Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΕΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΕΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2022

Ελληνικό χρέος: Πόσα θα χρωστάμε σε 38 χρόνια – Όλα τα σενάρια [Γραφήματα]

 

 
Της Ελένης Στεργίου 

Από συχνά τεστ περνά η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους με τις προβλέψεις να δείχνουν μείωσή του τα επόμενα χρόνια,, όπως επίσης εκτίμαται εφικτή η επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα. Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι  η Ελλάδα θα πετύχει τη μεγαλύτερη μείωση χρέους της Γενικής Κυβέρνησης στην ΕΕ στο τέλος του 2023.

Συγκρίνοντας τις επιδόσεις των κρατών από το 2019, η Ελλάδα θα μειώσει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 18,4% φτάνοντας το 161,9 % του ΑΕΠ στο τέλος του 2023 από 180,3% το 2019. Λόγω της υγειονομικής κρίσης το χρέος της κορυφώθηκε στο 206,3% του ΑΕΠ και στη συνέχεια αποκλιμακώθηκεστο 194,5% το 2021 και αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω στο 171,1% του ΑΕΠ φέτος και στο 161,9% στο τέλος του 2023.

«Φρένο» στην ανάπτυξη με συνέχιση του πληθωριστικού κύματος – Οι προβλέψεις της ΤτΕ

Σύμφωνα με τα σενάρια της ΤτΕ  για την περίοδο 2022-2060 παρά την παρατηρούμενη αύξηση των αποδόσεων των ελληνικών τίτλων, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους παραμένουν περιορισμένοι μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με την έκθεση βιωσιμότητας, που δημοσιευθηκε με την ενδιάμεση έκθεση του διοικητή. Αυτό υπό την προϋπόθεση ότι τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης έχουν προσωρινό χαρακτήρα και ότι αξιοποιούνται αποτελεσματικά οι ευρωπαϊκοί πόροι του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).

Αβεβαιότητα και γήρανση

Ωστόσο, η ΤτΕ υπογραμμίζει ότι μακροπρόθεσμα εκτιμάται αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς η σταδιακή αναχρηματοδότηση του συσσωρευμένου χρέους προς τον επίσημο τομέα με όρους αγοράς θα αυξήσει την έκθεση του Ελληνικού Δημοσίου στον επιτοκιακό κίνδυνο, γεγονός που εξαλείφει τα περιθώρια χαλάρωσης των υποθέσεων για πρωτογενή πλεονάσματα.

 Οι παραδοχές που εντάσσει η ΤτΕ στο βασικό σενάριο είναι και οι δαπάνες γήρανσης. Το βασικό σενάριο της έκθεσης Ageing Report 2021 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά για την Ελλάδα εξοικονόμηση δαπανών γήρανσης ύψους 1,9% του ΑΕΠ την περίοδο 2019-2045, η οποία διευρύνεται σε 3,7% του ΑΕΠ μέχρι το 2070. Περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων έσοδα αποκρατικοποιήσεων ύψους περίπου 11 δισεκ. ευρώ μέχρι το 2040 και πο  ταμειακές προσαρμογές που προκύπτουν από την αναβολή πληρωμών τόκων στο μεγαλύτερο μέρος των δανείων του EFSF μέχρι το 2032, τις εκταμιεύσεις επιχορηγήσεων και δανείων από τους πόρους του RRF και εκτιμήσεις για την επίδραση των συμβάσεων ανταλλαγής επιτοκίων (interest rate swaps).

Οι κίνδυνοι

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα υφιστάμενα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του συσσωρευμένου χρέους δεν αποτελούν “κτήμα ες αεί”, αλλά παρέχουν ένα ικανό παράθυρο ευκαιρίας προκειμένου το δημόσιο χρέος να παραμείνει βιώσιμο κατά την επερχόμενη σταδιακή αναχρηματοδότηση των ευνοϊκών δανείων προς τον επίσημο τομέα με όρους αγοράς. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της προσομοίωσης, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αποτελεί καθοριστικό παράγοντα του επιτοκίου αναχρηματοδότησης.

Η ταχεία αποκλιμάκωσή του πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα βασικά επιτόκια δεν πρόκειται να επιστρέψουν στα προ κρίσης επίπεδα, ακόμη και με την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Ως εκ τούτου, οι κίνδυνοι βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους εμφανίζονται σημαντικά αυξημένοι μετά το τέλος της μεσοπρόθεσμης περιόδου (2032) και, καθώς η δομή του δημόσιου χρέους θα έχει μεταβληθεί, το καθιστούν πιο ευάλωτο σε αρνητικές διαταραχές.

Ποια προϊόντα πρωταγωνιστούν στις ελληνικές εξαγωγές

Η επόμενη δεκαετία αποτελεί ένα μοναδικό παράθυρο ευκαιρίας για την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αφού, παρά τις αυξημένες αποδόσεις των νέων εκδόσεων, μόνο ένα μικρό μερίδιο του χρέους αναμένεται να αναχρηματοδοτείται ετησίως με όρους αγοράς, ενώ ένα σημαντικό μερίδιο των δανείων προς τον επίσημο τομέα έχει αντισταθμιστεί έναντι του επιτοκιακού κινδύνου. Επιπλέον, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να ενισχυθεί σημαντικά από την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του RRF και την υλοποίηση μεγάλου εύρους επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων.  Ως εκ τούτου, η διαφορά έμμεσου επιτοκίου και ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα παραμείνει ευνοϊκή, παρά την αναμενόμενη επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

Σε αυτό το περιβάλλον, βασικές επιδιώξεις της οικονομικής πολιτικής την επόμενη περίοδο θα πρέπει να είναι: (α) η εξασφάλιση της επενδυτικής βαθμίδας αξιολόγησης, η οποία αναμένεται να περιορίσει τη μεταβλητότητα στην αγορά κρατικών ομολόγων και να διευρύνει την επενδυτική βάση των κρατικών τίτλων, συγκρατώντας την αύξηση του κόστους δανεισμού, (β) η διαφύλαξη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας μέσω της επιστροφής σε ρεαλιστικά πρωτογενή πλεονάσματα και (γ) η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του RRF, η οποία θα διευρύνει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας και θα διευκολύνει την επίτευξη όλων των προτεραιοτήτων πολιτικής.

ΤτΕ: Στο 6,2% η ανάπτυξη φέτος και 1,5% το 2023

 ●     Το βασικό σενάριο

Το βασικό σενάριο υποθέτει επιστροφή σε πρωτογενές πλεόνασμα από το 2023, το οποίο διευρύνεται σε 2,0% του ΑΕΠ το 2025 και διατηρείται μόνιμα σε αυτό το επίπεδο. Γίνεται η υπόθεση ότι ο δημοσιονομικός χώρος από την εκτιμώμενη εξοικονόμηση δαπανών γήρανσης θα αξιοποιηθεί προκειμένου να καταστεί το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής πιο φιλικό στην ανάπτυξη. Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να διαγράψει διατηρήσιμη τροχιά αποκλιμάκωσης, παραμένοντας ωστόσο μεσοπρόθεσμα άνω του 100% του ΑΕΠ και φθάνοντας το 2060 σε 61% του ΑΕΠ. Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου διατηρούνται μεσοπρόθεσμα πλησίον αλλά εντός του ορίου 15% του ΑΕΠ και σε κάθε περίπτωση εντός του μακροπρόθεσμου ορίου βιωσιμότητας 20% του ΑΕΠ. 

Οι προσαρμογές ελλείμματος-χρέους ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 0,0% του ΑΕΠ την περίοδο 2022-2060. Κατά μέσο όρο ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ ανέρχεται σε 1,8% την περίοδο 2022-2060. Σε συνδυασμό με την υπόθεση για μακροπρόθεσμο ρυθμό μεταβολής του αποπληθωριστή του ΑΕΠ ύψους 2%, το ονομαστικό ΑΕΠ μεγεθύνεται κατά μέσο όρο με ρυθμό 4,2% την περίοδο 2022-2060, υποθέτοντας ότι το παραγωγικό κενό εισέρχεται σε θετικό έδαφος το 2022, διευρύνεται μέχρι τα μέσα της δεκαετίας και εξαλείφεται μέχρι το 2030.

Εκρηκτική αύξηση στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών

Τα επιτόκια στο υφιστάμενο απόθεμα χρέους ακολουθούν τις υποθέσεις του ΟΔΔΗΧ Ιουλίου 2022, με εξαίρεση τα επιτόκια στα δάνεια του EFSF και του ESM, τα οποία συγκλίνουν σε 4,0% το 2050.6 Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη η μόνιμη άρση του περιθωρίου επιτοκίου 2% στο δάνειο του EFSF ύψους 11,3 δισεκ. ευρώ για την επαναγορά χρέους. Το επιτόκιο στα δάνεια GLF υπολογίζεται ως το Euribor τριών μηνών συν 50 μ.β., ενώ swaps καλύπτουν το σύνολο του αποθέματος των δανείων GLF. Οι νέες εκδόσεις πραγματοποιούνται σε όλα τα έτη με τίτλους διάρκειας 3, 5, 7 και 10 ετών, οι οποίοι εκδίδονται σε σταθερές αναλογίες 10%, 40%, 25% και 25% αντίστοιχα. Αυτό ισοδυναμεί με μεσοσταθμική διάρκεια ύψους 6,6 ετών, η οποία είναι σύμφωνη με τα ιστορικά δεδομένα πριν από την εκδήλωση της κρίσης χρέους. Οι αποδόσεις των νέων εκδόσεων 10ετούς διάρκειας προσδιορίζονται ενδογενώς με βάση το υπόδειγμα χρονομεταβλητών συντελεστών των Hondroyiannis and Papaoikonomou (2022).  

Δυσμενέστερα σενάρια

Τα σενάρια 2-6 περιλαμβάνουν μια σειρά δυσμενέστερων υποθέσεων σε σχέση με το βασικό σενάριο, το σενάριο 7 περιλαμβάνει ευνοϊκότερες υποθέσεις, ενώ το σενάριο 8 αποτελεί συνδυασμό των δυσμενών υποθέσεων των σεναρίων 2-5.

●     Στο σενάριο 2

Ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού και του δυνητικού ΑΕΠ είναι χαμηλότερος κατά 0,5% σε σχέση με το βασικό σενάριο, θεωρώντας ότι οι ευρωπαϊκοί πόροι του RRF δεν αξιοποιούνται αποτελεσματικά ή/και η εξοικονόμηση δαπανών γήρανσης δεν αξιοποιείται για τη βελτίωση του δημοσιονομικού μίγματος. Δεδομένων των υπόλοιπων υποθέσεων και της ενδογενούς διαμόρφωσης του επιτοκίου αναχρηματοδότησης, αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 28 ποσ. μον. (βλ. Διάγραμμα Β) και σε υψηλότερες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες (ΑΧΑ) προς ΑΕΠ κατά 5 ποσ. μον. (βλ. Διάγραμμα Γ), ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 20 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.

●     Στο σενάριο 3

Το πρωτογενές αποτέλεσμα σε όλα τα έτη είναι μικρότερο κατά 1% του ΑΕΠ σε σχέση με το βασικό σενάριο, ως αποτέλεσμα δημοσιονομικής κόπωσης και μονιμοποίησης μέρους των προσωρινών μέτρων στήριξης που λαμβάνονται στο πλαίσιο της ενεργειακής κρίσης. Αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 52 ποσ. μον. και σε υψηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 10 ποσ. μον. , ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 40 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.

Το σενάριο αυτό οδηγεί μακροπρόθεσμα σε υπέρβαση του ορίου 20% του ΑΕΠ για τις ΑΧΑ και ανακόπτει την πτωτική πορεία του λόγου χρέους/ΑΕΠ. Είναι πρόδηλο ότι, σε συνδυασμό με οποιαδήποτε από τις λοιπές επισφάλειες που εξετάζονται, η μείωση του δημοσιονομικού στόχου κατά 1% του ΑΕΠ θα εξέθετε τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του χρέους σε μη διαχειρίσιμο κίνδυνο.

 ●      Στο σενάριο 4

Εξετάζεται η επίδραση από μια μόνιμη αύξηση της διεθνούς αβεβαιότητας, η οποία διατηρείται υψηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο κατά μια τυπική διακύμανση και συνδυάζεται με μια επίσης μόνιμη αύξηση στην κλίση της καμπύλης των αποδόσεων κατά μια τυπική διακύμανση και με αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου των δεκαετών τίτλων κατά 100 μ.β. το έτος 2023. Αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 13 ποσ. μον.  και σε υψηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 2 ποσ. μον. ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 80 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.

●     Στο σενάριο 5

Εξετάζεται η επίδραση από μια μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων στην ευρωζώνη, η οποία οδηγεί σε περαιτέρω συσταλτική μεταβολή της νομισματικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώνεται κατά 1,7 ποσ. μον. υψηλότερος σε σχέση με το βασικό σενάριο κατά τα τρία πρώτα έτη της προσομοίωσης και αποκαθίσταται στο 2% ένα έτος αργότερα από ό,τι στο βασικό σενάριο. Παράλληλα, το 2023 το επιτόκιο μηδενικού κινδύνου και το τριμηνιαίο Euribor αυξάνονται κατά 50 μ.β. Αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 7 ποσ. μον. και σε υψηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 1 ποσ. μον. , ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 50 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.

●     Στο σενάριο 6

Εξετάζεται η επίδραση από μια ταχύτερη συρρίκνωση του χαρτοφυλακίου του Ευρωσυστήματος, το οποίο περιορίζεται σε 1 τρισεκ. ευρώ το 2032 και μηδενίζεται σταδιακά μέχρι το 2050. Αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 35 ποσ. μον.και σε υψηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 7 ποσ. Μον. , ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 150 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.

●     Στο σενάριο 7

 Εξετάζεται η επίδραση από ταχύτερη βελτίωση της πιστοληπτικής διαβάθμισης. Συγκεκριμένα, αίρεται η υπόθεση του βασικού σεναρίου για ανώτατο όριο Α+ στην πιστοληπτική διαβάθμιση για όσο διάστημα το χρέος υπερβαίνει το 60% και επιτυγχάνεται η ανώτατη πιστοληπτική διαβάθμιση εντός της δεκαετίας του 2040. Αυτό οδηγεί το 2060 σε χαμηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 6 ποσ. μον.  και σε χαμηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 1 ποσ. μον., ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται χαμηλότερα κατά 20 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.

●     Το σενάριο 8

Συνδυάζει τις υποθέσεις των σεναρίων 2, 3, 4 και 5, υπό την επίδραση των οποίων το δημόσιο χρέος καθίσταται μη βιώσιμο, καθώς οι λόγοι χρέους και ΑΧΑ προς ΑΕΠ βαίνουν αυξανόμενοι μακροπρόθεσμα. Αποτελεί ένα ακραία δυσμενές σενάριο, καθώς, εκτός από την ταυτόχρονη πραγματοποίηση αρνητικών εξωγενών συγκυριών, υποθέτει επίσης μια πεισματικά μυωπική στάση από την πλευρά της δημοσιονομικής πολιτικής, με πλήρη απουσία διορθωτικών μέτρων. Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι, ακόμη και σε αυτό το σενάριο, μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ βαίνει μειούμενος και οι ΑΧΑ παραμένουν εντός του ορίου 15% του ΑΕΠ. Αυτό αναδεικνύει τη σημασία των εξαιρετικά ευνοϊκών χαρακτηριστικών του υφιστάμενου αποθέματος χρέους, τα οποία παρέχουν σημαντικά περιθώρια διορθωτικών κινήσεων.  Ταυτόχρονα όμως, το σενάριο αυτό επισημαίνει ότι η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και η διατήρηση των ΑΧΑ σε διαχειρίσιμα επίπεδα μεσοπρόθεσμα δεν θα πρέπει να λειτουργούν εφησυχαστικά, καθώς η αδυναμία έγκαιρης λήψης διορθωτικών μέτρων μπορεί να έχει υψηλό τίμημα μακροπρόθεσμα.

Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος                (www.ot.gr)

Οι τράπεζες και το κόστος διάσωσής τους από το 2012 μέχρι σήμερα...

 

Κείμενο εργασίας της Κερασίνας Ραυτοπούλου, πρώην μέλους Γενικού Συμβουλίου του ΤΧΣ, ανώτερου τραπεζικού στέλεχους, επιστημονικής συνεργάτιδας Ινστιτούτου ΕΝΑ – και του Κυριάκου Αντωνάκου, Οικονομολόγου, Συντονιστή Ομάδας Χρηματοπιστωτικών Αναλύσεων ΕΝΑ.

Η περιγραφή μιας δεκαετίας κρίσης χρέους και χρηματοπιστωτικής αστάθειας με επακόλουθο την υπογραφή τριών προγραμμάτων χρηματοδοτικής στήριξης της ελληνικής οικονομίας, αναμφίβολα εμπεριέχει το σκέλος των ανακεφαλαιοποιήσεων και της «εξυγίανσης» του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που είχε ως αποτέλεσμα αυτού του χειρισμού την ανάδειξη δύο μεγάλων χαμένων, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο και οι Έλληνες φορολογούμενοι.

Πέραν των σημαντικών απωλειών του Ελληνικού Δημοσίου, χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία για τη ριζική μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό του τραπεζικού συστήματος, που δώδεκα χρόνια μετά, διατηρεί παθογένειες του παρελθόντος, αδυνατώντας να επιτελέσει τον ρόλο που είναι χρήσιμο να έχει και δεν είναι άλλος από την υποστήριξη των χρηματοδοτικών αναγκών της πραγματικής οικονομίας προς όφελος της κοινωνίας, παραμένοντας παράλληλα η αδύναμη κινητήριος δύναμη ανάπτυξης.

Συγχρόνως και κατά γενική ομολογία, το τραπεζικό σύστημα κάθε άλλο από πιο ανταγωνιστικό και πλουραλιστικό μπορεί να χαρακτηριστεί σήμερα, καθώς ο εξαιρετικά υψηλός βαθμός συγκεντροποίησης της τραπεζικής αγοράς στις τέσσερις συστημικές τράπεζες, δημιουργεί το έδαφος και τις προϋποθέσεις για εναρμονισμένες πρακτικές.

Η παρούσα ανάλυση, καταδεικνύει τις απώλειες που επήλθαν στην αξία των μετοχών των τραπεζών που κατέχει το ΤΧΣ, αποτυπώνοντας τη μεγάλη ζημιά του Ελληνικού Δημοσίου τη χρονική περίοδο από το 2012 έως το 2021. Ενδεικτικά αποτυπώνονται τα ακόλουθα:

  • Από τον Σεπτέμβριο του 2009 έως τον Ιούνιο του 2012 διέφυγαν από τις ελληνικές τράπεζες, κυρίως με προορισμό τράπεζες του εξωτερικού, 87 δισ. ευρώ (ήτοι, το 36,2% των καταθέσεων).
  • Το δίμηνο Δεκεμβρίου 2014 – Ιανουαρίου 2015, από όταν δηλαδή προκηρύχθηκαν πρόωρες εκλογές, οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 16,2 δισ. ευρώ, ενώ στο πεντάμηνο Φεβρουαρίου – Ιουνίου 2015 μειώθηκαν κατά 25,9 δισ. ευρώ.
  • Στο τέλος του 2014, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από 14,2 δισ. ευρώ το 2008 έφτασαν περίπου τα 97,7 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν επταπλασιάστηκαν.
  • Στην πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, το 2012 το ΤΧΣ συμμετείχε με 25 δισ. ευρώ και οι ιδιώτες μέτοχοι με 3,1 δισ. ευρώ. Ουσιαστικά, μετά την ολοκλήρωσή της το κράτος κατείχε περισσότερο από το 80% των μετοχών των συστημικών τραπεζών, χωρίς όμως να αποκτήσει δικαίωμα στην επιλογή των διοικήσεών τους.
  • Η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση το 2014 είχε κόστος τη μεγάλη υποτίμηση των μετοχών του ΤΧΣ που ήταν πλειοψηφικός μέτοχος και συνεπακόλουθα απώλεια της αξίας τους κυρίως λόγω της μεγάλης μετοχικής αραίωσης (stock dilution).
  • Αθροιστικά την περίοδο 2012 – 2014, όταν εγιναν οι δύο πρώτες ανακεφαλαιοποιήσεις η απώλεια ανήλθε στα 27,1 δισ. ευρώ.
  • Την τετραετία 2015-2019 που έλαβε χώρα η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση, εξαιτίας της αποτυχίας των δύο πρώτων, η απώλεια ήταν της τάξης των 11,9 δισ. ευρώ.

 Κατεβάστε το pdf της δημοσίευσης

* Κείμενο εργασίας των:

Κερασίνας Ραυτοπούλου, πρώην μέλους Γενικού Συμβουλίου του ΤΧΣ, ανώτερου τραπεζικού στέλεχους, επιστημονικής συνεργάτιδας Ινστιτούτου ΕΝΑ

Κυριάκου Αντωνάκου, Οικονομολόγου, Συντονιστή Ομάδας Χρηματοπιστωτικών Αναλύσεων ΕΝΑ

                                                                                                              Πηγή: www.anatropinews.gr

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Η νέα ύφεση προ των πυλών του κόσμου;


Αποτέλεσμα εικόνας για οικονομική κρίση

Εχουν περάσει 11 χρόνια από το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης που προκάλεσε η φούσκα των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ. Αν θέλετε, έχουν περάσει και 90 χρόνια από τη Μεγάλη Υφεση που προκάλεσε το Κραχ του 1929. 
Οι χρονολογίες αναφέρονται διότι αν ο κόσμος έχει επιδείξει μια εντυπωσιακή ικανότητα είναι να ξεχνάει. Να θάβει αυτό που έχει συμβεί και το πώς συνέβη και να επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. Τώρα λοιπόν μοιάζει να επικρέμαται πάνω από τον κόσμο μια νέα ύφεση και ρίχνει βαριά τη σκιά της σε όλες τις οικονομίες. Αυτό τουλάχιστον γράφει η ιταλική εφημερίδα La Repubblica. Κρούγκμαν: Δύο τα προβλήματα, οι Γερμανοί και ο Τραμπ Πατήστε εδώ Οντως όμως μία νέα κρίση μάς χτυπάει στ’ αλήθεια την πόρτα; H επιβράδυνση έχει «σταθμεύσει» στην Ευρώπη από το τέλος του 2018, και προς το παρόν είναι ασαφές για πόσον καιρό ακόμη θα ταλαιπωρεί τις οικονομίες της. Οι προβλέψεις πάντως δεν είναι ευοίωνες: κατά πάσα πιθανότητα θα διαρκέσει περισσότερο από όσο υπολογίζεται τώρα. Μάλιστα οι οικονομικοί αναλυτές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αμφιβάλλουν ότι το δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους θα επέλθει η αναμενόμενη ανάκαμψη. Ως εκ τούτου η ΕΚΤ εξακολουθεί να υπενθυμίζει στις ευρωπαϊκές τράπεζες ότι πρέπει να απαλλαγούν όσο γίνεται γρηγορότερα από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τα οποία βαρύνουν τους προϋπολογισμούς τους, παρά το γεγονός ότι αυτά έχουν μειωθεί σχεδόν στο μισό μέσα στην πενταετία: τον περασμένο Μάρτιο ανέρχονταν σε 587 δισ. ευρώ, ενώ τον Νοέμβριο του 2014 υπερέβαιναν το 1 τρισ. ευρώ. Η διαφορά είναι μεγάλη, αλλά δεν είναι αρκετή για να εμπεδωθεί η τραπεζιτική ασφάλεια και πίστη. 
Σε γενικές γραμμές οι ευρωπαίοι οικονομολόγοι κρίνουν την κατάσταση «ανησυχητική», συνυπολογίζοντας και τις επιπτώσεις του «εφιαλτικού» Brexit και την ξαφνική επιβράδυνση στη Γερμανία την ίδια. Δεν είναι τυχαίο, υπογραμμίζει η Repubblica, ότι η Γερμανία σκέφτεται να διοχετεύσει στην οικονομία δημοσιονομικά κίνητρα 50 δισ. ευρώ, εγκαταλείποντας την (εμμονή με την) ισορροπημένη δημοσιονομική πολιτική. Η γερμανική οικονομία «βρίσκεται στα σχοινιά» μετά από 15 χρόνια ανάπτυξης, και αυτό εξαιτίας της κρίσης στην αυτοκινητοβιομηχανία της, της μείωσης των εξαγωγών και των προβλημάτων των μεγαλυτέρων τραπεζών της. Οσο για την Ιταλία, την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, η εφημερίδα της Ρώμης, λόγω ειδικού ενδιαφέροντος, περιγράφει την κατάσταση με μελανά χρώματα βασισμένο στις όλο και πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις του οίκου Moody’s για την πορεία του ΑΕΠ. 
Η Αμερική του Τραμπ έχει και αυτή κάποια προειδοποιητικά σημάδια για να αρχίσει να ανησυχεί. Ενδεικτικά δίδονται ως παραδείγματα η πτώση της ζήτησης στα τροχόσπιτα, που επηρεάζει την παραγωγή τους, και οι αποδόσεις των ομολόγων: τα διετή ομόλογα έχουν υψηλότερο επιτόκιο από τα ομόλογα τριακονταετίας. Βέβαια οι αμερικανοί οικονομολόγοι δεν θεωρούν ότι τώρα υπάρχει «ύφεση εν εξελίξει» στις ΗΠΑ, ούτε μπορούν «να υπογράψουν» ότι θα επέλθει ύφεση, ωστόσο παρατηρούν ότι η διακυβέρνηση Τραμπ πιέζει για μείωση του επιτοκίου επειδή φοβάται κάποια αντίδραση από τις αμερικανικές εταιρείες, ιδιαίτερα τους γίγαντες υψηλής τεχνολογίας, λόγω της δασμολογικής πολιτικής. Ενας από τους οικονομολόγους του ΟΟΣΑ, ο Αντρέα Γκαρνέρο, τοποθετείται στην ιταλική εφημερίδα με κάποια αποστασιοποίηση, αλλά οπωσδήποτε και αυτός απαισιόδοξα: «Κανείς δεν γνωρίζει αν είμαστε κοντά στην ύφεση, αλλά σίγουρα βιώνουμε μια σημαντική παγκόσμια επιβράδυνση που δυστυχώς μεταφράζεται σε στασιμότητα στην Ιταλία».

                                                                                                                  Πηγή: protagon.gr

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

Όλα τα μνημόνια σε πίνακες...


Πριν μερικές μέρες η εφημερίδα Αυγή δημοσιεύει έναν συγκριτικό πίνακα των τριών Μνημονίων, ο οποίος ενόψει της προεκλογικής περιόδου είναι βέβαιο ότι θα αποβεί εξαιρετικά χρήσιμος. Ο πίνακας περιλαμβάνει το συνολικό ύψος των πρόσθετων μέτρων κατά τη διάρκεια της συμφωνηθείσας περιόδου, το ύψος των μέτρων κατανεμημένο σε ετήσια βάση, το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων, τη προσαρμογή του ετήσιου κόστους των μέτρων λόγω ελάφρυνσης των πρωτογενών πλεονασμάτων, την εξοικονόμηση του κόστους λόγω και αναδιάρθρωσης  χρέους την τριετία 2016-2018 και τέλος τη προσαρμογή του ετήσιου κόστους λόγω και αναδιάρθρωσης του χρέους.

Μνημόνιο 1
Το συνολικό ύψος των πρόσθετων μέτρων στη διάρκεια 2,4 ετών (2010-2012) ανήλθε σε 40,6 δις ενώ το ύψος των μέτρων σε ετήσια βάση έφτασε τα 16,9 δις. Κατά τη διάρκεια του πρώτου μνημονίου δεν υπήρξε συμφωνία σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα που θα έπρεπε να πετύχει η ελληνική κυβέρνηση, ούτε κάποια δέσμευση για αναδιάρθρωση χρέους.
Μνημόνιο 2
Κατά το δεύτερο Μνημόνιο – διάρκειας 2,6 ετών – το ύψος των πρόσθετων μέτρων άγγιξε τα 25,2 δις κατανεμημένων σε 9,7 δις σε ετήσια βάση. Και πάλι καμία συμφωνία δεν έγινε σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα ή την αναδιάρθρωση του χρέους, με εξαίρεση το PSI.

Σχέδιο Χαρδούβελη
Το σχέδιο Χαρδούβελη προέβλεπε μέτρα ύψους 1 δις για ένα έτος ενώ υπήρξε συμφωνία με τους εταίρους για την επίτευξη συγκεκριμένων πρωτογενών πλεονασμάτων: για το 2015 3%, για τα έτη 2106-2017 4,5% και 4,2% για το 2018. Το σύνολο των απαιτούμενων πλεονασμάτων σε ποσοστό του ΑΕΠ ανερχόταν το 16,2% ή αλλιώς σε 29,2 δις ευρώ. Παράλληλα, η προσαρμογή του ετήσιου κόστους των μέτρων λόγω ελάφρυνσης των πρωτογενών πλεονασμάτων θα ανερχόταν σε 1 δις ενώ η προσαρμογή του ετήσιου κόστους λόγω και αναδιάρθρωσης του χρέους θα έφτανε το 1 δις. 
 
Σχέδιο Γιούνκερ
Το συνολικό ύψος των πρόσθετων μέτρων διάρκειας 1,5 έτους (2015-2016) σύμφωνα με το σχέδιο Γιούνκερ, ανερχόταν στα 8 δις ενώ το ύψος των μέτρων σε ετήσια βάση σε 5,3 δις. 
 
Μνημόνιο 3
 Στο τρίτο Μνημόνιο, διάρκειας 3,5 ετών (2015-2018), το συνολικό ύψος των πρόσθετων μέτρων φτάνει τα 10 δις με το ύψος των μέτρων στα 2,9 δις σε ετήσια βάση. Τα πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν συμφωνηθεί είναι: -0,25% για το 2015, 0,5% για το 2016, 1,75% για το 2017 και 3,5% για το 2018. Το σύνολο των απαιτούμενων πλεονασμάτων σε ποσοστό του ΑΕΠ φτάνει το 5,5% ή αλλιώς τα 5,5 δις. Την ίδια στιγμή, η προσαρμογή του ετήσιου κόστους μέτρων λόγω ελάφρυνσης πρωτογενών πλεονασμάτων θα αγγίξει τα -2,6 δις ενώ η εξοικονόμηση κόστους λόγω αναδιάρθρωσης  χρέους την τριετία 2016-2018 θα ανέλθει στα 3,8 δις. Τέλος, η προσαρμογή ετήσιου κόστους λόγω και αναδιάρθρωσης  χρέους θα είναι -3,7 δις.
Όπως σημειώνει στο άρθρο της η Ράνια Αντωνοπούλου, αναπληρώτρια υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου πίνακα δεν αποσκοπεί στην ωραιοποίηση του τρίτου Μνημονίου αλλά στην προσγείωση του δημόσιου διαλόγου στα πραγματικά δεδομένα του νέου προγράμματος. 
 
                                                                                                                           Πηγή: avgi.gr