Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Η βία στο σχολικό χώρο και ο ρόλος του δασκάλου...

Untitled-6 copyUntitled-3 copyUntitled-2 copyUntitled-1 copy Η βία και η επιθετικότητα αποτελούν εκδηλώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς που παρατηρούνται από την παιδική ακόμη ηλικία και συνιστούν ένα άξιο προσοχής κοινωνικό φαινόμενο. Η επιθετικότητα είναι μία έκφραση θυμού για την ματαίωση ή την αναβολή εκπλήρωσης μίας ανάγκης ή επιθυμίας. Έτσι και το παιδί χρησιμοποιεί την επιθετικότητα ως μέσο για την επίτευξη κάποιας επιθυμίας του ή προκειμένου να μιμηθεί επιθετικά πρότυπα. Σε κάθε περίπτωση η επιθετική συμπεριφορά εμπεριέχει εχθρική διάθεση και συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα.
 Ο θυμός του παιδιού εκδηλώνεται κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τον χαρακτήρα και την ηλικία του.
Ειδικότερα η βίαιη συμπεριφορά στο σχολικό χώρο είναι ένα φαινόμενο που προκαλεί την ανησυχία γονέων και εκπαιδευτικών και εκδηλώνεται από κάποιους μαθητές με αποδέκτες τους συμμαθητές τους, τους εκπαιδευτικούς ή τη σχολική περιουσία. Η επιθετική συμπεριφορά που εκδηλώνεται στο σχολικό χώρο έχει σχέση με τις αλληλεπιδράσεις των παιδιών μεταξύ τους, με τις πιέσεις, το άγχος και την αγωνία που μερικά παιδιά εισπράττουν από το πρόγραμμα και τον τρόπο λειτουργίας του σχολείου. Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιθετικής συμπεριφοράς χαρακτηρίζονται από ανυπακοή, έλλειψη συνεργατικής διάθεσης, αρνητισμό ως προς τις απαιτήσεις και τους κανόνες του σχολείου, απάθεια, αντιδραστική και προκλητική συμπεριφορά προς άτομα που κατέχουν εξουσία. Ακόμη τα επιθετικά παιδιά αδυνατούν να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και λένε συχνά ψέματα.
   Μία μορφή που μπορεί να πάρει η σχολική επιθετικότητα είναι η αμφίδρομή επιθετική συμπεριφορά ανάμεσα στα ίδια τα παιδιά. Οι λόγοι που οδηγούν στη δημιουργία της είναι ποικίλοι και βρίσκονται στη μίμηση διδασκαλικών και γονεϊκών προτύπων, στον ανταγωνισμό ανάμεσα στους μαθητές, στην περιθωριοποίηση ορισμένων παιδιών ή στην κατηγοριοποίησή τους με διάφορες αφορμές. Πιο συγκεκριμένα, η θυματοποίηση ή ο εκφοβισμός αφορά βίαιες και επιθετικές πράξεις που ασκούνται επανειλημμένα από ένα παιδί ή από μία ομάδα παιδιών εναντίον κάποιου άλλου παιδιού, με στόχο να του προκαλέσουν σωματικό ή και ψυχικό πόνο. Ο εκφοβισμός εκδηλώνεται είτε με άμεση επίθεση προς το αδύναμο παιδί, είτε έμμεσα με την απομόνωση και τον αποκλεισμό του.
Μελέτες δείχνουν πως όσο καλύτερη εικόνα έχει ένα παιδί για τον εαυτό του τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να γίνει στόχος επιθετικών πράξεων. Οι αποδέκτες του εκφοβισμού είναι συνήθως αδύναμα παιδιά, που δυσκολεύονται να προστατεύσουν τον εαυτό τους, νιώθουν ανασφάλεια και άγχος, έχουν ελάχιστους φίλους και, κατά κύριο λόγο, δεν είναι επιθετικά. Οι συναισθηματικές και συμπεριφορικές επιρροές στα παιδιά – θύματα είναι πολύ σημαντικές. Η ανάπτυξη χαμηλής αυτοεκτίμησης, η απομόνωση, τα συμπτώματα κατάθλιψης, οι απουσίες και η δυσκολία στη συγκέντρωση είναι λίγα μόνο από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά που δέχονται τον εκφοβισμό των συμμαθητών τους.
Η βία και η εκδήλωση επιθετικότητας στο σχολικό χώρο μπορεί ακόμη να προέρχεται από τους μαθητές με αποδέκτη τον δάσκαλο. Η επιθετικότητα των μαθητών προς τον δάσκαλο έχει τις ρίζες της στην εξουσία του δασκάλου, στην αδυναμία ή και στην άρνηση του μαθητή να πειθαρχήσει και να αποδεχτεί τη σχολική κουλτούρα, στην αγνόηση της προσωπικότητας του παιδιού κατά την αξιολόγηση, στην απονομή στερεοτύπων και ετικετών, στην διάψευση των προσδοκιών του παιδιού για τον δάσκαλο ή και στην ίδια την επιθετικότητα του δασκάλου.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα ίδια τα επιθετικά παιδιά αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω της συμπεριφοράς τους, καθώς δεν έχουν τη δυνατότητα να μάθουν κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές, οι οποίες θα αποτελέσουν τη βάση για μία ομαλή μελλοντική ένταξη στο κοινωνικό σύνολο. Ο ρόλος του δασκάλου εδώ είναι πολύτιμος καθώς εκείνος οφείλει να βοηθήσει το επιθετικό και βίαιο παιδί μέσω της ενσυναίσθησης.
Η συνεργασία του δασκάλου με το επιθετικό παιδί είναι το παν και η ικανότητα του πρώτου να δείχνει κατανόηση για την προβληματική συμπεριφορά του δεύτερου αποτελεί την ουσία της συνεργασίας για τη λύση του προβλήματος. Αρχικά ο εκπαιδευτικός μπορεί να παραμείνει δίπλα στο παιδί όταν αυτό βιώνει θυμό και να το παρατηρήσει, έτσι ώστε να εντοπιστεί η έναρξη των αρνητικών συναισθημάτων του. Μέσω της αποδοχής των συναισθημάτων του παιδιού ο δάσκαλος θα μπορέσει να χειριστεί τα ίδια τα συναισθήματα και να ηρεμήσει το παιδί. Με αυτό τον τρόπο θα τεθεί η βάση έτσι ώστε το παιδί να μάθει να διαχειρίζεται μόνο του τα συναισθήματά του. Κάποιες βασικές τεχνικές προκειμένου να καταφέρει κάτι τέτοιο ο εκπαιδευτικός είναι οι εξής:
– συντονισμός των συναισθημάτων του εκπαιδευτικού με αυτά του παιδιού,
– εστίαση της προσοχής στη γλώσσα του σώματος και στις εκφράσεις του προσώπου του παιδιού,
– όταν ο εκπαιδευτικός θέλει να μιλήσει στο παιδί κατεβαίνει στο επίπεδό του έτσι ώστε να βρίσκεται στο ύψος του,
– απόλυτη συγκέντρωση σε αυτά που λέει το παιδί και σοβαρή αντιμετώπιση των προβλημάτων του,
– χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς και όχι του ίδιου του παιδιού.
Ο δάσκαλος έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει το παιδί να εκφράσει τα συναισθήματά του και να το μάθει να χαλαρώνει.
Τέλος, το πιο σημαντικό βήμα είναι να βοηθήσει ο δάσκαλος το παιδί να κατανοήσει το ίδιο το συναίσθημα που κρύβεται πίσω από την επιθετική συμπεριφορά και να του μάθει πως κάποιες συμπεριφορές απλώς δεν είναι αποδεκτές ενισχύοντας το παιδί όταν εκδηλώνει αποδεκτές συμπεριφορές. Το παιδί πρέπει να κατανοήσει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο συναίσθημά του, αλλά στον τρόπο που το εκφράζει. Στο παιδί πρέπει να δοθούν επιλογές από τις οποίες θα επιλέξει μόνο του την κατάλληλη. Ακόμη πρέπει να λαμβάνει την ειλικρίνεια και τον έπαινο από τον εκπαιδευτικό και όχι την απόρριψη, έτσι ώστε να ενισχυθεί να θέσει ως στόχο την αλλαγή του τρόπου συμπεριφοράς του και να κάνει βήματα προσπάθειας για να το επιτύχει. Φυσικά πέραν όλων των παραπάνω ο εκπαιδευτικός πρέπει πρώτα να παρατηρήσει τη δική του συμπεριφορά και να καταλήξει στο εάν αυτή είναι η κατάλληλη. Επιπροσθέτως απαραίτητη κρίνεται η συνεργασία του δασκάλου με τους γονείς του επιθετικού παιδιού.
Το πιο ισχυρό μέτρο αντιμετώπισης της βίας και της επιθετικότητας στο σχολείο είναι η πρόληψη, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της ενασχόλησης με τις ανάγκες και τα συναισθήματα του παιδιού, με τη παρατήρηση και αλλαγή των προτύπων μίμησης που δίνουν στα παιδιά γονείς και εκπαιδευτικοί και την ενημέρωση των ενηλίκων γύρω από το κοινωνικό αυτό φαινόμενο που ταλανίζει τους σχολικούς χώρους.
Η πρόγνωση του φαινομένου υποδεικνύει ότι τα επιθετικά παιδιά, εφόσον δεν συντελεστεί αποτελεσματική αντιμετώπιση και παρέμβαση στην συμπεριφορά τους, εξελίσσονται σε παραβατικούς εφήβους και εγκληματικούς ενήλικες.

Νίκη Γκατζέλια
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Ιστορία μιας λέξης: Hot spot ή αλλιώς Κέντρα Πρώτης Υποδοχής...

8-sarantakos

  Ηπρωτόγνωρη  κρίση που έχει κυριαρχήσει στην επικαιρότητα, σφυροκοπεί τα μάτια και την ψυχή μας  απειλεί να κλονίσει συθέμελα το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μιας Ένωσης που μέχρι τώρα έχει σταθεί ανήμπορη να δώσει μιαν ευρωπαϊκή απάντηση σε ένα πρόβλημα που, κοιταγμένο συνολικά, δεν θα έπρεπε να είναι και τόσο δυσεπίλυτο. Μια ένωση εύπορων κρατών με πληθυσμό πάνω από 500 εκατομμύρια εύκολα μπορεί να απορροφήσει ένα ή δύο ή τρία εκατομμύρια κατατρεγμένους –πολύτιμο νέο αίμα, στην πραγματικότητα.
Η προσφυγική κρίση που περνάμε μάς έχει δώσει και καινούργιες λέξεις, και μια από αυτές θα μας απασχολήσει σε τούτο το κείμενο. Πιο σωστά, δεν είναι μία λέξη, αλλά σύμπλοκος όρος δύο λέξεων, και επιπλέον πρόκειται για δάνειο από τα αγγλικά, που έχει μπει ασυμμόρφωτο και ατελώνιστο στα ελληνικά· θα το είδατε στον τίτλο, εννοώ τον όρο «χοτ σποτ» ή hot spot αν προτιμάτε στα αγγλικά.

Η χώρα μας έχει αναλάβει την υποχρέωση να κατασκευάσει και να θέσει σε λειτουργία πέντε ή έξι χοτ σποτ, Κέντρα Πρώτης Υποδοχής όπως ονομάζονται στην επίσημη ελληνική ορολογία, η οποία προϋπήρχε, αφού με αυτήν την ονομασία εμφανίζονται ήδη στον νόμο 3907 του 2011, που μετέφερε στο εθνικό μας δίκαιο μιαν κοινοτική οδηγία του 2008. Επειδή εκείνος ο νόμος ουδέποτε εφαρμόστηκε, τέτοια κέντρα δεν φτιάχτηκαν ποτέ –αν είχαν φτιαχτεί, πιθανώς να είχε εδραιωθεί στη γλώσσα το ευκολοπρόφερτο ακρώνυμο ΚΕ.Π.Υ. (όπως τα ΚΕΠ ή τα ΚΑΠΗ) και να μην είχαμε σήμερα να στραβώνουμε τη γλώσσα μας με το σχεδόν απρόφερτο στα ελληνικά χοτ-σπότ — αλλά, βέβαια, μακάρι να ήταν αυτό το πρόβλημά μας!
Η αγγλική λέξη spot, που ήταν spotte στα μεσαιωνικά αγγλικά, ανάγεται στο αρχαίο σκανδιναβικό spotti, που σήμαινε «κομματάκι», και η αρχική της σημασία φαίνεται πως ήταν, ακριβώς, ένα μικρό κομμάτι γης. Ωστόσο, σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν μονοσύλλαβο πρωτέα, αφού αυτή η λεξούλα έχει πάρει στα αγγλικά πολλές και διάφορες σημασίες, όπως: η βούλα· ο λεκές, η κηλίδα, τόσο με την κυριολεκτική όσο και με τη μεταφορική σημασία· το σημείο, η θέση, η τοποθεσία· το κέντρο ψυχαγωγίας· το νούμερο στις επιθεωρήσεις· το σπυράκι· η μικρή ποσότητα, ενώ επίσης ως επίθετο σημαίνει «αιφνιδιαστικός» ή «της τελευταίας στιγμής».
Η λέξη έχει περάσει και στα ελληνικά, και μάλιστα πάνω από μία φορά, αφού έχουμε καταρχάς το διαφημιστικό σποτ, το σύντομο διαφημιστικό μήνυμα στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο, ενώ αργότερα μπήκαν στη γλώσσα μας και οι λαμπτήρες σποτ, τα σποτάκια, οι μικροί προβολείς που μπαίνουν στην οροφή ή ψηλά στον τοίχο και φωτίζουν ένα συγκεκριμένο σημείο –εδώ έχουμε σύντμηση από το spotlight. Στα οικονομικά, έχουμε την τιμή ή την ισοτιμία σποτ – την άμεση, την τρέχουσα.
Όσο για το αγγλικό hot spot, κι αυτός ο όρος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές και σε διάφορους τομείς. Ας πούμε, πριν από καναδυό χρόνια, σε πιο ξένοιαστους καιρούς, αρκετοί αναζητούσαν πώς και πώς να βρουν ένα χοτ σποτ, διότι έτσι ονομάζονται (και) τα σημεία όπου μπορεί κανείς να συνδέσει το κινητό του με ένα ασύρματο δίκτυο (Wi-fi), ενώ στη γεωλογία ο όρος δηλώνει τα σημεία έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας, θερμά σημεία δηλαδή, ενώ ακόμα πιο παλιά ο όρος σήμαινε ένα «καυτό» κέντρο διασκέδασης ή ακόμα και μια δερματική φλεγμονή.
Ωστόσο, τώρα κυριαρχεί η νιόφερτη σημασία, των κέντρων υποδοχής προσφύγων στις χώρες πρώτης γραμμής, και κυρίως στην Ελλάδα. Στα κέντρα αυτά θα γίνεται λοιπόν η καταγραφή των προσερχομένων, η διαλογή των προσφύγων από τους μετανάστες – αλλά δεν είναι σαφές τι θα γίνεται στη συνέχεια, αφού η προώθηση των προσφύγων στις χώρες όπου επιθυμούν να εγκατασταθούν γίνεται με το σταγονόμετρο, ενώ ακόμα πιο δύσκολη έχει αποδειχτεί, τουλάχιστον ως τώρα, η επιστροφή εκείνων που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν πρόσφυγες στην Τουρκία ή στις χώρες καταγωγής τους. Είναι δηλαδή υπαρκτό το ενδεχόμενο η χώρα μας να γίνει, όπως και τόσες άλλες, όχι απλώς χώρα διέλευσης προσφύγων αλλά και χώρα εγκατάστασης — για να μην πούμε και χώρος εγκλωβισμού, ένα τεράστιο χοτ σποτ με διάφορες έννοιες της λέξης.
Σε αυτή τη δύσκολη περίσταση, η αλληλεγγύη των απλών ανθρώπων έλαμψε συγκινητική και επισκίασε τόσο τη μαυραγορίτικη συμπεριφορά κάποιων αετονύχηδων όσο και τους κρωγμούς των ακροδεξιών ή τα κροκοδείλια δάκρυα των μεγάλων καναλιών. Μέσα στις τόσες συμφορές που τους χτύπησαν, τα καραβάνια των απελπισμένων έχουν τουλάχιστον την μικρούλα τύχη ότι βρήκαν την Ελλάδα με αυτή την κυβέρνηση και με αυτό το κίνημα αλληλεγγύης, μιας αλληλεγγύης που έχει αρχίσει να πιάνει τόπο και να δροσίζει την κάψα των χοτ σποτ.

                                                                        Πηγή: Νίκος Σαραντάκος / εφημ. ΑΥΓΗ

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

25 χρόνια χωρίς τον μεγάλο ποιητή του πόνου Δημήτρη Χριστοδούλου...


Ξημέρωνε Τρίτη, 5 Μάρτη 1991. Το ρολόι έδειχνε 3 το πρωί όταν  ο Δημήτρης Χριστοδούλου άφησε την τελευταία του πνοή. Άπορος, χωρίς σύνταξη, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη νοσηλευόταν σε ένα ράντζο στο Λαϊκό Νοσοκομείο, απ’ όπου και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική μετά από παρέμβαση του Μίκη Θεοδωράκη.
Γεννήθηκε στο Μεταξουργείο το 1924, δυο χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή σε μια περιοχή που ζούσαν πρόσφυγες. Η οικογένεια του ήταν  φτωχή. Μεγάλωσε βλέποντας και βιώνοντας τον ανθρώπινο πόνο γεγονός που του καλλιέργησε την ανθρωπιά.
«Από τη μάνα μου έμαθα να αγαπάω. Οι πρόσφυγες μού μάθανε τι να αγαπάω, δηλαδή πώς να διακρίνω όχι μόνο τον ανθρώπινο πόνο αλλά και να αρχίσω να υποψιάζομαι πώς παράγεται πέρα από το φυσικό πόνο και ο κοινωνικός πόνος. Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη διδασκαλία. Το πρώτο μέγα μάθημα…»
Από πολύ μικρός αναγκάστηκε να κάνει διάφορες δουλειές για να επιβιώσει.
«Το πρωΐ έπρεπε να δουλεύω …και το βράδυ στο νυχτερινό. Το ένστικτο με οδήγησε να δουλεύω σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Το βιβλιοπωλείο ήταν μια βιβλιοθήκη γύρω μου…Από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο η αγάπη για το βιβλίο έχει μεγαλώσει…Είχα ανακαλύψει από τυχαίους δρόμους τους χώρους της μοναξιάς, τους χώρους της ανάγνωσης, τους χώρους της τέχνης, τους χώρους της ποίησης…Η ποίηση δεν παράγεται μόνο από την έμπνευση αλλά και από τον κοινωνικό περίγυρο…»
Πάνω που άρχιζε ο προβληματισμός και η δράση αρχίζει η Κατοχή «πολύ σκληρό σχολείο». Στην Κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ, συνελήφθη από τους Γερμανούς  και βασανίστηκε.
«Ο μεγάλος δρόμος αρχίζει με την Αντίσταση…Για τον καλλιτέχνη έμπαινε το ερώτημα τι είναι όλο αυτό που συμβαίνει, γιατί αυτό το κακό…»
Μετά την απελευθέρωση συμμετείχει στα Δεκεμβριανά. Μπροστά σ’ ένα οδόφραγμα του ΕΛΑΣ τον συνέλαβαν οι Βρετανοί και μαζί με χιλιάδες άλλους μεταφέρθηκε ως όμηρος στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα στην Αφρική. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945.
Έδωσε εξετάσεις και πέτυχε την εισαγωγή του στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Οι θεατρικές του σπουδές διακόπηκαν εξ αιτίας της στράτευσης του. Απολύθηκε  μετά από έναν χρόνο τραυματισμένος αλλά βρέθηκε  αντιμέτωπος με την ποινή του θανάτου κατηγορούμενος για ανυποταξία σε καιρό πολέμου. Σώθηκε λόγω του τραυματισμού του.
Το 1952 παρακολούθησε μαθήματα  Πολιτικών Επιστημών στην Πάντειο. Τη χρονιά αυτή δημοσίευσε το ποίημα του « Νυχτοφύλακες» στο περιοδικό «Μακεδονικά Γράμματα» και το 1954 τύπωσε την πρώτη του ομώνυμη συλλογή.
Το 1959 εμφανίστηκε  ως ηθοποιός στη θρυλική παράσταση « Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών στο Πεδίο του Άρεως. Τότε γνωρίστηκε  με τον Μίκη Θεοδωράκη και το καλοκαίρι του 1962 έγραψε  τους στίχους για τρία τραγούδια στην επιθεώρηση « Όμορφη Πόλη». Έκτοτε ο Δημήτρης Χριστοδούλου συνδέθηκε στενά με τον Θεοδωράκη , ο οποίος μελοποίησε πάρα πολλούς στίχους του. Τα τραγούδια αυτά εντάχθηκαν σε σημαντικούς δίσκους όπως  Αρχιπέλαγος (1959), Πολιτεία (1961), Όμορφη Πόλη (1962), Πολιτεία Β’ (1964), Οκτώβρης ’78 (1978).
Ξεχωριστή υπήρξε η συνεργασία του με τον Γιώργο Ζαμπέτα. Ξεκίνησε το 1964 με το τραγούδι Χάθηκες (Δεν έχει δρόμο να διαβώ) το οποίο ερμήνευσε ο Πάνος Τζανετής. Πάνω από 40 τραγούδια άφησε πίσω της αυτή η συνεργασία και ανάμεσά τους μερικά από τα πιο γνωστά και όμορφα λαϊκά.
Με το βοριά σ’ αναζητώ, Κι αν θα διαβείς τον ουρανό, Μεσάνυχτα πού να σε βρω κ.α


Τραγούδια του ακούγονται και σε ταινίες όπως  το Έχει η νύχτα θάνατο στην ταινία Ψηλά τα χέρια Χίτλερ ( 1962), το Κουράστηκα να σε κρατώ στην ταινία Μια σφαίρα στην καρδιά ( 1966), το Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός στην ταινία Οι αδίστακτοι (1965), το Πού είσαι αυτή την άνοιξη στην ταινία Διωγμός (1964) αφιερωμένο στο Γρηγόρη Λαμπράκη. Αλλά και στο χορόδραμα Θησέας σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου.
Το 1967 ο Δημήτρης Χριστοδούλου εξέδωσε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, ένα δίσκο όπου ο ίδιος διαβάζει ποιήματά του από τις συλλογές «Νυχτοφύλακες» (1954), «Πελταστές» (1956), «Εστίες αντιστάσεως» (1959) και «Μετά το Ανακλητικό» (1960).
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία. Συμμετείχε στο Μάη του ΄ 68 και σε εκδηλώσεις εναντίον της χούντας. Συγχρόνως έδινε διαλέξεις και  έγραφε  ποιήματα που μεταφράζονταν στα γαλλικά και ακούγονταν από το γαλλικό ραδιόφωνο.
Επέστρεψε  στην Ελλάδα το 1972 και το 1973 συνεργάστηκε με τον Μίμη Πλέσσα στο δίσκο Για μια σταγόνα αλάτι.
Το 1974 έδωσε  στίχους για εννέα τραγούδια στον Μάνο Λοΐζο. Τα τραγούδια ακούγονται στο δίσκο Καλημέρα Ήλιε .
Συνεχίζοντας τη συνεργασία με μεγάλους δημιουργούς δίνει στίχους στο Λίνο Κόκκοτο . Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι τα Αντιπολεμικά.
Οι στίχοι για τα τραγούδια είναι πάρα πολλοί. Πλήθος οι συνεργασίες με μουσικούς όπως ο Χρήστος Λεοντής ( Στου γιαλού την άκρη), Σταύρος Ξαρχάκος ( Ωραίος που είσαι Αυγερινέ), Ζωρζ Μουστακί, Νίκος Μαμαγκάκης,  Νότης Μαυρουδής, Βασίλης Δημητρίου κ.α
Πολλοί γνωστοί τραγουδιστές ερμήνευσαν τραγούδια τους όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Μαρινέλλα, η Μαίρη Λίντα, η Πόπη Αστεριάδη, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Νίκος Ξυλούρης, ο Πάνος Τζανετής, ο Αντώνης Καλογιάννης, ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Βίκυ Μοσχολιού κ.α
Ποιητής, στιχουργός, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας  και ηθοποιός έγινε κυρίως γνωστός από τους μελοποιημένους στίχους του. Οι στίχοι του μιλούν για τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία, τη μετανάστευση, τις πολιτικές διώξεις, αλλά και τον έρωτα, την αγάπη, την ελπίδα, το όνειρο. Διακρίνονται για το λυρισμό , την πυκνότητα και πολλές φορές την αλληγορική τους έκφραση.
christodoulou«Το τραγούδι… Είναι μια ολόκληρη περίοδος.
Εκεί μπορεί να πει κανείς ότι έδωσα ένα πάρα πολύ μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου. Έχω κάνει τόσα τραγούδια… Νομίζω ότι είναι γύρω στα 400 ή 500. Με τον Θεοδωράκη, με τον Μαρκόπουλο, τον Ξαρχάκο, τον Ζαμπέτα, τον Πλέσσα, τον Δημητρίου, τον Λεοντή… Λοϊζος…Δεν ξέρω αν λησμονώ κανέναν. Θα έπρεπε να απαριθμήσω τουλάχιστον 30 ονόματα. Με όλη την αγάπη και με όλη την ευγνωμοσύνη μου. Μια απέραντη και πολύ θερμή συνεργασία. Μια εποχή πυρετού και ο κόσμος μαζί μας πάρα πολύ δυνατός, να δέχεται κάθε μας προσφορά. Μπορώ να πω ότι περάσαμε με το τραγούδι, πάνω από αυτή τη χώρα σαν την πιο λεπτή, την πιο ψιλή, την πιο ευγενική βροχούλα.
Θυμάμαι την περίοδο Θεοδωράκη, που γίνεται η έκρηξη. Το τραγούδι αυτό δεν πέρασε έτσι τυχαία. Δηλαδή…όταν στις συναυλίες, μας πυροβολήσανε, μας ρίξανε πέτρες… Υπάρχει ένα υπόβαθρο αγωνιστικό από κάτω. Δηλαδή, φαίνεται ότι τα σπουδαία πράγματα δεν περνάνε μπροστά χωρίς αγώνα. Έτσι, λοιπόν, μπήκαμε στη μεγάλη λεωφόρο του τραγουδιού. Το αγάπησε ο λαός, ξεπέρασε τις αναστολές του, έγινε πιο ελεύθερος, έφτασε ακόμα ακόμα να τον συντροφεύσει και σε πολύ μεγάλες στιγμές του αγώνα του.
Δεν υπάρχει έλληνας συνθέτης που να μην έκανα τραγούδια μαζί του. Και φτάνουμε σήμερα πια, όπου το τραγούδι τουλάχιστον αυτής της περιόδου, έχει γίνει ένα κλασσικό είδος, που στηρίζει μια μελλοντική ίσως εξόρμηση. Όμως τι κάνουμε σήμερα; Υπάρχουν πάρα πολλά ερωτήματα. Με ρωτάνε εμένα προσωπικά «γιατί δεν γράφεις τραγούδια;», «που πάει το τραγούδι;». Και εφημερίδες, και φίλοι και χώροι ζεστοί της παρέας. Γιατί το τραγούδι έχει αυτούς τους δρόμους; Η απάντηση είναι ότι το τραγούδι δεν σταματάει. Το πρόβλημα είναι ποιο τραγούδι. Γιατί το τραγούδι δεν μπορεί να σταματήσει… Το τραγούδι θα παράγεται, το τραγούδι θα τραγουδιέται, το τραγούδι θα γίνεται! Αλλά ποιο τραγούδι… Κάθε περίοδος έχει το τραγούδι της. Η αγροτική περίοδος είχε το μεγάλο δημοτικό τραγούδι. Η επαναστατική περίοδος έχει άλλο τραγούδι. Η περίοδος που θέλει να περάσει από την μια φάση στην άλλη έχει το λεγόμενο μεγάλο μεταβατικό τραγούδι. Τώρα έχουμε το τραγούδι το επίπεδο. Δηλαδή το τραγούδι που περισσότερο ψιθυρίζεται παρά γίνεται έναυσμα για μεγαλύτερες, βαθύτερες συγκινήσεις και περισσότερους προβληματισμούς ή και οραματισμούς. Είμαστε θα λέγαμε στο υψίπεδο. Αφού ανεβήκαμε στην κορφή τώρα διανύουμε το υψίπεδο. Δεν είμαστε ικανοποιημένοι. Θα θέλαμε καλλίτερα πράγματα. Όμως η ζωή δεν κάνει ό,τι θέλουμε. Εμείς κάνουμε ό,τι θέλουμε στη ζωή. Συνεπώς, δε μένει παρά σε εμάς, να ξαναδούμε πού είναι η δραματική της διάσταση, πού είναι ο πόνος της, σε ποιους χώρους αυτή τη στιγμή παλεύει η ζωή να βρει ξανά το κανάλι της εξόδου της; Και εκεί θα ξανατραγουδήσουμε. Εννοώ σημαντικά.»
Τα τραγούδια του σύμφωνα με το συγγραφέα Ανδρέα Φραγκιά «τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν, τόσο που έγιναν άμεσος προφορικός λόγος. Πέταξαν από τα βιβλία και εγκαταστάθηκαν στα χείλη για να εκφράσουν αυθόρμητα τον καημό εκείνων που είχαν ανάγκη να τα τραγουδήσουν με τη δική τους φωνή. Έγιναν δημόσιος λόγος. Και αυτό είναι, μάλλον, ο γνησιότερος έπαινος».
Το έργο του όμως δεν είναι μόνο τα τραγούδια. Είναι πολύ πλούσιο και πολύμορφο .Είχε δηλώσει ότι ένιωθε ανάπηρος που τον γνώριζαν ως στιχουργό και όχι ως ποιητή.  Ανήκει στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά , η οποία σύμφωνα με τον ίδιο ήταν «η πρώτη, η μόνη γηγενής ποιητική γενιά, η γενιά των μεγάλων συγκρούσεων» με τους ποιητές βγαλμένους από τη φωτιά.
Τι έμεινε στα χέρια τους
τι θυμάται πια η αφή τους
τι περίσσεψε από τόση πείρα στο κορμί τους
μετά από τόσο ήλιο τόσο αγώνα
τι εκέρδισε το δέρμα
μετά από τόσο φως
μετά από τόση φωτιά
τι κέρδισαν τα μάτια τους
έμεινε τίποτα από τη θλίψη τους
λούφαξε η γνώση μεσ’ στο αίμα τους
διασκέλισε ποτέ η πίκρα τους
την τρυφερή κορυφή των ώμων μιας γυναίκας
και σιωπάς
και μένεις μόνος
και γράφεις τ’ όνομά σου
στην αγχόνη
«Στην αγχόνη έγραψε το όνομά της η δική μου γενιά αλλά δεν υποχώρησε. Πολέμησε σε όλους τους τομείς…»
christodoulou4Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του είχε αρχίσει ήδη από το 1964 με τον τίτλο « Ποιήματα 1954 – 1964» και περιείχε οκτώ συλλογές . Ακολούθησε ο δεύτερος τόμος « Αιχμές – Ποιήματα 1965 -1975» και μετά το θάνατό του ο τρίτος τόμος « Ποιήματα 1977 – 1988). Το 2014 κυκλοφόρησε και τέταρτος τόμος με Ανέκδοτα Ποιήματα.
Πλούσια είναι και η πεζογραφική του δουλειά που αρχίζει το 1976 με το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Το γούπατο . Ανάμεσά στα πεζά και διηγήματα βρίσκεται και το Ελ Ντάμπα , μυθιστόρημα για τα χρόνια της ομηρίας στο ομώνυμο στρατόπεδο.
«Μπάσιμο στην πεζογραφία από την πίσω πόρτα…Η ποίηση είναι μια ανάλυση της υπόστασης με την υπέρβαση. Το πεζό είναι η ανάλυση του ιστορικού χρόνου και της ηθικής με την έννοια του ήθους, της συμπεριφοράς των ηρώων…Τι συνέβη στον εσωτερικό κόσμο, το περιβάλλον, οι ίντριγκες, οι συνομωσίες…»
Αν και ποιητής  έγραψε και πολλά θεατρικά έργα γιατί πίστευε ότι «…Με το θέατρο και τον θεατρικό, φυσικά, λόγο παρακολουθούμε τον κόσμο στη σύγκρουσή του, τη στάση που παίρνει κάθε οντότητα μέσα από αυτή τη σύγκρουση επισημαίνουμε και υπογραμμίζουμε. Με την ποίηση φτάνουμε στο λυρισμό, με το θέατρο στη δράση. Με την ποίηση μένουμε στη μοναξιά με το θέατρο βγαίνουμε κατά πρόσωπο στον κόσμο. Μένει, βέβαια, μέσα απ’ όλα αυτά αν ο ποιητής κάνει καλό θέατρο. Και θα’ θελα να με ρωτούσατε αν κάνω καλό θέατρο».
Την απάντηση σε αυτή την ερώτηση την άφηνε στους θεατές και όχι στους κριτικούς.
Ο Δημήτρης Χριστοδούλου ήταν άνθρωπος βαθιά πολιτικοποιημένος και συμμετείχε ενεργά και μάχιμα στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Έχει χαρακτηριστεί στοχαστικός, δημιουργικός, αγωνιστής του λόγου. Η ποίηση ήταν για τον Χριστοδούλου η έσχατη δικαίωση.
christodoulou3
«…Έζησα το αίμα και το μετέτρεψα σε ποιητικό λόγο που είναι η έσχατη δικαίωσή μου. Αυτή είναι η δική μου προσφορά.»
Το έργο του, το «Αρχείο Δημήτρη Χριστοδούλου», μετά το θάνατό του δωρίστηκε από τη γυναίκα του Μαρία Κανδρεβιώτου στο Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα προκειμένου να ψηφιοποιηθεί και να αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερης μελέτης. Το γεγονός αυτό προκαλεί εύλογα ερωτηματικά για το ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτείας και των διαφόρων φορέων σχετικά με τη διάσωση, μελέτη και προβολή του έργου ενός σημαντικού ανθρώπου που υπηρέτησε την προοδευτική Τέχνη με ήθος, συνέπεια και αφοσίωση.
Αν κάποιος σήμερα θελήσει να διαβάσει κάποιο από τα έργα του Χριστοδούλου πολύ δύσκολα θα το βρει. Τα περισσότερα είναι  εξαντλημένα, εκτός από τα Ανέκδοτα Ποιήματα και Το Γούπατο που επανεκδόθηκαν σχετικά πρόσφατα. Ελάχιστα έχουν απομείνει στα ράφια κυρίως παλαιοβιβλιοπωλείων. Πολύ λίγα για ένα τόσο μεγάλο έργο. Τελικά ευτυχώς που υπάρχουν τα τραγούδια του.
«Εκείνο που ξέρω είναι ότι, στη ζωή, η πολιτεία λειτουργεί με τενεκέδες και στο θάνατο δοξάζει τα μάρμαρα και μένει ήσυχη. Ύστερα, σκέφτομαι καμιά φορά, πως δεν υπάρχει δήμος ή κοινότητα που να μη τιμάει και τον τελευταίο στιχουργό της. Αυτός, ρε παιδί μου, ο δήμος Αθηναίων, που ελάχιστα είναι των Αθηναίων αλλά των βλάχων, δεν έκανε ποτέ έτσι για να πει πόσοι Αθηναίοι ποιητές, γέννημα-θρέμμα, δίνουν τη μάχη σ’ αυτή τη βρωμούπολη για να βγάλουν τα σκουπίδια της αφάνειας και της αδιαφορίας από το κεφάλι της. Ας είναι. Πολλά ζητάω, αλλά, έτσι, λόγος να γίνεται – ας πλένουν τους δρόμους, ας βάζουν λίγη άσφαλτο που ’χουμε γίνει σκορποχώρι, ας ποτίζουν τα πάρκα κι ας αφήσουν τους ποιητές να πεθαίνουν στου Ζωγράφου και να τους θυμούνται, γκραν γκινιόλ, στο νεκροκρέβατο.»

Πηγές:
1) Συνεντεύξεις στο Νίκο Λαγκαδινό: α) Εξόρμηση 31/1 – 1/2  1981
β) Ελεύθερη Γνώμη 18/12/1983
2) Εκπομπή «Μονόγραμμα» Γιώργου και Ηρώς Σγουράκη. Αφιέρωμα στον Δημήτρη Χριστοδούλου (1986)
3) Βασίλη Καλαμαρά: Στο αρχιπέλαγος της ποίησής του, Ελευθεροτυπία 27/4/2014
4) Ηλιάνα Αντωνίου, Αφιέρωμα: Δημήτρης Χριστοδούλου( 1924 -1991). Ο επίμονος Προμηθέας του λόγου. ΑΕΠΙ (τεύχος 24, Ιούνιος 2014)
5) «Γίνε αστέρι κι ουρανός» Ριζοσπάστης, Τετάρτη 6 Μάρτη 1991

                                                                 Πηγή: http://ofisofi.blogspot.gr

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Κυριακάτικο σινεμά: "Σκλάβοι στα δεσμά τους" (2008)


 Μια προσεγμένη και αξιοπρεπή μεταφορά ενός κοινωνικού μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, προτείνει σήμερα το ιστολόγιο. Πρόκειται για την ταινία του 2008 "Σκλάβοι στα δεσμά τους". Μεγάλη παραγωγή, σπουδαίο και αποτελεσματικό επιτελείο ηθοποιών, ενδιαφέρουσα εικονογραφική σκηνοθετική προσέγγιση. Η ταινία συνέλεξε δέκα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας.
 Η σκηνοθεσία είναι του Τώνη Λυκουρέση. Παίζουν: Γιάννης Φέρτης, Άκης Σακελλαρίου, Χρήστος Λούλης, Δήμητρα Ματσούκα

Κ α λ ή  Κ υ ρ ι α κ ή !

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Γερόντων βάσανα στην αρχαία Ελλάδα...

Greeks-Illustration-009Τα γηροβοσκεία, οι υιοθεσίες, η νομοθεσία
ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, οι άνθρωποι σπάνια ξεπερνούσαν τα πενήντα χρόνια ζωής. Όσοι δηλαδή κατάφερναν να μεγαλώσουν, καθώς το ποσοστό της παιδικής θνησιμότητας ήταν πολύ υψηλό.
Οι αρρώστιες, οι κακές συνθήκες ζωής και οι συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις δεν άφηναν τους ανθρώπους να γεράσουν σύμφωνα με τα σημερινά μέτρα, ενώ οι γυναίκες πολύ γρήγορα καταπονούσαν το κορμί τους, αφού άρχιζαν να γεννούν συνεχώς παιδιά μόλις έμπαιναν στην εφηβεία τους. Στα δεκατέσσερά τους, ήταν ήδη παντρεμένες και μητέρες.
Για όσους παρά ταύτα κατάφερναν να γεράσουν, η ζωή δε διέφερε πολύ από αυτή των σημερινών γερόντων. Για τους φτωχούς, τα πράγματα ήταν δύσκολα, για τους ευκατάστατους ευκολότερα. 0 νόμος υποχρέωνε μεν τα παιδιά να συντηρούν τους γέρους γονείς τους, όμως το πράγμα είναι πάντα ευκολότερο όταν ο γέρος έχει δική του περιουσία. Για τους φτωχούς υπήρχαν τα γηροκομεία της αρχαιότητας, που ονομαζόντουσαν «γηροβοσκεία», αλλά θα πρέπει να ήταν ελάχιστα. Οι μόνοι γονείς που δεν προστατεύονταν από το νόμο ήταν αυτοί που είχαν εκπορνεύσει τους γιους τους (όχι τις θυγατέρες τους!) και αυτοί που δεν είχαν φροντίσει να μάθουν στα παιδιά τους μια τέχνη.

greek 

Σε γενικές γραμμές, ο σεβασμός στους γερόντους ήταν επιβεβλημένος, χωρίς να λείπουν και φαινόμενα χάσματος των γενεών, όπως φαίνεται κυρίως από τον Αριστοφάνη. Οι γέροι κατηγορούσαν τους νέους για ασέβεια και οι νέοι τους γέρους για συντηρητισμό και σκουριασμένα μυαλά. Σε μια παράσταση στο θέατρο του Διονύσου, κάποιος γέρος μπήκε μέσα, αλλά οι μόνοι που σηκώθηκαν για να δώσουν τη θέση τους ήταν κάποιοι Σπαρτιάτες πρέσβεις. Όταν οι χαβαλέδες Αθηναίοι είδαν τη χειρονομία, ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Ο Σπαρτιάτης τότε, έκπληκτος, είπε στο διπλανό του: «Αυτοί οι Αθηναίοι μπορούν να εκτιμήσουν τους καλους τρόπους, αλλά δεν ξέρουν να τους εφαρμόσουν».
Η αρχαία ελληνική γραμματεία προσφέρει δεκάδες διαφορετικές προσεγγίσεις για τα γηρατειά. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα, ο Σωκράτης ρωτά τον Κέφαλο πώς τα βολεύει τώρα που είναι γέρος και δεν έχει σεξουαλικές ορμές. Αυτός απαντά με ένα ανέκδοτο του Σοφοκλή: «Χαίρομαι που ξέφυγα από αυτό το πράγμα, σαν να είχα γλιτώσει από κάποιο άγριο και μανιασμένο κτήνος που με δυνάστευε». Αντιθέτως, ο γέρος Μίμνερμος από τη Μικρά Ασία τον 6ο αιώνα οδύρεται για την κατάστασή του: «Κάλλιο να πεθάνω όταν δε νοιάζομαι πια για κρυφές αγάπες, τα τρυφερά αγκαλιάσματα του έρωτα. Οι θεοί θέλησαν να είναι τα γεράματα μεγάλη συμφορά». Ο νόμος στην Αθήνα απαγόρευε στα παιδιά να επικαλούνται γεροντική άνοια των γονιών τους για να τους πάρουν την περιουσία. Φαίνεται όμως ότι υπήρχαν εξαιρέσεις. Οι γιοι του Σοφοκλή τον έσυραν στα δικαστήρια κι αυτός διάβασε στους δικαστές ένα απόσπασμα από τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, που έγραφε εκείνη την περίοδο. «Σας φαίνεται αυτό δουλειά ενός ηλιθίου;» ρώτησε. Η προσφυγή των παιδιών απορρίφθηκε.
diogenes_vat2
Για όσους δεν είχαν παιδιά, πολύ συνηθισμένη ήταν στην αρχαία Αθήνα η υιοθεσία, όχι παιδιών αλλά μεγάλων ανθρώπων. Επρόκειτο όχι μόνο για πράξη πρόνοιας ώστε να έχουν κάποιον να τους περιποιηθεί, αλλά και για αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διατηρηθεί το αδιαίρετο της περιουσίας. Για τον ίδιο λόγο, ο νόμος υποχρέωνε τις κοπέλες που δεν είχαν αδελφούς να παντρεύονται τους θείους τους, ώστε η οικογενειακή περιουσία να παραμένει μέσα στο σπίτι.
Πολύ άσχημα την είχαν οι φτωχές γυναίκες που γερνούσαν, καθώς ο νόμος δεν επέτρεπε στις γυναίκες να έχουν παραγωγική απασχόληση, παρά μόνο στους αγροτικούς πληθυσμούς. Ο Σόλων έκανε μια εξαίρεση και τους επέτρεψε να ασκούν το επάγγελμα της μοιρολογίστρας, ώστε να εξασφαλίζουν κάποια έσοδα. Οι άνδρες, πάλι, μπορούσαν να ασκήσουν το επάγγελμα του δικαστή, το οποίο τους απέφερε απολαβές από το δημόσιο ταμείο. Όσοι αιώνες κι αν πέρασαν πάντως, πάντα τα συναισθήματα των ανθρώπων απέναντι στην ανημποριά των γηρατειών είναι πανομοιότυπα. Όταν ο αιωνόβιος Ζήνων πήγε να μπει στο θέατρο και σκόνταψε, προξενώντας έκρηξη γέλιου στο ακροατήριο, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και είπε στο θεό του Άδη: «Έρχομαι! Γιατί φωνάζεις, Πλούτωνα;». Έπειτα γύρισε σπίτι του και αρνήθηκε να ξαναπάρει τροφή μέχρι που πέθανε.

                              Πηγή: Δημήτρης Καμπουράκης - Μια Σταγόνα Ιστορία - Μέρος Δεύτερο

Κακό πράγμα τα γηρατειά, πολύ χειρότερο όμως να είναι κανείς γέρος από τα νιάτα του

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Καλό μήνα!


 Στο Ιουλιανό και αργότερα στο Γρηγοριανό ημερολόγιο ο μήνας Μάρτης, που σήμερα έφτασε, έχει 31 ημέρες. Στις 21 Μαρτίου πραγματοποιείται η αστρονομική έναρξη της άνοιξης με τη λεγόμενη  «εαρινή ισημερία», δηλ. την ίση χρονική διάρκεια ημέρας και νύχτας. Το όνομα του είναι ρωμαϊκής καταγωγής. Είχε οριστεί ως ο μήνας του θεού Μαρς, που αντιστοιχεί  με τον Άρη, το θεό του πόλεμου των αρχαίων Ελλήνων. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν  αφιερωμένος στον Mercurius δηλ. τον Ερμή. Οι μεγάλες καιρικές μεταβολές του, έδωσαν αφορμή στη λαϊκή φαντασία να πλάσει μύθους, θρύλους, παροιμίες και  παραδόσεις, που αναφέρονται στα βασικά γνωρίσματα του. Αρκετοί μύθοι ζητούν να αιτιολογήσουν, γιατί ο Μάρτης μια γελά και μια κλαίει. Σύμφωνα με κάποια αθηναϊκή παράδοση ο Μάρτης έχει δυο γυναίκες, την μια πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσκημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει προς την άσκημη, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτιδιάζει όλος ο κόσμος, όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος. Αλλά τις περισσότερες φορές γυρίζει από την άσχημη γιατί αυτή είναι πλούσια και τρέφει και τη φτωχή και όμορφη.
                 Άλλες ονομασίες: Ανοιξιάτης, Κλαψομάρτης, Πεντάγνωμος, Φυτευτής και Βαγγελιώτης (λόγω Ευαγγελισμού)

                    ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
                 Όργωμα & σβάρνισμα.
                 Σπορά καλαμποκιού & τριφυλλιού.
                 Φύτεμα καλοκαιρινής πατάτας, ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς & κολοκυθιάς.
                 Ψεκασμός & θειάφισμα δέντρων.
                 Αποκοπή μικρών αρνιών από τις μάνες τους.
                
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
                 «ΜΕΡΟΜΗΝΙΑ». Οι πρώτες μέρες του Μάρτη. Μέρες δηλ. που από τις καιρικές συνθήκες τους μπορούν να γίνουν σχετικές προγνώσεις για όλο το χρόνο.
                
«ΜΑΡΤΗΣ» (1/3). Πανελλήνιο έθιμο της πρωτομαρτιάς. Είναι η συνήθεια να δένουν οι μητέρες στο χέρι ή στο πόδι των παιδιών τον λεγόμενο «Μάρτη», κορδόνι από λευκό και κόκκινο νήμα, για να τα προφυλάξουν από τις ακτίνες του μαρτιάτικου ήλιου, οι οποίες θεωρούνται πολύ επικίνδυνες. Για ν’ αποτρέψουν την επίδραση του ήλιου έδεναν στον καρπό του χεριού ή και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού τον «μάρτη», δηλαδή μια λινή κλωστή, άσπρη και κόκκινη ή και χρυσή, στριμμένη, αφού πριν την κρέμαγαν σε κλώνους τριανταφυλλιάς και την εκθέσουν τη νύχτα στα άστρα. Τον «μάρτη» τον φορούσαν ως την Ανάσταση. Τότε τον έβγαζαν και τον έδεναν στην τριανταφυλλιά, για να πάρουν το χρώμα της. Αλλού τα παιδιά κρατούν τον «μάρτη» μέχρι να πρωτοδούν χελιδόνι ή πελαργό. Το δεύτερο κακό που ο λαός φοβάται, τις τρεις πρώτες, τις τρεις μεσαίες και τις τρεις τελευταίες ή τις δέκα-δώδεκα πρώτες μέρες του Μαρτίου, είναι οι Δρίμες, όντα δαιμονικά, που κάνουν κακό στα ξύλα, ρούχα και σώματα. Όσα πανιά πλυθούν τότε, λιώνουν, όσα ξύλα κοπούν, σαπίζουν. Γι’ αυτό ή αποφεύγουν ολότελα να πλύνουν τις μέρες αυτές ρούχα ή, αν πλύνουν, ρίχνουν στο νερό πέταλο, γιατί το σίδερο, όπως πιστεύουν, είναι γιατρικό, αποτρέπει δηλαδή τα δαιμόνια. Επίσης δε λούζονται, δεν κόβουν ξύλα και αποφεύγουν και άλλες εργασίες.
               
«ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ» (1/3). Πρωτομαρτιάτικο έθιμο της Β. Ελλάδας & των νησιών του Αιγαίου. Ένα μελωδικό καλωσόρισμα της Άνοιξης με ειδικά τραγούδια που λέγουν τα παιδιά γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι κρατώντας στεφάνι λουλουδιών ή ένα κλαδί από κισσό & ομοίωμα χελιδονιού, που έχει ένα «μαγικό χαρακτήρα»:
                                    Χελιδόνα έρχεται, από Μαύρη θάλασσα.
                                    Θάλασσα επέρασε. Έκατσε και λάλησε…
                                   Μάρτης μας ήρθε, τα λουλούδια ανθίζουν,
                                  Όξω ψύλλοι και κοριοί, μέσα υγεία και χαρά…
                Στην περιοχή του Πύργου Ηλείας τραγούδαγαν:
                                    χελιδονάκι πέταξε, ήβρε κήπον κι έκατσε,
                                  και γλυκοκελάηδησε, Μάρτη, Μάρτη μου καλέ.
                                 Μάρτη, Μάρτη μου καλέ  και Απρίλη θαυμαστέ,
                             τα πουλάκια αβγά γεννούν κι αρχινούν να τα κλωσούν.

                Τα παιδιά, με το τραγούδι τους, επικαλούνται τα αληθινά χελιδόνια, να έρθουν στον τόπο τους και μαζί μ’ αυτά η άνοιξη. Η νοικοκυρά παίρνει λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι της χελιδόνας, τα τοποθετεί στο κοτέτσι, για να γεννούν πολλά αυγά οι κότες, και δίνει ένα ή δυο αυγά στα παιδιά που ξεκινούν για άλλο σπίτι. Όπως είναι γνωστό, ο βαθυπράσινος κισσός είναι σύμβολο της αειθαλούς βλαστήσεως και θεωρείται μέσο ικανό να μεταδώσει τη θαλερότητα και τη γονιμότητα στις όρνιθες και τα άλλα ζώα.
                 Έπαιρναν για αμοιβή  γλυκίσματα και χρήματα, κάτι ανάλογο με την αμοιβή από τα κάλαντα, δίνοντας ευχές για ευημερία και ευγονία. Πρόκειται για έθιμο που κατάγεται από την αρχαιότητα, όπως αποδεικνύει το «χελιδόνισμα», δηλαδή το τραγούδι της χελιδόνας, που μας παρέδωσε ο Αθήναιος γύρω στα 200μ.Χ., αλλά ανάγεται σε πολύ παλιότερα χρόνια. Η ομοιότητα του τραγουδιού με το σημερινό όχι μόνο εννοιολογική αλλά εν μέρει λεκτική, είναι ολοφάνερη
               
ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ (9 Μαρτίου)
                Στη συνείδηση του λαού ο αριθμός 40 είναι ιερός. Γι’ αυτό και οι άγιοι Σαράντα, που μαρτύρησαν το 320 στη Σεβάστεια, λατρεύονται ιδιαίτερα από το λαό. Όλες οι συνήθειες και οι προλήψεις της ημέρας αυτής βάση έχουν τη θρησκευτική ή τη μαγική σημασία του αριθμού 40.
                Συνηθίζονται οι σαραντόπιττες, δηλαδή πίτες με σαράντα φύλλα, ή 40 τηγανίτες ή φαγητά από 40 ειδών χόρτα ή όσπρια που τα μοιράζουν για την ψυχή των ζωντανών.
                Κοινότατη είναι η παροιμία: Σαράντα φας, σαράντα πιείς, σαράντα δώσ’ για την ψυχή
               
ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. Ταυτισμένη με τα Κούλουμα (ομαδική έξοδος στις εξοχές), το Γαϊτανάκι (το γαϊτανάκι ήταν ένας ειδικός χορός, στον οποίο τα καρναβάλια κινούνταν γύρω από ένα ψηλό κοντάρι, κρατώντας πολύχρωμες ταινίες, δεμένες στην κορυφή του κονταριού, "πλέκοντας" μ΄αυτό τον τρόπο το γαϊτανάκι) και το πέταγμα χαρταετών [τσερκένια (Σμύρνη), ουτσουρμάδες (Κων/πολη), πουλία (Πόντος), πετάκια (Θράκη), αετός- μύλος- ψαλίδα- άστρο-φωτοστέφανο (κυρίως Ελλάδα), φυσούνα (Επτάνησα)] . Επίσης χαρακτηριστικά της γνωρίσματα είναι η αθυροστομία, τα αλληλοπειράγματα, τα σκώμματα, η σάτιρα & το νηστίσιμο τραπέζι με τα τουρσί, κρεμμυδάκια φρέσκα, ραπανάκια, ταραμά, αλάδωτα όσπρια, τους χαλβάδες, τα θαλασσινά, τα ντολμαδάκια, μα πάνω απ’ όλα την γνωστή σε όλους μας λαγάνα (είδος ψωμιού άζυμου, δηλ. χωρίς προζύμι). 
                «ΚΥΡΑ-ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ». Έθιμο που συναντάται σε όλη την Ελλάδα. Για τη μεγάλη νηστεία του Πάσχα (40 ημερών), παρίσταναν τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν μία γυναίκα με όλα τα χαρακτηριστικά της νηστείας: ξερακιανή, αυστηρή, χωρίς στόμα, με χέρια σταυρωμένα (γιατί είναι όλο προσευχή), με σταυρό στο κεφάλι και με 7 πόδια, όσες και οι βδομάδες για το Πάσχα. Την έφτιαχναν από χαρτόνι ή πανί παραγεμισμένο με πούπουλα και την κρεμούσαν από το ταβάνι (σαν είδος ημερολογίου, αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ημερολόγια). Κάθε βδομάδα (ημέρα Σάββατο) που περνούσε έκοβαν κι από ένα πόδι μέχρι να φτάσει το Πάσχα. Το τελευταίο πόδι το έβαζαν μέσα σ’ ένα ξερό σύκο ή σ’ ένα καρύδι. Όποιος το ‘βρισκε ήταν ο τυχερός.
                 Σε μερικά μέρη, αντί του σκίτσου, οι γιαγιάδες έφτιαχναν την Κυρά-Σαρακοστή με νηστίσιμο ζυμάρι. Αφού την έψηναν, την έβαζαν στα εικονίσματα. Κάθε Σάββατο κατέβαινε από τη θέση της για να της κοπεί ένα πόδι.
                 Το τραγούδι της Κυράς Σαρακοστής είναι:
                                    Την Κυρά Σαρακοστή, που είναι έθιμο παλιό
                                  οι γιαγιάδες μας τη έφτιαχναν με αλεύρι και νερό.
                                   Για στολίδι της φορούσαν στο κεφάλι της σταυρό
                                   μα το στόμα της ξεχνούσαν, γιατί νήστευε καιρό.
                               Και τις μέρες τις μετρούσαν  με τα πόδια της τα επτά
                                 έκοβαν ένα τη βδομάδα μέχρι να ‘ρθει η Πασχαλιά.
                
«Η ΦΟΒΕΡΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΑΡΑ» (Πόντος). Ο Κουκαράς ήταν ένα σκιάχτρο, που έφερνε σε θεογνωσία τους μικρούς κι ανήξερους. Ήταν ένα κρεμμύδι μεγάλο με μουστάκες (ίνες της ρίζας του), μαυρισμένο καλά. Και οι μουστάκες του καψαλισμένες για να μαυρίζουν κι αυτές. Μάτια άσπρα, φτιαγμένα με κιμωλία. Στα πλευρά του-στη μεγάλη διάμετρο της μέσης του-ολόγυρα μπηγμένα κάθετα και σε ίσα διαστήματα μεταξύ τους, 7 φτερά από κότα, ισάριθμα με τις εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Το έδεναν από την ουρά και το κρέμαγαν νωρίς το πρωί της Καθαρής Δευτέρας από τη μέση της οροφής της τραπεζαρίας.
                
25η ΜΑΡΤΙΟΥ. Η επέτειος της Εθνεγερσίας & ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Τότε οι βοσκοί της Κρήτης οδηγούν τα αιγοπρόβατα από τα χειμαδιά στα ορεινά μέρη, σύμφωνα με την παροιμία:
«Κούρευε, κουδούνωνε και στα όρη ανέβαινε».
                 Ορισμένες λαϊκές συνήθειες έχουν βάση την αντίληψη ότι η εαρινή περίοδος αρχίζει την ημέρα του Ευαγγελισμού. Έτσι στην Ήπειρο τα παιδιά παίρνουν ένα ταψάκι ή ταβά χωματένιο, το χτυπούν μ’ ένα κουτάλι και λένε: Φευγάτε, φίδια, γκουστερίτσια, σήμερα είναι του Ευαγγελισμού!                 Αλλού τα κορίτσια βγαίνουν στους αγρούς, κάθονται πάνω στα σπαρτά και τ’ αγκαλιάζουν. Αλλού κάνουν κούνια και κουνιούνται (τραγούδια καλημεριστά). Η αποχή από κάθε εργασία την ημέρα αυτή είναι, εξαιτίας δεισιδαιμονικών φόβων, απόλυτη: δε σαρώνουν, δε βγάζουν νερό από το πηγάδι, ούτε λάδι από το κιούπι, δεν ανοίγουν σεντούκι, δεν πάνε στα περιβόλια κλπ.
                 Τη μέρα του Ευαγγελισμού καμιά γυναίκα δεν έπρεπε να μείνει έγκυος, έλεγε ο λαός, γιατί το παιδί θα γεννηθεί ανήμερα τα Χριστούγεννα. Και τα παιδιά που γεννιούνται Χριστούγεννα δεν προκόβουν ή γίνονται καλικαντζαράκια. Και βέβαια αυτή τη μέρα δεν κάνουν καμιά δουλειά. Ούτε το σεντούκι δεν άνοιγαν.                                             Στη Σωζόπολη Θράκης λένε πως ούτε τα χελιδόνια φτιάχνουν τη φωλιά τους αυτή τη μέρα. Τόσο μεγάλη γιορτή είναι.
                
«ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ». Λέγονται οι τελευταίες μέρες του Μάρτη. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν μια γριά που θέλησε να κοροϊδέψει τον Μάρτιο, νομίζοντας ότι γλίτωσε αρνιά και κατσίκια από το κρύο και το χιόνι του, είπε:
-Πριτς, Μάρτη μου, τα γλίτωσα τα κατσικάκια μου!
                Αυτός όμως έκαμε τις τελευταίες μέρες του τόσο δυνατή κακοκαιρία, που η γριά και τα ζώα πέτρωσαν από το κρύο.
               
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
                «Aκόμη και στις δεκαοχτώ έχει το μάτι του ανοιχτό».
                «Aκόμη στις δεκαοχτώ, ψοφάει η πέρδικα στ' αυγό. Λένε και στις τριάντα, μα δεν ηξεύρω γιάντα».
                «Aν κάνει ο Mάρτης δυο νερά κι ο Aπρίλης πέντε-δέκα, να δεις το κοντοκρίθαρο πως στρίβει το μουστάκι, να δεις και τις αρχόντισσες πως ψιλοκλεισιρίζουν, να δεις και τη φτωχολογιά πως ψιλοκοσκινάει».
                «Mάρτης άβροχος, μούστος άμετρος».
                «Mάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης».
                «Mάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Και σαν τύχει και θυμώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει».
                «O Mάρτης το πρωί χιόνισε, κι ο γάιδαρος ψόφησε (από το κρύο). Το μεσημέρι βρώμισε (από τη ζέστη), και το βράδυ τον πήρε το ποτάμι (από τη βροχή)».
                «O Μάρτης ο κλαψόγελος».
                «Tο Mάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια».
                «Αλί στα μαρτοκλάδευτα και τ’ απριλοσκαμένα» [δηλ. Το Μάρτη δεν πρέπει να κλαδεύεται τίποτα και τον Απρίλη να σκάβεται η γη]
                «Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλη άλλο ένα, χαρά σε εκείνον το γεωργό Που’ χει στη γη σπαρμένα».
                «Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά, κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε εκείνον το ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα».
                «Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα».
                «Από Μαρτιού πουκάμισο κι απ’ Αύγουστο σεντόνα».
                «Από Μαρτιού πουκάμισο, κι απ' Αύγουστο σεγκούνι».
                «Απρίλης έχει τα χάδια κι ο Μάρτης τα δαυλιά».
                «Βροντή Μαρτιού, φίλεμα με καρύδια».
                «Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης, παρά Μάρτης λιοπυριάρης».
                «Κάλλιο Μάρτης στα δαυλιά, παρά στα προσηλιακά».
                «Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές» [δηλ. Καλύτερα το Μάρτη να ‘χει κρύο παρά ζέστη]
                «Καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας».
                «Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;»
                «Μάρτη και Σεπτέμβρη ίσια τα μεσάνυχτα» [ισημερία]
                «Μάρτης άβρεχτος, μούστος άμετρος» [δηλ. όταν ο Μάρτης δεν έχει βροχές, ωφελούνται πολύ τα αμπέλια]
                «Μάρτης βρέχει, θεριστάδες χαίρονται».
                «Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει».
                «Μάρτης βροχερός, θεριστής κουραστικός».
                «Μάρτης δίμουρος. Μάρτης πεντάγνωμος».
                «Μάρτης έβρεχε, Θεριστής τραγούδαγε».
                «Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε».
                «Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει».
                «Μάρτης κλαψής, θεριστής χαρούμενος».
                «Μάρτης πουκαμισάς, δεν σου δίνει να μασάς».
                «Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα» [δηλ. μη νομίσεις ότι ο καιρός θα είναι κακός όλη την ημέρα και δεν πας στη δουλειά σου]
                «Ξύλα φύλαγε τον Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια».
                «Ο Αύγουστος για τα πανιά κι ο Μάρτης για τα ξύλα».
                «Ο ήλιος του Μαρτιού, τρυπάει κέρατο βοδιού».
                «Ο καλός Μάρτης στα κάρβουνα, κι' ο κακός στον ήλιο».
                «Ο Μάρτης εδιαλάλησε, μικρά μεγάλα πάνω» [δηλ. μεγαλώνουν όλα τα φυτά]
                «Ο Μάρτης έχει τ' όνομα, κι ο Απρίλης τα λουλούδια».
                «Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος ώρα στον ήλιο, ώρα στον τοίχο» [δηλ. εκεί που κάθεσαι στον ήλιο, πιάνει κρύο και πας δίπλα στο τζάκι]
                «Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, εφτά φορές χιόνισε και πάλι το μετάνιωσε που δεν εξαναχιόνισε!»
                «Ο Μάρτης το πρωί πηλά (λάσπες) και το βράδυ χώματα» (το πρωί βρέχει και μέχρι το βράδυ έχει στεγνώσει).
                «Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε, και το βράδυ το βρόμισε».
                «Ο Μάρτης ως το γιόμα ψοφάει το βόδι (από το κρύο) κι ως το βράδυ το βρωμίζει (από τη ζέστη)».
                «Ο Μάρτης ώρα βρέχει και χιονίζει κι ώρα μαρτολουλουδίζει».
                «Όλες του Μάρτη φύλαγε και τ' Απριλίου τις δώδεκα, ότι ακόμη και στις δεκαοχτώ πέρδικα ψόφησε στ' αβγό».
                «Όλοι οι μήνες καιν τα ξύλα και ο Μάρτης τα παλούκια».
                «Οπού ‘χει κόρη ακριβή, του Μάρτη ήλιος μην τη δει».
                «Ούτε ο Αύγουστος χειμώνας, ούτε ο Μάρτης καλοκαίρι».
                «Σαν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα χαράς σ' εκείνο το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα».
                «Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απρίλης άλλη μία, να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν
αλώνι».
                «Στων αμαρτωλών τη χώρα, το Mαρτάπριλο χιονίζει».
                «Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαρτιού το χιόνι, που το ρίχνει από βραδύς και το πρωί το λιώνει».
                «Τα παλιά παλούκια καίει, τα καινούρια πάει και φέρνει».
                «Το Μάρτη ξύλα φύλαγε κι άχερα των βοδιώνε και λίγα ξυλοκέρατα να δίνεις των παιδιώνε».
                «Το Μάρτη τον πεντάγνωμο οπού γελά και κλαίει, Θα τόνε τιμωρήσουμε ψέματα να μη λέει».
                «Το Μάρτη φύλαε άχερα, μη χάσεις το ζευγάρι».
                «Τον Μάρτη κι αν τον αγαπάς φίλο μην τον κάνεις».
                «Τον Μάρτη χιόνι βούτυρο, μα σαν παγώσει μάρμαρο».
                «Του Mάρτη του αρέσει, να είναι πάντα στο διπλό, μια στις δέκα να έχει ήλιο, και τις άλλες ξυλιασμό».
                «Του Μάρτη και του Τρυγητή ίσα τα ημερόνυχτια».
                «Του Μάρτη ο ήλιος βάφει, και πέντε μήνες δεν ξεβάφει».
                «Του Μάρτη οι αυγές με κάψανε, του Μάη τα μεσημέρια».
                «Τσοπάνη μου την κάπα σου, το Μάρτη φύλαγε την».


...και ο Μάρτης στην Κεραλλονιά

Για τον επτανησιακό και ειδικότερα τον κεφαλλονίτικο Μάρτη ο Γεράσιμος Γαλανός, δάσκαλος και εξαιρετικός λαογράφος, παρατηρεί:

 "...Ο Μάρτιος παρουσιάζεται αρκετά μέσα στη φιλοσοφία του λαού και στα βιώματα του κεφαλλονίτικου λαού, όπως και σ’ όλο τον ελλαδικό χώρο. Ειδικότερα αυτό φαίνεται μέσα στις κεφαλλονίτικες παροιμίες, που αποτυπώνουν την εμπειρία χρόνων της πορείας του λαού που τις γέννησε, «τις σύνταξε». (Βλ. Δημητρίου Λουκάτου, Κεφαλονίτικα γνωμικά, Αθήνα 1952)

«Από Μαρτιού καλοκαιριού κι’ απ’ Αύγουστο χειμώνα». Σάμη

Δηλαδή, μπορεί να βρέξει απότομα εκεί που ο καιρός φαίνεται πως είναι καλοκαιρινός. Ωστόσο η παροιμία παρουσιάζει τους δύο αυτούς μήνες να μοιάζουν και να έχουν απότομες καιρικές εναλλαγές.

Το ίδιο νόημα ακολουθεί και η επόμενη παροιμία από την Πύλαρο, που πιστοποιεί τις καιρικές εναλλαγές των δύο αυτών μηνών, εννοώντας ότι μοιάζουν «καιρικά».

«Από Μαρτιού ποκάμισο κι απ’ Αύγουστο σεγκούνι» Πύλαρος

Το σεγκούνι είναι βαρύ χειμωνιάτικο σακκάκι που φορούσαν παλιά.

Επίσης για τα νάζια του, δηλαδή για την καιρική του αστάθεια στην Έρισσο λένε πως «Μάρτης είναι, νάζια κάνει πότα κλαίει, πότα γελάει».

Τα καιρικά νάζια του Μαρτίου σχολιάζει και η παροιμία από την περιοχή των Πρόννων λέγοντας πως: «Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνισε και πάλε το μετάγνωσε πως δεν εματαχιόνισε».

Κάθε τόπος στο νησί μας λέει και μια παροιμία για τον Μάρτιο, μα το περιεχόμενο της παροιμίας είναι περίπου ίδιο, απλά διαφοροποιείται στον λεκτικό τρόπο απόδοσης της.

Έτσι στην περιοχή της Παλικής που η αγροτιά είχε την πρωτοκαθεδρία της στο νησί μας, λένε:

«Ο Μάρτης πεντοδείλινος και πάλε δειλινάκης, πέντε φορές θα δειλινάς και πάλε, Γιάννη, θα πεινάς».

Η παροιμία αυτή θέλει να πει ότι τον Μάρτιο όλο και μεγαλώνει η μέρα και ο κόσμος που δουλεύει στον κάμπο, αναγκάζεται να δειλινά, δηλαδή να γιοματίζει, να τρώει το απόγευμα.
Στο «παροιμιακό σεργιάνι» των τόπων του νησιού, σχολιάζουμε μια ωραία παροιμία από τη Λιβαθώ, που οι κάτοικοι εκεί θέλουν ακόμη και σήμερα τις γυναίκες τους όμορφες και τις ανύπανδρες κόρες άσπρες και όχι μελαψές. Αυτό λέει η παροιμία της περιοχής της Λιβαθούς.

«Οπόχει κόρην ακριβή, του Μαρτ’ ο ήλιος μην τη γδή».

Επειδή ο ήλιος του Μαρτίου είναι απότομος και θα τη μαυρίσει.

Βέβαια υπάρχει και η πανελλήνια παροιμία για το Μάρτη που τη συναντάμε σχεδόν σ ’όλο το νησί μας και θέλει να μας πει, πως πρέπει τον Μάρτιο να είμαστε έτοιμη να αντιμετωπίσουμε τα καιρικά καμώματα του Μαρτίου, για να μην κινδυνεύσουμε, να μη φθάσουμε, να κάψουμε τα «σταλίκια» που ήταν τα ξύλινα δίποδα των χωριάτικων κρεβατιών. Παρόμοια έννοια έχει και μια παροιμία από την ίδια περιοχή της Λειβαθούς που λέει: «Το Μάρτη φύλαε τ’ άχερο, μη χάσης το ζευγάρι».

Η εξήγηση που δίνεται σε αυτά τα λόγια είναι: Ότι μπορεί απ’ εδώ και εμπρός μπορεί να μη βρέξουν οι άλλοι μήνες και να μην έχουν τα βόδια άχερο να φάνε.

Από τις γεωργικές παροιμίες του νησιού μας ονομαστεί είναι αυτή από το Πυργί που αναφέρεται στα αναπτυγμένα μπουμπούκια των αμπελιών που από τις εννέα του Μαρτιού φαίνονται ότι είναι έτοιμα να ξεσπάσουν σε φυλλοφορία.

«Τσ’ εννιά του Μαρτιού, είτε σκύλος κούντουρος στ’ αμπέλι». Εννοεί ότι τα μπουμπούκια είναι ήδη ανεπτυγμένα και το παραμικρό πέρασμα τα βλάπτει.

Συνεχίζοντας την αναφορά και στο χαραχτήρα του Μαρτίου μέσα από τις κεφαλλονίτικες παροιμίες, συναντάμε στην περιοχή της Σάμης, την επίσης γνωστή σε όλους μας, «Αν κάμ’ ο Μάρτης δυό νερά κι’ Απρίλης άλλο ένα, χαράς τονε το γεωργό πόχει πολλά σπαρμένα».

Αλλά επειδή οι καιρικές συνθήκες το Μάρτη είναι ασταθείς μια παροιμία από τη Λειβαθώ, μας συμβουλεύει ότι τα αμπέλια και ο κάμπος θέλουν αυτόν το μήνα φύλαγμα. «Αφ’ το Μάρτη τον τραγάτη!»

Στην Παλική θεωρούν σύμφωνα με την ακόλουθη παροιμία «Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης πάρι Μάρτης λιοπυριάρης», ότι πιο καλός για την παραγωγή είναι ο Μάρτης που κάνει κρύο και μαζευόμαστε κοντά στη ζέστη παρά να είναι ο Μάρτης καλοκαιρινός. Στο ίδιο νόημα έχει και η παροιμία «Μάρτης βρέχει, ποτέ μην πάψη» από τη Λειβαθώ, που θέλει να πει πως οι βροχές του μήνα αυτού είναι πολύτιμες.

Είναι αλήθεια πως οι μέρες φαίνονται πως μεγαλώνουν καλύτερα τον μήνα αυτόν. Η παροιμία που λεγόταν στην περιοχή της Πυλάρου, καταγραμμένη από τον δάσκαλο και επιθεωρητή Μακρή Ευάγγελο, «Το Μάρτη βάλ’ αργάτες κι άς είναι κι ακαμάτες», θέλει να πει πως οι μέρες του Μαρτίου είναι μεγάλες και οι εργάτες όσο τεμπέληδες και να είναι θα δουλέψουν. Την ίδια παροιμία οι Λειβαθινοί την λένε με μια παραλλαγή που αφορά τους εργάτες «…κι άς τους να ψυλλίζωνται».

Βέβαια οι κεφαλονίτικες παροιμίες λένε πολλά για τον Μάρτιο, που όπως ανέφερα στην αρχή η παροιμία συνοψίζει ποιητικά, στοχαστικά και συμβουλευτικά όλη την εμπειρία των αιώνων και ακολουθεί την ταυτότητα του εθιμικού κύκλου, που ως τροχός όλο και διαβαίνει πάνω στα ίδια βήματα καθώς γυρίζει μέσα στο χρόνο.

Αυτή τη χρονιά όμως εμείς κατορθώσαμε να «μηδενίσουμε» τις παροιμίες και το λόγο τους, μια και οι καιρικές συνθήκες όλο και αλλάζουν. Το κλίμα της γης έχει πάρει τροπή και αλλάζει από τη σταθερά του από τόπο σε τόπο, προβληματίζοντας μας για πιο θα είναι το μέλλον του πλανήτη Γη. Μακάρι οι Κασσάνδρες να διαψευστούν και να συνετίσουμε, μικροί και μεγάλοι, οι ισχυροί και οι κυβερνώντες τον πλανήτη μας, τα βήματά μας για τη σωτηρία του περιβάλλοντος της γης μας."

                                                                 Καλό μήνα σε όλους!

Μηνολόγιο Μαρτίου...





Να ακόμη ένα μηνολόγιο, για τον ολόφρεσκο Μάρτη, πάντα από το  sarantakos.wordpress.com...


Τρ  1 Ανακάλυψις της ραδιενεργείας υπό Ερρίκου Μπεκερέλ
Τε 2 Γενέσιον Αντωνίου Βιβάλντι
Πε  3 † Νικολάου Γκόγκολ
Πα 4 Γενέσιον Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη
Σα 5 Σωκράτους του φιλοσόφου θανάτωσις
Κυ 6 Μιχαήλ Αγγέλου. Και του Κιλελέρ.
Δε  7 Αριστοτέλους του Σταγειρίτου θανή
Τρ  8 Παγκόσμια ημέρα των γυναικών
Τε  9 Αναξαγόρου του φιλοσόφου
Πε 10 † Γεωργίου Ζαμπέτα
Πα 11 Ρωμαίου και Ιουλιέτας
Σα 12 Άννας Φρανκ τελευτή εν τω στρατοπέδω και Σταύρου Κουγιουμτζή θανή
Κυ 13 † Ίβο Άντριτς
Δε 14 Κοίμησις Καρόλου Μαρξ
Τρ 15 Γενέσιον Αγγέλου Σικελιανού, του υψιπετούς
Τε 16 † Μοδέστου Μουσόργκσκι του μουσουργού
Πε 17 Του Εθνικού Θεάτρου
Πα 18 † Οδυσσέως Ελύτη
Σα 19 Ταφή Ανδρέου Κάλβου  «είναι γλυκύς ο θάνατος μόνον όταν κοιμώμεθα εις την πατρίδα»
Κυ 20 †Κοίμησις Ισαάκ Νεύτωνος
Δε 21 Παγκόσμια ημέρα ποιήσεως αλλά και εαρινή ισημερία.
Τρ 22
† Ιωάννη Βόλφγκανγκ Γκαίτε
Τε 23 Άχθου Αρούρη, του αγνώστου ποιητού
Πε 24 † Αδαμαντίου Κοραή
Πα 25 Της Ελληνικής Επαναστάσεως
Σα 26 † Λουδοβίκου φαν Μπετόβεν
Κυ 27 Παγκόσμια ημέρα θεάτρου
Δε 28 Δημώνακτος του φιλοσόφου
Τρ 29 Μαρτύριον Χαραλάμπους Κανόνη εν Χίω
Τε 30 Νικολάου Μπελογιάννη και των συν αυτώ τυφεκισθέντων
Πε 31 Των εν Χίω υπό του Καραλή σφαγιασθέντων μυρίων