Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Για την Χαλυβουργική...


Διαβάζοντας την είδηση για τη διαθεσιμότητα σχεδόν όλων των εργαζομένων στην"Χαλυβουργική", μου ήρθε στο μυαλό η σπουδαία ανάρτηση ΑΝΤΩΝ ΤΣΕΧΩΦ, "Ένας αριθμός" ή "Η δεσποινίς Τζούλια" από το ολάνθιστο περιβόλι σκέψης και γνώσης www.sykees8.blogspot.gr ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ
 
Ένας αριθμός
 
          Στο σύντομο αφήγημα του Τσέχωφ «Ένας αριθμός» η δεσποινίς Ιουλία αντιπροσωπεύει τον άβουλο ανθρώπινο τύπο που δεν τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και συχνά πέφτει θύμα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης. O Τσέχωφ σκιαγραφεί με απλό και ευτράπελο τρόπο την παθητική ψυχολογία, η οποία χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τη γυναικεία συμπεριφορά τα παλαιότερα χρόνια.

Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
- Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν... Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα...
- Για σαράντα.
- Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...
- Δύο μήνες και πέντε μέρες...
- Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο μετα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
- Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;
Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
- Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του... Βγάζουμε δύο ρούβλια... Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...
- Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
- Το 'χω σημειώσει!
- Καλά...
- Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
- Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε... Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
- Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία... τρία, τρία... ένα και ένα... Πάρ' τα...
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
- Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
- Και γιατί με ευχαριστείς;
- Για τα χρήματα.
- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
- Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...
- Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.
Ά. Τσέχωφ, Διηγήματα,
μτφρ. Κ. Σιμόπουλος, Θεμέλιο
 
Κι ένα τραγούδι του Νοέμβρη αφιερωμένο σε αυτήν την τσεχωφική ΑΝΤΙ-ηρωίδα!
 
Nick Cave and The Bad Seeds - (I'll Love You) Till The End Of The World

Album: "B-Sides & Rarities" (Volume I) ; "Songs For a November Night"

Lyrics:

It was a miracle I even got out of Longwood alive,
this town full of men with big mouths and no guts;
I mean if you can just picture it,
the whole third floor of the hotel gutted by the blast
and the street below showered in shards of broken glass,

and all the drunks pouring out of the dance halls
staring up at the smoke and the flames;
and the blind pencil seller waving his stick
shouting for his dog that lay dead on the side of the road;
and me, if you can believe this,
at the wheel of the of the car
closing my eyes and actually praying;
not to God above but to you, saying:

Help me, girl; help me, girl
I'll love you till the end of the world
With your eyes black as coal
and your long dark curls

Some things we plan,
we sit and we invent and we plot and cook up;
others are works of inspiration, of poetry;
and it was this genius hand that pushed me up the hotel stairs
to say my last goodbye
to a hair as white as snow and of pale blue eyes
[saying:]
I gotta go; I gotta go,
the bomb in the bread basket are ready to blow

in this town of men with big mouths and no guts,
the pencil seller's dog, spooked by the explosion,
leaping under my wheels as I careered out of Longwood
on my way to you waiting in your dress,
in your dress of blue

I said:
Thank you, girl; thank you, girl
I'll love you till the end of the world
with your eyes black as coal
and your long, dark curls

and with the horses prancing through the fields,
with my knife in my jeans and the rain on the shield;
I sang a song for the glory of the beauty of you
waiting for me
in your dress of blue

Thank you, girl. Thank you, girl
I'll love you till the end of the world
with your eyes black as coal
and your long, dark curls 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

"Ιθάκη" του Κ.Καβάφη σε ένα τέλειο μικρό κόμικ!


Σήμερα είχαμε επιμορφωτική συνάντηση. Κυριαρχούσε η ποίηση και η "Αμοργός" του Γκάτσου. Γυρίζοντας στο σπίτι έπεσα πάνω σε αυτό το μικρό ευφυές κόμικ!slide-1-638 slide-2-638 slide-3-638 slide-4-638 slide-5-638 slide-6-638 slide-7-638 slide-8-638 slide-9-638 slide-10-638 slide-11-638 slide-12-638 slide-13-638Κατερίνα Προκοπίου (φιλόλογος)Πηγή:www.lifo.gr

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Χρώματα ονειρικά!


Προετοιμάζοντας το μάθημα της Γλώσσας για τη Δευτέρα με θέμα τον τρόπο παρουσίασης έργων τέχνης, βρήκα αυτήν την παρουσίαση των εξαιρετικών έργων του Vincent van Gogh με τους ήχους θαυμάσιας jazz...

Το τέρας μέσα μας: το πείραμα του Μίλγκραμ


Από την κατάμεστη με πάντοτε ενδιαφέρουσες σκέψεις και απόψεις kerkida.gr το παρακάτω πείραμα που έχει πολλά να μας πει, φτάνει να έχουμε ανοιχτά αυτιά να τα ακούσουμε...

Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία.

Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη. Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου». Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων. Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»

Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος.(Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.) «Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

mil1Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει. Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»: «Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.» Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του. Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή. «Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.» «Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος». «Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.» Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό; Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό. Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές. Δυστυχώς έκαναν λάθος.Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!

Που έγκειται η φάρσα; Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές». Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»

marketΌμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.

Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.

Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ’ ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.

Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του.

Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.

Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.

Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους. Και μια τελευταία παρατήρηση: Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ.

Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους.Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους. (Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα Αλεξανδρή, 2009)

Πηγή: www.kerkida.gr

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Οι μελέτες, τα πετρέλαια στο Ιόνιο, οι σεισμοί...


2q5dfigd

Τα Κεφαλονίτικα Νέα παρουσιάζουν την ιστορία των Στρατηγικών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για την Έρευνα και Εκμετάλλευση Υδρογοναθράκων στο Ιόνιο τις οποίες συνέταξε για το υπουργείο Περιβάλλοντος το Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών σε συνεργασία με την APC Advanced Planning-Consulting Σύμβουλοι Επιχειρήσεων Α.Ε.

Η μελέτες αυτές, το καλοκαίρι του 2012 απορρίφτηκαν από την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων εξαιτίας σοβαρών ελλείψεων (ολόκληρη η μελέτη για τον Δυτικό Πατραϊκό παρατίθεται στο τέλος του άρθρου).

Έκτοτε, και παρά το γεγονός ότι η Περιφέρεια έχει ζητήσει νέα, βελτιωμένη έκθεση, οι έρευνες μπορεί να έχουν προχωρήσει, το φθινόπωρο μπορεί να προμηνύεται ιδιαίτερα θερμό αφού αναμένονται τα επίσημα αποτελέσματα των ερευνών που έγιναν όλο αυτό το διάστημα, αλλά νέα μελέτη δεν είδαμε.

Οι ελλείψεις

Ποιες είναι οι βασικές ελλείψεις της έκθεσης που καυτηρίασε και το Περιφερειακό Συμβούλιο της ΠΙΝ; Πολλές και διάφορες με κυριότερη όμως μία, τους σεισμούς.

Μπορεί η έκθεση να μελετά την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην πιο σεισμογενή περιοχή της Ελλάδας, που με τη σειρά της είναι η πιο σεισμογενής χώρα της Ευρώπης όμως δεν περιλαμβάνει παρά ελάχιστες αναφορές στους κινδύνους που απορρέουν από τη σεισμικότητα του Ιονίου.

Αυτό εντόπισε τόσο η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων όσο και η Περιφερειακή Ενότητα Ηλείας (για το Κατάκολο). Αν από μόνη της η άντληση πετρελαίου εγκυμονεί κινδύνους για το περιβάλλον και τους ανθρώπους, ειδικά σε περιοχές που ζουν από τον τουρισμό, η άντληση, αποθήκευση και μεταφορά πετρελαίου σε μια περιοχή με έντονη σεισμική δραστηριότητα τι ακριβώς εγκυμονεί; Κανείς δεν μπήκε μέχρι στιγμής στον κόπο να εξηγήσει. Η έκθεση μπορεί να αναφέρεται με σαφήνεια και πολυσέλιδες λεπτομέρειες στην επίδραση που μπορεί να έχει η εξορυκτική δραστηριότητα στους θαλάσσιους οργανισμούς, τη χελώνα καρέτα καρέτα και τη μεσογειακή φώκια, ο κίνδυνος από τον... μεσογειακό Εγκέλαδο όμως περιγράφεται μόνο με την εξής φράση: «Επίσης, επειδή η χώρα είναι σεισμογενής οι γεωτρήσεις στη θάλασσα θα γίνονται µε αυστηρότατες προδιαγραφές». Αυτό μόνο. Και φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι υποβαθμίζουμε τη σημασία που έχουν οι θαλάσσιοι οργανισμοί για το περιβάλλον και τον άνθρωπο.

Παράλειψη; Ίσως, αν και κάτι τέτοιο δεν φαντάζει ιδιαίτερα πιθανό όταν μιλάμε για δύο μελέτες 500 σελίδων έκαστη.

Από τη μελέτη λείπουν και άλλες σημαντικές πληροφορίες όπως η επίδραση που μπορεί να έχουν οι δραστηριότητες αυτές στην θαλάσσια κρουαζιέρα ενώ καθησυχαστικά αλλά όχι ιδιαίτερα αναλυτικά είναι τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη για τις συνέπειες στην οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική ζωή από ένα σοβαρό ατύχημα.

Ας δούμε πως αντιμετώπισε ο περιφερειάρχης, Σπύρος Σπύρου, τη μελέτη αυτή και τι εισηγήθηκε τελικά στο περιφερειακό συμβούλιο. 

"Κατ΄ αρχήν οφείλουμε να επισημάνουμε το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή ζητείται από το Περιφερειακό Συμβούλιο η γνώμη του μόνο επί του περιεχομένου και της πληρότητας των ΣΜΠΕ και όχι επί της σκοπιμότητας του έργου. Δυστυχώς, και είναι χρέος μας να το καταγγείλουμε αυτό, όπως σε όλα τα μεγάλα έργα έτσι και στο θέμα που συζητάμε σήμερα οι τοπικές κοινωνίες δεν ερωτώνται για τη χωροθέτηση, τη σκοπιμότητα και την οικονομική ωφέλεια που θα έχουν, ενδεχομένως, στην περιοχή τους. Έχοντας λοιπόν ως δεδομένο ότι τα αρμόδια Υπουργεία προχωρούν στην υλοποίηση αυτών των μεγάλων έργων χωρίς να μας αναγνωρίζουν αποφασιστικό ρόλο σε καμιά φάση του σχεδιασμού ή της υλοποίησής τους παρά μόνο γνωμοδοτικό επί των περιβαλλοντικών μελετών θα πρέπει να είμαστε όσο το δυνατό πιο αναλυτικοί και ακριβείς σε αυτό μας το ρόλο.

Γι΄ αυτό το λόγο και η υπηρεσία Περιβάλλοντος και ο σύμβουλος καθηγητής κ. Βαρότσης εργάστηκαν όλο αυτό το διάστημα επίπονα και μεθοδικά ώστε να καταγράψουν τις ελλείψεις των μελετών, προκειμένου η απόφαση του Συμβουλίου μας να είναι όσο το δυνατό πιο τεκμηριωμένη και να εξασφαλίζει, πρωτίστως, ότι σε όλες τις φάσεις του έργου θα ληφθούν όλα εκείνα τα μέτρα και θα αναληφθούν όλες εκείνες οι υποχρεώσεις από τα Υπουργεία και από τους αναδόχους για την προστασία του περιβάλλοντος, της υγείας των πολιτών και της περιουσίας τους.

Ως πρώτη γενική παρατήρηση καταγράφεται το γεγονός ότι η περιοχή του Δυτικού Πατραϊκού Κόλπου, συμπεριλαμβανομένης της ευρύτερης περιοχής της Ζακύνθου, της Κεφαλονιάς, της Λευκάδας είναι χώρος υψηλής σεισμικής επικινδυνότητας. Παρ` όλα αυτά δεν αναφέρεται στις μελέτες η αναγκαιότητα για λήψη πρόσθετων μέτρων κατά τον σχεδιασμό και τη λειτουργία των εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και αν ενδεχόμενος μεγάλος υποθαλάσσιος σεισμός με τυχόν συνοδευτικά παλιρροιακά κύματα (τσουνάμι) αυξάνει ή όχι τις πιθανότητες πρόκλησης σοβαρού ατυχήματος.

Κατά την άποψή μας θα πρέπει να συμπεριληφθεί σχετική τεκμηριωμένη αναφορά και στην περίπτωση ενδεχόμενων σημαντικών επιπτώσεων θα πρέπει να προταθούν τα αντίστοιχα μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης του σεισμικού κινδύνου.

Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι δεν αξιολογούνται οι επιπτώσεις στον πληθυσμό, στην ανθρώπινη υγεία και στο τοπίο (συμπεριλαμβανομένου του υποθαλάσσιου). Υπάρχουν ελάχιστες αναφορές σε επιπτώσεις στα περιουσιακά στοιχεία αν και προβλέπεται στο περιεχόμενο των ΣΜΠΕ σύμφωνα με την ΚΥΑ 107017/2006. Σε αντίστοιχες ΣΜΠΕ άλλων κρατών εξετάζονται σχετικές επιπτώσεις και προτείνονται μέτρα όταν θίγονται παραγωγικές ομάδες των τοπικών κοινωνιών. Κρίνουμε απαραίτητο να προβλεφθούν αντισταθμιστικά μέτρα στις παραγωγικές ομάδες πληθυσμού που θίγονται τα περιουσιακά τους στοιχεία (π.χ. αλιείς, υδατοκαλλιεργητές, τομέας του τουρισμού) σε όλα τα στάδια υλοποίησης των έργων.

Μια τρίτη πολύ σημαντική παρατήρηση αποτελεί η ρητή απαίτηση της ελληνικής και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας σχετικά με την εγκατάσταση συστήματος παρακολούθησης των κρίσιμων περιβαλλοντικών παραμέτρων. Δυστυχώς το θέμα της παρακολούθησης δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς από τις μελέτες που έχουν εκπονηθεί.

Είναι κοινή και στις δύο ΣΜΠΕ η διαπίστωση των μελετητών σχετικά με την έλλειψη δεδομένων για το μεγαλύτερο μέρος των περιβαλλοντικών παραμέτρων. Συνεπώς η αναγκαιότητα εκπόνησης μελετών για τη συγκέντρωση δεδομένων βάσης κρίνεται απαραίτητη (χαρτογράφηση πυθμένα και βενθικών βιοκοινωνιών, μελέτη ρευμάτων, φυσικοχημικοί παράμετροι, αποτύπωση υποθαλάσσιων αρχαιολογικών χώρων, κ.ά.).

Όπως αναλυτικότερα περιγράφεται στις δύο επισυναπτόμενες εισηγήσεις, σε συνέχεια των δεδομένων βάσης, θα πρέπει να δημιουργηθούν πρωτόκολλα παρακολούθησης των σημαντικών παραμέτρων που θα τροφοδοτούν το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και υποβοήθησης λήψης αποφάσεων.

Μια τέταρτη γενική παρατήρηση και ίσως πιο σημαντική απ΄ όλες είναι οι πιθανές συνέπειες ενός σοβαρού ατυχήματος στον τομέα της υπεράκτιας εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων οι οποίες μπορούν να λάβουν ακραίες μορφές. Πέρα από την έκταση και μέγεθος της περιβαλλοντικής ζημιάς και τις μη αναστρέψιμες επιπτώσεις, οι αρνητικές συνέπειες ενός τέτοιους ατυχήματος συνήθως έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο στο σύνολο σχεδόν των παραγωγικών δραστηριοτήτων της παράκτιας ζώνης.

Τέτοια ατυχήματα ενδέχεται να πλήξουν σοβαρά κρίσιμους κλάδους της περιφερειακής οικονομίας όπως είναι ο τουρισμός, η αλιεία, η υδατοκαλλιέργεια, κ.ά. Για το λόγο αυτό θα πρέπει καταρχήν να υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο για την πρόληψη πρόκλησης ατυχήματος τόσο κατά την άντληση όσο και κατά τη μεταφορά των υδρογονανθράκων. Στη συνέχεια θα πρέπει να διασφαλίζεται η αποτελεσματική αντιμετώπιση σοβαρών ατυχημάτων και την εξασφάλιση ταχείας και επαρκούς αποκατάστασης των πληγεισών περιοχών.

Η αποκατάσταση θα πρέπει να αφορά τόσο στην περιβαλλοντική ζημιά που προκλήθηκε όσο και στις συνέπειες στην τοπική οικονομία. Στην κατεύθυνση αυτή είναι αναγκαία η αποσαφήνιση των περί ευθύνης και αποζημίωσης διατάξεων και η θέσπιση τακτικών επιθεωρήσεων συνοδευόμενες από ένα ειδικό καθεστώς κυρώσεων.

Σύμφωνα με τις εισηγήσεις της υπηρεσίας και του κ. Βαρότση που επισυνάπτονται και είναι στη διάθεσή σας υπάρχουν και άλλες πιο εξειδικευμένες παρατηρήσεις που αφορούν τις τεχνολογίες που προτείνονται και τις επιπτώσεις των έργων στο θαλάσσιο οικοσύστημα που δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς από την μελέτες.

Κλείνοντας την εισήγηση και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί στο Περιφερειακό Συμβούλιο εκτιμούμε ότι οι μελέτες παρουσιάζουν ορισμένες ελλείψεις που καθίστανται ουσιώδεις λόγω της φύσης των έργων και των ενδεχόμενων πολύ σημαντικών επιπτώσεών τους τόσο στο θαλάσσιο περιβάλλον της περιφέρειας όσο και στην τοπική κοινωνία (υγεία και προστασία της περιουσίας των πολιτών)

ΕΙΣΗΓΟΥΜΑΣΤΕ

ότι για την παροχή θετικής γνωμοδότησης επί των Στρατηγικών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.): α) «Σ.Μ.Π.Ε. για την περιοχή έρευνας & εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στο Δυτικό Πατραϊκό Κόλπο» και β) «Σ.Μ.Π.Ε. για την περιοχή έρευνας & εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στο Δυτικό Κατάκολο» είναι απαραίτητη συμπλήρωση των μελετών με τα στοιχεία εκείνα που θα εξασφαλίζουν τη μέγιστη προστασία του περιβάλλοντος, της υγείας και της περιουσίας των πολιτών όπως αυτά περιγράφονται στην εισήγηση της υπηρεσίας Περιβάλλοντος και Χωρικού της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων".

2012-06-30

Παρόμοια, αν όχι χειρότερη, ήταν η αντιμετώπιση που είχε η Π.Ε. Ηλείας απέναντι στην μελέτη για το Κατάκολο (τόμος Β') ενώ δεν έλειψαν και οι φωνές, όπως του περιφερειακού συμβούλου κ. Μπαλκάμου, που χαρακτήρισαν τη μελέτη «για πέταμα».

Το Τ.Ε.Ε. ήταν μάλλον πιο ευγενικό και έκρινε ότι οι μελέτες «δεν έχουν την πληρότητα που απαιτείται για παρόμοιας έκτασης παρεμβάσεις, λόγω του ανεπαρκούς χρόνου που ήταν διαθέσιμος για την εκπόνησή τους

Ναι από την περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας

Αντίθετα, μια χαρά εγκρίθηκαν οι μελέτες από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, με τον Περιφερειάρχη, Α. Κατσιφάρα να δηλώνει πασιχαρής που η «οικονομία της Δυτικής Ελλάδας που σήμερα στηρίζεται στον αγροκτηνοτροφικό τομέα και στις υπηρεσίες θα περάσει σε μία κατάσταση σοβαρής ενίσχυσης του δευτερογενούς τομέα της οικονομίας» (!).

Πως ξεπετάει τους σεισμούς και την πιθανή μόλυνση ο κ. Κατσιφάρας;

Στην εισήγησή του αναφέρει τα εξής:

«Κατανοώ όλες τις ανησυχίες και όλες τις ευαισθησίες.

-Για τους σεισμούς: Η σεισμικότητα της περιοχής δεν μας εμπόδισε να έχουμε τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου.

-Για τον τουρισμό: Το κοίτασμα του Πρίνου δεν εμπόδισε την τουριστική ανάπτυξη της Θάσου.

-Δηλαδή πρέπει να κινηθούμε με τη λογική ότι μπορούμε να έχουμε την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων χωρίς να παραβλάψουμε τις άλλες μας δραστηριότητες και επιδόσεις.

-Είναι ζήτημα προδιαγραφών, κανόνων και τήρησης αυτών των κανόνων.

-Είμαστε ξεκάθαροι και δεν βάζουμε νερό στο κρασί μας.

-Στο ζήτημα των υδρογονανθράκων πρέπει να βαδίσουμε με όρους Νορβηγίας και όχι με συνθήκες Νιγηρίας.»

Μόνο που στην Νορβηγία, ο μεγαλύτερος σεισμός που σημειώθηκε ποτέ ήταν μεγέθους 6,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, στις 21 Φεβρουαρίου του 2008.

 

Μαύρος χρυσός ή...

Εν αναμονή λοιπόν των τελικών συμπερασμάτων των Νορβηγών για τα κοιτάσματα κι ενώ οι πετρελαϊκές εταιρείες περιμένουν το πιστόλι του αφέτη, οι τοπικές κοινωνίες παραμένουν στην άγνοια και την έλλειψη πληροφόρησης για το αν τα δώρα του Ιονίου μπορεί να αποδειχτούν κουτιά της Πανδώρας ή για το αν ο μαύρος χρυσός που κυλάει κάτω απ' τα σμαραγδένια νησιά μπορεί να γίνει ξαφνικά ... «μαύρος κι άραχνος» από ένα γερό κούνημα του Εγκέλαδου.

 

Η μελέτη

 

Σύνταξη/επιμέλεια: www.kefalonitikanea.gr">Κεφαλονίτικα Νέα

Ληξούρι 2014: Το σπιτάκι (μου...σου...του...μας...)...


pdc2jlde

Την ώρα του σεισμού, τελευταία Κυριακή του Γενάρη, η μάνα μου, τρομαγμένη, έλεγε συνέχεια μία και μόνο κουβέντα. «Το σπίτι μας… Πάει το σπίτι μας…». Το σπίτι μας, στα ανεμοδαρμένα ύψη του Αγκώνος (ως τούτη τη στιγμή που μιλάμε, διότι εγκέλαδος είναι αυτός) δεν πήγε πουθενά. Εντάξει, ας εξαιρέσουμε κάποια σπασμένα γυαλικά, κάποια βιβλία και σιντί που εκτοξεύθηκαν από τη θέση τους (πάντα ο σεισμός κυνηγάει τον πιο τσαπατσούλη, δηλαδή εμένα) και ένα μοροφίντο που ήταν από λόγου του και πιτσικάρισε λίγο παραπάνω, όπως και μια παράγκα και κάτι ξερολιθιές που μάλλον αποφάσισαν ότι ο επί γης βίος τους έχει πλέον τερματιστεί. Την καταλαβαίνω τη μάνα μου όμως. Όταν είχε γίνει ο μεγάλος σεισμός του 1953, ήταν κοριτσάκι 15 χρόνων. Είδε το σπίτι της στο Κάστρο της Άσσου να γκρεμίζεται μπροστά στα μάτια της, όπως σχεδόν όλοι οι Κεφαλονίτες τότε. Κι όχι μόνο αυτό. Μέχρι να φτιάξουν το καινούριο τους σπίτι, κάτω, στον οικισμό της Άσσου, σήκωσαν μια πρόχειρη παράγκα από πισσόχαρτο, λίγα μέτρα πέρα από το γκρεμισμένο τους σπίτι. Κι εκεί, στο πισσόχαρτο, πλάι στα ερείπια του σπιτιού της, έζησε από το 1953 μέχρι το 1968. Δεκαπέντε χρόνια. Μπήκε στο πισσόχαρτο δεκαπέντε χρόνων κι έφυγε τριάντα. Η αδελφή της έφυγε νυφούλα από τη παράγκα, εκεί έχει βγάλει τη νυφική της φωτογραφία. Γι’ αυτό ποτέ δε νευριάζω με τη μάνα μου που φοβάται τους σεισμούς.

Κι εκείνη, κι ο πατέρας μου είχανε πάντα ιστορίες πολλές να μας λένε από εκείνες τις μέρες. Το σπίτι του πατέρα μου, στον Αγκώνα, ένα ωραίο διώροφο, το πλάκωσαν τα σπίτια που ήταν κολλητά χτισμένα. Δεν τους έμεινε απολύτως τίποτα, ο παππούς έχασε ακόμα και τα παπούτσια του. Ο πατέρας μου ήταν τότε τριάντα τριών, μικρότερος από μένα, και μου περιέγραψε πώς μέσα στις επόμενες μέρες ξανάφτιαξαν τα βασικά. Παράγκες για να κοιμηθούν, φούρνο για να ψήνουν ψωμί, τι κόπο τράβηξαν για να βρούνε νερό, μια και όλες οι στέρνες είχανε σπάσει, πράγματα που, τώρα που τα σκέφτομαι, εγώ ο άχρηστος δεν θα ήμουν σε θέση όχι να φέρω εις πέρας, αλλά ούτε καλά καλά να τα σκεφτώ. Οι παλιότεροι, «ψημένοι» από τη φτώχεια και όλες τις άλλες κακουχίες που είχαν περάσει, μαθημένοι μαστόροι από τα παιδικά τους χρόνια, μπορούσαν ευκολότερα να τα βγάλουν πέρα. Ο πατέρας μου μαζί με τον παππού έχτισαν μόνοι τους, με τα χέρια τους κυριολεκτικά, με τα απολύτως βασικά εργαλεία, το σπίτι που ζούμε μέχρι σήμερα, από πάνω μέχρι κάτω… Εγώ δεν είμαι ικανός ούτε καρφί να καρφώσω, χαμένο όλο το μαστορικό ταλέντο της οικογένειας.

Ο πατέρας μου είχε και μια άλλη συνήθεια. Όταν ήμασταν μικροί, μας έλεγε, «πάμε μια βόλτα στα ερείπια». Μετά την καταστροφή του χωριού το 1953, το χωριό μετακινήθηκε χαμηλότερα. Το καινούριο χωριό χτίστηκε ακριβώς από κάτω, με μεγάλα οικόπεδα μισού στρέμματος που μοιράστηκαν στους κατοίκους, και το παλιό έμεινε σαν φάντασμα από πάνω να θυμίζει τη μεγάλη καταστροφή. Έπαιρνε λοιπόν ο κυρ Αλέξανδρος (ο πατέρας μου) τα πιτσιρίκια (τουτέστιν, την αδελφή μου κι εμένα) και ανηφόριζαν στα ερείπια. Μας έδειχνε το χώρο που ήταν το σπίτι του, πραγματικά δεν είχε μείνει ούτε μια πέτρα πάνω στην άλλη. Μας έλεγε και για ένα καραβάκι που είχε κερδίσει σ’ ένα μαθητικό διαγωνισμό και μ’ αυτό έλεγε τα κάλαντα, και το πλάκωσε κι αυτό ο σεισμός. Για κάποιο λόγο, ήταν το μόνο πράγμα που φαινόταν να αποζητάει. Ίσως, στα δύστυχα εκείνα χρόνια, ήταν το μόνο παιχνίδι που είχε ποτέ. Μία φορά μάλιστα προσφέρθηκα ηρωικά να ψάξω μέσα στα ερείπια μήπως και του το βρω κάπου πλακωμένο μετά από τριάντα χρόνια. Ο πατέρας, βλέποντας το μάταιον του εγχειρήματος και γνωρίζοντας το ποιόν του ακαμάτη γιου, που κάποιο πόδι θα τσάκιζε στις κοτρώνες, αρνήθηκε ευγενικά. Η βόλτα συνεχιζόταν και ο κυρ Αλέξανδρος μας έδειχνε πού ήταν τα παλιά σπίτια των χωριανών, τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου, που ο βράχος πέρασε κάποτε από δίπλα της και δεν τη γκρέμισε, μας αποκάλυψε πού κοιμόταν τα καλοκαίρια έξω (σε μια ντραγάτα, κάτω από μια πικροδάφνη, πλάι σε μια στέρνα με ολόδροσο νερό), πού ήταν ο κήπος τους, πού ήταν η σπηλιά που ήταν το σπίτι του γαϊδάρου. Η σπηλιά του γαϊδάρου ήταν στη θέση της, και μπροστά της είχε κυλήσει ένας μεγάλος βράχος.

«Αν κάνει σεισμό πατέρα, θα πέσει το σπίτι μας;» ρώταγε πάντα ο φοβητσιάρης της παρέας (δηλαδή εγώ). Ο πατέρας μας εξηγούσε πόσο κόπο είχαν κάνει, πόσα σίδερα είχαν ρίξει, φοβούμενοι την οργή του στοιχείου. «Το σπίτι μας είναι γερό. Αλλά πάντα το στοιχείο είναι πιο δυνατό από τον άνθρωπο». Και συνεχίζαμε τη βόλτα στα ερείπια. Τώρα σκέφτομαι ότι κατά βάθος ο πατέρας αυτό ήθελε να μας πει μ’ αυτές τις βόλτες, ήταν κάτι σαν «εκπαιδευτικές εκδρομές», που είχαν πάντα αυτό το ηθικό δίδαγμα. «Το στοιχείο είναι πιο δυνατό από τον άνθρωπο» και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να το υποτιμάμε. Και, όπως κι εκείνοι τα έχασαν όλα και τα ξανάφτιαξαν, με πολύ κόπο, έτσι κι εμείς, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τα ξαναχάσουμε όλα και να τα χτίσουμε από την αρχή. Και να τα χτίσουμε ακόμα καλύτερα από τα προηγούμενα, για να μην τα ξαναχάσουμε τόσο εύκολα. Τώρα που το σκέφτομαι, ο πατέρας μου έλεγε μεγάλη κουβέντα εκείνη την ώρα. Αλλά είχε κάθε δικαίωμα να την πει. Γιατί αυτό που έλεγε το είχε κάνει.

Όπως το είχαν κάνει και χιλιάδες άλλοι Κεφαλονίτες που βρέθηκαν ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο, πεινασμένοι, διψασμένοι, κουρελιασμένοι, πλάι στα γκρεμισμένα τους σπίτια, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Όλοι τους τα έχασαν όλα. Και τα ξανάφτιαξαν. Κι εκείνοι που έφυγαν, κι έπιασαν τις άκρες του κόσμου. Κι εκείνοι που διάλεξαν να μείνουν. Δύσκολοι και οι δυο δρόμοι. Όμως τους τράβηξαν, κι ο καθένας κατάφερε το δικό του, μικρό θαύμα.

Το μικρό θαύμα του πατέρα μου είναι το σπιτάκι μας. 65 ολόκληρα τετραγωνικά, της αρωγής, με κήπο και αυλή. Ισόγειο – ποτέ δεν ήθελε να βάλει πλάκα πάνω από τα κεφάλια των παιδιών του - και μάλλον φτωχικό, όμως για μας αυτό το σπιτάκι ήταν και παραμένει το μεγαλύτερο παλάτι. Μπορεί να μην είχε ποτέ τις ανέσεις που είχαν τα σπίτια της πόλης, αλλά εμάς έφτανε και περίσσευε για να είμαστε κάτι περισσότερο από ευτυχισμένα παιδάκια. Νιώθαμε ότι τίποτα δε μας λείπει. Οι παλιές λιθιές της αυλής ήταν τα απόκρημνα βουνά που σκαρφάλωναν τα πλέιμομπιλ (και αν έσκαγε μύτη από τη λιθιά και καμιά αράχνη, είχαμε και αληθινά τέρατα για να πολεμήσουν, με τα σχετικά ουρλιαχτά από την πλευρά μας να διανθίζουν το σκηνικό). Μια κατηφορική σκάλα που οδηγούσε στον κήπο ήταν το Μόντε Κάρλο όπου έτρεχαν ράλι τα αυτοκινητάκια μου, ο σωλήνας του νερού ήταν το φιλέ του βόλεϊ, ενώ η διχάλα που έκανε ο κορμός της παλιάς ελιάς ήταν το γκισέ του «μαγαζιού» μας όταν αποφασίζαμε να παίξουμε το σχετικό παιχνίδι.

Και μέσα σ’ όλα αυτά, μάθαμε να μεγαλώνουμε με την ιδέα και τις ιστορίες του σεισμού. Για όσους τον έζησαν, φαίνεται πως εκείνος ο σεισμός είχε κάνει μια μεγάλη ραγισματιά στη ζωή τους, που την χώριζε στο «πριν» και το «μετά». Οι ιστορίες από το σεισμό έρχονταν πολύ συχνά στις κουβέντες των μεγάλων, ένα τραύμα που για μας ίσως ήταν λίγο ακατανόητο, μια και δε μπορούσαμε να συλλάβουμε τι σημαίνει να το ζεις, ώσπου, στο Δημοτικό ακόμα, αρχίσαμε και οι ίδιοι να το ζούμε. Ο πρώτος μεγάλος σεισμός που θυμάμαι ήταν του 1983, Τετάρτη Δημοτικού ήμουν, και μας είχαν πει κάθε φορά που κουνάει να μπαίνουμε κάτω από το τραπέζι με τα απολύτως απαραίτητα. Η αδελφή μου κι εγώ, επειδή το πήγαινε έλα ήταν κάπως κουραστικό, σκεφτήκαμε να κατοικοεδρεύσουμε προσωρινώς (δηλαδή επί μονίμου βάσεως) κάτω από το τραπέζι με τα απολύτως απαραίτητα: εκείνη τις κούκλες της, κι εγώ τα πλέιμομπιλ και τα αυτοκινητάκια μου, και επίσης τα αρκουδάκια που είχαμε στο κρεβάτι μας, για να μη νιώθουν μοναξιά. Η αλήθεια είναι ότι στριμωχτήκαμε κάπως τόσοι νοματαίοι κάτω από το τραπέζι, αλλά χωρέσαμε. Φέτος που αποπειράθηκα να χωθώ κάτω από το τραπέζι σε κάποιο κούνημα, διαπίστωσα, αφού κοπάνησα το ξεροκέφαλό μου, ότι μάλλον έχω κάπως μεγαλώσει για τέτοιου είδους αντισεισμικές πρακτικές. Ο σεισμός είχε εμπεδωθεί τόσο στα παιδικά μας μυαλουδάκια που μια από τις αγαπημένες μου συνήθειες ήταν να φτιάχνω σπιτάκια με λέγκο και μετά να τα κουνάω ή να τα πετάω κάτω για να δω αν θα τσακιστούν φωνάζοντας «σεισμός!». Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις πολλές δονήσεις, μικρές και μεγάλες που αναστάτωναν κατά καιρούς το νησί μας, ήταν αντανακλάσεις του φόβου ότι κάποτε θα χάναμε το σπιτάκι μας. Όσο γερό κι αν ήταν, ίσως κάποτε ο κακός λύκος θα κατάφερνε και θα μας το γκρέμιζε, όπως εκείνο των τριών γουρουνακίων.

Το σπιτάκι μας ήταν ο παράδεισός μας, κι αυτό το καταλαβαίνουμε ακόμα τις νύχτες που ο αέρας κι η βροχή από όλη την Αδριατική λυσσάνε πάνω στο χωριό μας, πριν μετατοπιστούν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Νιώθαμε πλούσιοι και γεμάτοι, γιατί αυτό το μικρό σπιτάκι μας παρείχε την ζεστασιά και τη θαλπωρή της ασφάλειας. Αυτό το γνωστό «το σπίτι μου είναι το κάστρο μου», που είναι το πιο ισχυρό αίσθημα που νιώθει ο άνθρωπος, γι’ αυτό κι ό,τι απειλεί το σπίτι του, ο σεισμός, η φωτιά, η θεομηνία, είναι πάντοτε ο πιο φοβερός εχθρός.

Ακόμα και τώρα, μαντράχαλος ων, αυτό το σπιτάκι είναι το μόνο μέρος που μπορώ να κοιμηθώ σαν άνθρωπος, ακούγοντας τους θορύβους της νύχτας απέξω. Τη βροχή, τις βροντές, τον αέρα, τις κουκουβάγιες και τα άλλα νυχτοπούλια. Το μικρό μας κάστρο, που και τούτη τη φορά, πάντα ως τούτη τη στιγμή, το λυπήθηκε ο θεός Ποσειδώνας και μας το άφησε όρθιο. Κι όσο το αφήνει, κι όσο μπορώ, θα ‘θελα να το συντηρώ έτσι, όπως ήταν στα παιδικά μου χρόνια, για να μπορώ πάντα να γυρίζω εκεί και να θυμάμαι.

Σκέφτηκα να γράψω αυτό το κείμενο τώρα που είναι όλα ζεστά, που δεν ξέρω αν αύριο το στοιχείο θα ηρεμήσει ή θα μας κουνήσει πιο δυνατά. Ίσως γιατί σε τέτοιες ώρες εκτιμούμε τα απλά και τα αυτονόητα. Εκτιμούμε το σκηνικό της καθημερινότητάς μας, που είναι ίσως η χειρολαβή μας για ν’ αντέξουμε τους κραδασμούς στην ξέφρενη πορεία της ζωής μας.

Δυο μέρες μετά το σεισμό, είπαμε με τη μάνα μου να πάμε στον τάφο του πατέρα. Είχαμε ακούσει ότι στο νεκροταφείο είχανε γίνει ζημιές. Το μνήμα που κοιμάται ο πατέρας ήταν εντάξει. Είπα να του πω σιωπηλά δυο κουβέντες. Να μην ανησυχεί, γιατί το σπιτάκι που μας έφτιαξε είναι ακόμα εκεί, όρθιο. Ο κόπος των χεριών του ακόμα τον παλεύει στα ίσια το σεισμό. Εντάξει πατέρα, όχι, δεν το ξεχνάω, το στοιχείο δεν μπορείς να το νικήσεις. Κοίτα όμως που εσύ ακόμα το νικάς πατέρα… Σ’ ευχαριστώ… Αυτά τα λίγα, γιατί ο πατέρας δεν ήθελε και πολλές κουβέντες…

x0lrsz3p

Φεύγοντας από το νεκροταφείο, είπα να φωτογραφίσω τις ανθισμένες αμυγδαλιές του παλιού χωριού, που στέκουν όρθιες μέσα στα ερείπια και τις διαλυμένες λιθιές, με σκόρπιους γύρω τους βράχους και κοτρώνες. Και το μυαλό μου πήγε σ’ ένα άλλο σπιτάκι.

Τα καλοκαίρια πάντα ανεβαίνουμε στο Φρούριο της Άσσου. Κι εκεί, πάμε στα μνήματα. Και μετά, η μάνα μου, ήθελε πάντα να πηγαίνουμε εκεί που ήταν το σπίτι της. Ακόμα κάποιοι τοίχοι του είναι όρθιοι. Για κάμποσα χρόνια ήταν όρθια και η παράγκα από το πισσόχαρτο που είχανε φτιάξει μετά το σεισμό. Μια από τις τελευταίες φορές, τη βρήκαμε γκρεμισμένη πια. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν ένα κρεβάτι μέσα στη μέση του χωραφιού, και γύρω σκόρπιες οι σανίδες και τα σκισμένα και λιωμένα πισσόχαρτα. Η μάνα μου έβαλε τότε τα κλάματα, κι εγώ, που από μικρό με φωνάζει «κλαψομάρτη» την ακολούθησα. Γιατί κατάλαβα ότι το δικό της σπιτάκι δεν ήταν το σπίτι που της γκρέμισε ο σεισμός. Το δικό της σπιτάκι ήταν εκεί που είχε περάσει τα καλύτερα χρόνια της ζωής της. Ήταν εκείνη η παράγκα από πισσόχαρτο…

4blynwl3

Ηλίας Τουμασάτος

Πηγή: eliaswords.blogspot.com

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Διονύσιε Σολωμέ, σε σέ κράζω...


Ήταν ένας κόκκινος τόμος: ο Διονύσιος Σολωμός με πρόλογο του Πολυλά. Ένα βιβλίο που μεγάλωσα μαζί του. Το θυμάμαι, παιδί στο Αργοστόλι, σε περίοπτη θέση της βιβλιοθήκης του πατέρα μου, που την είχαμε πάντοτε μαζί μας όταν μετακομίζαμε από πόλη σε πόλη, σε κάθε μετάθεσή του ως διευθυντή νομαρχιών ανά την Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Έτσι ήταν που ο Σολωμός βρέθηκε από τότε, και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα αδιάλειπτα να βρίσκεται, μέσα στην καρδιά και τη σκέψη μου. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι το έργο του με σημάδεψε. Ήταν, μαζί με τον Παλαμά, η πλατιά πόρτα που άνοιξε για μένα στην ελληνική αλλά και την παγκόσμια γραμματεία. Αλλά, ταυτόχρονα, ήταν και η πρώτη οδός της μύησής μου στα μεγάλα ιδανικά για τα οποία πάλεψα σε όλη μου τη ζωή: αυτά της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της πατρίδας.

Ακόμα θυμάμαι, σαν να είναι τώρα, παιδί στην Τρίπολη, όταν πια είχαν μπει οι Γερμανοί, πόση δύναμη έπαιρνα από την ποίησή του και πόσο αυτή οδήγησε από τότε τις πράξεις μου. Ήταν ο δάσκαλός μου. Διάβαζα ασταμάτητα τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε, τον Αντρέγεφ, τον Νίτσε, τον Σοπενχάουερ, άρχιζα μετά να μελετώ τον Μπαχ, τον Μπετόβεν και τον Μπραμς, αλλά ο Καρυωτάκης, ο Παλαμάς και, κυρίως, ο Σολωμός, ήταν οι πραγματικοί δάσκαλοί μου. Διάβαζα μαζί τις Γραφές και, με όλους αυτούς τους οδηγούς, αναζητούσα το ιδεατό. Αλλά θυμάμαι και τις γεμάτες υπερηφάνεια διηγήσεις του παππού μου τα βράδια στα Γιάννενα: «Κάναμε την ίδια διαδρομή με τους Σολωμούς», έλεγε ο Μιχαήλ Θεοδωράκης στον πατέρα μου καθώς συζητούσαν τις κρύες νύχτες του χειμώνα πλάι στη σόμπα. «Στην πρώτη επανάσταση του τάδε έτους, πήγαμε στη Σύρο. Στη δεύτερη, στη Ζάκυνθο. Οι Τούρκοι καίγανε τα σπίτια μας, τα δέντρα, τα κτήματα. Μετά γυρίζαμε και φτου και απ' την αρχή».
 

Ο Σολωμός, παιδί στην Κέρκυρα, πήγαινε στην εκκλησία και έψελνε το «Κύριε Ελέησον», με μοναδικό, λέγανε από γενιά σε γενιά, τρόπο. Αυτό ήταν και το κύριο επιχείρημα του πατέρα μου για να τον ακολουθώ τις Κυριακές στην εκκλησία: το γεγονός ότι ο μικρός Σολωμός όχι μόνον πήγαινε, αλλά και έψελνε. Και το έκανα· εκεί βυθίστηκα μέσα στο απέραντο μεγαλείο της βυζαντινής μας μουσικής παράδοσης. «Ο Σολωμός σπούδασε νομικά», ήταν η επόμενη συζήτηση. «Όμως δεν δικηγόρησε ποτέ», απαντούσα. «Σπούδασε κι εσύ, και μην δικηγορήσεις!» ανταπαντούσε ο πατέρας μου. Το έκανα κι αυτό. Κι όταν εν μέσω της Κατοχής άκουσα για πρώτη φορά την Ενάτη του Μπετόβεν στην Τρίπολη, στον κινηματογράφο, σε ένα φιλμ της γερμανικής προπαγάνδας, τότε κατάλαβα βαθιά μέσα μου το νόημα των στίχων του: «Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του». Είχαν πια όλα συντελεσθεί.
 

Όμως εγώ είχα αποφασίσει ότι θα πήγαινα ένα ουσιαστικό βήμα πιο πέρα: ο Σολωμός έγραψε μεν ένα αριστούργημα για την πολιορκία του Μεσολογγίου, έκλαψε γι’ αυτήν, αλλά δεν συμμετείχε. Εγώ, δεν ενέκρινα αυτή τη στάση. Ήθελα να συμμετέχω. Ήθελα να είμαι εκεί. Και αυτό έκανα. Πάντα. Έτσι, λίγο καιρό αργότερα, έχοντας πια βγει στην Αντίσταση, κυνηγημένος και κρυμμένος στην αρχή στην Αθήνα, στην Πλάκα και, στη συνέχεια, στο συνοικισμό της Καλλιθέας, θα έγραφα την Πρώτη Συμφωνία μου και στο τέλος της θα προσέτρεχα στον Σολωμό: «Αύριο θα κόψουμε / κάτι λουλούδια / αύριο θα ψάλουμε / κάτι τραγούδια / εις την πολύανθη / Πρωτομαγιά». Αλλά ένα σφίξιμο στο μέρος της καρδιάς επέμενε να μου λέει ότι δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει ποτέ πολύανθη Πρωτομαγιά.
 

Στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, όπως πάντα στα έργα του, ο Σολωμός “παγίδευσε” τη μουσική μέσα στο στίχο του. Τη μουσική που ο Μάντζαρος τη βρήκε, την ανέσυρε, την έκανε κτήμα όλων μας, με τον τρόπο που μόνον η μεγάλη μουσική, το ιερό αυτό μυστήριο, μπορεί να το πετύχει. Ολόκληρη η ποίηση του Σολωμού, άλλωστε, ήταν αυτός ο αγώνας, να γράψει μουσική με σκέψη και με λόγο. Και ίσως γι’ αυτό υπήρξε τόσο δύσκολος στην τελική διατύπωση. Το ένα σχέδιο ακολουθούσε το άλλο. Έψαχνε για την τελειότητα. Όμως ποια; Μήπως προσπαθούσε το ακατόρθωτο, να μετουσιώσει το λόγο σε μουσική; Εγώ, μελετώντας τον αδιάκοπα, ανακάλυπτα διαρκώς νέα μουσική: μια παράξενη αρμονία γέμιζε το πνεύμα μου. Και θα περνούσαν δεκαετίες ασταμάτητης επαφής και αναζήτησης του “ήχου” μέσα στον σολωμικό στίχο, μέχρι την Τρίτη Συμφωνία μου, στην οποία θα μελοποιούσα εκείνη τη στροφή που χτύπησε βαθιά μέσα μου στα 1940: «Τώρα που η ξάστερη / νύχτα μονάχους / μας ηύρε απάντεχα / και εκεί στους βράχους / σχίζεται η θάλασσα / σιγαλινά»... Και δεν ήταν οι μόνοι στίχοι του για τους οποίους έγραψα μουσική, καθώς την ίδια παγκόσμια αρμονία, το ίδιο ηθικό αίτημα με τον Σολωμό αναζητούσα και αναζητώ σε όλη μου τη ζωή και με όλη μου την τέχνη.
 

Στις αρχές του έτους 1950 είχα βρεθεί με τον Μιχάλη Κατσαρό στην Αθήνα, στη Ζαλοκώστα, στον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, όπου ο Μιχάλης προσπαθούσε να πάρει άδεια για να κάνει μία ποιητική εκπομπή. Ο υπεύθυνος ταγματάρχης τον ρώτησε τι θα λέει. Κι ο Μιχάλης άρχισε να απαγγέλει τον Εθνικό Ύμνο, αυτό το μέγα αριστούργημα του Σολωμού. Εγώ, για να τον βοηθήσω, άρχισα αμέσως να τραγουδάω μαζί την Ενάτη του Μπετόβεν, το τελευταίο μέρος, το ποίημα του Σίλερ. Ο ταγματάρχης φούσκωσε από εθνικό παλμό και προσέλαβε ευθύς τον Κατσαρό. Αργότερα, τον έκανε διευθυντή του Δελτίου των Ειδήσεων. Εγώ υπηρετούσα τότε στο σταθμό ως μουσικός. Αυτό, μέχρι να έρθει στο Α2 ο φάκελός μου. «Πώς είναι δυνατόν ένας κουμμουνιστής να υπηρετεί στο σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων!» είπε τώρα ο ίδιος ταγματάρχης, που μου ανακοινώνει περιφρονητικά πως τον ξεγέλασα – όμως οι υπηρεσίες αγρυπνούν και το φύλλο πορείας είναι έτοιμο. Κι έτσι, από τη Ζαλοκώστα, στις 10 Ιανουαρίου 1950, βρέθηκα ξαφνικά στην Αλεξανδρούπολη...
 

Με όλα αυτά, μπορεί λοιπόν να καταλάβει κανείς πώς ένιωσα όταν ο παλιός συνεξόριστος και φίλος μου στη Δάφνη της Ικαρίας Φώτης Φωτόπουλος, που είχε βρεθεί πια στο Ανατολικό Βερολίνο την εποχή που εγώ βρισκόμουν ήδη στο Παρίσι, σε ένα γράμμα του μου ζήτησε να στείλω έργα μου για να τα δείξει στον διάσημο μαέστρο Όλαφ Κοχ, αυθεντία στον Μπαχ, διευθυντή της Ορχήστρας Δωματίου του Βερολίνου. Η αδελφή του Φώτη, η Πόπη, ασχολιόταν με τη μουσική και ήταν δική της πρόταση. Έστειλα την Τρίτη Σουίτα μου, έφτασε στον Κοχ, κι εκείνος είπε πώς του άρεσε. Ήθελε να την παρουσιάσει. Όμως, έπρεπε πρώτα να εγκρίνει το κείμενο η αρμόδια “Ιδεολογική Επιτροπή” του Βερολίνου. Το κείμενο ήταν «Η τρελή μάνα» του Σολωμού. Οπότε ο Φώτης, για να τους συγκινήσει, έκανε τη σολωμική μάνα του 1830 μάνα αντάρτισσα του 1948, που χάνει στον πόλεμο τα δύο παιδιά της, αντάρτες-κομμουνιστές! Απογοητευμένος ο Φώτης μού γράφει στο Παρίσι: «Μόλις διάβασε το αναπλασμένο κείμενο ο υπεύθυνος, μου είπε: “Μόνο δύο νεκροί; ” Και το απέρριψε...»
 

Έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από την Τρίπολη, αλλά και σαράντα χρόνια από μία άλλη μεταγενέστερη “διαμονή” μου στα αρκαδικά βουνά με... έξοδα του ελληνικού κράτους, από την εποχή που ένα ολόκληρο τάγμα χωροφυλάκων της Χούντας με φύλαγε κλεισμένο στη Ζάτουνα, μη επιτρέποντάς μου να δω άνθρωπο, χωρίς να μπορώ να μάθω τι συμβαίνει και, κάθε μέρα, χωρίς να ξέρω αν η επομένη μέρα το πρωί θα με έβρισκε ζωντανό... Διάβαζα και έγραφα ασταμάτητα, αν και δεν μπορούσα να παίξω αυτά που έγραφα: υπήρχαν σοβαρές υποψίες ότι θα ενεργοποιούσαν το διάταγμα του Αγγελή που απαγόρευε να παίζεται η μουσική μου, κυρίως από εμένα τον ίδιο που είχα... απαγορευτεί ολόκληρος, και θα με οδηγούσαν νύχτα σε έκτακτο στρατοδικείο. Ανάμεσα στα έργα εκείνης της εποχής, και τα Θούρια. Και ανάμεσα στα Θούρια, η επιστροφή μου στον Σολωμό, που ήταν πάλι εκεί, μαζί μου: «Διονύσιε Σολωμέ, σε σέ κράζω!»...
 

Όπως λοιπόν και τότε στη Ζάτουνα, έτσι και σήμερα γυρίζω πάλι προς τον Σολωμό, στουςΕλεύθερους Πολιορκημένους που είμαστε ξανά, στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν που πρέπει και πάλι να διαβαστεί και να ακουστεί, περισσότερο από ποτέ. Ως Έλληνας, συγκινούμαι όσο κάθε Έλληνας και κάθε Ελληνίδα στο άκουσμα του Εθνικού Ύμνου, που είναι ολόκληρος αφιερωμένος στην Ελευθερία και γι’ αυτή μιλά. Είναι ολόκληρος αφιερωμένος στην Ελλάδα και στα ιδανικά της, στην αποτίναξη κάθε ξένης εξάρτησης, παρέμβασης και δουλείας, που, όπως από πολύ νωρίς είχε δει ο Σολωμός, ήταν πηγή καταστροφών γι’ αυτό τον τόπο και για το λαό του, όπως ακριβώς πάντοτε πίστευα και πιστεύω, όπως σήμερα το βλέπουμε να συμβαίνει με τον πιο καταστρεπτικό για την πατρίδα μας τρόπο.
 

Πέρα από τη μέγιστη λογοτεχνική του αξία, το συναρπαστικό ποίημα του Σολομού που αργότερα, με την ευκαιρία της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, έγινε ο Εθνικός Ύμνος της πατρίδας μας, είναι, από κάθε άποψη, ένα από τα πιο προοδευτικά ποιητικά έργα που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα. Ως συνθέτης δε, θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ο Μάντζαρος, ο οποίος είχε δώσει μαθήματα μουσικής στον Σολωμό, ανακάλυψε και έφερε στο φως την εσωτερική μουσική του ποιήματος, όταν το μελοποίησε για τετράφωνη ανδρική χορωδία και πιάνο. Και νιώθω ευτυχής και δικαιωμένος, γιατί εκείνο που έκαναν ο Μάντζαρος με τον Σολωμό ήταν εκείνο που, τόσες γενιές αργότερα, κάναμε με τον Ρίτσο στον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, με τον Ελύτη στο Άξιον Εστί, με τον Σεφέρη στο Μυθιστόρημα...
 

Μπορεί να φανταστεί κανείς την ελληνική συνείδηση και την ελληνικότητα χωρίς αυτά τα λόγια του Σολωμού για την Ελευθερία να είναι κτήμα όλων των Ελλήνων εδώ και τόσες γενιές; Όχι. Ο Σολωμός και ο Μάντζαρος έβαλαν τη μεγάλη τους σφραγίδα στην έννοια και τη συνείδηση της ελληνικότητας. Η ποίηση και η μουσική, χέρι χέρι, στην πιο μεγάλη τους ώρα, ενέπνευσαν γενιές Ελλήνων να αγωνιστούν, τους έδειξαν και τους άνοιξαν το δρόμο προς την Ελευθερία, όπως πάντοτε συμβαίνει. Και όπως, ασφαλώς, θα τον ανοίξουν και πάλι.

 

Μίκης Θεοδωράκης

Δεκέμβριος 2013 

* Προλογικό σημείωμα του Μίκη Θεοδωράκη στην έκδοση του ΒΗΜΑΤΟΣ για τον Διονύσιο Σολωμό «Οι ποιητές της Ρωμιοσύνης»

Πηγή:www.tvxs.gr