Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Δεν είναι αργία, είναι ΑΠΕΡΓΙΑ!



Αποτέλεσμα εικόνας για εργατικη πρωτομαγιαΠρωτομαγιά σήμερα, γιορτή της εργασίας και των εργατών που τόσο διώκονται στις μέρες μας...Να λίγα αλλά σημαντικά στοιχεία για την ημέρα:
H 1η Μαΐου καθιερώθηκε ως η Παγκόσμια Ημέρα των Eργατών στις 20 Ιουλίου 1889 κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δευτέρας Διεθνούς στο Παρίσι, σε ανάμνηση του Μακελειού του Σικάγο το 1886, όπου η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά εργατών που διαμαρτύρονταν υπέρ της διεκδίκησης της οκτάωρης εργασίας και καλύτερων εργασιακών συνθηκών. Ωθούμενοι από τις πετυχημένες διεκδικήσεις Καναδών συντρόφων τους, τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων την 1η Μαΐου 1886.
Βασικό τους αίτημα αποτελούσε το οκτάωρο, καθώς την περίοδο εκείνη δεν υφίστατο στις ΗΠΑ κανονιστικό εργασιακό πλαίσιο και οι εργαζόμενοι αναγκάζονταν να εργάζονται αμέτρητες ώρες, ακόμα και Κυριακές. Στη δυναμική πορεία του Σικάγο έλαβαν μέρος περισσότεροι από 90.000 εργαζόμενοι, ενώ περίπου 350.000 εργάτες από 1.200 εργοστάσια συμμετείχαν στην απεργία.
Οι βίαιες συμπλοκές έλαβαν χώρα τρεις μέρες αργότερα, στις 4 Μαΐου, στην πλατεία Χέιμαρκετ του Σικάγο, κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης προς συμπαράσταση των απεργών, στην οποία συμμετείχαν ενεργά μέλη του αναρχικού κινήματος. Παρά τον ειρηνικό χαρακτήρα της πορείας, η αστυνομία έλαβε την εντολή να διαλύσει με τη βία την κινητοποίηση.
Στις συμπλοκές που ακολούθησαν, άγνωστος από το πλήθος πέταξε προς τις αστυνομικές δυνάμεις μία χειροβομβίδα, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες.
Σε απάντηση, οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν τους συγκεντρωμένους, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τέσσερις διαδηλωτές και σημαντικός αριθμός τους να τραυματιστεί. Στη συμπλοκή έχασαν τη ζωή τους και άλλοι έξι αστυνομικοί από πυρά, χωρίς να εξακριβωθεί η προέλευσή τους. Την προηγούμενη μόλις ημέρα, επιπλέον 4 διαδηλωτές είχαν σκοτωθεί από τις αστυνομικές δυνάμεις.
Οκτώ συνδικαλιστές καταδικάστηκαν σε απαγχονισμό για τη βομβιστική επίθεση που προκάλεσε το θάνατο του αστυνομικού. Μοναδικό επιχείρημα του εισαγγελέα, Τζούλιους Γκρίνελ, εναντίον τους ήταν η ενθάρρυνση του άγνωστου βομβιστή από τους λόγους που εκφώνησαν. Ως εκ τούτου, κρίθηκαν ένοχοι για συνωμοσία και θανατώθηκαν.
Η Πρωτομαγιά ανά τον κόσμο
Την επίσημη καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς από το ιδρυτικό συνέδριο της Δευτέρας Διεθνούς ακολούθησε η πρόταση του Ρέιμοντ Λαβίν, η οποία καλούσε σε διεθνή κινητοποίηση την ημέρα της επετείου των γεγονότων του Σικάγο το 1890. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, με αποτέλεσμα οι διαδηλώσεις της 1ης Μαΐου να λάβουν έκτοτε ετήσιο χαρακτήρα.
Ως γιορτή αφιερωμένη στους αγώνες των εργατών και στο σοσιαλιστικό κίνημα, η Πρωτομαγιά αποτελεί μία τεράστιας σημασίας επίσημη γιορτή για χώρες όπως η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, η Κούβα και τα πρώην Σοβιετικά κράτη. Οι εορτασμοί περιλαμβάνουν συνήθως μεγαλειώδεις λαϊκές και στρατιωτικές παρελάσεις.
Η σοβιετική Πρωτομαγιά σημαδευόταν από τη μεγάλη στρατιωτική παρέλαση στο κέντρο της Μόσχας, η οποία διέσχιζε και την Κόκκινη Πλατεία, όπου βρίσκονταν ο εκάστοτε γενικός γραμματέας, η κυβέρνηση και όλο το Ανώτατο Σοβιέτ και παρακολουθούσαν μια αληθινή επίδειξη δύναμης.
Στη Βραζιλία, η μέρα των εργατών είναι επίσημη γιορτή που γιορτάζεται από τα συνδικάτα με ολοήμερες εκδηλώσεις.
Στην Ιαπωνία, παρά το γεγονός ότι η Πρωτομαγιά δεν έχει οριστεί επίσημα ως εθνική αργία από την κυβέρνηση, επειδή ημερολογιακά συμπίπτει με τη λεγόμενη χρυσή εβδομάδα των αργιών, είτε δίνεται από του εργοδότες ως αργία είτε λαμβάνεται ως άδεια άνευ αποδοχών από την πλειονότητα των Ιαπώνων. Σκοπός δεν είναι η συμμετοχή σε μαζικές διαδηλώσεις για τον εορτασμό της ημέρας, αλλά συνήθως, η προσωπική ξεκούραση. Συνήθως, ανήμερα της Πρωτομαγιάς, τα μεγαλύτερα εργατικά συνδικάτα διοργανώνουν πορείες και κινητοποιήσεις στο Τόκιο.
Στο Νεπάλ, η Πρωτομαγιά αναγνωρίστηκε ως εθνική αργία το 2007, παρότι γιορτάζεται στη χώρα από το 1963.
Η γερμανική Πρωτομαγιά αποτελεί μία σημαντική ημέρα, όπου παραδοσιακά τονίζεται η πολιτική σημασία την ημέρας στις περισσότερες περιοχές της και αναφέρεται συνήθως ως «Ημέρα των Εργατών». Μαζικές ετήσιες διαδηλώσεις λαμβάνουν χώρα στο Βερολίνο, οι μεγαλύτερες από τις οποίες διοργανώνονται από εργατικά συνδικάτα και πολιτικά κόμματα.
Οι ΗΠΑ και ο Καναδάς είναι οι μοναδικές χώρες στις οποίες ως Ημέρα της Εργασίας δεν εορτάζεται η Πρωτομαγιά, αλλά η πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου. Το 1894, ο εορτασμός της Ημέρας της Εργασίας έγινε νόμος του κράτους των ΗΠΑ, με απόφαση του Κογκρέσου και νόμος του Καναδά με απόφαση του Kοινοβουλίου της χώρας. Στόχος ήταν η αποφυγή της ταύτισης των εργατικών κινημάτων με την αριστερά της χώρας στην οποία είχαν συμβεί τα γεγονότα του Σικάγου.
Η ελληνική Πρωτομαγιά
Η πρώτη ελληνική κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε το 1893 από τον Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Σταύρου Καλλέργη. Περίπου 2.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο και διαδήλωσαν υπέρ της οκτάωρης εργασίας, της καθιέρωσης της Κυριακής ως αργίας και της κρατικής ασφάλισης για θύματα εργατικών ατυχημάτων. Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο επέδωσαν στον Πρόεδρο της Βουλής την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Η κωλυσιεργία του προέδρου της Βουλής να το εκφωνήσει προκάλεσε τη μεγαλόφωνη αντίδραση του Καλλέργη, με αποτέλεσμα να συλληφθεί, με εντολή του προέδρου, για διατάραξη της συνεδρίασης. Ο Καλλέργης ξυλοκοπήθηκε και μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα, όπου παρέμεινε για δύο μέρες. Λίγες μέρες αργότερα, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ημερών.
Χρειάστηκε να περάσουν 17 ολόκληρα χρόνια, ως το 1911 που γιορτάστηκε και πάλι η εργατική Πρωτομαγιά. Στο διάστημα αυτό ξέσπασαν μεγάλες απεργίες σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας και σε πολλούς κλάδους, ενώ πολλά σωματεία και δευτεροβάθμιες οργανώσεις δημιουργήθηκαν.
Το 1911, η Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης αναλαμβάνει τη διοργάνωση της εργατικής Πρωτομαγιάς στη Θεσσαλονίκη. Οι αστυνομικές δυνάμεις επεμβαίνουν και συλλαμβάνουν τους πρωτεργάτες, ανάμεσα σ´αυτούς τον Μπεναρόγια, που εξορίζεται στη Σερβία.
Tην ίδια χρονιά, στην Αθήνα, αποφασίζεται να γιορταστεί εκ νέου η Πρωτομαγιά με πρωτοβουλία του Ν.Γιαννιού στο Μετς, με κεντρικό σύνθημα «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο». Η Αστυνομία οδήγησε τους Γιαννιό, Αποστολίδη και Παπαγιάννη στα γραφεία της γιατί «δεν είχαν άδειαν», όπου τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι.
Η πρωτομαγιά γιορτάζεται ξανά το 1919 σε 12 πόλεις πανελλαδικά, ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ. Στο μεταξύ, ψηφίστηκε ο Ν.281/1914 «περί Σωματείων» με τον οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τα σωματεία αρχίζουν να αποκτούν καθαρά εργατικό χαρακτήρα.
Σήμερα, βάσει νόμου, οι αργίες διακρίνονται σε αυτές που έχουν καθοριστεί ως ημέρες υποχρεωτικής αργίας, κατά τις οποίες απαγορεύεται κάθε βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική εργασία και κάθε επαγγελματική εν γένει δραστηριότητα, καθώς βέβαια και η απασχόληση των μισθωτών, και ως ημέρες προαιρετικής αργίας, στις οποίες επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του εργοδότη η λειτουργία της επιχείρησης και η απασχόληση ή μη των μισθωτών που απασχολούνται από αυτόν.
Η 1η Μαΐου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Α.Ν. 380/68, αποτελεί υποχρεωτική αργία, όταν κηρύσσεται ως τέτοια με απόφαση του υπουργού Απασχόλησης, διαφορετικά εντάσσεται στις προαιρετικές αργίες.

Γιάννη Ρίτσου-Μίκη Θεοδωράκη "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ"(1936)


 Η μάνα του δολοφονημένου απεργού Τάσου Τούση από τη Θεσσαλονίκη, είναι η ίδια μάνα του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Συρίας αλλά και της Γαλλίας του Βελγίου, της Γερμανίας, της αμερινής, όλου του κόσμου, στην οποία προσφέρουμε τιμή με τον σημερινό εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς.. Η μάνα όποιου αγαπάει τη ζωή και γι’ αυτό την προσφέρει απλόχερα στους συνανθρώπους του. Η χαροκαμένη μάνα θρηνεί το σπλάχνο το μονάκριβό της. Τον θρήνο της πήρε η Τέχνη και τον πέρασε στην Αθανασία, σαν το μονάκριβο παιδί της.


ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ, ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ


"ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ" 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Ι

Γιέ μου, σπλάχνο τν σπλάχνων μου, καρδούλα τς καρδις μου,
πουλάκι τς φτωχις αλς, νθ τς ρημις μου,
πς κλείσαν τ ματάκια σου κα δ θωρες πο κλαίω
κα δ σαλεύεις, δ γρικς τ πο πικρ σο λέω;
Γιόκα μου, σ πο γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Πο μάντευες τί πέρναγα κάτου π᾿ τ τσίνορό μου,
τώρα δ μ παρηγορς κα δ μο βγάζεις χνα
κα δ μαντεύεις τς πληγς πο τρνε μου τ σπλάχνα;
Πουλί μου, σ πο μο φερνες νεράκι στν παλάμη
πς δ θωρες πο δέρνουμαι κα τρέμω σν καλάμι;
Στ στράτα δ καταμεσς τ᾿ σπρα μαλλιά μου λύνω
κα σο σκεπάζω τς μορφς τ μαραμένο κρίνο.
Φιλ τ παγωμένο σου χειλάκι πο σωπαίνει
κι εναι σ ν μο θύμωσε κα σφαλιγμένο μένει.
Δ μο μιλες κι δόλια γ τν κόρφο δές, νοίγω
                                    κα στ βυζι πο βύζαξες τ νύχια, γιέ μου μπήγω.



II
Κορώνα μου, ντιστύλι μου, χαρ τν γερατει μου,
λιε τς βαρυχειμωνις, λιγνοκυπάρισσό μου,
Πς μ᾿ φησες ν σέρνουμαι κα ν πον μονάχη
χωρς γουλιά, σταλι νερ κα φς κι νθο κι στάχυ ;
Μ τ ματάκια σου βλεπα τς ζως κάθε λουλούδι,
μ τ χειλάκια σου λεγα τ᾿ αγεριν τραγούδι.
Μ τ χεράκια σου τ δυό, τ χιλιοχαϊδεμένα,
λη τη γς γκάλιαζα κι λ᾿ ετανε γι μένα.
Νιότη π᾿ τ νιότη σου παιρνα κι κόμη χνογελοσα,
τ γερατει δν τρόμαζα, τ θάνατο ψηφοσα.
Κα τώρα πο θ κρατηθ, πο θ σταθ, πο θμπω,
πο πόμεινα ξερ δεντρ σ χιονισμένο κάμπο;
Γιέ μου, ν δ σοναι βολετ νρθες ξαν σιμά μου,
πρε μαζί σου μένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι ν εν᾿ τ πόδια μου λιγνά, μπορ ν πορπατήσω
κι ν κουραστες, στν κόρφο μου, γλυκ θ σ κρατήσω.



III
Μαλλι σγουρ πο πάνω τους τ δάχτυλα περνοσα
τς νύχτες πο κοιμόσουνα κα πλάϊ σου ξαγρυπνοσα,
Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο κα κοντυλογραμμένο,
καμάρα πο τ βλέμμα μου κούρνιαζε ναπαμένο,
Μάτια γλαρ πο μέσα τους ντίφεγγαν τ μάκρη
πρωινο ορανο, κα πάσκιζα μν τ θαμπώσει δάκρυ,
Χείλι μου μοσκομύριστο πο ς λάλαγες νθίζαν
λιθάρια κα ξερόδεντρα κι ηδόνια φτερουγίζαν,
Στήθεια πλατι σν τ στρωτ φτερούγια τς τρυγόνας
πο πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ πίκρα μου κι γώνας,
Μπούτια γερ σν πέρδικες κλειστς στ παντελόνια
πο ο κόρες τ καμάρωναν τ δείλι π᾿ τ μπαλκόνια,
Κα γώ, μ μο βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ντρα,
σο κρέμαγα τ φυλαχτ μ τ γαλάζια χάντρα,
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εωδιαστό μου δάσο,
πς ν πιστέψω μοιρη πς μπόραε ν σ χάσω;

ΙV
Γιέ μου, ποι Μορα στγραφε κα ποι μο τχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτι στ στήθεια μου ν᾿ νάψει;
Πουρν - πουρν μο ξύπνησες, μο πλύθηκες, μο λούστης
πριχο σημάνει τν αγ μακρι καμπανοκρούστης.
Κοίταες μν φεξε συχν - πυκν π᾿ τ παραθύρι
κα βιαζόσουν σ ντανε ν πς σ πανηγύρι.
Εχες τ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τ σαγόνι
κι εσουν στν τόλμη σου γλυκός, ταρος μαζ κι ηδόνι.
Κα γ φτωχει κ᾿ νέμελη κα γ τρελλ κ᾿ σκύλα,
σοψηνα τ φασκόμηλο κι χν ματιά μου φίλα
Μι - μι τς χάρες σου, καλέ, κα τ λαμπρό σου θωρ
κι γαλλόμουν κα γέλαγα σν τρυφερούλα κόρη.
Κι οδ κακόβαλα στιγμ κι οδ᾿ τρεξα ξοπίσω
τ στήθεια μου ν βάλω μπρς τ βόλια ν κρατήσω.
Κι φτασ᾿ ργ κι, , πο ποτς μν φτανε τέτοια ρα
κι, , κάλλιο ν γκρεμίζονταν στ καύκαλό μου χώρα.


V
Σήκω, γλυκέ μου, ργήσαμε· ψηλώνει λιος· λα,
κα τ φαγάκι σου ρημο θ κρύωσε στν πιατέλα.
μπλέ σου μπλοζα τς δουλεις στν πόρτα κρεμασμένη
θ καρτεράει τ σάρκα σου τ μαρμαρογλυμμένη.
Θ καρτεράει τ κρύο νερ τ δροσερό σου στόμα,
θ καρτεράει τ χντα σου τ᾿ σβεστωμένο δμα.
Θ καρτεράει κ᾿ γάτα μας στ πόδια σου ν παίξει
κι λιος ργς θ καρτερ στ μάτια σου ν φέξει.
Θ καρτεράει κ᾿ ρούγα μας τ᾿ δρ περπάτημά σου
κ᾿ ο γρίλιες ο μισάνοιχτες τ᾿ ηδονολάλημά σου.
Κα τ συντρόφια σου, καλέ, πο τς βραδις ρχόνταν
κα λέαν κα λέαν κι π᾿ τ δια τος τ λόγια φλογιζόνταν
Κα μπάζανε στ σπίτι μας τ φς, τν πλάση κέρια,
παιδί μου, θ σ καρτερν ν κάνετε νυχτέρια.
Κα γ θ καρτεράω σκυφτ βραδ κα μεσημέρι
νρθε καλός μου, θάνατος, κοντά σου ν μ φέρει.
...


ΙΧ
Παναγιά μου, ν εσουνα, καθς γώ, μητέρα,
βοήθεια στ γιό μου θστελνες τν γγελο π πέρα.
Κι, χ, Θέ μου, Θέ μου, ν εσουν Θες κι ν εμασταν παιδιά σου
θ πόναγες καθς γώ, τ δόλια πλάσματά σου.
Κι ν εσουν δίκειος, δίκαια θ μοίραζες τν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδ ν φάει κα ν χορτάσει.
Γιέ μου, καλ μο τλεγε τ γνωστικό σου χελι
κάθε φορ πο ρμήνευε, κάθε φορ πο μίλει:
μες ταγίζουμε ζω στ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ μες οτ᾿ να ψίχουλο δν χουμε στ χέρι.
μες κρατμε λη τ γς μς στ᾿ ργασμένα μπράτσα
κα σκιάχτρα στέκουνται ο Θεο κι φέντη χουνε φάτσα.
χ, γιέ μου, πι δ μομεινε καμι χαρ κα πίστη,
κα τ χλωμ κα τ στερν καντήλι μας σβήστη.
Καί, τώρα, π σ ποι φωτι τ χέρια μου θ᾿ νοίγω,
                                            τ παγωμένα χέρια μου νν τ ζεστάνω λίγο;

                                                                                                            ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 Ας απολαύσουμε το τιτάνιο αυτό έργο παράλληλα με σκέψεις του ποιητή του και του συνθέτη του κι ας σκεφτούμε για την σημερινή μέρα...