Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Καληνύχτα Ρωσία, καλημέρα Κατάρ...


Οι εικόνες και οι συγκινήσεις που μας άφησε το πρόσφατο παγκόσμιο κύπελλο είναι πολλές. Αρχικά οι νέοι παγκόσμιοι πρωταθλητές Γάλλοι οι οποίοι πανηγύρισαν με τη ψυχή τους αυτή την επιτυχία. Οι Γάλλοι παρουσίασαν ένα εντυπωσιακό και υπερπλήρης σύνολο χωρίς έλλειψη σε καμία θέση και άξιζαν απόλυτα αυτό το τρόπαιο.  Από την άλλοι οι Κροάτες που παρά την ήττα στον τελικό θα μείνουν για πάντα στη μνήμη μας για τη φοβερή διοργάνωση που πραγματοποίησαν και τις νίκες απέναντι σε Αργεντινή στους ομίλους και Αγγλία στον ημιτελικό.
ΓΑΛΛΙΑ ΚΡΟΑΤΙΑ

Για το ζευγάρι του μικρού τελικού μπορούμε να πούμε ότι θα κρατήσουμε αρκετά πράγματα καθώς πρόκειται για δύο ομάδες με αρκετές προοπτικές για το μέλλον. Βέλγιο και Αγγλία άφησαν εντυπώσεις αλλά δεν κατάφεραν να κάνουν το βήμα παραπάνω όμως το μόνο σίγουρο είναι ότι το μέλλον τους ανήκει. Οι Βέλγοι βρέθηκαν στα γήπεδα της Ρωσίας με αρκετές προσδοκίες και βλέψεις καθώς διαθέτουν ένα πολύ δυνατό σύνολο το οποίο μπορεί να «χτυπήσει» οποιονδήποτε αντίπαλο. Τελικά δεν τα κατάφεραν για κατάκτηση του Μουντιάλ αλλά σίγουρα θα συνεχίσουν να βρίσκονται στην επικαιρότητα για πολλή καιρό ακόμη. Για τους Άγγλους τι να πεις; Από το 1966 και τη μοναδική τους κατάκτηση Μουντιάλ αγνοούν την επιτυχία. Το βάρος του άγχους από το Αγγλικό κοινό κάθε φορά φαίνεται στα πόδια των παικτών κατά την διάρκεια των παιχνιδιών. Παρ όλα αυτά όμως αυτή τη φορά η Αγγλία παρουσίασε ένα μικρό ηλικιακά σχήμα με χαμηλούς τόνους και χωρίς πολλές προσδοκίες επιτυχίας. Αυτό το κλίμα μεταφέρθηκε και στους φιλάθλους των «λιονταριών» οι οποίοι δεν είχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις. Τα πράγματα χωρίς άγχος και πίεση για τους Άγγλους φαίνεται να λειτούργησαν καλύτερα φτάνοντας σε ημιτελικά Μουντιάλ μετά από 28 χρόνια. Μπορεί να μην τα κατάφεραν για την κούπα όμως άφησαν υποσχέσεις για το μέλλον.
 Η χρήση του VAR, απένειμε, χωρίς αμφιβολία, δικαιοσύνη στον αγωνιστικό χώρο, όμως για την... ακριβοδίκαιη εφαρμογή και αποτελεσματικότητά του, απαιτείται αρκετή δουλειά. Οι διαιτητές πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη εμπειρία και να αφομοιώσουν στο παιχνίδι τους, τους λόγους... επίκλησης της τεχνολογίας στην λήψη ορθών αποφάσεων. Και είναι βέβαιο, πως οι... ρομαντικοί του ποδοσφαίρου δεν θα το αποδεχθούν ποτέ, δεδομένου ότι υποστηρίζουν πως πρόκειται για «παρέμβαση» στην ταχύτητα εξέλιξης ενός αγώνα, με μετρήσιμους και αστάθμητους παράγοντες. Με άλλα λόγια, εκτιμούν ότι με το VAR θα χαθεί «η μαγεία του παιχνιδιού».
Το γεγονός πως η Γερμανία, η Ισπανία, η Αργεντινή και η Βραζιλία έμειναν νωρίς «εκτός νυμφώνος», οφείλεται κατά κύριο λόγο στην «μείωση της ψαλίδας» ανάμεσα στους «μεγάλους» και τους «μικρούς» του ποδοσφαίρου, δηλαδή στις συνέπειες της ποδοσφαιρικής παγκοσμιοποίησης. Είδαμε την Βραζιλία να προσπαθεί να γίνει μία ομάδα με ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά και την Αργεντινή να μην μπορεί να παράξει ποδόσφαιρο. Είδαμε την Ισπανία κουρασμένη από τις... 1.000 πάσες σε ένα 90λεπτο, είδαμε την Γερμανία να μην έχει αγωνιστικό προσανατολισμό και σχεδιασμό μέσα στο γήπεδο. Με εξαίρεση την Βραζιλία που «έπεσε» σ΄ ένα καταπληκτικό Βέλγιο και για περίπου 20 λεπτά στον προημιτελικό θα μπορούσε να διεκδικήσει την πρόκριση στην παράταση, οι άλλες τρεις κορυφαίες ομάδες, παραδόθηκαν σχεδόν «αμαχητί». Τηρουμένων, βεβαίως, των αναλογιών.
Παράλληλα, είδαμε να κυριαρχεί το 4-2-3-1 -όπως συμβαίνει και σε παγκόσμιο συλλογικό επίπεδο, με ελάχιστες εξαιρέσεις- και να το χρησιμοποιούν αποτελεσματικά, ομάδες που θεωρούνται - και είναι - κατώτερες. Ομως το ομαδικό πνεύμα, η στοχοπροσήλωση και η διαρκής συγκέντρωση αυτών των ομάδων, τους έφερε μπροστά σε θετικά -και σε αρκετές περιπτώσεις- εντυπωσιακά αποτελέσματα. Οπως, λόγου χάρη, η νίκη της Νότιας Κορέας και του Μεξικού επί της Γερμανίας με 2-0 και 1-0, αντίστοιχα, όπως οι ισοπαλίες του Ιράν με την Πορτογαλία (1-1) και του Μαρόκου με την Ισπανία (2-2) και όπως το 1-1 της Αυστραλίας με τη Δανία, της Ελβετίας με την Βραζιλία και της Ισλανδίας με την Αργεντινή.
Στα γήπεδα της Ρωσίας, είδαμε τους - κατά γενική ομολογία - κορυφαίους τρεις παίκτες του πλανήτη, να απογοητεύουν και να ετοιμάζουν βαλίτσες για διακοπές από πολύ νωρίς. Ο Λιονέλ Μέσι δεν κατάφερε να «σηκώσει» την -ομολογουμένως- απογοητευτική Αργεντινή, καθώς δεν υπήρξε κανένας ικανός συμπαραστάτης του, ο Κριστιάνο Ρονάλντο έμεινε στα τέσσερα γκολ από την φάση των ομίλων και ο Νεϊμάρ... κατάφερε να κάνει αισθητή την παρουσία του, επειδή παρέμεινε στο χορτάρι για σχεδόν 14 λεπτά, μετά από μαρκαρίσματα που δέχθηκε!
Στα αξιοσημείωτα αυτού του Μουντιάλ, συμπεριλαμβάνεται και το γεγονός ότι δεν «άνοιξε μύτη»! Σε καμία από τις πόλεις που φιλοξένησαν αγώνες και προπονήσεις των 32 ομάδων, δεν σημειώθηκε το παραμικρό επεισόδιο, επίτευγμα που πιστώνονται οι Αρχές ασφαλείας της κυβέρνησης Πούτιν.
Εξίσου σημαντική για την εύρυθμη εξέλιξη και ολοκλήρωση της διοργάνωσης, σημειώνει το Αθηναϊκό Πρακτορείο, αποδείχθηκε η απόδοση των διαιτητών. Με εξαίρεση την μη εξέταση από το VAR του πέναλτι που έκανε ο Μπόατενγκ στον Μπεργκ κατά την διάρκεια του αγώνα Γερμανία-Σουηδία, και αντίστοιχα τον μη καταλογισμό του επιθετικού φάουλ που έκανε ο Ζούμπερ στον Μιράντα, στο γκολ της ισοφάρισης της Ελβετίας απέναντι στη Βραζιλία, δεν υπάρχει κάποιο μεμπτό σημείο ή φάση, που έσφαλε ο διαιτητής και καθόρισε ένα αποτέλεσμα ή αδίκησε κάποια ομάδα. Παρά το γεγονός ότι στο Μουντιάλ «σφύριξαν» διαιτητές από το Ιράν, από την Γκάνα και από άλλες με όχι μεγάλη ποδοσφαιρική παράδοση χώρες, το επίπεδο σε αυτόν τον τομέα κυμάνθηκε σε επίπεδα που άγγιξαν το άριστα.
  ΚΑΤΑΡ 2022
Το Μουντιάλ στη Ρωσία είναι πλέον παρελθόν και όλοι έχουν το μυαλό τους στην επόμενη διοργάνωση η οποία θα διεξαχθεί σε 4.5 χρόνια στο Κατάρ. Ο λόγος είναι ότι για πρώτη φορά στην ιστορία των παγκοσμίων κυπέλλων η διοργάνωση θα διεξαχθεί χειμώνα και όχι καλοκαίρι όπως ήταν το συνηθισμένο μέχρι τώρα εξαιτίας των υψηλών θερμοκρασιών που επικρατούν στο Κατάρ κατά τους θερινούς μήνες.Ας περιμένουμε...Τέσσερα χρόνια δεν είναι πολλά...






Ωδή στη «θεά» μπάλα!

Αποτέλεσμα εικόνας για ποδόσφαιρο και κοινωνία 
Το ζούμε και με αφορμή το μουντιάλ στη Ρωσία: Ύστερα από την συνήθη υστερία της διανοουμενίστικης «δυσκοιλιότητας» κατά του ποδοσφαίρου, όλες οι θεωρίες περί «οπίου του λαού» και οι βαρύγδουπες «αναλύσεις» που δεν μπορούν να διακρίνουν το παιχνίδι από τους «αφεντάδες» του, γίνονται σμπαράλια από μια και μόνο ατάκα του Αλ Πατσίνο: «Η μπάλα δεν είναι δα και η ζωή. Είναι κάτι πολύ περισσότερο»! 
 
Όσο για τον Μπιλ Σάνκλι, αυτή τη μεγάλη μορφή του αγγλικού ποδοσφαίρου και αναμορφωτή της Λίβερπουλ, είχε το «θράσος» να «διαβεβαιώνει» τους επικριτές του ποδοσφαίρου ότι το ποδόσφαιρο «δεν είναι ένα απλό ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι κάτι πολύ ανώτερο»!
Η μπάλα είναι ο τελευταίος ίσως συλλογικός μηχανισμός της ταύτισης του «εγώ» με το «εμείς». Κανένα άλλο παιχνίδι δε μετατράπηκε σε οικουμενική γλώσσα όπως το ποδόσφαιρο. Κανένα άλλο παιχνίδι δεν κατόρθωσε να κάνει να χαίρονται ταυτόχρονα (αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας) τόσο οι «νονοί» της FIFA όσο και ο Νέλσον Μαντέλα, μόλις ανακοινώθηκε ότι το Μουντιάλ του 2010 θα γινόταν στη Νότια Αφρική. Κανένα άλλο παιχνίδι δεν κατάφερε να εκπροσωπήσει κοινωνικές τάξεις και κόμματα, και δεν κατόρθωσε να βγαίνει αλώβητο και αθώο στη συνείδηση της κερκίδας παρά τα νταραβέρια του με τον κάθε Κοσκωτά ή με τον κάθε Μπερλουσκόνι.
Στο ποδόσφαιρο, αποκρυσταλλώνεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο η σχέση του «εγώ» με το «εμείς». Στο ποδόσφαιρο όπως και στη ζωή, ο ατομισμός πληρώνεται. Το άτομο γίνεται χρήσιμο μόνο αν υποτάξει το «εγώ» του στο «εμείς». Στην αντίθετη περίπτωση, είτε γελοιοποιείται είτε χαντακώνει την ομάδα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το στοιχείο της προσωπικότητας ακυρώνεται στο ποδόσφαιρο. Ίσα ίσα, εδώ ακριβώς έχουμε μια εκπληκτική έκφραση του διαλεκτικού νόμου της «ενότητας και της πάλης των αντιθέτων»: Το στοιχείο της προσωπικότητας παίζει καθοριστικό ρόλο, είτε ανήκεις στις ποδοσφαιρικές «ιδιοφυΐες» είτε ανήκεις στους «μοιραίους» παίκτες. Μόνο που αυτή η προσωπικότητα, αυτός ο εγωισμός, δεν μπορεί ποτέ να ολοκληρωθεί πέρα και έξω από την ομάδα. Για να «τελειοποιηθεί», πρέπει να συνεργαστεί με δέκα ακόμα διαφορετικά «εγώ», να αποδομηθεί, να καταστραφεί για να μπορέσει να πετύχει και να αποθεωθεί. Όπως και στη ζωή.

Η Δημοκρατία

Η Δημοκρατία του ποδοσφαίρου είναι το Α και το Ω της δημοφιλίας του. Το ποδόσφαιρο είναι το συνώνυμο της αίσθησης (ή της ψευδαίσθησης) της Δημοκρατίας. Όλοι μπορούν να παίξουν μπάλα! Αυτό είναι το ποδοσφαιρικό θεώρημα – φενάκη που συντηρεί το αέναο της αυταπάτης γύρω από το ποδόσφαιρο.
Εντούτοις, είναι το δημοκρατικότερο των αθλημάτων, αφού μπορούν να παίξουν οι πάντες. Οι κοντοί, όπως ο Δομάζος, και οι ψηλοί, όπως ο Αντωνιάδης. Οι χοντροί, όπως ο Πούσκας, και οι «δαντελένιοι», όπως ο Βαν Μπάστεν. Οι ασθενικοί (περιγράφουν το Γκαρίντζα σαν υπόλειμμα πολυομελίτιδας) και οι λιγότεροι υγιείς (μέχρι και ο Πελέ έπασχε από… πλατυποδία)!
Στο ποδόσφαιρο αναπαράγεται κάθε τόσο ο μύθος του Δαυίδ με τον Γολιάθ. Μόνο που εδώ υπάρχουν αποδείξεις! Ο τρόπος με τον οποίο οι μικρόσωμοι άντρες μπορούν να καταστρέψουν τους μεγαλόσωμους (ΝικΧόρνμπι) διδάσκεται σχεδόν κάθε Κυριακή και είναι ένα θαύμα που δεν θα το δεις σε καμία εκκλησία.
Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοκρατικό άθλημα που επιτρέπει να μιλούν για λογαριασμό του οι πάντες, μέχρι κι αυτοί που δεν ξέρουν αν η μπάλα είναι στρογγυλή ή τετράγωνη. Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοκρατικό βασίλειο που έχει καταργήσει το κληρονομικό δίκαιο. Ούτε ο αυτοκράτορας Μπεκενμπάουερ, ούτε ο βασιλιάς Πελέ, ούτε ο Θεός Μαραντόνα, κανένας τους και ποτέ δεν μεταβίβασε κάτι από το ποδοσφαιρικό του βασίλειο στα παιδιά του. Το ποδόσφαιρο είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου αποδεικνύεται ότι η ιδιοφυία δεν κληρονομείται.
Η Δημοκρατία του ποδοσφαίρου αποθεώνεται και από το γεγονός ότι συστατικό στοιχείο του – περισσότερο από κάθε άλλο άθλημα –είναι το ανθρώπινο λάθος. Καμία μηχανιστική μεταφορά του μέσα στο γήπεδο, καμία προπόνηση, κανένα σχέδιο, καμία εντολή προπονητή δεν μπορεί να απαλλάξει το ποδόσφαιρο από την ανθρώπινη φύση του: Το λάθος! Το ποδόσφαιρο είναι το παιχνίδι των αυτογκόλ. Είναι ένα παιχνίδι λαθών, που ο αντίπαλος πάντα θα προσπαθεί να τα εκμεταλλεύεται.

Η εξέδρα

Η μπάλα, το παιχνίδι, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτούς που το βλέπουν
Το ποδόσφαιρο ανήκει στην μοναδική κατηγορία των αθλημάτων που η εξέδρα κατάφερε να διαμορφώσει όρους και κανόνες στο παιχνίδι. Το γύρισμα της μπάλας στην αγκαλιά του τερματοφύλακα, για παράδειγμα, αυτή η πράξη δειλίας, τελικά καταργήθηκε δια νόμου. Το βάρος των αποδοκιμασιών της κερκίδας υπήρξε ασήκωτο. Ο τερματοφύλακας δεν θα ξαναμπλοκάρει πια τη μπάλα από γύρισμα συμπαίκτη του!
Το ποδόσφαιρο είναι ίσως το μοναδικό άθλημα που η εξέδρα απέβαλε διαιτητή επειδή έδειξε κόκκινη κάρτα σε παίκτη. Ο παίκτης ξαναμπήκε στο γήπεδο και ο αγώνας συνεχίστηκε με άλλο διαιτητή. Συνέβη στην Κολομβία. Ο ποδοσφαιριστής ήταν ο Πελέ…
Σε μια μελέτη για τα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα της Αγγλίας από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και τη δεκαετία του 70, προκύπτει ότι οι ομάδες που παίζουν στην έδρα τους έχουν δυόμισι φορές περισσότερες πιθανότητες να νικήσουν από όσες πιθανότητες έχουν αν παίξουν εκτός έδρας. Τελικά, η φράση για τον οπαδό – 12ο παίκτη της ομάδας μοιάζει να είναι κάτι παραπάνω από ένα κλισέ.
Στο ποδόσφαιρο η εξέδρα είναι ο τελικός κριτής όλων όσων διαδραματίζονται στο χόρτο. Ενίοτε συμβαίνει το απίστευτο, όπως συνέβη το 1964. Τότε που οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, απηυδισμένοι από το δούλεμα των παικτών των ομάδων τους που – όπως πίστευαν – ήταν συνεννοημένοι να λήξουν τα μεταξύ τους παιχνίδι ισόπαλο, μπήκαν μαζί στο γήπεδο της Λεωφόρου και το έκαναν καλοκαιρινό.
Αυτή η δύναμη όσων βρίσκονται απέξω από τη γραμμή του άουτ, κάνει το ποδόσφαιρο ένα χώρο για να νομίζουν οι πολλοί  ότι υπάρχουν, ότι οι αφεντάδες τους λογαριάζουν, ότι τους χρειάζονται. Και πράγματι τους χρειάζονται. Ισως τους χρειάζονται όπως τα λιοντάρια χρειάζονταν τους μονομάχους, ίσως τους χρειάζονται όπως τα κανόνια τις σάρκες, αλλά τους χρειάζονται. Ειδάλλως ένας αγώνας χωρίς οπαδούς είναι σαν να χορεύεις  χωρίς μουσική (Γκαλεάνο).

Η έντιμη…  απάτη

Το γήπεδο είναι και ο χώρος όπου όλα (μοιάζουν να) επιτρέπονται.
Οι σύγχρονοι άρχοντες προσφέρουν στο πλήθος την φενάκη της ανωνυμίας και κείνο μπορεί να κάνει την «επανάστασή του» τραγουδώντας εν χορώ στη θέα των ΜΑΤ: Καλώς τα παιδάκια με τα ροπαλάκια. Αλλά έως εκεί! Γιατί όταν τα όρια απειληθούν να ξεπεραστούν, το γήπεδο παύει να είναι χώρος εκτόνωσης και συνάμα ασφαλιστική δικλείδα της εξουσίας. Μπορεί να μετατραπεί και σε χώρο εκτέλεσης. Οπως επί Πινοσέτ, στη Χιλή. Η σε πεδίο εφαρμογής της χαφιεδοκάμερας. Ομως, έστω κι έτσι, ό,τι τελετουργικές επινοήσεις κι αν έχουν εφευρεθεί τα τελευταία χρόνια, το ποδόσφαιρο θα είναι πάντα ταυτισμένο με την εικόνα του αρχηγού της ομάδας να παίρνει το κύπελλο από τα χέρια της βασίλισσας και αμέσως μετά να της γυρίζει τον… κώλο του για να πανηγυρίσει μαζί με το λαό!
Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές διότι μοιάζει τόσο πολύ με τη ζωή. Είναι κατασκευασμένο με τα υλικά που φτιάχτηκε ο άνθρωπος. Εχει μέσα του την αυτοθυσία και τη γενναιότητα. Αλλά την ίδια ώρα συνυπάρχει με την απάτη, την κλεψιά, την ανυποληψία, με το ο σκοπός αγιάζει τα μέσα (μόνο που εδώ λέγεται κάπως αλλιώς: Η μπάλα περνάει – ο παίχτης δεν περνάει). Το ποδόσφαιρο είναι το άθλημα όπου η πιο λατρεμένη στιγμή μετά το γκολ, είναι η ντρίμπλα, δηλαδή η προσποίηση, δηλαδή η απάτη.
Η απάτη, όντως, είναι μέρος του παιχνιδιού. Αλλά προσοχή: άλλη η ηθική του παιχνιδιού και άλλη η ηθική της αγοράς. Στο ποδόσφαιρο, ο άνθρωπος την απάτη την αποδέχεται κυρίως σαν άσκηση ευφυίας, αλλά όχι σαν εύσημο για ένα έγκλημα, όχι σαν επιβράβευση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Στο ποδόσφαιρο δεν έχει σπάσει το νήμα που έρχεται να συνδέσει το γήπεδο Καραϊσκάκη με τα στάδια της αρχαίας Σπάρτης εκεί που διδασκόταν η αρχή κλέψε αλλά μη σε δουν.
Στο ποδόσφαιρο, συνεπώς, πάντα ελλοχεύει η τιμωρία του Καιάδα για τους αλαζόνες, τους κυνικούς, τους υβριστές και τους αμετροεπείς. Στη μπάλα, όπως και στη ζωή, τα πράγματα δεν είναι ευθύγραμμα. Δεν αποδίδονται πάντα τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Ο Κρόιφ δεν έγινε ποτέ παγκόσμιος πρωταθλητής. Ούτε ο Πλατινί. Ούτε ο Ζίκο. Αντίθετα, το… κατσίκι, ο Ιταλός Ρόσι, μπλεγμένος σε στημένα ματς και λοιπές ευγενείς δραστηριότητες στο ιταλικό κάλτσιο, έγινε. Αλλά στην απορία του Φιντέλ Κάστρο προς τον Μαραντόνα «δηλαδή σουτάρεις χωρίς να κοιτάζεις τη μπάλα;», το ποδόσφαιρο θα είναι πάντα ο χώρος που θα ισχύει η απάντηση του Ντιέγκο: «Σύντροφε το τι μπορεί να κάνει ο ανθρώπινος νους δεν έχει όριο». Αυτό είναι το ποδόσφαιρο: Μια ιστορία δημοκρατίας και ταυτόχρονα απάτης.

Η «άλωση»

Μια τόσο δημοφιλής υπόθεση, όπως το ποδόσφαιρο, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από εκείνους που θέλουν να καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Εταιρείες, κυβερνήσεις, κοινωνικοί σχηματισμοί προσπαθούν, αξιοποιώντας το μηχανισμό της ταύτισης με την άλφα ή βήτα ποδοσφαιρική ομάδα, σε συλλογικό ή εθνικό επίπεδο, να κερδίσουν προσεταιριζόμενοι την «πελατεία» του αθλήματος.
Πρώτον, γιατί οι τεράστιες μάζες των ανθρώπων που παθιάζονται με την μπάλα αποτελούν ταυτόχρονα τεράστιες, και ως εκ τούτου, κερδοφόρες αγορές.  Δεύτερον, γιατί σε ένα άθλημα με τέτοια απήχηση η δυνατότητα να επιβάλλεις τη δύναμή σου, τα συμφέροντά σου, να προκαθορίζεις και να ελέγχεις την εξέλιξή του συνιστά ένα παιχνίδι εξουσίας.  Από δω και πέρα είναι που αρχίζει το παιχνίδι να γίνεται σικέ. Όπως και στη ζωή, έτσι και στο ποδόσφαιρο, όσο πιο τερατώδης γίνεται η δύναμη των ισχυρών, τόσο πιο εξόφθαλμο γίνεται το στήσιμο.
Το ποδόσφαιρο είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ακόμα κι αν αυτό δεν το καταλαβαίνουν όσοι δε θέλουν να το καταλάβουν, το καταλαβαίνουν οι πολυεθνικές. Αλλιώς, δε θα είχαν ρίξει τα νύχια τους επάνω στο ποδόσφαιρο. Το αντιλαμβάνονται οι επιχειρηματικοί κολοσσοί που ενσωματώνουν το ποδόσφαιρο στις μπίζνες τους. Το διαπιστώνουν και το εκμεταλλεύονται οι κυβερνήσεις, οι μαφιόζοι, οι τζογαδόροι, ο υπόκοσμος και οι VIPs…
Το ποδόσφαιρο, το σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι μια υπόθεση διαπλοκής, οικονομικών συμφερόντων, πολιτικής και ιδεολογικής εκμετάλλευσης. O «έλεγχος της μάζας» και το χρήμα, είναι δύο προφανείς μαγνήτες, που έλκουν όλους όσοι είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν στο σημερινό ποδοσφαιρικό προϊόν. Καθώς το ποδόσφαιρο απευθύνεται σε κοινό δισεκατομμυρίων, δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για να αναδειχτεί η πολιτική παράμετρος του φαινομένου και των δυνατοτήτων που παρέχει σε «δυνατούς» του χρήματος και της πολιτικής εξουσίας να διεισδύσουν στις λαϊκές συνειδήσεις μέσω της μπάλας.
Οι οικονομικές και πολιτικές πτυχές του φαινομένου «ποδόσφαιρο» παγκοσμίως και στον ελληνικό χώρο αντανακλώνται στην μετατροπή του παιχνιδιού σε χρηματιστηριακό προϊόν, στον τρόπο που κάποιες ποδοσφαιρικές οικονομίες «απογειώθηκαν» συγκροτώντας τραστ για να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους στο χώρο, σκιαγραφούνται στο πώς η πλούσια δυτική μητρόπολη συνεχίζει την παράδοση της εκμετάλλευσης των «ποδοσφαιρικών» αποικιών του τρίτου κόσμου.
Το σύγχρονο ποδόσφαιρο αντιμετωπίζεται σαν «κλοτσοσκούφι» από το «Γκρουπ των Γολιάθ» που εκτός από ομάδες, ελέγχουν χρηματιστήρια και ΜΜΕ. Αυτή η αλήθεια, όμως, δεν μπορεί να οδηγεί στην παγίδα της δαιμονοποίησης του ποδοσφαίρου ως παιχνίδι όπως συμβαίνει με λογής – λογής «ελιτίστες» που λανσάρουν σαν «διανόηση» την ανίατη ποδοσφαιροφαγία τους.

«Νο politica»

Δεν είναι περίεργο που αυτή η «οικειότητα» που δημιουργεί το ποδόσφαιρο με το πολυπληθές κοινό του, δεν έμεινε απαρατήρητη από εκείνους που θέλουν να καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Εταιρείες, κυβερνήσεις, κοινωνικοί σχηματισμοί προσπαθούν, αξιοποιώντας το μηχανισμό της ταύτισης με την άλφα ή βήτα ποδοσφαιρική ομάδα, να κερδίσουν πολιτικά και οικονομικά προσεταιριζόμενοι την πελατεία του αθλήματος.
Η «ανάπτυξη» – ή καλύτερα η υπερεκμετάλλευση – του αθλήματος οδήγησε τελικά το ποδόσφαιρο στα χέρια των «χορηγών» που με τη μορφή τεράστιων πολυεθνικών διασυνδεδεμένων με τη διαφήμιση και τα τεράστια τηλεοπτικά δίκτυα, διαφεντεύουν σήμερα το ποδόσφαιρο. Χαρακτηριστική της ποδοσφαιρικής πραγματικότητας η προειδοποίηση πριν λίγα χρόνια της γερμανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας προς τον πρώην τερματοφύλακα της ομάδας Γενς Λέμαν, πως αν επιθυμούσε να αγωνίζεται με την εθνική ομάδα θα έπρεπε να μην ξαναφορέσει τα γάντια της nike που χρησιμοποιούσε. Εντολή πολύ «λογική» στον κόσμο των πολυεθνικών αφού χορηγός της γερμανικής εθνικής ομάδας είναι η Αdidas…
Το ποδόσφαιρο – ιδιοκτησία πλέον στα χέρια των προυχόντων, που αντιμετωπίζουν τους παρίες των κερκίδων σαν άτομα μειωμένης αντίληψης και σίγουρα μειωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων – μετατρέπεται σε ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο «συναίνεσης». Η μπάλα, που παίζεται από τα σοκάκια του βομβαρδισμένου Ιράκ μέχρι τα ιδιωτικά γήπεδα των τραπεζών της Ζυρίχης, το ποδόσφαιρο, αυτός ο σύγχρονος «ναργιλές» αποχαύνωσης και ορόσημο μιας κάποιας ανύπαρκτης αταξικής κοινωνίας, ξαναπαίζει το ρόλο που ήθελαν οι εργοστασιάρχες στην πρώιμη φάση του: Βάλιουμ εκτόνωσης των παθών των πολλών. Νυστέρι λοβοτομής και αποπροσανατολισμού. Ένας τόπος επιβολής –μέσα και έξω από το γήπεδο– της δικτατορίας των «εχόντων και κατεχόντων».
Σήμερα, την εποχή του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, η διαπλοκή του ποδοσφαίρου με τους οικονομικούς άρχοντες έχει πάρει απίθανες διαστάσεις. Έτσι λειτουργεί η «ελεύθερη αγορά». Οτιδήποτε αποτελεί «προϊόν» που μπορεί να πουληθεί στις μάζες το κατακτά. Το αλώνει. Το κουρσεύει. Και μετά το πουλά. Έτσι κερδίζει διπλά. Κερδίζει και ιδεολογικά και οικονομικά.
Ωστόσο, το ποδόσφαιρο, ως παιχνίδι, δε φταίει τίποτα για όλα αυτά. Οσο κι αν ασφυκτιά από την ποδηγέτησή του από τους κάθε λογής «παράγοντες», θα έχει πάντα για το ανθρώπινο είδος την αξία που του αποδίδει ο Γάλλος συγγραφέας Ζιροντού: «Το ποδόσφαιρο είναι ο βασιλιάς των σπορ… Όλα τα μεγάλα παιχνίδια του ανθρώπου είναι παιχνίδια με μπάλα… Στη ζωή μας η μπάλα είναι το πράγμα εκείνο που ξεφεύγει ευκολότερα από τους νόμους… Έχει την ιδιότητα κάποιας δύναμης που δεν μπορεί κανένας να τη δαμάσει απόλυτα».
Παρά την καπηλεία που έχει υποστεί, παρά το σφετερισμό του από τους «άμπαλους» του χρήματος, παρά τους «μπαρμπα-Θωμάδες», τους «χοντρούς», τους «κοκαλιάρηδες», τους «Ρίνγκο», τους «καουμπέους», τους «τίγρεις» που κατά καιρούς το λερώνουν και που τα… χαριτωμένα προσωνύμιά τους προσδίδουν στο περίφημο «no politica» το πρωτάθλημα μπουρδολογίας,  παρά την βρωμιά που κρύβεται πίσω από την βιομηχανία του θεάματος, παρά τους νταβατζήδες της FIFA και της UEFA που το πουλάνε και το αγοράζουν με το αζημίωτο, το ποδόσφαιρο είναι αθώο! Το ποδόσφαιρο δεν φταίει σε τίποτα. Γι’ αυτό το λατρεύουν και θα το λατρεύουν στις φαβέλες ακόμα κι όταν χρυσοπληρωμένοι «δούλοι» της αρένας του ποδοσφαίρου – μπίζνα, όπως ο Νειμάρ, καραγκιοζοποιούνται.

Το παιχνίδι είναι αθώο

Πράγματι, το ποδόσφαιρο το έχουν σφετεριστεί οι μεγιστάνες του χρήματος. Αλλά το ποδόσφαιρο θα παραμένει πάντα το άθλημα του λαού. Ετσι έγινε
  • τότε που οι Γερμανοί έμπαιναν στην Αθήνα και ο Τσολάκογλου, ο διορισμένος «πρωθυπουργός» των κατοχικών δυνάμεων, καλούσε τη νεολαία «να εγκαταλείψει την πολιτική και να αφοσιωθεί στο ποδόσφαιρόν της», αλλά η νεολαία και η οργάνωσή της, η ΕΠΟΝ, απαντούσε «πολεμώντας και τραγουδώντας», αλλά και παίζοντας μπάλα!
  • Τότε, που η Ελλάδα «αναμορφωνόταν» στα Μακρονήσια και τα ξερονήσια, αλλά που ο πρωταθλητής Ολυμπιακός κατατροπωνόταν στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας από την ποδοσφαιρική ομάδα των πολιτικών κρατουμένων της Μακρονήσου!
  • Τότε, που ο λοχαγός του ΕΛΑΣ και ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, ο Νίκος Γόδας, ήρωας της μάχης της «Ηλεκτρικής» και μαχητής στα Δεκεμβριανά, εκτελούνταν από το δολοφονικό απόσπασμα «κοιτώντας τους δολοφόνους του στα μάτια και φορώντας τη φανέλα του Ολυμιακού»!
Η ιστορία σαν κι αυτή του Νίκου Γόδα, ίσως σε κάποιους φανεί ακατανόητη. Οχι όμως και στον Καμί, τον Αλμπερτ Καμί, που ως τερματοφύλακας της ομάδας του πανεπιστημίου της Αλγερίας, είχε αντιληφθεί το… «ακατανόητο» και το εξηγούσε λέγοντας: «Οσα γνωρίζω περί ηθικής και καθήκοντος, μού τα έμαθε το ποδόσφαιρο».
Το ποδόσφαιρο είναι αθώο και πάντα μια μπάλα θα φτάνει για να το αποδείξει. Μια μπάλα θα είναι αρκετή για να γίνεται πάλι το ποδόσφαιρο παιχνίδι. Μια μπάλα, μερικά πανιά δεμένα, οτιδήποτε μοιάζει στρογγυλό, είναι αρκετό για να πάρει φωτιά η αλάνα, το σοκάκι, η αυλή, ο δρόμος, για να αντηχήσει η πιο διαδεδομένη γλώσσα στον κόσμο: Η γλώσσα του ποδοσφαίρου. Αυτό το παγκόσμιο παιχνίδι είναι παντού, κάθε στιγμή, κάθε μέρα προσιτό σε όλους.
Πριν χρόνια το πρακτορείο Magnum οργάνωσε μια περίφημη φωτογραφική έκθεση με τίτλο: «Πλανήτης Ποδόσφαιρο». Πράγματι, ζούμε σε έναν πλανήτη όπου: «Σε τόπους πολιτικών κρίσεων, στο πεδίο της μάχης, σε μικροαστικές αυλές, στις άθλιες παραγκουπόλεις της Λατινικής Αμερικής, στις ευρωπαϊκές πλαζ, στους κύκλους των λουόμενων ινδουιστών στον Γάγγη, σε πάρκινγκ, σε αυλές ιταλικών μοναστηριών», όπου κι αν ταξιδέψεις συναντάς το ποδόσφαιρο. Το συναντάς «στην παιγνιώδη διάθεση των νεαρών μουσουλμάνων γυναικών που παίζουν ποδόσφαιρο κουκουλωμένες με την μπούρκα, στη στοργή που δείχνει ο ποδοσφαιρόφιλος στο μικρό του γιο (…) στα ξυπόλητα παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο στο Καμερούν, στη χαρά των νεαρών Ιρλανδών ιερέων που βγάζουν τα ράσα για να παίξουν ποδόσφαιρο» (Γ. Καρουζάκης, «Φωτογραφίες στη γλώσσα του ποδοσφαίρου», Ελευθεροτυπία, 6/10/2004).
Ναι, το ποδόσφαιρο είναι παντού. Ανήκει σε όλους. Όπως και η ζωή. Κι ας το καρπώνονται οι λίγοι. Όπως και τη ζωή. Η μπάλα μοιάζει με τη ζωή. Εκεί οφείλεται η βασιλεία της. Την μπάλα (όπως και στη ζωή) την κλωτσούν οι αεριτζήδες και την λυμαίνονται οι παράγοντες. Την ξεφουσκώνουν οι μεγιστάνες και το ιερατείο της UEFA και της FIFA. Της ρουφάνε την ψυχή στήνοντας το παιχνίδι στα μέτρα της διαφημιστικής αρένας, της χρηματιστηριακής φούσκας και των πολιτικών σκοπιμοτήτων από την εποχή που ο Φράνκο διαφήμιζε τη χούντα του μέσω της Ρεάλ.
Στη μυθολογία του ποδοσφαίρου, όμως, εκτός από την Ρεάλ του Φράνκο, υπάρχει και η Μπαρτσελόνα των ανυπότακτών, η Δυναμό που διέλυσε τους ναζί, η Ιντερ του διεθνισμού και ο (ανά την Ελλάδα) Αστέρας. Και σε κάθε περίπτωση η μπάλα παραμένει ένα πολύπλοκο συμβολικό γεγονός που διατηρεί την τελετουργία και τα στοιχεία του Αναγκαίου για την ανθρώπινη επιβίωση προϊστορικού κυνηγιού. Δηλαδή, τη στρατηγική, την τακτική, τη συνεργασία της ομάδας, τον κίνδυνο, την αυτοσυγκέντρωση, την αντοχή, τη φαντασία, την ψυχραιμία, την αυτοθυσία, τη γενναιότητα.
Η μπάλα είναι μια «θρησκεία» που όταν ξεχνιέται πως «θεός» της δεν είναι ο εκάστοτε πρόεδρος της εκάστοτε ΠΑΕ με τους «ιδιωτικούς στρατούς» του και τους αλητοπαπαγάλους του, τότε… «χάνεται η μπάλα». Αλλά την ίδια ώρα η μπάλα ως παιχνίδι κρατά ζωντανή την προοπτική ώστε με οργάνωση, με σχέδιο, με πειθαρχία, με ταλέντο, με κόπο, με ιδρώτα, με αγώνα, όλα να είναι πιθανά! Όπως και στη ζωή!
Η μπάλα, παρά τους βιασμούς που υφίσταται από τους άθλιους διακορευτές της, συνεχίζει να υπάρχει. Αγνή, ζωντανή, στρογγυλή και απρόβλεπτη καθώς είναι μπορεί να καταργήσει κάθε νόμο των πιθανοτήτων. Στη μπάλα όλα μπορούν να συμβούν. Ακόμα και να πάρει η Εθνική Ελλάδας το κύπελλο στην Πορτογαλία.
Στη μπάλα, όπως και στη ζωή, «όλα είναι δυνατά»! Ακόμα και η νίκη επί όσων μαγαρίζουν και τη μπάλα και τη ζωή μας. Αυτό είναι που δεν κατάλαβε ποτέ ο «ποδοσφαιροφάγος» Ουμπέρτο Εκο. Ευτυχώς το κατάλαβαν ο Ρίτσος, ο Χατζιδάκις και ο Αναγνωστάκης, ο Παζολίνι, ο Τσε Γκεβάρα, ο Βιμ Βέντερς, ο Μονταλμπάν και ο Γκαλεάνο. Το κατάλαβε ο Γάλλος φιλόσοφος Κριστιάν Μπρομπερζέ δίνοντας εκείνο τον αξεπέραστο ορισμό: «Ποδόσφαιρο: το πιο σημαντικό ασήμαντο πράγμα του κόσμου».
Ναι, τελικά, το ποδόσφαιρο είναι αθώο. Κι όποιος δεν το καταλαβαίνει, ας κάνει το πείραμα: Ας πάρει μια μπάλα κι ας την πετάξει σε οποιονδήποτε πιτσιρικά, σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. Αμέσως μετά ας κοιτάξει το παιδί στα ευτυχισμένα του μάτια. Τόσο αθώο είναι το ποδόσφαιρο. Και τόσο ένοχοι αυτοί που το εξουσιάζουν.

                                                                                       Νίκος Μπογιόπουλος/the press project

Τα Μαθηματικά της Αγάπης...


Η ομιλία Ted της Χάνα Φράι που εξηγεί πώς θα βρεις την αληθινή αγάπη μέσω των μαθηματικών. Αποδεικνύει με οξυδέρκεια, ευφυΐα και χιούμορ ότι τα μαθηματικά είναι ένα αναπάντεχα χρήσιμο εργαλείο για να διαπραγματευόμαστε τα πολύπλοκα, άλλοτε μπερδεμένα κι άλλοτε εξοργιστικά, μα πάντα ενδιαφέροντα, μαθηματικά μοντέλα της αγάπης.


Η ΟΜΙΛΙΑ
 Στην αγαπημένη μου έρευνα γι’ αυτό το θέμα, που ονομάζεται, «Γιατί δεν έχω κοπέλα» — (Γέλια) ο Πίτερ Μπάκους προσπαθεί να εκτιμήσει την πιθανότητα να βρει την αγάπη.
  Ο Πίτερ δεν είναι άπληστος άνθρωπος. Απ’ όλες τις διαθέσιμες γυναίκες στο Ηνωμένο Βασίλειο, το μόνο που ψάχνει ο Πίτερ είναι κάποια που να μένει κοντά του, κάποια στο σωστό εύρος ηλικίας, κάποια με πτυχίο πανεπιστημίου, κάποια με την οποία μάλλον θα τα πάει καλά, κάποια που μάλλον θα είναι ελκυστική, κάποια που μάλλον θα τον βρει ελκυστικό. (Γέλια) Και του βγαίνει μια εκτίμηση με 26 γυναίκες σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν φαίνονται καλά τα πράγματα, έτσι Πίτερ; Για να έχουμε μια προοπτική των πραγμάτων, είναι περίπου 400 φορές λιγότερες από τις καλύτερες εκτιμήσεις για το πόσες ευφυείς εξωγήινες μορφές ζωής υπάρχουν. Επίσης δίνει στον Πίτερ μία πιθανότητα στις 285.000 να συναντήσει κάποια από αυτές τις ξεχωριστές κυρίες σε μια νυχτερινή έξοδο. Πιστεύω ότι γι’ αυτό οι μαθηματικοί δεν ασχολούνται πια με τις νυχτερινές εξόδους.
Το θέμα είναι ότι προσωπικά δεν έχω τόσο απαισιόδοξη οπτική. Επειδή γνωρίζω, όπως και όλοι εσείς, ότι η αγάπη δεν λειτουργεί έτσι. Τα ανθρώπινα αισθήματα δεν έχουν τάξη, ούτε είναι λογικά και εύκολα προβλέψιμα. Αλλά επίσης ξέρω πως αυτό δεν σημαίνει ότι τα μαθηματικά δεν έχουν κάτι να μας προσφέρουν επειδή, η αγάπη, όπως και τα περισσότερα στη ζωή, είναι γεμάτη μοτίβα και τα μαθηματικά τελικά έχουν να κάνουν με τη μελέτη μοτίβων. Μοτίβα πρόβλεψης καιρού έως τα σκαμπανεβάσματα του χρηματιστηρίου, έως την κίνηση των πλανητών ή την ανάπτυξη των πόλεων. Ειλικρινά, τίποτα από αυτά δεν είναι τακτοποιημένο και εύκολα προβλέψιμο. Επειδή πιστεύω ότι τα μαθηματικά είναι τόσο ισχυρά, που έχουν τη δυνατότητα να μας προσφέρουν έναν νέο τρόπο να δούμε σχεδόν οτιδήποτε. Ακόμη και κάτι τόσο μυστηριώδες όσο η αγάπη. Κι έτσι, για να σας πείσω για το πόσο εκπληκτικά, εξαιρετικά και σχετικά είναι τα μαθηματικά, σας δίνω τις τρεις καλύτερες μαθηματικά επαληθεύσιμες συμβουλές μου για την αγάπη.
Λοιπόν, Συμβουλή Νο. 1: Πώς να κερδίσετε στα διαδικτυακά ραντεβού. Η αγαπημένη μου σελίδα διαδικτυακών γνωριμιών είναι η OkCupid, αν μη τι άλλο επειδή την ξεκίνησε μια ομάδα μαθηματικών. Επειδή είναι μαθηματικοί, συλλέγουν δεδομένα για οποιονδήποτε χρησιμοποιεί την ιστοσελίδα επί σχεδόν δέκα χρόνια. Προσπαθούν να βρουν μοτίβα στον τρόπο που μιλάμε για τον εαυτό μας και στον τρόπο που αλληλεπιδρούμε μεταξύ μας σε μια διαδικτυακή ιστοσελίδα γνωριμιών. Βρήκαν κάποια πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Αλλά το αγαπημένο μου είναι ότι τελικά σε μια διαδικτυακή σελίδα γνωριμιών, το πόσο ελκυστικός είσαι δεν έχει να κάνει με το πόσο δημοφιλής είσαι, και στην πραγματικότητα, το να πιστεύει ο κόσμος ότι είσαι άσχημος μπορεί να είναι προς το συμφέρον σου. Ας σας δείξω πώς λειτουργεί. Σε ένα ευτυχώς εθελοντικό κομμάτι του OkCupid, μπορείτε να βαθμολογήσετε πόσο ελκυστικούς βρίσκετε τους άλλους σε μια κλίμακα από το 1 έως το 5. Τώρα, αν συγκρίνουμε αυτό το σκορ, τον μέσο όρο, με το πόσα μηνύματα λαμβάνουν κάποια επιλεγμένα άτομα, αρχίζετε να παίρνετε μια ιδέα για τη σχέση γοητείας και δημοτικότητας σε μια ιστοσελίδα γνωριμιών.
Αυτό είναι το γράφημα που έφτιαξαν τα παιδιά στο OkCupid. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι δεν ισχύει απόλυτα ότι όσο πιο ελκυστικοί είστε, τόσο πιο πολλά μηνύματα θα λάβετε. Αλλά εγείρεται το ερώτημα για το τι συμβαίνει με αυτούς εδώ πάνω που είναι πολύ πιο δημοφιλείς από αυτούς εδώ κάτω αν και έχουν το ίδιο σκορ ελκυστικότητας; Ο λόγος είναι ότι το παρουσιαστικό δεν είναι το μόνο σημαντικό. Ας σας δείξω τα ευρήματά τους με ένα παράδειγμα. Παίρνετε κάποια σαν την Πόρσια ντε Ρόσι, για παράδειγμα, όλοι συμφωνούν ότι η Πόρσια ντε Ρόσι είναι μια πολύ όμορφη γυναίκα. Κανείς δεν πιστεύει ότι είναι άσχημη, αλλά δεν είναι και σούπερ μόντελ. Αν συγκρίνετε την Πόρσια ντε Ρόσι με κάποια σαν τη Σάρα Τζέσικα Πάρκερ, πολλοί άνθρωποι, κι εγώ ανάμεσά τους θα έλεγα, πιστεύουν ότι η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ είναι πραγματικά υπέροχη και μάλλον είναι ένα από τα πιο όμορφα πλάσματα που έχουν πατήσει ποτέ στη Γη. Αλλά μερικοί, δηλαδή το μεγαλύτερο κομμάτι του διαδικτύου, φαίνεται να πιστεύουν ότι μοιάζει λιγάκι με άλογο. (Γέλια) Νομίζω ότι αν ρωτήσετε τον κόσμο πόσο ελκυστικές βρίσκουν τη Σάρα Τζέσικα Πάρκερ ή την Πόρσια ντε Ρόσι, και τους ζητήσετε να τους δώσουν ένα σκορ από το 1 έως το 5, πιστεύω ότι κατά μέσο όρο θα έχουν περίπου το ίδιο σκορ. Αλλά ο τρόπος που θα ψήφιζε ο κόσμος θα ήταν πολύ διαφορετικός. Η βαθμολογία της Πόρσια θα μαζευτεί γύρω στο 4, επειδή όλοι συμφωνούν ότι είναι πολύ όμορφη, ενώ η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ διχάζει τελείως τις απόψεις. Θα υπήρχε ένα μεγάλο χάσμα στη βαθμολογία της. Αυτό που μετράει όμως είναι αυτό το χάσμα. Αυτό το χάσμα σας κάνει πιο δημοφιλή σε μια ιστοσελίδα διαδικτυακών γνωριμιών. Αυτό που σημαίνει είναι ότι αν μερικοί πιστεύουν ότι είστε γοητευτικοί, είναι καλύτερα να έχετε μερικούς άλλους να σας βρίσκουν κακάσχημους. Είναι πολύ καλύτερα από το να πιστεύουν όλοι ότι είστε η ομορφούλα γειτόνισσα.
 Νομίζω ότι αυτό αρχίζει να γίνεται πιο κατανοητό όταν σκεφτείτε ποιος στέλνει αυτά τα μηνύματα. Έστω ότι πιστεύετε ότι κάποιος είναι γοητευτικός, αλλά υποψιάζεστε ότι οι άλλοι ίσως να μην ενδιαφερθούν και τόσο. Αυτό σημαίνει ότι θα έχετε μικρότερο ανταγωνισμό και είναι ένα επιπλέον κίνητρο για να επικοινωνήσετε. Συγκρίνετέ το με το αν βρίσκετε κάποιον γοητευτικό αλλά υποψιάζεστε ότι όλοι θα τον βρίσκουν γοητευτικό. Γιατί να ασχοληθείτε και να ντροπιαστείτε, ας είμαστε ειλικρινείς. Εδώ έρχεται το ενδιαφέρον κομμάτι. Επειδή όταν ο κόσμος επιλέγει τη φωτογραφία που θα χρησιμοποιήσει, συχνά προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τα πράγματα που πιστεύει ότι μερικοί δεν θα βρουν ελκυστικά. Το κλασικό παράδειγμα είναι άτομα που είναι -ίσως- λιγάκι υπέρβαρα και επιλέγουν επίτηδες μια φωτογραφία που έχει ψαλιδιστεί αρκετά, ή φαλακροί άντρες, για παράδειγμα, επιλέγουν επίτηδες φωτογραφίες που φοράνε καπέλα. Αλλά πρέπει να κάνετε ακριβώς το αντίθετο αν θέλετε να έχετε επιτυχία. Αντιθέτως, θα πρέπει να δώσετε έμφαση σε ό,τι σας κάνει διαφορετικό, ακόμη κι αν νομίζετε ότι μερικοί δεν θα το βρουν ελκυστικό. Επειδή σε όσους αρέσετε, θα αρέσατε έτσι κι αλλιώς και οι ασήμαντοι χαμένοι που δεν τους αρέσετε, είναι προς το συμφέρον σας.
Τότε, το ερώτημα είναι, πώς ξέρετε πότε είναι η σωστή στιγμή να κατασταλάξετε αν σκεφτείτε με πόσους μπορείτε να βγείτε ραντεβού στη ζωή σας; Ευτυχώς, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα ζουμερό κομμάτι μαθηματικών για να μας βοηθήσει, που ονομάζεται θεωρία βέλτιστης παύσης. Ας φανταστούμε, λοιπόν, ότι ξεκινάτε να βγαίνετε ραντεβού στα 15, και ιδανικά, θα θέλατε παντρευτείτε μέχρι τα 35 σας. Υπάρχουν πολλά άτομα με τα οποία θα μπορούσατε να βγείτε ραντεβού στη ζωή σας, σε διάφορα επίπεδα καταλληλότητας. Αφού εξαργυρώσετε την επιτυχία και παντρευτείτε, δεν μπορείτε να δείτε μπροστά τι θα μπορούσατε να έχετε, ούτε μπορείτε να πάτε πίσω και ν’ αλλάξετε γνώμη. Τουλάχιστον από την εμπειρία μου, βρίσκω ότι συνήθως δεν αρέσει και τόσο στους ανθρώπους να τους ανακαλούν χρόνια αφού τους έχουν προσπεράσει για κάποιον άλλον, ή ίσως να το πιστεύω εγώ.
Τα μαθηματικά λένε ότι αυτό που πρέπει να κάνετε στο πρώτο 37 τοις εκατό του περιθωρίου των ραντεβού σας, είναι να τους αποκλείσετε όλους για ενδεχόμενο σοβαρό γάμο. (Γέλια) Και μετά, θα πρέπει να επιλέξετε το επόμενο άτομο που θα τύχει και είναι καλύτερο από όλους όσους έχετε δει πιο πριν. Να ένα παράδειγμα. Αν το κάνετε αυτό, και μπορεί να αποδειχτεί μαθηματικά, ότι είναι ο καλύτερος δυνατός τρόπος να μεγιστοποιήσετε τις πιθανότητές σας στην εύρεση του τέλειου συντρόφου. Δυστυχώς, πρέπει να σας πω ότι αυτή η μέθοδος έχει μερικά ρίσκα. Για παράδειγμα, φανταστείτε ότι ο τέλειος σύντροφος εμφανιζόταν κατά τη διάρκεια του πρώτου 37 τοις εκατό. Δυστυχώς θα πρέπει να τον απορρίψετε. (Γέλια) Αν ακολουθείτε τα μαθηματικά, φοβάμαι ότι δεν θα βρεθεί κανένας καλύτερος από όλους όσους είχατε δει πριν, έτσι θα πρέπει να συνεχίσετε απορρίπτοντάς τους όλους και να πεθάνετε μόνοι. (Γέλια) Ίσως περιτριγυρισμένοι από γάτες που να τσιμπολογάνε τα απομεινάρια σας.
Ένα άλλο ρίσκο τώρα, ας φανταστούμε αντιθέτως ότι τα πρώτα άτομα με τα οποία βγήκατε ραντεβού στο πρώτο 37 τοις εκατό είναι απίστευτα μονότονα, βαρετά, απαίσια άτομα. Δεν πειράζει, επειδή είστε στη φάση της απόρριψης, οπότε μπορείτε να τους απορρίψετε. Αλλά φανταστείτε ότι μετά, το επόμενο άτομο που θα συναντήσετε είναι οριακά λιγότερο μονότονο, βαρετό και απαίσιο απ’ όλους όσους έχετε δει πιο πριν. Αν ακολουθείτε τα μαθηματικά, φοβάμαι ότι θα πρέπει να τον παντρευτείτε και να καταλήξετε σε μια σχέση που φοβάμαι πως δεν είναι η βέλτιστη. Συγγνώμη γι’ αυτό. Αλλά νομίζω ότι εδώ υπάρχει μια ευκαιρία να επωφεληθεί από αυτό η Χάλμαρκ και να τροφοδοτήσει αυτή την αγορά. Μια κάρτα Αγίου Βαλεντίνου σαν αυτήν. (Γέλια) «Αγαπημένε μου σύζυγε, είσαι οριακά λιγότερο χειρότερος απ’ ό,τι το πρώτο 37 τοις εκατό των ατόμων με τους οποίους έχω βγει ραντεβού». Είναι πιο ρομαντικό απ’ ό,τι καταφέρνω συνήθως.
Αυτή η μέθοδος δεν σας δίνει ποσοστό επιτυχίας 100 τοις εκατό, αλλά δεν υπάρχει άλλη στρατηγική που να μπορεί να τα πάει καλύτερα. Στη φύση, υπάρχουν κάποια είδη ψαριών που ακολουθούν και χρησιμοποιούν αυτήν ακριβώς τη στρατηγική. Απορρίπτουν όλους τους μνηστήρες στο πρώτο 37 τοις εκατό της εποχής ζευγαρώματος, και μετά επιλέγουν το επόμενο ψάρι που έρχεται μετά από αυτό το παράθυρο που είναι, δεν ξέρω, μεγαλύτερο και πιο εύσωμο απ’ όλα τα άλλα ψάρια που είδαν πιο πριν. Επίσης πιστεύω ότι υποσυνείδητα, το κάνουμε αυτό εμείς οι άνθρωποι. Μας δίνουμε λίγο περισσότερο χρόνο να κάνουμε παιχνίδι, να πάρουμε μια ιδέα για την αγορά όταν είμαστε νέοι. Και τότε μόνο αρχίζουμε να ψάχνουμε σοβαρά πιθανούς υποψήφιους για γάμο μόλις φτάσουμε τα 25 με 30. Νομίζω ότι αυτό είναι αδιαμφισβήτητη απόδειξη, αν χρειάζεται, ότι οι εγκέφαλοι είναι προγραμματισμένοι να είναι λίγο μαθηματικοί.
Αυτή ήταν η Συμβουλή Νο. 2. Τώρα, η Συμβουλή Νο. 3: Πώς να αποφύγετε το διαζύγιο. Ας φανταστούμε ότι επιλέξατε τον τέλειο για σας σύντροφο και κατασταλάζετε σε μια ισόβια σχέση μαζί τους. Θέλω να πιστεύω ότι ιδανικά όλοι θα ήθελαν να αποφύγουν το διαζύγιο, εκτός από, δεν ξέρω, ίσως τη γυναίκα του Πιρς Μόργκαν; Είναι όμως ένα δυσάρεστο δεδομένο της μοντέρνας ζωής ότι ένας στους δύο γάμους στις Ηνωμένες Πολιτείες καταλήγει σε διαζύγιο, με τον υπόλοιπο κόσμο να ακολουθεί από κοντά. Τώρα, ίσως να σας συγχωρέσουμε που πιστεύετε ότι οι λογομαχίες που προηγούνται μιας συζυγικής διάλυσης δεν είναι ο ιδανικός υποψήφιος για μαθηματική εξέταση. Αφενός, είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζετε τι πρέπει να μετρήσετε ή τι πρέπει να ποσοτικοποιήσετε. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε έναν ψυχολόγο, τον Τζον Γκότμαν, που έκανε ακριβώς αυτό. Ο Γκότμαν παρατήρησε εκατοντάδες ζευγάρια που συζητούσαν και κατέγραψε ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Κατέγραψε τι ειπώθηκε στη συζήτηση, κατέγραψε την αγωγιμότητα του δέρματός τους, κατέγραψε τις εκφράσεις του προσώπου τους, τον καρδιακό τους ρυθμό, την αρτηριακή τους πίεση, βασικά όλα εκτός από το αν η σύζυγος είχε όντως πάντα δίκιο ή όχι, που παρεμπιπτόντως είχε. Αλλά αυτό που βρήκε ο Γκότμαν και η ομάδα του ότι ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς προγνωστικούς παράγοντες για το αν θα πάρει διαζύγιο ή όχι ένα ζευγάρι ήταν το πόσο θετικός ή αρνητικός ήταν κάθε σύντροφος στη συζήτηση.
Τα ζευγάρια με χαμηλό ρίσκο πήραν πολλούς περισσότερους θετικούς πόντους στην κλίμακα Γκότμαν, απ’ ό,τι αρνητικούς. Ενώ σε κακές σχέσεις, και με αυτό εννοώ, που μάλλον θα πάρουν διαζύγιο, βρήκαν τους εαυτούς τους σε έναν φαύλο κύκλο αρνητικότητας. Απλώς χρησιμοποιώντας αυτές τις πολύ απλές ιδέες, ο Γκότμαν και η ομάδα του μπόρεσαν να προβλέψουν αν κάποιο ζευγάρι θα έπαιρνε διαζύγιο με ακρίβεια 90 τοις εκατό. Αλλά μόνο όταν συνεργάστηκε με έναν μαθηματικό, τον Τζέιμς Μάρεϊ, άρχισαν να καταλαβαίνουν πραγματικά τι προκαλεί αυτούς τους φαύλους κύκλους αρνητικότητας και πώς εμφανίζονται. Τα αποτελέσματα που βρήκαν νομίζω ότι είναι απίστευτα εντυπωσιακά απλά και ενδιαφέροντα. Αυτές οι εξισώσεις προβλέπουν πώς θα ανταποκριθεί η σύζυγος ή ο σύζυγος όταν έρθει η σειρά τους στη συζήτηση, πόσο θετικοί ή αρνητικοί θα είναι. Και αυτές οι εξισώσεις εξαρτώνται από τη διάθεση των ατόμων όταν είναι μόνοι τους, τη διάθεση των ατόμων όταν είναι με τον σύντροφό τους, αλλά πιο σημαντικό, εξαρτώνται από το πόσο ο σύζυγος και η σύζυγος επηρεάζουν ο ένας τον άλλον.
Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να αναφέρω σε αυτό το σημείο, ότι αυτές ακριβώς οι εξισώσεις έχουν δείξει επίσης ότι μπορούν να περιγράψουν ακριβώς τι συμβαίνει ανάμεσα σε δύο χώρες σε έναν εξοπλιστικό ανταγωνισμό. (Γέλια) Αυτό λοιπόν — ένα ζευγάρι που μαλώνει σε έναν φαύλο κύκλο αρνητικότητας και ταλαντεύεται στα πρόθυρα του διαζυγίου — είναι μαθηματικά αντίστοιχο με το ξεκίνημα ενός πυρηνικού πολέμου. (Γέλια)
Αλλά ο πραγματικά σημαντικός όρος σε αυτή την εξίσωση είναι η επιρροή που έχουν μεταξύ τους οι άνθρωποι, και συγκεκριμένα, κάτι που ονομάζεται το κατώφλι της αρνητικότητας. Το κατώφλι της αρνητικότητας, μπορείτε να το σκεφτείτε ως το πόσο ενοχλητικός μπορεί να είναι ο σύζυγος πριν αρχίσει να τσαντίζεται πραγματικά η σύζυγος, και το αντίθετο. Πάντα πίστευα ότι οι καλοί γάμοι είχαν να κάνουν με τον συμβιβασμό και την κατανόηση και το να επιτρέπουμε στον άλλον να έχει χώρο να είναι ο εαυτός του. Θα πίστευα ότι ίσως οι πιο επιτυχημένες σχέσεις ήταν αυτές με πολύ υψηλό κατώφλι αρνητικότητας. Όπου τα ζευγάρια το άφηναν να περάσει έτσι και ανέφεραν κάτι μόνο αν πίστευαν ότι ήταν πολύ σημαντικό. Στην πραγματικότητα όμως, τα μαθηματικά και τα επακόλουθα ευρήματα της ομάδας έδειξαν ότι αληθεύει ακριβώς το αντίθετο. Τα καλύτερα ζευγάρια, ή τα πιο επιτυχημένα ζευγάρια, είναι αυτά με πολύ χαμηλό κατώφλι αρνητικότητας. Είναι τα ζευγάρια που δεν αφήνουν τίποτα να περάσει απαρατήρητο και επιτρέπουν ο ένας στον άλλον να έχει χώρο για παράπονα. Είναι τα ζευγάρια που συνεχώς προσπαθούν να διορθώσουν τη σχέση τους, που έχουν μια πολύ θετικότερη εικόνα για τον γάμο τους. Τα ζευγάρια που δεν αφήνουν τίποτα να περάσει και τα ζευγάρια που δεν αφήνουν τα μικροπράγματα να γίνουν πολύ σημαντικά.
Φυσικά, χρειάζεται κάτι παραπάνω από απλώς ένα χαμηλό κατώφλι αρνητικότητας και να μην συμβιβάζεστε για να έχετε μια επιτυχημένη σχέση. Αλλά νομίζω ότι είναι αρκετά ενδιαφέρον να ξέρουμε ότι υπάρχουν πραγματικές μαθηματικές αποδείξεις που λένε ότι δεν θα πρέπει να αφήνεις τον θυμό σου να καταλαγιάσει.
Αυτές είναι οι τρεις συμβουλές μου για το πώς τα μαθηματικά μπορούν να βοηθήσουν με την αγάπη και τις σχέσεις. Αλλά ελπίζω ότι εκτός από τη χρήση τους ως συμβουλές, θα σας δώσουν και λίγη γνώση σχετικά με τη δύναμη των μαθηματικών. Επειδή για μένα, οι εξισώσεις και τα σύμβολα δεν είναι απλώς ένα πράγμα. Είναι μια φωνή που μιλά για τον απίστευτο πλούτο της φύσης και την εντυπωσιακή απλότητα στα μοτίβα που μας περιτριγυρίζουν, από το πώς λειτουργεί ο κόσμος έως πώς θα πρέπει να συμπεριφερόμαστε. Ελπίζω ότι ίσως για μερικούς από σας, λίγη γνώση για τα μαθηματικά της αγάπης μπορεί να σας πείσει να έχετε λίγη περισσότερη αγάπη για τα μαθηματικά.  

Σας ευχαριστώ. (Χειροκρότημα)
_______________________
H δρ Xάνα Φράι είναι μαθηματικός στο UCL, στο Κέντρο Χωρικής Ανάλυσης (CASA). Στη δουλειά της χρησιμοποιεί τα μαθηματικά μοντέλα προκειμένου να μελετήσει τα μοτίβα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, από τις επαναστάσεις και την τρομοκρατία μέχρι το εμπόριο και τις καθημερινές μας αγορές.
Παράλληλα με την ακαδημαϊκή θέση της, είναι πρέσβειρα του UCL, μεταφέροντας έτσι την απόλαυση των μαθηματικών από τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα σε θέατρα, μπαρ και σχολεία. Είναι επίσης συμπαρουσιάστρια στο Υoutube Channel του BBC Worldwide και εμφανίζεται τακτικά στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο στη Μεγάλη Βρετανία.



                                                                                                                 Πηγή:antikleidi.com

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Ο μαθητής Χάρι Πότερ στο σύγχρονο σχολείo...


Αποτέλεσμα εικόνας για νεοφιλελεύθερο σχολείο
Bottle fame, brew glory
Σημειώσεις στο σχολικό τετράδιο του Χάρι Πότερ
They’ll teach her how to cook.
Teach her how to look.”
Crass, 1981
1. Εισαγωγή
Ο Harry Potter είναι ένας λογοτεχνικός ήρωας που επινόησε η Αγγλίδα συγγραφέας Τζόαν Ρόουλινγκ (J. K. Rowling). Οι περιπέτειες του ήρωα αναπτύσσονται σε μια σειρά μυθιστορημάτων από τα οποία το πρώτο – που είχε τον τίτλο Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος – κυκλοφόρησε το 1997. Τα βιβλία αυτά τυπικά ανήκουν στην κατηγορία της εφηβικής λογοτεχνίας, αλλά απευθύνονται και στο ευρύτερο κοινό. Το 2001 το πρώτο βιβλίο της σειράς μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από την εταιρία Warner, σε σκηνοθεσία του Chris Columbus. Η ταινία συνοδεύτηκε από βιντεοπαιχνίδια και άλλα προϊόντα.
Ο Χάρι Πότερ είναι πρώτα από όλα ένας μαθητής. Γύρω από τον μαθητή Χάρι Πότερ οργανώνεται ένας μύθος, ο οποίος γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και έκανε τον ήρωα διάσημο και οικείο στο παγκόσμιο κοινό. Ως μαθητής, φοιτά στο ειδικό σχολείο Hogwarts που εδράζεται σε έναν παράλληλο κόσμο από τον πραγματικό. Εκεί διδάσκεται την τέχνη της μαγείας.
Ο μύθος του Χάρι Πότερ, παρά τον άχρονο χαρακτήρα του, καταπιάνεται με μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την εκπαίδευση και την εκπαιδευτική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών. Τα ζητήματα είναι τα εξής:
α) Σύμφωνα με τη βιογραφία του ήρωα, ο Χάρι Πότερ είναι ένας «σημαδεμένος» μαθητής, εξαιτίας ενός «ηρωικού» γεγονότος των γονιών του, συνεπώς λόγω καταγωγής. Το «σημάδι» τον μετατρέπει σε έναν «ταλαντούχο» μαθητή που διεκδικεί την αριστεία.
β) Το σχολείο στο οποίο φοιτά ο Χάρι Πότερ βρίσκεται σε ένα παράλληλο σύμπαν, δηλαδή παρουσιάζεται απομονωμένο από την πραγματική κοινωνία. Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης του μύθου σπάνια επηρεάζεται από τα γεγονότα του πραγματικού κόσμου, ενώ σε αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει και ο γενικά ά-χρονος χαρακτήρας του περιβάλλοντος.
γ) Τα μαθήματα που διεξάγονται σε αυτό το σχολείο και παρακολουθεί ο ήρωάς μας ως οικότροφος συνιστούν ένα κλειστό σύστημα γνώσεων που αξιολογείται αποκλειστικά μέσα στο σχολείο (σύμφωνα με τον μύθο, οι μαθητές απαγορεύεται να εφαρμόσουν στον πραγματικό κόσμο ό, τι μάθανε στο σχολείο) σε μια διαδικασία που μοιάζει με παιχνίδι.
δ) Τέλος, το περιεχόμενο των μαθημάτων, το οποίο σύμφωνα με τον μύθο αφορά μαγικά φίλτρα, μαγικά ξόρκια και διάφορες τεχνικές μαγείας, είναι μια τεχνική κατάρτιση, η οποία αφενός διαθέτει ένα έμφυτο συμβολισμό και αναπτύσσεται σε ένα μη-υλικό επίπεδο (ως «μαγεία») και αφετέρου παραπέμπει σε κατάρτιση στη σύγχρονη τεχνολογία.
2. Η κινηματογραφική ανάγνωση
Πριν προχωρήσουμε πρέπει να αποσαφηνίσουμε τον ιδεολογικό ρόλο του χολιγουντιανού κινηματογράφου, καθώς εξετάζουμε τον μύθο του Χάρι Πότερ πρωτίστως από την κινηματογραφική του έκδοση. Οι χολιγουντιανές ταινίες, όπως συμβαίνει και με τα καταναλωτικά προϊόντα, λειτουργούν σε ένα συμβολικό επίπεδο, ανεξάρτητα από την καταγωγή των υλικών τους. Το Χόλυγουντ παράγει μύθους οι οποίοι διαμεσολαβούν ανάμεσα στον θεατή και τον πραγματικό κόσμο. Οι χολιγουντιανοί μύθοι αποτελούν αποκρυσταλλώσεις της κάθε φορά κυρίαρχης ιδεολογίας ή του κυρίαρχου ιδεολογικού προσανατολισμού. Με αυτή την έννοια, το Χόλυγουντ δεν παράγει ιδεολογία, αλλά «δραματοποιεί» την ιδεολογία (Αγραφιώτης, 2015).
Ο Κινηματογράφος είναι μια σειρά από αναπαραστάσεις της πραγματικότητας ή αναπαραστάσεις κάποιου περιβάλλοντος που μοιάζει πολύ με το φυσικό περιβάλλον, ή αναπαραστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν υπό κάποιες συνθήκες (έστω εξωφρενικές) να αποτελούν το φυσικό περιβάλλον. Η φαινομενική φυσικότητα, λοιπόν, συσκοτίζει το τέχνασμα (Watson, 1990). Έτσι μετατρέπεται σε έναν ιδανικό αγωγό μεταφοράς ιδεολογίας στις μάζες, όχι μόνο λόγω της αναβάθμισής του από τις τεράστιες επενδύσεις κεφαλαίων σε αυτόν, αλλά και λόγω της ίδιας της «φύσης» του: Διαθέτει μια προνομιακή σχέση με την πραγματικότητα. Έχει σημασία να πούμε ότι οι ταινίες δεν προσφέρουν μια απλή αποτύπωση της πραγματικότητας, αλλά μια άποψη της πραγματικότητας (Πλειός, 2005), αυτή είναι η βαθύτερη σημασία της αναπαράστασης, και σε αυτή τη διάκριση στηρίζεται η ιδεολογική χρήση του Κινηματογράφου.
Επίσης, ο Κινηματογράφος κρύβει τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένος. Οι ταινίες που έχει πρόσβαση και απολαμβάνει η πλειοψηφία στο σινεμά ή την τηλεόραση ανάγονται σε αυτό που ο Andre Bazin (Bazin, 1988) ονόμασε «κινηματογράφο χωρίς μοντάζ», αναφερόμενος στην κυρίαρχη τάση του χολιγουντιανού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’30. Δεν πρόκειται για αμοντάριστες ταινίες κυριολεκτικά, αλλά για ταινίες οι οποίες – με κατάλληλες τεχνικές – στοχεύουν στο να αποπροσανατολίσουν τον θεατή από τις «ραφές» και τις αλλαγές των πλάνων, δημιουργώντας την εντύπωση μιας «αυθόρμητης» ή «φυσικής» συνέχειας και την αίσθηση ότι η ταινία είναι ένα ανεπιτήδευτο απόσπασμα πραγματικότητας. Ο εμπορικός κινηματογράφος βασίστηκε σε αυτή την παράδοση. Η επιμονή στη ρεαλιστική αναπαράσταση μιας ιδανικής πραγματικότητας, εκτός από τη διαμόρφωση της κυρίαρχης αισθητικής, συμβάλλει στη συγκρότηση ενός πεδίου μεταβίβασης ιδεολογιών.
Πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται για μια «φυσική εξέλιξη» ούτε για κάτι «αυτονόητο», αλλά για μια ιστορική επιλογή.
 3. Η καταγωγή
Ο 11χρονος Χάρι δεν διάλεξε ο ίδιος σχολείο, η μοίρα του ήταν προδιαγραμμένη εξαιτίας της καταγωγής του. Οι γονείς του αντιμετώπισαν και κατάφεραν να απωθήσουν τον κακό Βόλντεμορτ πριν σκοτωθούν στη μάχη. Ο μικρός Χάρι χωρίς να το γνωρίζει φέρει το στίγμα της ηρωικής πράξης των προγόνων του, το οποίο εμφανίζεται για τις ανάγκες του μύθου με δύο τρόπους: Πρώτον, το ηττημένο κακό πνεύμα ενώ αποχωρούσε πέρασε μέσα από το σώμα του ήρωα δίνοντας του ένα ακόμη προνόμιο πέρα από το κληρονομικό, δηλαδή μια ενστικτώδη αντίληψη του κακού, από όπου φυσικά εγείρονται ερωτήματα ηθικής τάξης και τα οποία επανέρχονται σποραδικά στο μύθο. Δεύτερον, ένα σημάδι στο μέτωπο που το κρύβει με τη φράντζα του και δηλώνει τόσο τη μοναδικότητα του ήρωα όσο και την αποστολή του. Η καταγωγή του Χάρι, λοιπόν, θυμίζει την ιπποτική αριστοκρατία. Όμως, ο ήρωάς μας έχει «εκπέσει». Μεγαλώνει στη θετή οικογένεια της αδερφής της μητέρας του, όπου τον κακομεταχειρίζονται.
Η ιστορία ξεκινά με την κλήση του ήρωα στο παράξενο σχολείο. Ωστόσο η καταγωγή του αποτελεί ένα αποφασιστικό γεγονός που σημαδεύει όλη την πλοκή άρα και τον χαρακτήρα του ήρωα. «Περιμένουμε πολλά από σένα», είναι η φράση που θα ακούσει πολλές φορές.
Στη συνέχεια, ως χαρισματικό παιδί και ως διαλεχτός σε ειδικό σχολείο δεν του επιτρέπεται παρά να «επιτύχει». Αυτή η παρότρυνση αλλά και επιταγή για επιτυχία επανέρχεται συνεχώς.
Ο Πάολο Φρέιρε περιγράφει τα χαρακτηριστικά της «αντιδιαλογικής δράσης», όπως την ονομάζει. Πίστευε πως είναι απολύτως αναγκαίο για τους καταπιεζόμενους να συμμετέχουν στην επαναστατική διαδικασία με μια όλο και μεγαλύτερη κριτική ενημερότητα για τον ρόλο τους ως υποκειμένων της αλλαγής. Οι καταπιεζόμενοι συμμετέχουν πραγματικά στην επαναστατική διαδικασία ως δρώντα πρόσωπα που βρίσκονται σε αμοιβαία επικοινωνία, και όχι ως διφορούμενα όντα με τους καταπιεστές που κατοικούν μέσα τους, μια κατάσταση την οποία σχετίζει με τον ακτιβισμό.
Χαρακτηριστικά της αντιδιαλογικής δράσης, λοιπόν, είναι η κατάκτηση, το διαίρει και βασίλευε, η χειραγώγηση και η πολιτιστική εισβολή. Η ανάγκη για κατάκτηση ριζώνει στις ανθρώπινες σχέσεις καθώς εσωτερικεύεται ο ανταγωνισμός. Από την άλλη, ο Φρέιρε υποστηρίζει πως μία από τις μεθόδους χειραγώγησης είναι να μπολιάζεις τα άτομα με τον αστικό μύθο της προσωπικής επιτυχίας (Freire, 1977: 184). Επιθυμία για κατάκτηση και προσωπική επιτυχία είναι στιγμές μιας ιδεολογίας που υπαγορεύει μορφές πρακτικής που εγγράφονται σε υλικές πράξεις ενός δρώντος συνειδητά υποκειμένου (Αλτουσέρ, 1999). Οι πρακτικές αυτές εμφανίζονται στο επίπεδο των καθημερινών ανθρώπινων σχέσεων. Το παράδειγμα του Χάρι Πότερ είναι αυτό του μαθητή που είναι προορισμένος να «επιτύχει». Το ερώτημα είναι σε ποιο ανταγωνισμό.
Τα δύο χαρακτηριστικά της «αντιδιαλογικής δράσης» αποτελούν το ένα συμπλήρωμα του άλλου. Η κουλτούρα του ανταγωνισμού, η τάση για επικράτηση, οδηγούν στην αναζήτηση της ατομικής επιτυχίας ως αποτέλεσμα της διαδικασίας. Στη συνέχεια, η επιτυχία επενδύεται με συγκεκριμένες ιδιότητες και αποκτά συγκεκριμένο νόημα στο κοινωνικό περιβάλλον. Ένας πρωταρχικός χώρος όπου καλλιεργούνται αυτά τα χαρακτηριστικά είναι το σχολικό περιβάλλον και εν γένει το εκπαιδευτικό. Οι νεοφιλελεύθερες εκπαιδευτικές θεωρίες, δηλαδή οι θεωρίες που συνοδεύουν τη νεοκλασική οικονομική θεωρία, ανακαλύπτουν την περιγραφή της εκπαίδευσης ως «ανθρώπινο κεφάλαιο» το οποίο αξίζει να επενδυθεί, για να καταλήξουν ότι η εκπαίδευση μπορεί πλέον σε όλους να δώσει τη δυνατότητα να αποκτήσουν υψηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, αρκεί να εργαστούν σκληρότερα. Το τεχνοκρατικό μοντέλο θεωρεί ότι η σχέση ανάμεσα στον όγκο της παραγωγής και στο «ανθρώπινο κεφάλαιο» παραμένει σταθερή και συνεπώς οποιαδήποτε μεταβολή στον όγκο της παραγωγής θα προκαλέσει ή θα απαιτήσει μια μεταβολή του ίδιου ποσοστιαίου μεγέθους στο «ανθρώπινο κεφάλαιο» (Μηλιός, 1984: 112). Έχοντας υπόψη τη σχολική παράδοση της αστικής δημοκρατίας, πρόκειται για μια άποψη που προτείνει έναν «ορθολογικό» ατομικισμό απαλλαγμένο από ηθικές αξίες της νεωτερικότητας.
Στην (πολυάριθμη) σχετική βιβλιογραφία τα εκπαιδευτικά προβλήματα, όπως και τα προβλήματα των μαθητών-σπουδαστών, δεν παρουσιάζονται συλλογικά. Αντίθετα θεωρούνται ότι είναι ιδιωτικές υποθέσεις για τις οποίες τα άτομα αισθάνονται ότι πρέπει να έχουν ιδιωτικές λύσεις.
Όπως πολύ σωστά επισημαίνει σε άρθρο του ο Wesley Shumar (Shumar, 2004), οι λύσεις που καλούνται να εξερευνήσουν οι σπουδαστές υπάρχουν μέσα σε ένα πραγμοποιημένο σύμπαν όπου η γνώση έχει αποσυνδεθεί από το κοινωνικό πλαίσιο της παραγωγής της. Έτσι ο σπουδαστής θεωρεί ότι η λύση στο πρόβλημα του βιοπορισμού είναι η επιλογή της σωστής σειράς προϊόντων της γνώσης από το «ράφι» του σχολείου ή του πανεπιστημίου. Στην εμπορευματοποιημένη εκπαίδευση αποκλείεται η συλλογική κοινωνική δράση, υπάρχουν μόνο τα πιστοποιητικά που οι μαθητές μπορούν να αποκτήσουν για να καταταγούν στην κλίμακα των «γνώσεων-δεξιοτήτων-ικανοτήτων».
Αυτή η ιδεολογία ωθεί τους σπουδαστές να αντιμετωπίσουν την οικονομική πραγματικότητα με προσωπικές λύσεις που απορρέουν από προσωπικές επιλογές. Η κατοχή πιστοποιητικών κρίνεται απαραίτητη προϋπόθεση για να ανταποκριθεί κάποιος στον ανταγωνισμό της αγοράς εργασίας. Επομένως, ο σπουδαστής ή ο απόφοιτος ενθαρρύνεται να στραφεί όχι στο πρόβλημα της εργασίας συνολικά – που πρέπει να αντιμετωπιστεί κοινωνικά – αλλά στην περιχαράκωση στην ατομική του περίπτωση, που καθορίζεται από το πόσο «επαγγελματίας» είναι ή μπορεί να γίνει. Κατά συνέπεια, η εκπαίδευση δεν κατακερματίζεται μόνο από τις εξωτερικές πιέσεις για ιδιωτικοποίηση-εμπορευματοποίηση, αλλά και από τα ίδια τα άτομα που εξατομικεύουν τις ανάγκες τους και βλέπουν την «κατανάλωση» πτυχίων, πιστοποιητικών και βεβαιώσεων ως τη λύση για τα επιμέρους προβλήματά τους.
Είναι ενδεικτικό ότι στη νεοφιλελεύθερη βιβλιογραφία για την εκπαίδευση απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στα «κινήματα», είτε μαθητικά είτε φοιτητικά, είτε συνδικαλιστικά των εκπαιδευτικών. Σημαντικότερο όμως είναι το γεγονός ότι η νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική θεωρία αγνοεί την κοινωνική θεωρία. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν οι Thrupp & Willmott, πρόκειται για μια θεωρία «χωρίς –ology». Αντίθετα, χρησιμοποιεί τη ρητορική και τις τεχνικές του οικονομικού μάνατζμεντ και της διοίκησης επιχειρήσεων για να εξάγει συμπεράσματα για την ορθή λειτουργία των σχολειών και καταλήγει να αντιμετωπίζει την εκπαίδευση ως αυτόνομη μηχανή παραγωγής ή «εκροής μαθησιακών αποτελεσμάτων» (Thrupp & Willmott, 2003).
Η μετάβαση από το φιλελεύθερο ιδεολογικά μοντέλο που εφαρμόστηκε στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επικεντρώνεται στην ατομικιστική αντίληψη της «ολοκλήρωσης του Ανθρώπου», σύμφωνα με το οποίο ο σχεδιασμός της εκπαίδευσης δεν μπορεί παρά να βασίζεται (και) στις θελήσεις των εκπαιδευόμενων, προς το τεχνοκρατικό μοντέλο που προσπαθεί να προγραμματίσει την εκπαιδευτική λειτουργία με βάση τις ανάγκες της οικονομίας, λαμβάνει χώρα καθώς σταθεροποιείται ο «μονοπωλιακός» καπιταλισμός και γίνεται φανερό πως οι θελήσεις και επιδιώξεις των εκπαιδευόμενων φορέων δεν μπορούν να καθορίζουν την οικονομία (Μηλιός, 1984). Έτσι ο τεχνοκρατισμός παίρνει τη θέση του φιλελευθερισμού.
Από τη σκοπιά της θεωρίας, ο Scott Eacott (Eacott, 2015) εντοπίζει τις ρίζες της τεχνοκρατικής προσέγγισης για την εκπαίδευση και την εκπαιδευτική διοίκηση στο λεγόμενο Theory (Administration) Movement. Το εν λόγω Κίνημα, που έφτασε στο αποκορύφωμά του κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1950 και 1960, προσπάθησε να ξεπεράσει την έως τότε «εμπειρική» και «μη-θεωρητική» αντιμετώπιση της εκπαιδευτικής διοίκησης εισάγοντας «επιστημονικά» εργαλεία για την «επιστημονική» της μελέτη. Οι εμπλεκόμενοι στο Theory Movement διαπίστωναν πως επικρατεί μια χαώδης κατάσταση, χωρίς κάποιο σχέδιο και χωρίς όραμα, και επέκριναν γι’ αυτή την κατάσταση την κεντρική εξουσία. Στη συνέχεια πρότειναν έναν εξορθολογισμό, εμπνεόμενοι από το «επιστημονικό» μάνατζμεντ που εισηγήθηκε στις αρχές του αιώνα ο Taylor και επηρεασμένοι από την επιτυχία της πρόσφατης την εποχή εκείνη θεωρίας της «στοχοθεσίας» του Peter Drucker. Η προσέγγιση ήταν περισσότερο τεχνοκρατική παρά κοινωνική. Η «επιστημονική» προσέγγιση υπονοούσε όχι την ενσωμάτωση μιας κοινωνικής θεωρίας, αλλά μάλλον την ανάπτυξη μιας «αντικειμενικής» τεχνικής της έρευνας, την ουδέτερη απόσταση μεταξύ παρατηρητή και αντικειμένου της έρευνας, μια δέσμη από μεθόδους, δηλαδή, παρά μια μεθοδολογία.
Οπωσδήποτε οι σύγχρονες αντιλήψεις και πρακτικές για την εκπαίδευση, τόσο στην παιδαγωγική όσο και στη διοίκηση, διαμορφώνονται τη δεκαετία του ’80, κυρίως στις ΗΠΑ και τη Βρετανία και επί Προεδρίας Ρήγκαν και πρωθυπουργίας Θάτσερ αντίστοιχα. Είναι η δεκαετία κατά την οποία εισβάλλει η ρητορική των οικονομολόγων στην εκπαίδευση, η εταιρική δομή λαμβάνεται ως πρότυπο για τη διοίκηση του σχολείου, προωθείται η ιδιωτικοποίηση και η γνώση μετατρέπεται σε εμπόρευμα.
Το κείμενο του 1983, A Nation At Risk: The Imperative for Educational Reform, by the National Commission on Excellence in Education, ήταν η έκθεση μιας επιτροπής στη Washington που είχε μεγάλη επιρροή στην εκπαιδευτική πολιτική της Προεδρίας Ρήγκαν. Ανέφερε πως απειλείται η θέση των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία, επειδή η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη χώρα ταλαιπωρείται από σοβαρές ελλείψεις. Αν και, όπως φαινόταν από τότε, η Έκθεση διόγκωνε τα στοιχεία (επιδόσεις, αποτελέσματα βαθμολογιών, ποσοστά σχολικών εγγραφών κλπ.), οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις κρίθηκαν απαραίτητες (Levin, 1984).
Μεγάλη επιρροή στην κοινωνική πολιτική των ΗΠΑ και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική πολιτική άσκησε επίσης το βιβλίο του Charles Murray, Losing Ground: American Social Policy 1950-1980 (House, 1998). Σε αυτό ο Τσαρλς Μάρεϊ υποστήριζε ότι το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος με την πολιτική των παροχών δεν βοηθούσε τις ευπαθείς και περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες επειδή δεν τους προσέφερε κίνητρα παραγωγικότητας. Η άποψη γνώρισε ενθουσιώδη αποδοχή στα στελέχη της κυβέρνησης Ρήγκαν. Είχε προηγηθεί το βιβλίο του «γκουρού του μάνατζμεντ» Peter Drucker, The Age of Discontinuity (1969) στο κεφάλαιο του οποίου “The sickness of Government” στόχος κριτικής ήταν οι κυβερνήσεις, καθώς το βιβλίο έκανε οξύτατη επίθεση στις κρατικές γραφειοκρατίες, υπέρ μιας «ευέλικτης» διοίκησης.
Τα παραπάνω αποτελούν παραδείγματα της πορείας που ακολούθησε η διαμόρφωση της νεοφιλελεύθερης σκέψης, η οποία αποκρυσταλλώθηκε σε αυτό που ονομάστηκε Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ (ΝΔΜ, New Public Management). Μεταφέρουμε την περιγραφή από το άρθρο του Γιώργου Καλημερίδη:
«Κεντρική θέση των υποστηρικτών του ΝΔΜ στις δεκαετίες του ’80 και ’90 ήταν ότι η αποτελεσματικότητα του κράτους στην παροχή υπηρεσιών ούτε υπολογίζεται, ούτε σχεδιάζεται ορθολογικά, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται το βέλτιστο αποτέλεσμα με τις μικρότερες δυνατές δαπάνες. Τέτοιοι στόχοι θα απαιτούσαν την υιοθέτηση από το κράτος ιδιωτικοοικονομικών τρόπων λειτουργίας. Με αυτή την αφετηρία, την απορρύθμιση του κράτους πρόνοιας θα έπρεπε να διαδεχθεί ένα “κράτος του μάνατζμεντ”, ενώ η κοινωνική πολιτική θα έπρεπε να ανακαθορίζεται από κριτήρια όπως “η αρχή των 3 Ε”: Economy, Effectiveness, Efficiency, δηλαδή “Οικονομία, Αποτελεσματικότητα, Αποδοτικότητα”» (Καλημερίδης, 2012).
Στη Μεγάλη Βρετανία, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που έγινε το 1988 από την κυβέρνηση της Θάτσερ αποτελεί κομβικό γεγονός στη νεοφιλελεύθερη μεταστροφή από το μεταπολεμικό «ενιαίο σχολείο» στις «σχολικές αγορές». Με την Education Reform Act δημιουργήθηκαν αυτοδιοικούμενα σχολεία τα οποία ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για τον αριθμό των μαθητών, πόσες εγγραφές θα καταφέρουν να επιτύχουν, και για τις επιδόσεις των μαθητών. Ταυτόχρονα, τα κριτήρια ορίζονταν κεντρικά από το κράτος και για πρώτη φορά συστάθηκαν κοινά αναλυτικά προγράμματα τα οποία ενσωμάτωναν τη νέα ιδεολογία. Αναπόφευκτα, η απορρύθμιση της σχολικής διοίκησης, ο ανταγωνισμός μεταξύ σχολικών μονάδων, οδήγησε στο κλείσιμο σχολείων σε φτωχές περιοχές και συγκέντρωση μαθητών σε σχολεία που έγιναν η νέα ελίτ. Η εισβολή των πρακτικών της αγοράς όξυνε τις κοινωνικές-ταξικές αντιθέσεις και τελικά οδήγησε σε περαιτέρω διαφοροποίηση στη διαστρωμάτωση του εκπαιδευτικού συστήματος (Ball, 1993).
Στην ίδια κατεύθυνση, τα κείμενα των διεθνών Οργανισμών δίνουν έμφαση στις «αποκαλυπτικές» συνέπειες της αποτυχίας στην εκπαίδευση της προηγούμενης περιόδου. Η ανθρωπιστική παράδοση της UNESCO, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με τόσο μεγάλη επιρροή στη δεκαετία του 1960, αποδυναμώνεται, και το οικονομικό και τεχνο-ντετερμινιστικό πρότυπο του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΟΣΑ άρχισε να κερδίζει σε σημασία (Zajda, 2010). Όπως υποστηρίζει ο David Hartley (Hartley, 1998), η εκπαιδευτική πολιτική και πρακτική δομείται ολοένα περισσότερο από τις «μεταφορές» της αγοράς, «ευνοώντας τον καταναλωτή επί του παραγωγού, που απαιτεί να γίνουν περισσότερα με λιγότερα, για λόγους ανταγωνισμού και αποδοτικότητας».
Με άλλα λόγια, η νεοφιλελεύθερη και νεοσυντηρητική ιδεολογία έχει επαναπροσδιορίσει την εκπαίδευση και την κατάρτιση ως επένδυση σε «ανθρώπινο κεφάλαιο» και «ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού» και έχει επηρεάσει τον τρόπο σκέψης των φορέων χάραξης πολιτικής σε πολλές χώρες. Πρέπει, ωστόσο, να προσθέσουμε τη σχέση των εκπαιδευτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων με τις νέες συνθήκες στο παραγωγικό μοντέλο και τις τάσεις της μετανεωτερικότητας. Η στρατηγική μετατόπιση του καπιταλισμού από τη βιομηχανία στον τομέα των υπηρεσιών γενικά, συνεπάγεται τη διοχέτευση των μεγάλων επενδύσεων στο χρηματοπιστωτικό τομέα, τις νέες ψηφιακές-δικτυακές τεχνολογίες, την αγορά ακινήτων, τις εξειδικευμένες υπηρεσίες κλπ., που εξασφαλίζουν υψηλή κερδοφορία για το κεφάλαιο. Στο νέο τοπίο, η «παραδοσιακή» βιομηχανία, η παραγωγική μονάδα στην οποία βασίστηκε ο καπιταλισμός, είτε φθίνει είτε αποσυντονίζεται. Μαζί της αποσυντονίζονται και μεταλλάσσονται αξίες και θεσμοί που αποτέλεσαν σταθερές για την αστική δημοκρατία. Ο Castells (1999) επισημαίνει ότι στη νέα παγκόσμια οικονομία οι πρώτες ύλες και η πρόσβαση στην εργασία δεν είναι πλέον τα πιο σημαντικά πράγματα για την παραγωγή. Περισσότερο, τα κράτη και οι επιχειρήσεις απαιτούν μια πληροφοριακή υποδομή που μπορεί να ανταποκριθεί γρήγορα σε αιτήματα όπως μετακίνηση εργασίας, προϊόντων, πρώτων υλών. Ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια οικονομία απαιτεί ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το πού ανοίγουν νέες αγορές και από πού μπορούν να γίνουν προμήθειες εργασίας και υλικών. Ως αποτέλεσμα εμφανίζονται νέες μορφές κοινωνικής αλληλεπίδρασης, νέοι τύποι θεσμών, αλλά και νέες μορφές εκμετάλλευσης, όπως η μερική απασχόληση και η προσωρινή ευέλικτη εργασία.
Επιστρέφοντας στο μύθο του Χάρι Πότερ, θα βρούμε τον μαθητή ο οποίος είναι προορισμένος για την επιτυχία, λόγω της καταγωγής του, και με την προδιάθεση να κατακτήσει το περιβάλλον. Στο ευρύ πλαίσιο του μύθου, η επιτυχία δεν μπορεί παρά να μεταφραστεί ως επικράτηση επί των σκοτεινών δυνάμεων του Βόλντεμορτ, ενώ στο στενό πλαίσιο της πλοκής εμφανίζεται ως ανταγωνισμός της Αδελφότητας Γκρίφιντορ, που ανήκει ο πρωταγωνιστής, με την Αδελφότητα Σλίθεριν.
Το επιπλέον στοιχείο που εισάγει ο Χάρι Πότερ στο σχολείο είναι η στρατηγική αναμέτρηση. Μαζί με τον ήρωα επανέρχεται στο σχολείο η παλιά απειλή η οποία μετατρέπεται σε πολεμικές συγκρούσεις εντός του σχολικού περιβάλλοντος, αρχικά με τους «καλικάντζαρους» και στο φινάλε με τις μορφές που παίρνει ο Βόλντεμορτ. Υπάρχει ιδιαίτερα συμβολική σημασία στο γεγονός ότι οι συγκρούσεις συμβαίνουν εντός του σχολείου, αλλά όχι σε χώρους διδακτικών δραστηριοτήτων. Στην πρώτη περίπτωση στις τουαλέτες και στη δεύτερη στον απαγορευμένο «δεξιά διάδρομο του 3ου ορόφου». Ο Ραμονέ (2001) σημειώνει πως οι διαφημιστές χρησιμοποιούν συχνά πολεμικό λεξιλόγιο, δανεισμένο από τους στρατιωτικούς. «Δεν μιλάνε μήπως για “στρατηγικές, για “καμπάνιες, για “επιθέσεις, για “στόχους, για “αντιστάσεις, για “αλλαγή πορείας;». O Eacott (2011) ασχολείται με την έννοια της στρατηγικής στην εκπαίδευση και μας πληροφορεί πως ενώ πριν τη θατσερική μεταρρύθμιση του 1988 εμφανιζόταν σπάνια ως όρος, αμέσως μετά εμφανίστηκε μια ογκώδης βιβλιογραφία σχετικά με το «πώς να δημιουργήσετε ένα σχέδιο ανάπτυξης». Σύντομα, ο «στρατηγικός σχεδιασμός» έγινε συνώνυμο του σχολικού σχεδιασμού και η «στρατηγική επικράτηση» μια ενδοσχολική μέθοδος.
Ο Χάρι Πότερ, λοιπόν, μεταφέρει τις πολεμικές συγκρούσεις μέσα στο σχολείο – κάτι που πρέπει να πούμε ότι σπάνια αναπαριστάται στον κινηματογράφο – για τις οποίες απαιτείται και αναπτύσσει μια στρατηγική. Το γεγονός ότι οι μάχες λαμβάνουν χώρα σε βοηθητικούς χώρους του σχολείου (ο απαγορευμένος 3ος όροφος πέρα από άλλους συμβολισμούς δεν παύει να είναι μια αποθήκη) παραπέμπει στη επιτυχία της στρατηγικής του ήρωα που προστατεύει το σχολείο από τον εξωτερικό εισβολέα. Όπως θα δούμε παρακάτω, το σχολείο Χόγκουαρτς είναι ένα κλειστό σχολικό σύστημα.
4. Το σχολικό σύστημα
Ο Γιώργος Πλειός (2005) επισημαίνει ότι στην ύστερη νεωτερικότητα η εκπαίδευση μετατρέπεται από αγαθό συλλογικής κατανάλωσης σε αγαθό ατομικής κατανάλωσης. Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, οι τρόποι διδασκαλίας και η διοικητική παρακολούθηση υπακούουν στην ατομική αρέσκεια, την ικανοποίηση, τη διάθεση για κατανάλωση, και όχι σε ορισμένες κοινά αποδεκτές αξίες, παραδοχές και πεποιθήσεις όπως στο παρελθόν. Στη συνέχεια αναφέρει πως οι μεταρρυθμίσεις της θατσερικής κυβέρνησης είχαν κατεύθυνση το συγκεντρωτισμό από τη μια και από την άλλη την εμπορευματοποίηση και τη δυνατότητα επιλογής σχολείου εκ μέρους του μαθητή και της οικογένειάς του με καταναλωτικά κριτήρια (Πλειός, 2005: 187). Διαπιστώνουμε, λοιπόν, το μεταμοντέρνο σχήμα της υπερσυγκέντρωσης στην κορυφή και της πλατιάς αποκέντρωσης στη βάση. Είναι ένα σαφώς διαφορετικό μοντέλο από το κάθετα ιεραρχικό της νεωτερικότητας. Οι κόμβοι της βάσης αλληλεπιδρούν μεταξύ τους χωρίς απαραίτητα να επικοινωνούν άμεσα με την κορυφή. Ωστόσο, αυτό το ιδιόμορφα αποκεντρωτικό παγκόσμιο μοντέλο – το οποίο ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές του μεταμοντερνισμού, ο David Harvey (1988), χαρακτήρισε «κατακερματισμένο, άστατο και σχετικιστικό», συνέπεια του σύγχρονου καπιταλισμού που διαφημίζει συνεχώς την αλλαγή, την επιλογή και την κατανάλωση – όχι μόνο εξακολουθεί να λειτουργεί και δεν «λύνονται» οι κόμβοι, αλλά αντιθέτως όλο και περισσότερο επικαθορίζεται από τις πολιτικές της «κορυφής». Οι Hardt και Negri (2000) ξεκινούν την ανάλυσή τους στο γνωστό βιβλίο Αυτοκρατορία με την απλή διαπίστωση: «Η προβληματική της Αυτοκρατορίας καθορίζεται πρωτίστως από ένα απλό γεγονός: ότι υπάρχει παγκόσμια τάξη».
Το σχολείο Χόγκουαρτς όπου φοιτά ο Χάρι Πότερ είναι μια ιδανικά αυτοδιοικούμενη σχολική μονάδα. Είναι ένα επινοημένο σχολείο μαγείας που βρίσκεται σε μια παράλληλη διάσταση με την πραγματική. Ο Χάρι Πότερ και οι συμμαθητές του για να ταξιδέψουν στο σχολείο τους πρέπει να πάρουν το τρένο από τη φανταστική πλατφόρμα 2¾, και για να την προσεγγίσουν περνούν μέσα από έναν τοίχο στην αποβάθρα του σταθμού του Λονδίνου την καθορισμένη ώρα. Με αυτό το δραματουργικό εύρημα το σχολείο εμφανίζεται εντελώς αποκομμένο από την κοινωνική πραγματικότητα. Μάλιστα στην αρχή του πρώτου σίκουελ, Ο Χάρι Πότερ και η Κάμαρα με τα Μυστικά (Chris Columbus, 2002), οι ήρωες δεν καταφέρνουν να διαπεράσουν τον τοίχο με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να μείνουν εκτός σχολείου. Επομένως, είναι ένα απομονωμένο-αυτόνομο σχολείο το οποίο διοικείται από ένα συμβούλιο σεβαστών και σεβάσμιων Μάγων. Αυτό το διοικητικό μοντέλο αναφέρεται στη σχετική βιβλιογραφία ως school-based management. Για τους υποστηρικτές του μοντέλου όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες πρέπει να περάσουν στα ίδια τα σχολεία και να συντονίζονται από σχολικές επιτροπές. Η επιτροπή του σχολείου μπορεί να παρακολουθεί τις επιδόσεις των μαθητών, να αντλεί κεφάλαια και να δημιουργεί κληροδοτήματα για το σχολείο, να διορίζει ή να απορρίπτει δασκάλους και εκπαιδευτικούς, και να διασφαλίζει ότι οι μισθοί των εκπαιδευτικών καταβάλλονται τακτικά. Τέλος, μπορεί ακόμη να εγκρίνει τους ετήσιους προϋπολογισμούς (Barrera-Osorio, Fasih, & Patrinos, 2009). Όσοι υποστηρίζουν τη μετάβαση σε αυτό το μοντέλο συνήθως προϋποθέτουν μια αινιγματική «αλλαγή κουλτούρας» από την πλευρά των εργαζομένων. Π.χ. σύμφωνα με τον Odden (1994), το αποκεντρωτικό μοντέλο απαιτεί αυξημένες γνώσεις και δεξιότητες από τους εργαζόμενους για να ενταχθούν στον νέο ρόλο σε τουλάχιστον τέσσερις τομείς: α) Διαπροσωπικές σχέσεις για την αποτελεσματική συνεργασία μιας ομάδας, β) τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, γ) δεξιότητες για την άσκηση καθηκόντων στην ομάδα εργασίας μιας διευρυμένης οργανωτικής δομής και δ) επιχειρηματικές γνώσεις και δεξιότητες. Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό της ορολογίας που χρησιμοποιείται.
Ένα στοιχείο του χαριποτερικού μύθου που τον έκανε δημοφιλή είναι αυτό ακριβώς: ότι το περιβάλλον του ήρωα βρίσκεται σε απόσταση και διαφέρει από την καθημερινότητα. Η πλοκή υπογραμμίζει περαιτέρω τη διάκριση πραγματικότητας-σχολείου τοποθετώντας τον ήρωα σε μια θετή οικογένεια που τον κακομεταχειρίζεται, ενώ παρουσιάζει τη μετάβαση στο υπερβατικά απομακρυσμένο σχολείο ως ταξίδι προς την ελευθερία. Αντίστοιχη είναι η σκηνοθετική προσέγγιση στην ταινία: Μεγαλύτερα σε μέγεθος πλάνα, εντονότερα χρώματα, κίνηση τράβελινγκ προς τα πίσω, πανοραμίκ, στη σεκάνς της μετάβασης. Μόνο που το ελκυστικό στοιχείο του μύθου δεν είναι τυχαίο. Εμπεδώνει την ιδέα του αυτόνομου σχολείου. Έτσι, ο Χάρι Πότερ είναι ελεύθερος να διαπερνά την υλική πραγματικότητα για να πάει στο σχολειό του, αντιθέτως ο πραγματικός θεατής είναι δέσμιος της υλικής βρετανικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και δεν μπορεί παρά να εμπεδώσει μια (υλική) ιδέα: τη μαγεία του αυτοδιοικούμενο σχολείου.
Επιπλέον παρατηρούμε πως, παρά την αποκέντρωση, η διοίκηση του Χόγκουαρτς υπακούει σε κάποιες αρχές. Δηλαδή, το στοιχείο της «λογοδοσίας» είναι παρόν. Αυτές οι αρχές δεν είναι τοπικές ή εθνικές, αλλά μάλλον υπερβατολογικές. Το διοικητικό συμβούλιο, ο σύλλογος διδασκόντων, οφείλουν να σεβαστούν κανόνες που τους ξεπερνούν και εκπορεύονται από ανώτερες υπερφυσικές δυνάμεις. Επόμενο είναι τέτοιοι κανόνες να έρχονται σε σύγκρουση και να ξεπερνούν οποιοδήποτε εθνικό πλαίσιο. Είναι ενδιαφέρον, λοιπόν, το πώς ενσωματώνεται στο μύθο η τάση για ένα παγκοσμιοποιημένο εκπαιδευτικό σύστημα με κοινή «στοχοθεσία» για όλες τις χώρες και κοινά κριτήρια «αξιολόγησης».
Σε ένα άρθρο του Nicolaus Mills (2012) για το περιοδικό Dissident παρακολουθούμε τη σύνθετη πορεία αποκέντρωσης – συγκέντρωσης στο διοικητικό μοντέλο των αμερικανικών κολεγίων. Ο συγγραφέας αναδεικνύει την επιρροή των διαγωνισμών για τα «Καλύτερα Κολέγια» (Best Colleges) που ξεκίνησαν το 1983 στις ΗΠΑ. Για τα μικρότερα ιδρύματα μια καλή θέση στην κατάταξη αποτελεί ένα όνειρο, αλλά για ένα ευρύ φάσμα κολεγίων και πανεπιστημίων της μέσης και ανώτερης βαθμίδας, η καλή θέση στη σειρά κατάταξης θεωρείται απαραίτητη επιτυχία η οποία διαμορφώνει τις εσωτερικές πολιτικές: δημιουργεί ένα πρεστίζ το οποίο κεφαλαιοποιείται. Το 2003, μόνο δύο κολέγια χρέωναν περισσότερα από 40.000 δολάρια ετησίως για δίδακτρα. Έξι χρόνια αργότερα, περισσότερα από διακόσια κολέγια χρεώνουν το ποσό αυτό. Τι συνέβη από το 2003 ως το 2009;
Οι σπουδαστές διαγωνίζονται να εισαχθούν στα κολέγια με την υψηλότερη κατάταξη. Στην ελίτ των κολεγίων, το 74 τοις εκατό του φοιτητικού σώματος προέρχεται από το πλουσιότερο τέταρτο του πληθυσμού, ενώ μόλις το 3 τοις εκατό προέρχεται από το φτωχότερο τέταρτο. Τι προκύπτει από αυτή την ασυμμετρία; Στα μάτια των διαχειριστών των κολεγίων, οι φοιτητές, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν είναι με υποτροφία, είναι οι πελάτες οι οποίοι πρέπει να αισθάνονται ικανοποιημένοι με την εμπειρία των σπουδών όταν πληρώνουν 50.000 δολάρια. Αυτό είναι ένα γεγονός που διαμορφώνει την εσωτερική πολιτική. Από την άλλη, η εξωτερική πολιτική του κολεγίου αποκτά έναν επεκτατικό χαρακτήρα. Το κεφάλαιο που συσσωρεύεται χρειάζεται να επενδυθεί. Έτσι το κολέγιο αναζητά μερίδιο στην παγκόσμια αγορά. Το 2010, τριάντα οκτώ αμερικανικά κολέγια είχαν εξήντα πέντε υποκαταστήματα σε τριάντα τέσσερις χώρες. Όπως σημειώνεται στο άρθρο τα περισσότερα υποκαταστήματα βρίσκονται σε χώρες με αυταρχικά καθεστώτα που επιθυμούν να επενδύσουν σε ένα πανεπιστήμιο με brand-name.
Τα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη στις υψηλότερες βαθμίδες των «παγκοσμιοποιημένων» κολεγίων επωφελούνται από την εξέλιξη που περιγράψαμε. Δημιουργείται επομένως μια γραφειοκρατία αυτής της ελίτ. Προφανώς δεν είναι εύκολη δουλειά να διοικεί κάποιος ένα corporatized college. Ο καθηγητής που αφιερώνει το χρόνο στη διδασκαλία και την έρευνα δεν μπορεί αφοσιωθεί στη διοίκηση. Αναπόφευκτα αναδύεται μια νέα, μόνιμη διευθυντική-διοικητική τάξη. Στην κορυφή της ελίτ βρίσκονται οι πρόεδροι που κερδίζουν περισσότερα από ένα εκατομμύριο δολάρια το χρόνο μόνο από εταιρικά διοικητικά συμβούλια.
Παραδείγματα όπως το παραπάνω διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο στο χώρο της εκπαίδευσης και η παγκόσμια ελίτ ορίζει το κυρίαρχο παράδειγμα. Με τη σειρά του διαμορφώνει το εκπαιδευτικό περιεχόμενο: Εγκαινιάζονται οι Education Management Studies (EMS) που προωθούν ένα σύνολο τεχνικών θεμάτων για το σχολείο, νοούμενο ως μεταβιβαστικό κέντρο παραγωγής-λειτουργίας ή κέντρο υπεραξίας (Grace, 1995). Καθώς η κύρια πλευρά της εκπαιδευτικής λειτουργίας είναι το «να αναπαράγει τους φορείς των διαφορετικών κοινωνικών πρακτικών και να τους προσανατολίζει, σύμφωνα με τις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος, στις θέσεις που παράγει και αναπαράγει ο κοινωνικός (καπιταλιστικός) καταμερισμός εργασίας» (Μηλιός, 1984: 15), οι σπουδές εκπαιδευτικού μάνατζμεντ έρχονται να ανταποκριθούν στις ανάγκες της εμπορευματοποιημένης παιδείας. Ταυτόχρονα, εισάγουν και στη συνέχεια αναπαράγουν μια ιδεολογία που εμφυσά την αντίληψη στους εργαζόμενους ότι είναι ιδιοκτήτες της επιχείρησης και διασφαλίζει τη συμπεριφορά τους απέναντι στην επιχείρηση. Τέλος, καταρτίζονται οδηγίες και κώδικες συμπεριφοράς (ένα “savoir faire” κατά τον Αλτουσέρ) προϊσταμένων-υφισταμένων για την εύρυθμη λειτουργία μιας εκπαιδευτικής επιχείρησης.
Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, οι μαθητές του Χόγκουαρτς δεν είναι τυχαίοι μαθητές. Όλοι προέρχονται από οικογένειες μυημένες στην ιδέα και την αποστολή του σχολείου. Γι’ αυτό και τα παιδιά τους φοιτούν εκεί – δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Πρόκειται δηλαδή για επιλογή των γονιών (η γονική επιλογή –parental choice – είναι βασική παράμετρος τόσο στη θατσερική μεταρρύθμιση όσο και γενικότερα στη νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική θεωρία). Οπωσδήποτε, στο πλαίσιο του μύθου, η επιλογή του σχολείου δεν γίνεται με καταναλωτικά κριτήρια, ωστόσο η «μύηση» των γονέων τους μετατρέπει συμβολικά σε μια «τάξη». Έτσι, το Χόγκουαρτς γίνεται το σχολείο που απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη «τάξη» και οι μαθητές ανήκουν σε μια ιδιότυπη «ελίτ». Μια «ελίτ» που δεν είναι οικονομική, ωστόσο έχει συνείδηση της θέσης της και επιδιώκει την αναπαραγωγή της.
Στην ορολογία του σχολείου, και γενικότερα του μύθου που εξετάζουμε, όσοι δεν ανήκουν σε αυτή την «τάξη», δηλαδή η πλειοψηφία των «συνηθισμένων» ανθρώπων, ονομάζονται «Μαγκλ». Το όνομα χρησιμοποιείται υποτιμητικά από την «τάξη» των μυημένων. Η συμμαθήτρια – και συμπρωταγωνίστρια – του Χάρι Πότερ, η Ερμιόνη, είναι μία Μαγκλ και αποτελεί την εξαίρεση. Οι γονείς της δεν είναι μάγοι. Μεταφορικά, βρίσκεται στο ρόλο του Άλλου. Είναι αξιοσημείωτο ότι η μικρή Ερμιόνη περιγράφεται ως η επιμελής μαθήτρια που μελετά περισσότερο από όλους, θέλοντας έτσι να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει από τα παιδιά της μυημένης «τάξης». Και είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι, στην εξέλιξη των επεισοδίων της πλοκής, οι συμμαθητές της Ερμιόνης Χάρι Πότερ και Ρον καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις με έναν τρόπο «φυσικό», που πηγάζει από την ίδια την «τάξη» τους. Η «ταξική» διαφορά είναι αγεφύρωτη.
Κλείνοντας με τον όρο «αυτονομία» πρέπει να πούμε πως στους θεωρητικούς των σχολικών αγορών η «αυτονομία» αναλύεται με την «ανταπόκριση στις προκλήσεις» και σχετίζεται με αντιλήψεις σχετικά με την κυριαρχία του καταναλωτή, ενώ συνδέεται με επιχειρήματα σχετικά με την «εξειδίκευση» και την «αποτελεσματικότητα». Στην πραγματικότητα, σε μια ανταγωνιστική σχολική αγορά «(α) οι στρατηγικές διαδικασίες επιλογής συστηματικά υποβαθμίζουν τις οικογένειες της εργατικής τάξης και (β) η σύνδεση μεταξύ επιλογών και πόρων υποβαθμίζει τα σχολεία της εργατικής τάξης. Με άλλα λόγια, η λειτουργία της εκπαιδευτικής αγοράς έχει ως επίπτωση να επωφελείται μια συγκεκριμένη ταξική ομάδα σε βάρος μιας άλλης» (Ball, 1993).
5. Εκπαιδευτικό περιεχόμενο και μαθησιακά αποτελέσματα
Στο Χόγκουαρτς οι ήρωες-μαθητές της ιστορίας διδάσκονται τις τεχνικές της μαγείας. Ο σκοπός είναι να αποκτήσουν τις αναγκαίες «γνώσεις-δεξιότητες-στάσεις» που θα τους καταστήσουν ικανούς να ασκήσουν το «επάγγελμα» του μάγου. Πέρα από τα «μαθήματα μαγείας» το πρόγραμμα συμπληρώνεται με δραστηριότητες κοινωνικοποίησης, π.χ. αθλητικές, και ομιλίες για τις ιδιαιτερότητες της ζωής ενός μάγου.
Ο Μηλιός (1984) κάνει διάκριση μεταξύ εκπαίδευσης και μαθητείας, η οποία μας είναι χρήσιμη στην ανάλυση του δημοφιλούς (pop) μύθου, διότι η πλοκή εντάσσεται σε ένα περιβάλλον που εμφανίζεται ά-χρονο (με αναφορές από το Μεσαίωνα μέχρι τη βικτωριανή εποχή) και υπονοεί έναν γενικά προκαπιταλιστικό χρόνο, που υποστηρίζεται από τη στερεοτυπική για το κοινό μυθιστορηματική εντύπωση για τις ιστορίες με μάγους και μάγισσες. Η εκπαίδευση αναφέρεται στην εκπαιδευτική λειτουργία που λαμβάνει χώρα μέσα σε ιδιαίτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα σε δομικό χωρισμό από την παραγωγή, ενώ αντίθετα η μαθητεία στην ειδική εξάσκηση-εκπαίδευση που παίρνει κάθε φορέας αμέσως μετά την ένταξή του στην κοινωνική παραγωγική διαδικασία. Στους προκαπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς ο μαθητευόμενος διδασκόταν την «τέχνη» δίπλα στο «μάστορα»-παραγωγό χωρίς να έχει ενταχθεί προηγούμενα σε κανενός είδους εκπαιδευτική διαδικασία. Στον καπιταλισμό η εκπαίδευση παρουσιάζεται σαν μια αυτόνομη λειτουργία που διαχωρίζεται δομικά από την παραγωγή και παρέχεται υποχρεωτικά σε κάθε φορέα, πριν την ένταξή του στην παραγωγική διαδικασία, από τούς ιδιαίτερους σχολικούς εκπαιδευτικούς μηχανισμούς (Μηλιός, 1984: 21-22).
Ένα βασικό χαρακτηριστικό του διδακτικού περιεχομένου στο σχολείο του Χάρι Πότερ είναι ο διαχωρισμός από τη φυσική (ή καθημερινή) πραγματικότητα και μια βασική ιδιότητα είναι ότι αποκτά σημασία μόνο μέσα στα όρια του σχολείου, ή έστω στα όρια του «κόσμου» που αναφέρεται ο μύθος. Η απομόνωση ενισχύεται από τη ρητή απαγόρευση από τη διεύθυνση του σχολείου εξόδου της γνώσης που αποκτήθηκε μέσα σε αυτό. Οι μαθητές απαγορεύεται να εφαρμόσουν στον πραγματικό κόσμο ό, τι μάθανε στο σχολείο. Η γνώση που μεταφέρεται εντός του σχολείου δεν έχει καμιά υλική σημασία (πρόκειται περί μαγικών φίλτρων, πέταγμα με σκουπόξυλα κλπ.) αλλά και καμιά επίπτωση στον «έξω κόσμο», αφού ο μύθος δεν ορίζει τους ήρωες ως «σωτήρες της ανθρωπότητας» (όπως συμβαίνει σε άλλους μύθους της μαζικής κουλτούρας). Επιπλέον, όλη η μαθησιακή διαδικασία μοιάζει με παιχνίδι και βαθμολογείται σαν παιχνίδι. Τελικά, το σχολείο του μύθου είναι ένας εσωτερικός μηχανισμός που παράγει μαθησιακά αποτελέσματα που, όσο διαρκεί η εκπαίδευση, δεν ξεπερνούν τα όρια του σχολείου. Έτσι, ο θεατής παρακολουθεί μια σημείο-προς-σημείο αναπαράσταση του σύγχρονου σχολείου και της σύγχρονης εκπαίδευσης σε ένα παραμυθένιο μεσαιωνικό περιτύλιγμα. Το γεγονός αυτό ενώ αρχικά απελευθερώνει τη φαντασία, στη συνέχεια τιθασεύει όλους τους συνειρμούς σε συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Ξεκινώντας από το βασικό χαρακτηριστικό πως «η εκπαίδευση είναι δομικά διαχωρισμένη από την παραγωγή» μπορούμε να προσεγγίσουμε τις μετανεωτερικές εκπαιδευτικές θεωρίες, αντιλήψεις και προτάσεις, οι οποίες είναι σύγχρονες με τη δημιουργία και την κυκλοφορία του μύθου που εξετάζουμε. Παρατηρούμε ότι επικρατεί ένας εκλεκτικισμός που συνιστά δομικό στοιχείο στις διάφορες σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες περί ανάπτυξης κριτικής σκέψης, βιωματικής μάθησης κλπ. Ενώ αντλούν την επιχειρηματολογία τους από το παρελθόν, από παιδαγωγικά κινήματα ή θεωρίες του 20ού αιώνα, αποσπούν τη ρητορεία και, κυρίως, τη μέθοδο από το ιστορικό πλαίσιο με την τάση να τα συνδυάζουν α) εκτός κοινωνικού-ιστορικού συγκείμενου και β) με έμφαση σε ένα κλειστό κύκλο μαθησιακών αποτελεσμάτων.
Πριν προχωρήσουμε, οφείλουμε να επισημάνουμε ένα βασικό χαρακτηριστικό που εμφανίζει το μεταμοντέρνο στη σφαίρα της κουλτούρας και ο Fredric Jameson περιέγραψε και συνόψισε στην έννοια του Pastiche. Το παστίς δεν είναι η απλή απομίμηση στοιχείων του παρελθόντος αλλά,
«η μίμηση ενός ιδιόμορφου ή μοναδικού στυλ, η χρήση μιας στυλιστικής μάσκας, η ομιλία σε μια νεκρή γλώσσα: είναι όμως μια ουδέτερη πρακτική ο εν λόγω μιμητισμός, χωρίς παρωδίες και υστεροβουλία, χωρίς τη σατιρική ώθηση, χωρίς γέλιο, χωρίς τη λανθάνουσα αίσθηση ότι υπάρχει κάτι φυσιολογικό συγκρινόμενο με αυτό που μιμούμαστε που θα ήταν μάλλον κωμικό» (Jameson, 1988: 22).
Παρόμοια τάση εντοπίζουμε στην εκπαίδευση. Παρατηρούμε ότι αξιοποιούνται η παιδαγωγική θεωρία του John Dewey, η αγωγή του Πάολο Φρέιρε, αλλά και η βιωματική παιδαγωγική προσέγγιση του Αλεξάντερ Μακαρένκο, παρόλο που η τελευταία μάλλον δεν αναφέρεται ρητά. Ωστόσο, οι παραπάνω παιδαγωγικές μέθοδοι αναπτύχθηκαν σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια και σε συνάφεια με κοινωνικές αποστολές: Η Νέα Αγωγή μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από την ενίσχυση της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας. Η κεντρική ιδέα της δημοκρατίας στον Dewey ήταν η αναγκαία συμμετοχή κάθε ώριμου πολίτη στη διαμόρφωση των κοινών κοινωνικών αξιών που διέπουν τις ζωές των ανθρώπων. Η εκπαίδευση για τον Dewey είναι «μια κοινωνική διάσταση της ζωής και μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει να έχει μια μορφή εκπαίδευσης η οποία να διασφαλίζει στα άτομα ένα προσωπικό συμφέρον για τις κοινωνικές σχέσεις» (Bertrand & Valois, 2000). Οι φάσεις με τις οποίες προσεγγίζει εμπειρικά το διδακτικό αντικείμενο απαντώνται πολύ συχνά στις σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες. Όμως μοιάζουν να αποτελούν έναν μηχανισμό που λειτουργεί αυτόνομα, εκτός του ιστορικού πλαισίου του δημιουργού τους. Μια μέθοδος, παρά μια μεθοδολογία, σύμφωνα με τον Eacott (2015). Το όραμα της «δημοκρατικής» εκπαίδευσης του Dewey ήταν προϊόν της επείγουσας ανάγκης για μια διοικητική μεταρρύθμιση στις ΗΠΑ στη βάση των φιλελεύθερων αρχών μετά τον Εμφύλιο. Από την εμπειρία, το κομβικό σημείο στη μεθοδολογία του Dewey, προκύπτει η γνώση, η οποία με τη σειρά της είναι προϋπόθεση της δημοκρατίας. Επειδή η γνώση προέκυψε από την εμπειρία, κανείς δεν νομιμοποιείται στη διαχείριση των άλλων χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Ο εξαναγκασμός μόνο αποθαρρύνει την ατομική ευθύνη και τη δημιουργικότητα.
Πιο εκλεκτικιστική είναι η μεταφορά του Φρέιρε, κυρίως σε παιδαγωγικές εκπαίδευσης ενηλίκων. Ο Φρέιρε ανέπτυξε μια εξαιρετική παιδαγωγική μέθοδο για ενήλικες μαθητές, την «αγωγή του καταπιεζόμενου», εργαζόμενου στις παραγκουπόλεις της Βραζιλίας. Η μέριμνά του ήταν να κρατήσει τους εκπαιδευόμενους στη σχολική-μαθησιακή διαδικασία και έπειτα να μετασχηματίσει την κοινωνική εμπειρία με σκοπό να άρει παραδοχές και αντιλήψεις που καλλιεργούνταν από την εξουσία. Η αποστολή του ήταν σαφώς προς την κοινωνική-ταξική απελευθέρωση μέσω της «αποκωδικοποίησης» της κυρίαρχης ιδεολογίας. Πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ίδιος ο Φρέιρε υπήρξε σαφής ότι η κριτική συνειδητοποίηση και η αποκωδικοποίηση, κομβικές έννοιες στην παιδαγωγική του σκέψη, δεν μπορεί να είναι ατομικές, αλλά είναι πάντοτε κριτικές (Freire, 1977). Σήμερα συναντάμε αναφορές στον Φρέιρε, σε έναν ατομικό και ατομικιστικό «κριτικό στοχασμό» που θέτει στόχο την «άρση των στερεοτυπικών παραδοχών» και συνδέεται με μετρήσιμα «μαθησιακά αποτελέσματα».
Ο Μακαρένκο, εργάστηκε πάνω σε μια βιωματική παιδαγωγική της εργασίας. Οι απόψεις του, όπως και η δράση του, μπορούν να γίνουν κατανοητές στη σταλινική σοβιετική πραγματικότητα. Ο Μακαρένκο υπερασπιζόταν την εκπαιδευτική αξία της πραγματικής εργασίας των μαθητών στο περιβάλλον της κολεκτίβας και των διαπροσωπικών σχέσεων που αναπτύσσονται σ’ αυτή (όπου το ατομικό συμφέρον είναι και κοινωνικό συμφέρον), σε αντίθεση με το παιχνίδι, την παιγνιώδη προσομοίωση της εργασιακής-βιωματικής εμπειρίας στο σχολείο (Fullat I Genis, 2000). Ακριβώς αυτή την παιγνιώδη διάθεση εντοπίζουμε στις μετανεωτερικές αντιλήψεις. Ένα μείγμα σημείων της νεωτερικότητας που χάνουν το ιστορικό τους νόημα, ενσωματώνονται σε ένα νοσταλγικό τοπίο συνεχών αυτοαναφορών και –σύμφωνα με τη διάσημη φράση του Μπωντριγιάρ – αναπαράγονται αιμομικτικά. Οι «βιωματικές» μέθοδοι γνωρίζουν μεγάλη διάδοση τα τελευταία χρόνια. Τα λόγια του Μακαρένκο είναι διαφωτιστικά:
«Δεν μπορείς να διαπαιδαγωγήσεις ανδρείο άνθρωπο, αν δεν τον βάλεις σε συνθήκες που να μπορεί να δείξει ανδρεία – αδιάφορα σε τι – στην εγκράτεια, στην τιμιότητα, στην ειλικρίνεια, σε κάποια στέρηση στην υπομονή και στην τόλμη. […] Όχι με τη μέθοδο της επίδρασης από περίπτωση σε περίπτωση, όχι με τη μέθοδο της καλής παθητικής στάσης, όχι με τη μέθοδο της καταπράυνσης και ησυχίας, μα με την οργάνωση της κολεκτίβας, με την οργάνωση των απαιτήσεων προς τον άνθρωπο, με την οργάνωση των ρεαλιστικών, ζωντανών πόθων του ανθρώπου μαζί και της κολεκτίβας που έχουν κάποιο σκοπό – να ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο της διαπαιδαγωγικής μας δουλειάς» (Μακαρένκο, 1953: 29).
Κατά κάποιο τρόπο, η βιωματική προσέγγιση υπονοείται στο μύθο του Χάρι Πότερ: οι βασικοί ήρωες εκπαιδεύονται και διαπαιδαγωγούνται μέσα από τις περιπέτειές τους.
Σύμφωνα με τα παραδείγματα που επικαλεστήκαμε, οι μετανεωτερικές παιδαγωγικές προσεγγίσεις μοιάζουν να βρίσκονται σε μια αυτοαναφορική «υπερδομή», ένα τεχνοκρατικό σύστημα χωρίς πραγματικό έρεισμα στον κοινωνικό σχηματισμό και χωρίς γενικούς κανόνες πέρα από τον ντετερμινισμό των ίδιων των συστημάτων. Το ίδιο λίγο-πολύ ισχύει για το εκπαιδευτικό περιεχόμενο του σχολείου Χόγκουαρτς. Αφορά ένα κλειστό κύκλωμα μαθησιακών διαδικασιών, μακριά από την κοινωνία.
Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η βαθύτερη δομή της σχολικής ζωής, το βασικό οργανωτικό πλαίσιο των κανόνων κοινής λογικής που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, εσωτερικεύεται, και τελικά φαίνεται να δίνει νόημα στην εμπειρία μας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, συνδέεται στενά με τις κανονιστικές και επικοινωνιακές δομές της βιομηχανικής ζωής (Apple, 2004).
Είναι αυτονόητο ότι, κυριολεκτικά, η μαγεία σε καμία περίπτωση δεν αφορά την παραγωγή (στη συνείδηση του κοινού ένας μάγος είναι πάντα μαθητευόμενος και όχι εκπαιδευόμενος). Το κεφάλαιο και η ροή των εμπορευμάτων δεν ρυθμίζονται με το… μαγικό ραβδί του Χάρι Πότερ! Παρ’ όλα αυτά, γνωρίζοντας ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ιδεολογίας που επιβάλλει ο εκπαιδευτικός μηχανισμός στους εκπαιδευόμενους καθορίζεται πάντοτε ανάλογα με τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης θέσης που θα καταλάβουν μελλοντικά οι εκπαιδευόμενοι στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (Μηλιός, 1984) και λαμβάνοντας υπόψη την ειδική ιδεολογική αποστολή του κινηματογράφου στην εμπέδωση στη συνείδηση του κοινού της κυρίαρχης τάσης της εποχής, διακινδυνεύουμε την εξής εξήγηση: Το περιεχόμενο των μαθημάτων στο Χόγκουαρτς αντιπροσωπεύει τη σύγχρονη υψηλή τεχνολογία. Η εκπαίδευση (ή και μαθητεία) του ήρωα στη μαγική τεχνική και τεχνολογία λειτουργεί μεταφορικά για το θεατή ως κατάρτιση στην ψηφιακή τεχνολογία. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ραμονέ:
«Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ότι (μια τεχνολογία) έρχεται πάντα συνοδευμένη από ένα πρόγραμμα κοινωνικής αλλαγής. Και ότι οι τεχνολογικές ανακατατάξεις στον κόσμο της επικοινωνίας, όπως αυτή που επιβάλλει το Διαδίκτυο, έχουν έντονη ιδεολογική φόρτιση» (Ραμονέ, 2001: 16).
Στο βιβλίο τους οι Burbules και Calister (2000) διερευνούν τη σχέση εκπαίδευσης και τεχνολογιών της πληροφορίας. Υποστηρίζουν πως για να σκεφτούμε σχετικά με τις νέες τεχνολογίες στην εκπαίδευση δεν πρέπει απλώς να προσανατολιστούμε στην επιλογή και τη «χρήση» τεχνολογιών για τους σκοπούς μας. Οι νέες τεχνολογίες δεν είναι μόνο ένα σύνολο εργαλείων, αλλά αποτελούν ένα περιβάλλον, ένα χώρο και έναν κυβερνοχώρο, όπου συμβαίνουν ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις: Η στάση του σώματός μας, η επιδεξιότητα και ο συντονισμός, ο τρόπος που τα μάτια μας κυκλοφορούν και επεξεργάζονται πληροφορίες, ο τρόπος που σκεφτόμαστε για μας.
Η τεχνολογία, λοιπόν, είναι για τον καπιταλισμό κάτι παραπάνω από ένα «μέσο», και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Είναι ιδέα και πρακτική, συναρτάται με το παραγωγικό μοντέλο και διαμορφώνει τις κυρίαρχες (συστημικές) θεωρίες. Η διδακτική της μαγείας μπορεί να γίνει μια μεταφορά της κατάρτισης στις τεχνολογίες της πληροφορίας και τελικά ολόκληρο το εκπαιδευτικό περιεχόμενο του μύθου να είναι μεταφορικό. Η μαγεία, η ψηφιακή τεχνολογία και η κατανάλωση χαρακτηρίζονται από κυκλοφορίες συμβολικών αξιών.
6. Τι θέλει να μας πει ο Χάρι Πότερ
Το πρώτο βιβλίο με τις περιπέτειες του Χάρι Πότερ κυκλοφόρησε στην Αγγλία τον Ιούνιο του 1997, ένα μήνα μετά την εκλογική νίκη του Τόνι Μπλαιρ. Η πρώτη ταινία, κινηματογραφική μεταφορά του πρώτου βιβλίου, βγήκε στις αίθουσες το 2001, ένα χρόνο μετά τη συγχώνευση της America Online (AOL) με το συγκρότημα Time Warner-CNN-EMI. Το ιστορικό πλαίσιο δεν είναι χωρίς σημασία.
Το Νέο Εργατικό Κόμμα ενέτεινε τη φιλελευθεροποίηση και τον «μανατζερισμό» στην εκπαίδευση. Όπως σημειώνουν οι Thrupp και Wilmott (2003), το μοντέλο της Νέας Δεξιάς ήταν εστιασμένο στα αποτελέσματα και το πώς ακριβώς θα επιτευχθούν αυτά τα αποτελέσματα είχε μικρή σημασία. Σε αντίθεση, η εκδοχή των Νέων Εργατικών είναι πολύ πιο παρεμβατική και σαφώς περισσότερο “managerialist”. Τα αποτελέσματα παραμένουν στο επίκεντρο, αλλά τώρα περιέχουν στόχους και κριτήρια αναφοράς, και όχι μόνο συγκρίσεις με άλλα ιδρύματα. Παρατηρούμε, λοιπόν, την τάση, όχι απλώς να εντατικοποιηθεί μια εκπαιδευτική πολιτική, αλλά να συγκροτηθεί σε ολοκληρωμένη πολιτική.
Η κινηματογραφική έκδοση του μύθου έδωσε την αποφασιστική ώθηση για την παγκόσμια διάδοσή του. Η συγχώνευση της AOL με την Time Warner αποτέλεσε παράδειγμα της αναδιάταξης της νέας οικονομίας, της δραστηριότητας των εξειδικευμένων εταιρειών στο χώρο των νέων τεχνολογιών, της επικοινωνίας, της πληροφορίας και της γενετικής. Ο Ραμονέ (2001) περιγράφει πως, εκ των πραγμάτων, η διαφορά ανάμεσα στις δύο εταιρείες θα έπρεπε να οδηγήσει στην απορρόφηση της AOL από την Time Warner, διότι η τελευταία ήταν ένας γίγαντας των ΜΜΕ. Κι όμως συνέβη το αντίθετο. Χάρη στην υψηλότατη χρηματιστηριακή της αξία η AOL κατάφερε να εξαγοράσει την Time Warner. Μετά τη συγχώνευση, ξεκίνησε η αφομοίωση στο σύστημα των ΜΜΕ του έως τότε σχετικά ανεξάρτητου Διαδικτύου. Σταδιακά το Ίντερνετ παίρνει τη μορφή μιας εμπορικής βιτρίνας, ενός τεράστιου πλανητικού εμπορικού κέντρου.
Ο Χάρι Πότερ έρχεται την κατάλληλη στιγμή για να εξυπηρετήσει, να εμπεδώσει στο κοινό, τη νέα πραγματικότητα δραματοποιώντας την. Από την πλευρά της εκπαιδευτικής πολιτικής, συγκροτεί ένα σύμπαν όπου εξιδανικεύεται η νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική διοικητική μεταρρύθμιση. Η αυτοδιαχειριζόμενη-αυτοδιοικούμενη εκπαιδευτική μονάδα στο σύστημα του ανταγωνισμού μιας ελεύθερης εκπαιδευτικής αγοράς αποτελεί από τη δεκαετία του ’90 το κυρίαρχο παράδειγμα για τους υπερεθνικούς οργανισμούς που διαμορφώνουν εκπαιδευτική πολιτική (Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ). Στον τομέα της παιδαγωγικής ανάγει σε συμβολικό και οικουμενικό επίπεδο τα περιεχόμενα που εναρμονίζονται με τις μετανεωτερικές αντιλήψεις τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη σημασία και την αποστολή της μάθησης.
Τέλος, ο μαθητής Χάρι Πότερ λειτουργεί μεταφορικά για τον σύγχρονο μαθητή για έναν ακόμη λόγο: τα μαθήματα μαγείας αποτελούν μια πρόσφορη μεταφορά τόσο της τεχνολογικής κατάρτισης όσο και – σε ένα ανώτερο επίπεδο – της συμβολικής εμπορευματικής μορφής της κατανάλωσης.
Βιβλιογραφία
Αγραφιώτης, Μ. (2015). Το υποκείμενο Robocop και η προσαρμογή στο νεοφιλελευθερισμό. Θέσεις, τ. 130: 35-55.
Αλτουσέρ, Λ. (1999). Ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους. Στο Θέσεις. Αθήνα: Θεμέλιο.
Apple, M. W. (2004). Ideology and curriculum. NY: Routledge.
Ball, S. (1993). Education Markets, Choice and Social Class: The Market as a Class Strategy in the UK. British Journal of Sociology of Education, Vol. 14, No. 1: 3-19.
Barrera-Osorio, F., Fasih, T., & Patrinos, H. A. (2009). Directions in development: decentralized decision-making in schools, the theory and evidence on school-based management. The World Bank.
Bazin, Α. (1988). Τι είναι ο Κινηματογράφος. Τόμος Α΄: Οντολογία και γλώσσα. Αθήνα: Αιγόκερως.
Bertrand, Y., & Valois, P. (2000). John Dewey. Στο Jean Houssaye (επιμ.), Δεκαπέντε Παιδαγωγοί. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Burbules, N. C., & Calister, T. A. (2000). Watch IT: The risks and promises of new information technologies for education. Oxford: Westview Press.
Castells, M. (1999). Flows, Networks, and Identities: A Critical Theory of the Informational Society. In Castells (ed), Critical education in the new information age. Oxford: Rowman & Littlefield Publishers.
Eacott, S. (2015). Educational Leadership Relationally. A Theory and Methodology for Educational Leadership, Management and Administration. Rotterdam: Sense Publishers.
Eacott, S. (2011). School Leadership and Strategy in Managerialist Times. Rotterdam: Sense Publishers.
Freire, P. (1977). Η Αγωγή του Καταπιεζομένου. Αθήνα: Κέδρος.
Fullat I Genis, Ο. (2000). Anton Semyonovich Makarenko. Στο Jean Houssaye (επιμ.), Δεκαπέντε Παιδαγωγοί. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Grace, G. (1995). School Leadership: Beyond Education Management: An Essay in Policy Scholarship. London: The Falmer Press.
Jameson, F. (1998). The Cultural Turn: Selected Writings on the Postmodern 1983-1998. NY: Verso.
Hardt, M., & Negri, A. (2000). Empire. Harvard University Press.
Hartley, D. (1998). In search of structure theory and practice in the management of education. Journal of Education Policy, 13 (1): 153–62, 1998.
Harvey, D. (1988). The Condition of Postmodernity. Massachusetts: Blackwell.
House, E. R. (1998). Schools for Sale: Why Free Market Policies Won’t Improve America’s Schools, and What Will. NY: Teachers College Press.
Καλημερίδης, Γ. (2012). Κράτος, αγορά και εκπαίδευση. Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική αναδιάρθρωση του σχολείου. Θέσεις, τ. 119, περίοδος: Απρίλιος – Ιούνιος 2012.
Levin, H. (1984). A nation at risk. The imperative for educational reform, by the National Commission on Excellence. Journal of Policy Analysis and Management, Vol 3, issue 2.
Μακαρένκο, Α. Σ. (1953). Διαλεχτά παιδαγωγικά έργα. Τόμος Α΄. Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα».
Μηλιός, Γ. (1984). Εκπαίδευση και εξουσία: Κριτική της καπιταλιστικής εκπαίδευσης. Αθήνα: Θεωρία.
Mills, N. (2012). The Corporatization of Higher Education. Dissident, Fall 2012.
Odden, A. (2004). Decentralized Management and School Finance: Theory into Practice. Financing Education, Vol. 33, No. 2: 104-111.
Πλειός, Γ. (2005). Πολιτισμός της Εικόνας και Εκπαίδευση. Αθήνα: Πολύτροπον.
Ραμονέ, Ι. (2001). Σιωπηρή Προπαγάνδα. Αθήνα: Πόλις.
Wesley Shumar (2004). Global pressures, local reactions: higher education and neo‐liberal economic policies. International Journal of Qualitative Studies in Education, 17:6, 823-839.
Thrupp, M., & Willmott, R. (2003). Management in managerialist times: Beyond the textual apologists. Berkshire: Open University Press.
Watson, R. (1990). Film and Television in Education: An Aesthetic Approach to the Moving Image. London: The Falmer Press.
Zajda, J. (2010). Globalisation and the Politics of Education Reform. In Joseph Zajda, Macleans A. Geo-JaJa (Eds.), The Politics of Education Reforms. New York: Springer.
                                                                                                             
                                                                                                           Μιχάλης Αγραφιώτης


                                                                                                         Πηγή: /περιοδικό Θέσεις