Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Βρετανία, το δύστροπο παιδί της Ευρώπης Μέρος Β': Η αποχώρηση της Βρετανίας δεν θα κάνει την ΕΕ πιο σταθερή...

 
του Γιαν-Βέρνερ Μύλλερ

© London Review of Books - Jan-Werner Müller: Europe’s Sullen Child, τόμ. 38, No. 11 · 2 Ιουνίου 2016, σελ. 3-6 
 
 
 
[Εθνική κυριαρχία των κρατών-μελών και Ενωσιακές εξουσίες. Η εκλογή του Ζ.Κ. Γιούνκερ]
Ακόμη και για την περίπτωση που η ΕΕ καταφέρει με κάποιο τρόπο να γίνει πολιτική ένωση (όταν οι χώρες που επιθυμούν να ενταχθούν στον πυρήνα της Ευρώπης συμφωνήσουν σε μια κοινή δημοσιονομική πολιτική), προς το παρόν δεν είναι σαφές το πώς θα πρέπει να κυβερνάται. Το 2014, οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρουσιάστηκαν στους πολίτες ως ένα βήμα προς την κατεύθυνση μιας διακρατικής/υπερεθνικής δημοκρατίας. Οι διαφορετικές κομματικές ομάδες όρισαν κορυφαίους υποψήφιους (Spitzenkandidaten), παρουσίασαν ανταγωνιζόμενα προγράμματα επειδή είχαν κατανοήσει ότι ο υποψήφιος του οποίου το κόμμα θα ερχόταν πρώτο σε ψήφους στην ψηφοφορία για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα γίνει πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όμως μόλις ο Jean-Claude Juncker αναδείχθηκε νικητής, προέκυψαν ανάρμοστες αντιπαραθέσεις μεταξύ ηγετών των εθνικών κρατών-μελών. Ο Κάμερον αντιτάχθηκε σθεναρά στον πρώην πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου, όμως τελικά καταψηφίστηκε στο Συμβούλιο των ηγετών. Συμμάχησε μαζί του μόνον ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπάν (Viktor Orbán). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διακήρυξε ότι η όλη υπόθεση ήταν θρίαμβος της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Προφανώς, στο ένα επίπεδο, οι επιμέρους κυβερνήσεις συμφώνησαν, γιατί είχαν δεσμευθεί να μην επαναλάβουν τη διαδικασία. Για να μη γίνει αυτό, υποχωρούν από την επιλογή προέδρου με παρασκηνιακές συμφωνίες. Όμως είναι σαφές ότι, σ' αυτό το σημείο, ο «εκδημοκρατισμός της Ευρώπης» είναι καθαρά θέμα «καλής εμφάνισης». Σημαίνει, επίσης, ότι δεν πρέπει να υπάρχει πια καμμιά αυταπάτη, ότι οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι Ευρωπαίοι στην κάλπη θα έχουν κάποια επίδραση στα πολιτικά προγράμματα που γίνονται πράξη από τις Βρυξέλλες. 
Η ιδέα που βρισκόταν πίσω από την πρόταση για τους κορυφαίους υποψήφιους, η οποία ίσως έχει ήδη αποδειχτεί ελαττωματική στην πράξη, ήταν να κάνει τους εκάστοτε  ηττημένους να αποδέχονται την ήττα τους, με το να λαμβάνουν υπόψη ότι η δημοκρατία είναι ένα σύστημα στο οποίο μπορεί να χάνεις, αλλά δεν θα χάνεις πάντα. Το σκεπτικό ήταν να έχει η ΕΕ έναν σημαντικό Κοινοτικό προϋπολογισμό ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει τις οικονομικές ανισορροπίες που υπάρχουν μέσα στην ήπειρο (για παράδειγμα, με την εισαγωγή ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών) και συνακόλουθα να μπορεί να εφαρμόζει προγράμματα σχεδιασμένα με βάση αναγνωρίσιμες πολιτικές αποφάσεις. Το Ηνωμένο Βασίλειο πάντοτε ήταν σθεναρά αντίθετο με αυτή την ιδέα. Τώρα, όπως φαίνεται, σχεδόν όλοι οι ηγέτες συμφώνησαν ότι πρέπει να συνεχίσουν να κυριαρχούν στην Ένωση οι εκτελεστικές εξουσίες των εθνικών κρατών, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζουν να παραπονιούνται για την «αντιδημοκρατική» Ευρώπη ή, σύμφωνα με τα λόγια του Donald Trump, για την «πολύ, πολύ γραφειοκρατική» και «πολύ, πολύ δύσκολη» Ευρώπη.
Έτσι, ακόμη και χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρώπη δεν θα προχωρήσει με ταχύτητα προς την ολοκλήρωση. Μήπως όμως θα γίνει το αντίθετο και θα κατακερματιστεί, όπως προβλέπουν μερικοί; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ενδεχόμενη Brexit θα είναι μια σημαντική ώθηση που θα ενισχύσει τους δεξιούς λαϊκιστές σε όλη την ήπειρο. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε τι κοινά έχουν μεταξύ τους κόμματα όπως το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, το αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας και το Fidesz του Βίκτορ Ορμπάν. Όλα έχουν σφετεριστεί με επιτυχία τη γλώσσα της δημοκρατίας και, στην περίπτωση της Marine Le Pen, την ιδιαίτερη γλώσσα του γαλλικού Ρεπουμπλικανισμού. Ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν πιστά τη λαϊκή βούληση και ότι υπερασπίζονται το ιδανικό της εθνικής κυριαρχίας. Η Le Pen είναι ιδιαίτερα ικανή στο να ιδιοποιείται τον souverainiste λόγο μερικών τμημάτων της γαλλικής Αριστεράς [τον λόγο που τονίζει τη σημασία της εθνικής κυριαρχίας] ως μέρος της στρατηγικής της τής dédiabolisationαιμονοποίησης) των αντιπάλων. Το Εθνικό Μέτωπο όχι μόνον έχει (δήθεν) αποχαιρετήσει τον ρατσισμό του Le Pen πατρός, αλλά τώρα πια, η κόρη Marine Le Pen υπερασπίζεται τη Γαλλία εναντίον της Ευρώπης με όρους ρεπουμπλικανικών, δημοκρατικών αξιών (σε αντίθεση με την επίκληση του ωμού εθνικισμού). Η Brexit, είπε, θα είναι σαν την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου: μια στιγμή απελευθέρωσης, ένας θρίαμβος για τη δημοκρατία.
*
[Ποιός είναι ο «κυρίαρχος λαός»; Η έξοδος της Βρετανίας θα ωφελήσει την λαïκιστική Δεξιά] 
Περιττό να πούμε, ότι είναι παραπλανητική η εικόνα που θέλουν να δώσουν για τον εαυτό τους οι  δεξιοί λαϊκιστές, ως δήθεν υπερασπιστών της δημοκρατίας. Αρκεί ένα επιχείρημα ως απάντηση: τα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν έχουν «χάσει την κυριαρχία τους». Το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να κάνει ένα δημοψήφισμα σχετικό με το αν πρέπει ή όχι να φύγει από την ΕΕ, ενώ ταυτόχρονα οι Συνθήκες μπορούν να τροποποιηθούν μόνον με ομόφωνη απόφαση όλων των κρατών, είναι αρκετό ως απόδειξη. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα επιμέρους κράτη έχουν παραχωρήσει πολλές από τις εξουσίες τους στην Ένωση, ή ότι σε καθημερινή βάση υπόκεινται στη γραφειοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων των Βρυξελλών και στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που μπορούν και τα δύο να κινηθούν και σε κατευθύνσεις έντονα αντίθετες προς τις εθνικές τους προτιμήσεις. Το πιο σημαντικό είναι το παρακάτω. Αυτό που ισχυρίζονται οι λαϊκιστές, δηλαδή ότι αντιπροσωπεύουν την αυθεντική βούληση του λαού, τελικά καταλήγει σε μια εικόνα σε μεγάλο βαθμό συμβολική στο ποιός είναι ο υποτιθέμενος «πραγματικός λαός». Αν το δούμε με βάση την εμπειρία, «ο λαός» θέλει πολλά διαφορετικά πράγματα και κανένα εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί θα καταγράψει μια σαφή και αδιαμφισβήτητη «γενική βούληση». Οι λαϊκιστές ισχυρίζονται ότι αυτοί και μόνον αυτοί αντιπροσωπεύουν  le pays réel [την πραγματική χώρα] και στη συνέχεια  αποδίδουν στην εν λόγω οντότητα όλα όσα αυτοί οι ίδιοι επιθυμούν. Η εκστρατεία υπέρ της παραμονής του ΗΒ στην ΕΕ [remain] συμβατικά θεωρείται «εγχείρημα του φόβου» [στηρίζεται στο να εμπνέει τον φόβο της αποχώρησης], όμως οι λαϊκιστές - και πάρα πολλοί από τους Brexiters τυχαίνει να είναι λαϊκιστές - ασχολούνται με ό,τι θα μπορούσε να αποκληθεί «εγχείρημα θυματοποίησης». Όπως επισήμανε η κοινωνιολόγος Kim Lane Scheppele, σήμερα σε πολλά μέρη της Ευρώπης, η δόμηση μιας πολιτικής κοινότητας συνίσταται στο συμπλησίασμα και συσπείρωση ανθρώπων που συμμερίζονται κοινά παράπονα. Η πολυπολιτισμική Αριστερά συχνά ήταν συνδεδεμένη με έναν «πολιτικό πολιτισμό της καταγγελίας». Τώρα, αυτοί που συμπεριφέρονται ως θυματοποιημένες μειοψηφίες είναι συχνά πλειοψηφίες δεξιών τάσεων, όπως συμβαίνει στην Πολωνία και στην Ουγγαρία, ενδεχομένως και στην Αυστρία ή στη Γαλλία.
Οι λαϊκιστές χρειάζονται πάντα εχθρούς και συνωμοσίες προκειμένου να δίνουν τη δική τους ερμηνεία γιατί δεν είναι ήδη στην εξουσία, ή, όταν επιτυγχάνουν να ανέλθουν, να εξηγούν γιατί δεν είναι αποτελεσματικοί και γιατί, κατά τη γνώμη τους, δεν μπορεί να υπάρχει νόμιμη αντιπολίτευση. Η ΕΕ «τους πάει γάντι» σ' αυτό το θέμα. Αλλά είναι αφελές να πιστεύουμε ότι, ακόμη και μετά την απαλλαγή από την υποτιθέμενη δικτατορία των Βρυξελλών (και της Γερμανίας), θα καθήσουν με σταυρωμένα χέρια. Όπως έχουμε δει, οι λαϊκιστικές πολιτικές της ταυτότητας στρέφονται ταυτόχρονα και κατά των υπερεθνικών ελίτ και κατά των μεταναστών. Προφανώς η μετανάστευση δεν θα εξαφανιστεί με μαγικό τρόπο μετά από την έξοδο μιας χώρας από την Ένωση, άρα είναι εύκολο να φανταστούμε με τι άθλιο τρόπο θα κινητοποιούν οι λαϊκιστές τους υποστηρικτές τους από τη στιγμή που μια χώρα βρεθεί εκτός της ΕΕ.
  
[Η αυτοϋποβάθμιση της ΕΕ ως «soft power». Ποιούς άλλους μπορεί να ωφελήσει η ενδεχόμενη έξοδος της Βρετανίας;]
Οι λαϊκιστές δεν είναι οι μόνοι που θα βγούν κερδισμένοι από ενδεχόμενη Brexit. Ο Πούτιν από καιρό προσπαθεί να διαιρέσει την ΕΕ, αν όχι για άλλο λόγο, τουλάχιστον για να την υπονομεύσει ως «ήπια μεγάλη δύναμη» («soft power») και για να δείξει ότι σε ένα σκληρό κόσμο χρειάζονται σκληροί άντρες σαν κι αυτόν για να γίνονται πράγματα. Όπως έχουν υποστηρίξει παρατηρητές του Πούτιν, στην πραγματικότητα η Ευρώπη αρέσει σε πολλούς Ρώσους, ωστόσο δεν αισθάνονται σεβασμό γι' αυτήν. Ο Ορμπάν, η κυβέρνηση του οποίου έχει επωφεληθεί από ένα μεγάλο δάνειο που της έδωσε η Μόσχα, ήδη ποντάρει αθόρυβα στο εσωτερικό της Ένωσης σε μια επιτυχία του «παιχνιδιού» που παίζει ο Πούτιν (και στη συνακόλουθη διαίρεση της ΕΕ). Ένα άλλο δάνειο από ρωσική κρατική τράπεζα, αυτή τη φορά προς το Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας, μια επένδυση 9 εκατομμυρίων σε ένα είδος επιχειρησιακού σχεδίου με στόχο την αποσύνθεση της ΕΕ, δεν έχει ακόμη αποδώσει τα επιθυμητά κέρδη. Όσον αφορά τη Ρωσία, η ενδεχόμενη Brexit θα είναι ένα πολύτιμο, σε παγκόσμιο επίπεδο ορατό σήμα, ότι το όνειρο της ευρωπαïκής ενοποίησης έχει τελειώσει. Το πιο σημαντικό είναι το εξής: η ικανότητα της ΕΕ να επιβάλει και να ανανεώνει κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, την οποία μέχρι στιγμής έχει χειρισθεί εκπληκτικά καλά, θα αποδυναμωθεί. 
Η ίδια η ΕΕ έχει καταφέρει με θεαματική «επιτυχία» να αυτο-υποβαθμίσει την «ήπια» ισχύ της ή αυτό που μερικές φορές ονομάζεται «κανονιστική» ισχύς. Η αδράνεια απέναντι στην Ουγγαρία και στην Πολωνία έχει υπονομεύσει την ικανότητα των ελίτ της για να κάνουν κήρυγμα για τις «κοινές ευρωπαϊκές αξίες». Επίσης, δεν είναι καθόλου εποικοδομητικός ο ρόλος του αμέτοχου παρατηρητή, που παρακολουθεί τη Γερμανία και τη Γαλλία να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιά από τις δύο χώρες θα πάρει πιο πολλές παραγγελίες από τη δικτατορία της Αιγύπτου. Αφού η γνωστή Siemens εξασφάλισε ένα συμβόλαιο για να κατασκευάσει το μεγαλύτερο στον κόσμο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που θα λειτουργεί με φυσικό αέριο και ατμοστροβίλους, ο Ζίγκμαρ  Γκάμπριελ (Sigmar Gabriel), ο Σοσιαλδημοκράτης αντικαγκελάριος της Γερμανίας, αποκάλεσε τον δικτάτορα Σίσι «εντυπωσιακό πρόεδρο». Άς μην αναφέρουμε, καλύτερα, την πρόσφατη άθλια συμφωνία της Ένωσης με την Τουρκία για τους πρόσφυγες. Το προοίμιο του ατυχούς «Ευρωπαϊκού Συντάγματος», περιέγραφε την Ευρώπη ως «προνομιακή περιοχή της ανθρώπινης ελπίδας». Προφανώς, για πολλούς πρόσφυγες εξακολουθεί να είναι. Όμως ο αυτόκλητος ρόλος της ΕΕ στην πρωτοπορία του αγώνα για τις οικουμενικές αξίες έχει γίνει αμφίβολος, για να μη πούμε κάτι πιο βαρύ. 
Υπάρχουν και άλλοι που ίσως κρυφά ελπίζουν σε μια ενδεχόμενη Brexit. Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος στην ηπειρωτική Ευρώπη υπολογίζει ότι θα μπορούσε να πάρει δουλειές απο το Λονδίνο. Για τις Νότιες χώρες, είναι αυτονόητο ότι μετά από μια έξοδο του ΗΒ, η ισορροπία δυνάμεων θα μετατοπιστεί προς όφελός τους και θα μπορούσαν να κάνουν άλλη μια προσπάθεια για να διαφύγουν από την ημι-ηγεμονία της Γερμανίας. Ο Ματέο Ρέντσι ήδη κάνει πρόβες στο ρόλο του ηγέτη, μετά την θλιβερή αποτυχία του Ολάντ το 2012. Ο Ιταλός πρωθυπουργός τονίζει τη σημασία της ανάπτυξης αλλά και έχει φιλόδοξα σχέδια για την περαιτέρω ολοκλήρωση, συμπεριλαμβανομένου ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος για αντιμετώπιση της ανεργίας. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το εξής: ο Ρέντσι επιχειρεί να επιχειρηματολογήσει ότι οι πολλαπλές κρίσεις στην Ευρώπη παρέχουν ευκαιρίες για εξισορροπητικούς συμβιβασμούς. Για παράδειγμα, η  Ιταλία θα μπορούσε να δώσει χείρα βοήθειας στη Γερμανία για τους πρόσφυγες, εάν η Γερμανία χαλάρωνε την αμείλικτη επιμονή της για αυστηρή τήρηση των κανόνων των σχετικών με τα ελλείμματα των εθνικών προϋπολογισμών. Μέχρι στιγμής, το Βερολίνο έχει αρνηθεί κατηγορηματικά προσφορές αυτού του είδους. Αν υποχωρούσε έστω και λίγο, σύντομα θα προέκυπτε το ερώτημα άν και άλλοι «βόρειοι» θα ήθελαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Brexit. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το εξής: αν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρήσει απο την ΕΕ, η πλειοψηφία των Σουηδών θα θελήσουν να κάνουν το ίδιο. Ο Jimmie Akesson, ο ηγέτης των δεξιών λαϊκιστών Σουηδών Δημοκρατών, ήδη καλεί για διεξαγωγή δημοψηφίσματος σχετικού την παραμονή ή όχι της Σουηδίας στην ΕΕ. Αν μη τι άλλο, είναι σαφές ότι η ΕΕ,  μετά από ενδεχόμενη επικράτηση της Brexit, δεν έχει την πολυτέλεια να δώσει μια καλή συμφωνία στο Ηνωμένο Βασίλειο ως «δεύτερη ευκαιρία». 
Κατά πάσα πιθανότητα, οι  υποστηρικτές των αποσχίσεων από πολυεθνικά κράτη, οι οποίοι ασκούν μια άλλη μεγάλη μορφή «πολιτικής των ταυτοτήτων» («identity politics») στη σημερινή Ευρώπη, προσδοκούν και αυτοί να ωφεληθούν από ενδεχόμενη Brexit. Άς φανταστούμε μόνον, ως επακόλουθο μιας νίκης της Brexit, ένα ακόμη δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας, το οποίο με τη σειρά του θα μπορούσε να είναι το προοίμιο για τη διάσπαση της Ισπανίας, του Βελγίου και ενδεχομένως της Ιταλίας. Ωστόσο, ακόμη και αν μια ανεξάρτητη Σκωτία γίνει γρήγορα δεκτή ως μέλος στην ΕΕ, αυτό δεν θα λύσει το πρόβλημα της απόσχισης της Καταλονίας. Οι διαθέσιμες επιλογές για την Ένωση θα είναι ακόμη χειρότερες άν, στο τέλος, η ιταλική Λέγκα του Βορρά επιχειρήσει να κάνει πράξη τον διαχωρισμό του δημιουργήματος της φαντασίας της, της «Παδανίας» [το βόρειο τμήμα της Ιταλίας, με κορμό την πεδιάδα του Πάδου] από την υπόλοιπη Ιταλία. Το Βέλγιο έχει τα προβλήματά του, αλλά το να διασπαστεί, αυτό θα σήμαινε ότι το ένα από τα δύο κομμάτια  που θα προέκυπταν θα έχανε την πρωτεύουσα της Ευρώπης. Αυτό, άν και είναι το μικρότερο από τα επακόλουθα μια τέτοιας διάσπασης, θα ήταν μια απαράδεκτη υποβάθμιση (και στη διαπίστωση αυτή πιθανότατα θα συμφωνούσαν όλοι οι Βέλγοι). 
Η Ευρώπη δεν έχει ακόμη εφεύρει μια θεσμική αρχιτεκτονική που θα δημιουργήσει σταθερότητα. Το ευρώ έχει επιφέρει πολλές από εκείνες ακριβώς τις συγκρούσεις που φιλοδοξούσε να αποτρέψει η ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ένας από τους «πατέρες»-ιδρυτές της Ένωσης, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν (Robert Schuman), είχε μιλήσει κάποτε για την ανάγκη «να παύσει να είναι τοξική η σχέση ανάμεσα στη Γαλλία και στη Γερμανία». Τώρα, η εθνικιστική τοξίνη έχει επιστρέψει, σχεδόν παντού στην Ευρώπη. Εδώ που βρισκόμαστε τη στιγμή αυτή, κανείς δεν μπορεί ούτε και θέλει, εξαιτίας του παραπάνω λόγου, να προχωρήσει πραγματικά μπροστά, προς μια «ολοένα στενότερη ένωση». Ο Cameron εξασφάλισε για τη χώρα του μια δυνατότητα εξαίρεσης (opt-out) από κάτι που για τους περισσότερους Ευρωπαίους έχει γίνει πια χωρίς νόημα. Όμως, από την άλλη πλευρά, σε καμία χώρα δεν υπάρχει πλειοψηφία υπέρ της εξόδου από την Ένωση (ή υπέρ της διάλυσής της).
 
[Η αποχώρηση του ΗΒ δεν θα κάνει την ΕΕ πιο σταθερή. Η παραμονή του ίσως την κάνει]

Αν το Ηνωμένο Βασίλειο αποφασίσει να συνεχίσει το δρόμο μόνο του, και μάλιστα ως Πρώην Ηνωμένο Βασίλειο [σε περίπτωση που αποσχισθεί η Σκωτία προκειμένου να παραμείνει μέλος της ΕΕ], δεν θα χάσει αναγκαστικά δύο από τα πράγματα που επέτυχε η ΕΕ στη μεταπολεμική περίοδο: την ειρήνη και την ευημερία (αν και οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η ευημερία στο ΗΒ θα μειωθεί σημαντικά). Αλλά σίγουρα θα χάσει σε ισχύ. Δεν θα έχει μια θέση στο τραπέζι, όταν η ΕΕ, η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, θα διαπραγματεύεται τις συμφωνίες της με την Κίνα και με τις ΗΠΑ. Η Μέρκελ έχει προσπαθήσει σκληρά για να διατηρήσει ο Κάμερον το ενδιαφέρον του, έστω και άν το κίνητρό του θα ήταν απλά και μόνον το στενό συμφέρον, για μια Ευρώπη μέσα στην οποία η Βρετανία ασκεί τεράστια επιρροή λόγω της οικονομίας της και αν μη τι άλλο, λόγω της στρατιωτικής της δύναμης. Άν το Ηνωμένο Βασίλειο παραμείνει, η παραμονή του δεν θα λύσει τα προβλήματα της ΕΕ με τη ζώνη Σένγκεν και με την ευρωζώνη. Όμως η διασφάλιση της πρώτης και η ενίσχυση της δεύτερης δεν είναι απαραίτητα απειλές για τη Βρετανία. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι καταδικασμένο να είναι για πάντα «αυτός που χαλάει το παιχνίδι», ούτε βέβαια να μείνει για πάντα το μοναχικό, σολιψιστικό [solo ipso sum] εθνικό κράτος, στο οποίο το έχει μετατρέψει το άκαιρο δημοψήφισμα του Κάμερον. Η ενδεχόμενη Brexit θα κάνει τη Γερμανία ακόμη πιο ισχυρή· και η συνεχής προσπάθεια της Γερμανίας να κρατήσει την Ευρώπη «βρετανική» χωρίς τη Βρετανία, θα δημιουργήσει ακόμη περισσότερες συγκρούσεις και δυσαρέσκειες. Άν το Ηνωμένο Βασίλειο παραμείνει και συνεργαστεί επιλεκτικά με το Βερολίνο, θα μπορούσε μάλιστα να κάνει την ΕΕ πιο σταθερή, σε καλύτερη θέση για να προβάλλει την ισχύ της και λιγότερο τοξική. Τελικά, μετά από αυτό που είναι πιθανό να μείνει στην ιστορία ως μια χαμένη δεκαετία για την Ευρώπη, ίσως η ΕΕ θα μπορούσε και να γίνει πάλι μια περιοχή της ελπίδας.
 

Ο Jan-Werner Müller είναι καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Princeton University, ΗΠΑ. Δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο IWM, Βιέννη. Εκτενές βιογραφικό (Princeton)

Πρόσφατο βιβλίο: Was ist Populismus? (Τι είναι λαϊκισμός, Suhrkamp, 2016), δοκίμιο από τα μαθήματα στο IWM (Lectures in Human Sciences).
Άλλα: Another Country: German Intellectuals, Unification and National Identity (Yale 2000), A Dangerous Mind: Carl Schmitt in Post-War European Thought (Yale 2003), Constitutional Patriotism (Princeton Univ. Press, 2007)

Επιλεγμένη αρθρογραφία του Γ. Β. Μύλλερ (Αγγλικά)

Blätter für deutsche und internationale Politik (γερμ.): Αρθρογραφία J.-W.Müller

                                                                                            Πηγή: aftercrisisblog.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου