κύθηρα, τούτο τε εις Αιτωλίαν καταγαγόντες αύτανδρον, τους τε ναυκλήρους και τους επιβάτας, συν τούτοις δε και την ναυν απέδοντο».

Δεν είναι ξένη γλώσσα η γλώσσα του Θουκυδίδη, του Πολύβιου και όλων των άλλων, η γλώσσα μας είναι. Απλώς είναι πολύ αρχαία. Πάρα πολύ αρχαία. Και μέσα στους αιώνες εξελίχθηκε. Έτσι συμβαίνει με τις γλώσσες. Εδώ μια εφημερίδα που περασμένου αιώνα να διαβάσουμε, θα δούμε ότι οι Έλληνες πριν εκατό χρόνια μιλούσαν λίγο διαφορετικά από ό,τι σήμερα εμείς. Πόσο μάλλον αν διαβάσουμε ένα ελληνικό κείμενο γραμμένο πριν 25 αιώνες.

Σε μας λοιπόν έλαχε αυτή η γλώσσα. Δεν τη διαλέξαμε, την κληρονομήσαμε, θέλαμε δεν θέλαμε. Αυτή είναι. Μας αρέσει, δεν μας αρέσει, εμείς είμαστε οι θεματοφύλακές της.

Πώς θα σας φαινόταν, αν οι φύλακες ενός μουσείου αποφάσιζαν να το εγκαταλείψουν με τη σκέψη ότι τους πέφτει βαριά η φύλαξή του; Να άφηναν τις πόρτες ανοιχτές και να έφευγαν, χωρίς να κοιτάξουν πίσω τους;

Όμως, επειδή είμαστε ένας αμόρφωτος λαός με κακό σύστημα εκπαίδευσης και με διάφορα αντιφατικά σύνδρομα έχουμε τόσο πολύ κακοποιήσει το μάθημα των αρχαίων ελληνικών στα σχολεία που το μισούν όχι μόνο οι μαθητές αλλά και οι δάσκαλοί τους. Και το γνωστό μότο «τι μας χρειάζονται τα αρχαία ελληνικά σήμερα» δεν το αναμασούν μόνο οι μαθητές, το αναμασούν και οι μεγάλοι.

Βεβαίως καθόλου δεν μας χρειάζονται οι στρυφνοί γραμματικοί και συντακτικοί κανόνες, με τους οποίους ταλαιπωρούμε τα παιδιά χωρίς λόγο. Αυτούς ας τους μάθουν εκείνα μόνο τα παιδιά που θα φοιτήσουν στις ανάλογες Σχολές αργότερα. Για όλα τα άλλα υπάρχουν θαυμάσια αρχαία ελληνικά κείμενα, σε στρωτή γλώσσα, με τα οποία θα έρθουν σε πρώτη ευχάριστη επαφή.

Παράδειγμα:

«Λύσανδρος δὲ τάς τε ναῦς καὶ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τἆλλα πάντα εἰς Λάμψακον ἀπήγαγεν, ἔλαβε δὲ καὶ τῶν στρατηγῶν ἄλλους τε καὶ Φιλοκλέα καὶ Ἀδείμαντον. ᾗ δ ̓ ἡμέρᾳ ταῦτα κατειργάσατο, ἔπεμψε Θεόπομπον τὸν Μιλήσιον λῃστὴν εἰς Λακεδαίμονα ἀπαγγελοῦντα τὰ γεγονότα, ὃς ἀφικόμενος
τριταῖος ἀπήγγειλε».
 (Ο Λύσανδρος τα πλοία και τους αιχμαλώτους και όλα τα άλλα τα μετέφερε στη Λάμψακο και συνέλαβε και άλλους από τους στρατηγούς και τον Φιλοκλή και τον Αδείμαντο. Την   ίδια   ημέρα που τα έκανε αυτά έστειλε τον Θεόπομπο, τον Μιλήσιο   πειρατή, στη Σπάρτη, για να αναγγείλει τα γεγονότα, ο οποίος έφτασε εκεί μετά από τρεις μέρες και τα ανακοίνωσε).
(Ξενοφ. Ελληνικά)

Στην ουσία καμιά σχεδόν λέξη δεν είναι άγνωστη στον μικρό μαθητή. Απλώς μερικές έχουν μια άλλη μορφή, πιο αρχαία.

ναῦς: Πλοίο. Του θυμίζουμε τις συγγενείς λέξεις: ναυπηγός, ναυμαχία, Ναύπακτος, ναύτης, ναυτικό.
(τα) πάντα: Όλα. Παντογνώστης. Παντοδύναμος.
ἀπήγαγεν: Απάγω. Απαγωγή, απαγωγέας.
κατειργάσατο: Κατεργάζομαι, κάνω. Κατεργασία.
ἔπεμψε: Πέμπω ,στέλνω. Πομπός. Πομπή.
ἀπαγγελοῦντα: Απαγγέλλω, λέω. Απαγγελία. Παραγγελία.
ἀφικόμενος: Αφικνούμαι, φτάνω. Άφιξη.
τριταῖος: Την τρίτη ημέρα. Τρία, τρίτος.

Μοναδικές άγνωστες λέξεις:
τε: και
ὃς: ο οποίος
: θηλυκός τύπος του ὃς στη δοτική ενικού.

Εννοείται ότι δεν θα τυραννήσει ο δάσκαλος τους μαθητές του υποχρεώνοντάς τους να μάθουν ότι:
«τῶν στρατηγῶν» είναι γενική διαιρετική. Ας το αναφέρει απλώς, πράγμα που θα κάνει, όποτε συναντά γενική διαιρετική.
«ἀπαγγελοῦντα»: είναι μετοχή μέλλοντα και γι’ αυτό τελική μετοχή που δείχνει σκοπό.
«ἀφικόμενος»:  είναι χρονική μετοχή.
«τριταῖος»είναι επιρρηματικό κατηγορούμενο(τρέχα γύρευε...)

Δεν θα τους τυραννήσει επίσης υποχρεώνοντάς τους να αποστηθίσουν τους αρχικούς χρόνους των ρημάτων απάγω, πέμπω, απαγγέλλω, κατεργάζομαι, αφικνούμαι. Είναι αρκετό να βλέπουν αυτούς τους αρχικούς χρόνους και να εξοικειώνονται με τους διάφορους τύπους. Τι να τα κάνει ο μαθητής τα «πέπομφα»,  «κατείργασμαι»,  «αφίγμαι» (αφίξαι, αφίχθαι) – αν είναι δυνατόν δηλαδή. Αυτά θα τα μάθει στην τελευταία τάξη του Λυκείου όποιος θέλει να ακολουθήσει θεωρητικές σπουδές.

Τέτοια στρωτά κείμενα, όπως το παραπάνω, υπάρχουν άφθονα στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Με αυτά ακόμα και το παιδί του δημοτικού μπορεί να έρθει σε επαφή χωρίς το φόβο ότι θα βυθιστεί στο χάος μιας τρομερής άγνωστης γλώσσας. Με την εξοικείωση θα μπορέσει στις επόμενες τάξεις να μελετήσει και άλλα κείμενα πιο δύσκολα.

Η εμπειρία που αποκόμισα διδάσκοντας στο Λύκειο και στο Γυμνάσιο επί τριάντα έτη δεν ήταν δυστυχώς καλή.

Από τη μια είχα να παλέψω με ένα σχολαστικό και άκαμπτο αναλυτικό πρόγραμμα που με υποχρέωνε να περάσω στα παιδιά άχρηστες γνώσεις, όπως πχ τον υποθετικό λόγο των αρχαίων προγόνων, πώς εισάγονταν και πώς εκφέρονταν οι δευτερεύουσες προτάσεις τους, τι είναι η ευκτική του πλαγίου λόγου, τι είναι το προληπτικό κατηγορούμενο και άλλα παρόμοια που μόνο οι φιλόλογοι χρειάζεται να ξέρουν.

Από την άλλη είχα να αντιμετωπίσω τους στενοκέφαλους συναδέλφους που κατανάλωναν τη διδακτική ώρα διδάσκοντας ακριβώς αυτά τα άχρηστα πράγματα, τα οποία θεωρούσαν ανώτερα του αυθεντικού κειμένου.

Έτσι το αρχαίο κείμενο είχε καταντήσει κάτι σαν σφηκοφωλιά, από την οποία ο έντρομος μαθητής έβλεπε να βγαίνουν και να του επιτίθενται φαρμακερές σφήκες. Για ποιο περιεχόμενο και ποιες ιδέες να μιλάμε τώρα...

Συμπέρασμα:
Και από το δημοτικό ακόμα καλό είναι τα παιδιά να έρχονται σε επαφή με τη γλώσσα μας στην αρχαία της μορφή, όχι με ολόκληρα κείμενα αλλά με φράσεις εύκολες και κατανοητές. Διδασκαλία: 1 ώρα την εβδομάδα.

Στο Γυμνάσιο να διδάσκονται αρχαία ελληνικά κείμενα βατά (είπαμε, υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια). Ελάχιστες γραμματικές παρατηρήσεις και ακόμα λιγότερες συντακτικές, το βάρος να δίνεται στη γλώσσα και στο περιεχόμενο. 2 ώρες την εβδομάδα.

Στο Λύκειο οι μαθητές θα είναι έτοιμοι για πιο δύσκολα κείμενα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να τους βασανίσουμε με τίποτα δημηγορίες του Θουκυδίδη που ούτε οι δάσκαλοί τους δεν μπορούν να καταλάβουν. Από Γραμματική μόνο οι πιο συχνά απαντώμενοι τύποι, από Συντακτικό τα στοιχειώδη για την κατανόηση του κειμένου. 2-3 ώρες την εβδομάδα.

Στην τελευταία τάξη όσοι ενδιαφέρονται για θεωρητικές σπουδές, ας μάθουν επιτέλους τι είναι αυτό το ρημάδι το προληπτικό κατηγορούμενο. Χρονικές και εγκλιτικές αντικαταστάσεις να μη μάθουν ποτέ τους.

                                                                                                           
                                                                                                Πηγή: ketivasilakou.blogspot.gr/

" Οι παρείσακτοι καθηγητές των αρχαίων …."

 Το  παρακάτω κείμενο με κάποιες παραλλαγές εκφωνήθηκε στις 22 Αυγούστου 2016 στο στέκι Πολιτισμού «Μπουκαδούρα»στο Πάρκο του Λιμενικού Καλαμάτας με αφορμή την εκδήλωση: «Αρχαία Ελληνικά : Νεκρή γλώσσα η διδασκαλία τους στο σχολείο; »

-Γνωρίζετε γιατί τα σπίτια έχουν πόρτες ;
-Για να διώχνουμε τους ανεπιθύμητους καθηγητές των Αρχαίων (όχι τους καθηγητές συλλήβδην ή τους φιλολόγους), απάντησε με ιδιαίτερη ευστροφία παιγνιώδης μαθητής μου , στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε.
Λαμβάνοντας τη σκυτάλη του λόγου, θέλησα να χρησιμοποιήσω την ευτράπελη αυτή εμπερία μου απ’ τον στίβο της εκπαίδευσης για να καταδείξω τη σημασία της σημερινής εκδηλώσης. Όχι μόνο ο συγκεκριμένος πραγματικά φέρελπις νους αλλά και πλήθος ομηλίκων του δυσανασχετούν στο άκουσμα και μόνο της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής.
Αλλά και ο καθηγητής Λιαντίνης στο κεφάλαιο «Δάσκαλοι και ποντίκια» των «Ελληνικών» δεν κρυβεται και γράφει χαρακτηριστικά: Στους εκατό θα ανακαλύψεις πως οι ενενήντα τόσοι, τα αρχαία ελληνικά δεν θέλουν ούτε να τ‘ακούσουν. Σήμερα όταν μιλήσεις σε κάποιονε για τα αρχαία ελληνικά, αμέσως θα τον χτυπήσει ναυτία. Μάλιστα παραθέτει πως άκουσε κάποιον έφηβο να αναφωνεί τη φράση «Κύρος ανεβαίνει, Κύρος κατεβαίνει, και γαμώ τους έλληνες και όλους τους δασκάλους».
Αν θέλουμε να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι , δεν πρέπει να καταλογίζουμε την ευθύνη για τη γενικευμένη αυτή απαξίωση- που αγγίζει τα όρια της αποστροφής- στους αρχαίους Έλληνες, στα επιτεύγματα και στα κείμενά τους ( τα οποία αναντίρρητα αποτέλεσαν το κρηπίδωμα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε ο αναγεννησιακός homo universalis για να αποτινάξει τα μεσαιωνικά αδιέξοδα και να δώσει νέα ώθηση στις χειμαζόμενες τέχνες και επιστήμες) αλλά στους Νεοέλληνες.
Για να γίνω πιο σαφής, οι αιτιάσεις μου δεν στρέφονται εναντίον των φιλολόγων της Μέσης Εκπαίδευσης που αδίκως βαρύνονται με την «αρά των 318 πατέρων της Α΄Οικουμενικής Συνόδου»- αλλά σε όσους ρυθμίζουν τα της παιδείας στην καθ’ ημάς Ανατολή, σ’ αυτούς που θέλουν τους εκπαιδευτικούς να δασκαλίζουν και όχι να διδάσκουν διαωνίζοντας μια μηχανιστική και φορμαλιστική προσέγγιση των φιλολογικών μαθημάτων.
Εκ πρώτης όψεως , μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η αρνητική προδιάθεση των νέων για την αρχαιογνωσία , έγκειται στο γεγονός ότι τα ψυχρά και δυσνόητα κείμενα που ανθολογούνται στα σχολικά εγχειρίδια του Γυμνασίου -πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων- , απέχουν παρασάγγας από την αισθητική και τις ανάγκες των εφήβων. Οι ρίζες της στρέβλωσης αυτής είναι πιο βαθιές και καλό είναι να τις αναζητήσουμε κοιτάζοντας προς τα πίσω.
Εισηγητής της διδακτικής των φιλολογικών μαθημάτων, όπως τη γνωρίζουμε σήμερ,α υπήρξε ο Έλληνας παιδαγωγός και ακαδημαϊκός Νικόλαος Εξαρχόπουλος που ως προς τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής προέκρινε τον διδακτικό φορμαλισμό (έμφαση στη μορφή) και λησμόνησε το διδακτικό υλισμό (έμφαση στο περιεχόμενο). Για την ιστορία αξίζει ν’αναφέρουμε πως ο Εξαρχόπουλος στράφηκε απέναντι στη φωτισμένη κίνηση της ανθρωπιστικής παιδαγωγικής που διαυλοί της ήταν οι Γληνός, Δελμούζος, και Τριανταφυλλίδης και ώθησε στην αυτοκτονία τον λαμπρό φιλόλογο και δάσκαλο Ιωάννη Συκουτρή κατηγορώντας τον ως διαβολέα του ήθους των αρχαίων Ελλήνων. (Διαβάστε οπωσδήποτε την εισαγωγή Συκουτρή στο Πλατωνικό Συμπόσιο)
Ο πολύς για την εποχή του παιδαγωγός- που έφτασε μέχρι και στην προεδρία της Ακαδημίας Αθηνών-, και άλλοι «γλωσσαμύντορες», μεσούσης της Γερμανικής κατοχής, υποκίνησαν τη «Δίκη των τόνων» εναντίον του Ιωάννη Κακριδή. Για το θλιβερό αυτό σύμβαν: ο Σεφέρης στις « Μέρες του ’43 » εξεγείρεται :δεν είναι τσιμπούρια, είναι μύγες του αποπάτου αυτά τα όντα. Ας μην φοτρώνουμε όμως όλα τα κρίματα και τα άγη στη σχολή του Εξαρχόπουλου…
Απ΄τα γεννοφάσκια του ελληνικού κράτους οι Φαναριώτες λόγιοι και ποιητές κατακεραύνωναν τη φυσική γλώσσα του Σολωμού και το γλωσσικό υβρίδιο του Κάλβου και διεκδικούσαν συντηρητικές γλωσσικές θέσεις που έφταναν μέχρι και στην αναβίωση της ιωνικής-αττικής διαλέκτου.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από ποίημα του Αλέξανδρου Σούτσου:

Ο Κάλβος και ο Σολωμός, ωδοποιοί μεγάλοι,
κ’ οι δύο παρημέλησαν της γλώσσας μας τα κάλη’
ιδέαι όμως πλούσιαι, πτωχά ενδεδυμέναι
δεν είναι δι’ αιώνιον ζωήν προορισμέναι.

Φευ! Τα όψιμα ελληνικά του Σολωμού (μετά το 1880 εξελίχθηκαν σε πανελλήνιο ποιητικό ιδίωμα) και η άτακτη γλώσσα του Κάλβου (επιβίωσε στις περιπτώσεις Καβάφη, Εμπειρίκου) επικράτησαν . Ο Σολωμός που έγινε εθνικός ποιητής δεν δίστασε να αναφωνήσει «Οὐαί τοῖς ἡττημένοις» και να χλευάσει τους επικριτές του πλάθοντας τη φιγούρα του ημιμαθούς Σοφολογιότατου στον «Διάλογο για τη Γλώσσα». Επιπλέον ποιός μπορεί να λησμονήσει τους πνευματικούς Ηρόστρατους, Κόντο και Μυστριώτη που πρωτοστάτησαν στις εξεγέρσεις των Ευαγγελικών (Νοέμβριος 1901) και των Ορεστειακών (Νοέμβριος 1903);
Οι αναθυμιάσεις από τον πνευματοκτόνο αυτόν κοπρώνα παραμένουν δύσοσμες και ασφυκτικές. Με ιδιαίτερη θλίψη μου θα έγραωα πως η πνιγηρότητα αυτή αντανακλάται και στη διδακτική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας μιας και οι τάχα περισπούδαστες κεφαλές που επιμελούνται τα εκπαιδευτικά προγραμμάτα επιμένουν να καθυποτάσσουν το ακαταγώνιστο και άφθαρτο αρχαιοελληνικό κάλλος σ’ ένα ψυχρό σύστημα περίπλοκων γραμματικών και συντακτικών κανόνων, οι οποίοι είναι γραπτό να βυθιστούν στα νάματα της Λήθης μετά την απομάκρυνση απ΄την αίθουσα.
Πρόκειται για μια αδιάλειπτη υπονόμευση της πνευματικής ικμάδας, ένα αέναο ανακάτωμα του πνεύματος των μαθητών με προεξαγγελτικές παραθέσεις, απαρέμφατα του σκοπού, ομοιόπτωτους και ετερώπτωτους προσδιορισμούς και λοιπά δαιμόνια (ειρήσθω εν παρόδω ελάχιστοι γνωρίζουν την αρχική σημασία της λέξης δαίμων, τον λόγο που αυτή φορτίστηκε αρνητικά συν τω χρόνω και ακόμα λιγότεροι δύνανται να ερμηνεύσουν το ηρακλείτειο απόσπασμα «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων» ).
Αλήθεια,όταν ο μεγαλύτερος χρόνος της κατ’ οίκον μελέτης δαπανάται στην αποστήθιση μιας άχαρης -αντιγραμμένης από ένα σχολικό βοήθημα- μετάφρασης, πως είναι να εφικτό να εμποτιστεί στη συνείδηση του μαθητή που έρχεται σε επαφή με το έργο των αρχαίων Ελλήνων ιστοριογράφων , ο όλεθρος κάθε πολέμου –ιδίως του εμφυλίου- ή το διαχρονικό μήνυμα της σοφόκλειας Αντιγόνης που θέλει τα κούφια διατάγματα του αυταρχικού ηγεμόνα να συντρίβονται από τους νόμους που επιτάσσει η ανθρώπινη συνείδηση;
Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως η υπερβολική εστίαση στη μορφή, στις λέξεις, τον τύπο και όχι στην ουσία , το ιδεολογικό υπόβαθρο των κειμένων ,τη μελέτη των συνθηκών που οδήγησαν στη συγγραφή τους ή τον διαχρονικό τους ανίκτυπό, απομάκρυνε το διδασκόμενο αντικείμενο απ’ τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα.
Φρονώ πως ο φιλόλογος στην απέλπιδα προσπάθεια του να φέρει στο φως όσα έχουν κυλιστεί στην αδυσώπητη τάφρο του σκότους, κατέληξε να ζει με τις σκιές και τα φαντάσματα. Αναμφίβολα, η μηχανιστική θέαση του αρχαίου ελληνικού κόσμου καθίσταται επιφανειακή και ακροθιγής. Ο σχολαστικισμός και η τυπολατρία πέραν της εστίασης στο επουσιώδες , στο δευτερεύον, μονάχα σύγχυση δύνανται να κομίσουν στον εγκέφαλο του διδασκομένου. Μετά την ολοκλήρωση των εγκυκλίων σπουδών η σύγχυση αυτή διασπείρεται στην καθημερινή ζωή, έτσι η Ελλάδα κατήντησε ο ουραγός όλων των εθνών.
Εύλογα θα αντιτείνετε πως τα αρχαία ελληνικά κείμενα διδάσκονται σε πλήθος σχολείων και πανεπιστημίων άνα την Ευρώπη και τον κόσμο. Πρέπει να έχουμε κατα νου όμως πως οι απανταχού Ελληνιστές διείδαν την οικουμενικότητα της κλασσικής μας παράδοσης και συνεχίζουν να αντιλαμβάνονται την Αρχαία Ελλάδα σαν έναν ζωντανό οργανισμό αείζωο και αεικίνητο. Κάτω από το ίδιο πρίσμα εκπρόσωποι του νεοελληνικού διαφωτισμού όπως ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Δημήτριος Κοραής από τα μέσα του 18ουαιώνα έβλεπαν κριτικά την εμμονή με τη γραμμαστική και το συντακτικό και επέκριναν τον ανιστόρητο θαυμασμό και τον τυφλό μιμητισμό της αρχαιότητας.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω , συνειδητοποιούμε πως η πολυθρύλητη κατάργηση των αρχαίων ελληνικών δεν είναι η ασφαλέστερη μέθοδος για την καταπολέμηση της γενικευμένης αποστροφής των μαθητών. Η αβασάνιστη, ρηχή και αντιπνευματική πρακτική κατά την οποία «ότι δεν λύνεται κόπτεται» ανενδοίαστα, είναι ίδιον ανευθυνότητας και φυγομαχίας. Ο γκρεμιστής που αδυνατεί να κτίσει , δεν έχει να προσφέρει κάτι περισσότερο από ερείπια. Η εικόνα που λαμβάνουμε απ΄τους μαθητές και τον κοινωνικό μας περίγυρο πρέπει όμως να μας κινητοποιήσει. Ο εξορθολογισμός της διδακτικής των αρχαίων ελληνικών, είναι επιβεβλημένος.
Σ΄αυτό το σημείο, θα ήθελα να σας κοινοποιήσω κάποιες προτάσεις μου για τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής:
- Εισαγωγή μαθήματος της αρχαίας ελληνικής σκέψης, διάκριση αρχαίας ελληνικής γραμματείας σε κατηγορίες: ποίηση (έπος,λυρική ποίηση, δράμα) πεζογραφία (ιστοριογραφία, ρητορική, φιλοσοφία) και υποκατηγορίες:π.χ. δράμα (τραγωδία, κωμωδία, σατιρικό δράμα).Πληροφορίες για τους κυριότερους εκπροσώπους.
- Συνεξέταση πρωτοτύπου κειμένου και δόκιμης μετάφρασης (κοινά σημεία) κατανόηση ότι γλώσσα δεν είναι κάτι αυθαίρετο αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που μεταβάλλεται ανάλογα με τις κοινωνικές συνθηκές και τις ανάγκες των ομιλητών της. Νέα ελληνική: εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής (όχι χειρότερη, βάρβαρη γλώσσα).
- Έμφαση στην ετυμολογία (κοινές ρίζες νέας με αρχαία ελληνική γλώσσα) : σήμερα όχι ἀκέομαι-ἀκοῦμαι αλλά πανάκεια, όχι ῥώννυμι αλλά (ρωμαλέος, ρώμη, άρρωστος) -> Δεν είναι νεκρή γλώσσα , είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής γλώσσας.
- Νέα κείμενα πιο προσιτά στην αισθητική των μαθητών που έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με την αρχαία ελληνική (Μύθοι Αισώπου-Λουκιανός).
- Μελέτη συνθηκών που οδήγησαν στη συγγραφή κειμένου – γνώση ιστορικής και κοινωνικής διάστασης της εποχής τους-διαχρονική διάσταση
-Μικρότερη έμφαση σε γραμματική και συντακτικό (υπάρχουν ακόμα και φιλόλογοι που γνωρίζουν ότι ο παρακείμενος του ρ. χαίρω είναι γέγηθα, αλλά αγνοούν τον Επίκουρο και τους κυνικούς φιλοσόφους.
- Διεπιστημονική προσέγγιση (κοινωνιολογία, αρχαιολογία, ιστορία, θεατρολογία,)
Αυτενέργεια –ομαδοσυνεργατική μάθηση

Περιοδολόγηση της ελληνικής γλώσσας: (τα χρονικά πλαίσια είναι καταχρηστικά)
*Πρωτοελληνική γλώσσα: (εώς το 1600π.χ. ) ,όχι μαρτυρίες αλλά τεχνικές επανασύνθεσεις από τη συγκριτική γλωσσολογία

*Μυκηναϊκή ελληνική (1600-1200π.χ. ) γραμμική β΄

*Αρχαία ελληνική (800-323π.χ.) διάλεκτοι : αιολική, αρκαδοκυπριακή, δωρική, ιωνική (αττική)

*Ελληνιστική κοινή (323π/Χ.-5ος αι.μ.Χ. )

*Μεσαιωνική Ελληνική (5ος αι -1453)

*Νέα Ελληνική (1453-)α) διαλεκτική μορφή :διαλέκτοι (ποντιακή, κυπριακή, κρητική τσακωνική, κατωιταλική, καππαδοκική, ρωμανική) και ιδιώματα

β) νέα ελληνική κοινή :καθαρεύουσα (λόγια μορφή) 1830-1976
δημοτική (1976-)


Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω πως από το 1800 περίπου μέχρι σήμερα έχει εκπονηθεί πλήθος εκδόσεων για τους αρχαίους Έλληνες. Οι Νεοέλληνες όμως εξέδωσαν ακόμα περισσότερα έργα για να πουν οι ίδιοι αυτά που ήθελαν να πουν οι αρχαίοι. Τα περισσότερα ήταν ανούσια και απωθητικά.Ο παραμορφωτικός φακός της αρχαιολαγνείας και του άγονου ελληνοκεντρισμού διαστρέβλωσε την αλήθεια. Όσοι βάδισαν στα χώματά μας κατά την αρχαιότητα, δεν έγραψαν, δεν δημιούργησαν, δεν πολέμησαν μοναχά αλλά πρώτα και καλύτερα απ΄όλα έζησαν. Τουτέστιν, η ανάλωση μας στη διδακτική της αρχαίας ελληνικής δεν έχει κανένα νόημα όσο αρνούμαστε να προσεγγίσουμε τον κλασικό τρόπο ζωής.Προσδοκώ να ανατραπεί αυτή η δυχερής εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Για να γυρίσει ο ήλιος όμως θέλει δουλειά πολλή...

Σας ευχαριστώ πολύ


Κωνσταντίνος Π. Κωστέας

Φιλόλογος
                                                           
                                                                                           Πηγή: homouniversalisgr.blogspot.gr

Μηνολόγιο Ιανουαρίου

Αποτέλεσμα εικόνας για νέος χρόνος

Και πάλι το μηνολόγιο Ιανουαρίου...Καλή χρονιά!


Κυ   1Της πρασίνης τσόχας
Δε  2 Έναρξις αγώνος ανυπακοής και μη βίας υπό Μαχάτμα Γκάντι
Τρ  3 † Κοίμησις Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, συγγραφέως των ταπεινών
Τε   4 † Νικολάου Γύζη τελευτή
Πε   5 Γενέσιον Σωκράτους του φιλοσόφου
Πα   6 Εφεύρεσις τηλεγράφου υπό Μορς
Σα 7 Ανακάλυψις των δορυφόρων του Διός υπό Γαλιλαίου
Κυ  8 † Γαλιλαίου τελευτή και Ναπολέοντος Λαπαθιώτη αυτοκτονία
Δε  9 † Θεοφίλου Καΐρη του μεγάλου διδασκάλου τελευτή
Τρ 10 Νίκη Θρασυβούλου κατά των τριάκοντα τυράννων
Τε 11 Γενέσιον Νικολάου Καββαδία του μαρκονιστή και αυτοκτονία Ααρών Σβαρτς του διαδικτυομάρτυρος
Πε 12 Γενέσιον Σπυρίδωνος Λούη του μαραθωνοδρόμου
Πα 13 Το «Κατηγορώ» του Αιμιλίου Ζολά
Σα 14 Της Αλκυόνης· και τελευτή Γρηγορίου Ξενοπούλου του Ζακυνθίου
Κυ 15 Γενέσιον Ιωάννου Ποκελέν ή Μολιέρου, ηθοποιού και συγγραφέως
Δε 16 † Ευστρατίου Αναστασέλλη του σκωπτικού
Τρ 17 Γενέσιον Βενιαμίν Φραγκλίνου
Τε 18 Γενέσιον και τελευτή Βασιλείου Τσιτσάνη, λαϊκού μουσουργού
Πε 19 Γενέσιον Εδγάρδου Άλλαν Πόε
Πα 20 † Κοίμησις Χρήστου Καπράλου
Σα 21 Των τριών Λάμδα
Κυ 22 Γενέσιον Λόρδου Βύρωνος, του φιλέλληνος ποιητού
Δε 23 Γενέσιον Αντωνίου Γκράμσι
Τρ 24 † Αμεδαίου Μοντιλιάνι
Τε 25 Γενέσιον Γεωργίου Ζαμπέτα, του μεγάλου διασκεδαστού και θανή Θεόδωρου Αγγελόπουλου επί των επάλξεων
Πε 26 Του Ολοκαυτώματος
Πα 27 † Κοίμησις Ιωσήφ Βέρντι
Σα 28 † Κοίμησις Θεοδώρου Δοστογέφσκι
Κυ 29 † Θανή Αλεξάνδρου Πούσκιν, του ποιητού
Δε 30 † Μεθοδίου Ανθρακίτου, του διαφωτιστού
Τρ 31 † Αλεξάνδρου Υψηλάντου τελευτή
 →Για να προλάβουμετην ερώτηση για τα τρία Λ, στις  21 Ιανουαρίου: πρόκειται για τον Λένιν, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λίμπκνεχτ.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Πρωτοχρονιάτικο σινεμά: "ΠΡΙΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ" (1994)

Αποτέλεσμα εικόνας για 1994-πριν τη βροχη
Το ιστολόγιο τη σημερινή πρωτομηνιά και Πρωτοχρονιά παρουσιάζει μια ταινία-καταγγελία στον εθνικιστικό φανατισμό. Την ταινία του  Μ.Μαντσέφσκι "Πριν τη βροχή", παραγωγής 1994. Πρόκειται για Αγγλο-σκοπιανή ταινία, σπονδυλωτή, που παρουσιάζει  τρεις ιστορίες στην ορεινή ΦΥΡΟΜ και το Λονδίνο με φόντο το εθνικιστικό μίσος που χωρίζει την ορθόδοξη και μουσουλμανική κοινότητα. Ο Μαντσέφσκι καυτηριάζει τον εθνικιστικό φανατισμό, που φέρνει αντιμέτωπες τις μέχρι πρότινος ειρηνικά συνυπάρχουσες θρησκευτικές μειονότητες. Ωστόσο, η δύναμη της ταινίας δεν βρίσκεται στο ουμανιστικό, αντιπολεμικό μήνυμά της, αλλά στην ποιητική ατμόσφαιρα των εικόνων της, και στην υποβλητική σκηνοθεσία του δημιουργού της, ο οποίος καταφέρνει να µας μεταφέρει μια γνήσια αίσθηση του τραγικού, χωρίς να πέφτει στην παγίδα του τριτοκοσμικού φολκλόρ...

Καλή Κυριακή και καλή χρονιά!