Τα τελευταία 4-5 χρόνια, όσες φορές έχει υπάρξει μια θεομηνία, στις περιοχές που θα χτυπηθούν από πλημμύρες, ανήκουν πάντα οι νομοί της Θεσσαλίας. Πριν 2 χρόνια ήταν που είχαν διαλυθεί περιοχές στα Τρίκαλα, πριν 3 χρόνια ο Βόλος ήταν πάλι με προβλήματα.
Από τις μεγάλες περιπτώσεις των τελευταίων ετών, μόνο η Μάνδρα βρίσκεται έξω από τη Θεσσαλία. Πόσοι από εμάς μπήκαμε στη διαδικασία να σκεφτούμε ότι αυτό δεν είναι απλά μια σύμπτωση;
Οι ίδιες οι λέξεις μας μιλούν και μεις τις αγνοούμε. Η Θεσσαλία είναι, ετυμολογικά, η περιοχή που πριν υπήρχε θάλασσα (θέση+αλός). Πού πήγε άραγε αυτή η θάλασσα;
Δεν ήταν ακριβώς θάλασσα, αλλά μια μεγάλη λίμνη, η οποία ενωνόταν με τη θάλασσα και είχε σχηματιστεί από τα νερά της βροχής που «κάθονταν» στην περιοχή του κάμπου. Και η εν λόγω περιοχή στην αρχαιότητα ήταν ένα θαυμαστό μέρος διαχείρισης των απορροών.
Οι αρχαίοι είχαν δημιουργήσει τεχνητές απορροές και οι πλημμύρες δεν είχαν ποτέ αυτή την καταστροφική μορφή που έχουν από τα μέσα του 17ου αιώνα και μετά στην περιοχή.
Είναι χαρακτηριστικές οι αναφορές σε έργα του Ηρόδοτου, όπου γίνεται λόγος για μια λίμνη, την Βοιβηΐδα, η οποία συσσώρευε το νερό από τις βροχές και ενωνόταν με τον Παγασητικό Κόλπο και το Αιγαίο Πέλαγγος. Οι αποδείξεις γι’ αυτό βρίσκεται στους λόγους της Θεσσαλίας που είναι γεμάτοι αλάτι και όστρακα.
Πλημμύρες εντοπίζει κανείς ως αναφορά στα «Γεωγραφικά» του Στράβωνα (64 π.Χ. – 24 μ.Χ.), όπου υπάρχει η περιγραφή: «… ο γαρ Πηνειός, δια μέσης ρέων, και πολλούς δεχόμενος ποταμούς, υπερεκχείται πολλάκις…».
Στην πορεία των ετών αυτή η λίμνη άρχισε να αποστραγγίζεται και κατέληξε από τα 195.000 στρέμματα, να έχει έκταση μόλις 38.000 στρέμματα. Η αποστράγγισή της ήταν ο λόγος να ονομαστεί η Θεσσαλία ως Φθία στα ομηρικά χρόνια, δηλαδή η περιοχή που φθίνει το νερό.
Η σημερινή τεχνητή λίμνη Κάρλα γεννήθηκε τότε και όταν έφτασε στην περιοχή ο λαός της Αιγηίδος, έδωσε το όνομα Θεσσαλία. Και η Φθία έγινε η περιοχή που βρίσκεται η Φθιώτιδα, που επίσης πλημμυρίζει.
Οι άνθρωποι της Αιγηίδος δημιούργησαν τεχνητές απορροές και διαχειρίστηκαν με μοναδικό, ιστορικά και μυθολογικά τρόπο τις απανωτές πλημμύρες και την υπερχείλιση του Πηνειού. Ενδεικτικό του πόσο ικανές ήταν οι απορροές, είναι πως ο Ξέρξης, όταν επιτέθηκε στην Ελλάδα, στόχευσε στο να τις κλείσει, ώστε να πνίξει τη Θεσσαλία.
Οι αιώνες περνούσαν, ο Πηνειός περνούσε επίσης κάθε 25-30 χρόνια μια περίοδο υπερχείλισης και η Θεσσαλία το έδειχνε με κάθε τρόπο πως δεν είναι κατάλληλο μέρος για να ζει κανείς, εφόσον τον τρομάζουν οι πλημμύρες.
Η Κάρλα «ξεζουμίστηκε» και πορεύτηκε έτσι ως το 1999, όταν ξεκίνησε η «ανοικοδόμησή» της και η προσπάθεια επαναφοράς των οικοσυστημάτων που είχαν αναπτυχθεί εντός και στα πέριξη της. Το τελικό αποτέλεσμα που παραδόθηκε στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, κατέδειχνε ευθύς εξ αρχής πως η Θεσσαλία ενέχει μεγάλους κινδύνους.
Αν σε αυτή τη συνθήκη προσθέτει κανείς και την πληθώρια καλλιεργειών μπαμπακιών, ένα φυτό που είναι το πιο αδηφάγο σε επίπεδο νερού απ’ όλα, φτάνει στην μεγάλη εικόνα, αυτή που θέλει τη Θεσσαλία ένα μέρος απερίσκεπτων ανθρώπων που δεν πήραν ποτέ τις μεγάλες αποφάσεις για να διαφυλάξουν το βιος τους.
Και βρισκόμαστε στο 2023 και φαίνεται πια πως είμαστε χαζοί. Σίγουρα, λιγότερο έξυπνοι από τους προγόνους μας στην αρχαιότητα, που κάτι κληροδότησαν στους ρέμπελους γιους τους.
25 αιώνες πλημμύρες, το 2023 φτάνουμε να τις διαχειριζόμαστε τόσο λανθασμενα που οι αρχαίοι ημών πρόγονοι θα γελάγανε με τα χάλια μας! Κι αντί να έχουμε προοδεύσει, καταλαβαίνουμε πως δεν ξέρουμε την τύφλα μας, ακόμα και σε σχέση με 2.500 χρόνια πίσω!
Η Γαλλία έχει εισέλθει το τελευταίο δεκαπενθήμερο σε μια βαθιά πολιτική και κυβερνητική κρίση, η οποία καταλαμβάνει διεθνώς τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα των σχεδόν τρίμηνων κινητοποιήσεων ενάντια στην αντι-ασφαλιστική «μεταρρύθμιση», που τείνουν να λάβουν έναν ποιοτικά διαφορετικό χαρακτήρα μετά τις 16 Μαρτίου.
Ο «πρόεδρος των πλουσίων» Μακρόν και η πρωθυπουργός Μπορν κατέφυγαν, στις 16/3, στο άρθρο 49.3 του γαλλικού συντάγματος (προβλέπει προεδρικές υπερεξουσίες), με το οποίο παράκαμψαν την ψήφο του κοινοβουλίου για την εφαρμογή της συνταξιοδοτικής «μεταρρύθμισης» – αυτό αποτέλεσε ένα πραγματικό σημείο καμπής.
1. Η καταφυγή στο 49.3 εξέπληξε, με την αποκοτιά της, όλα τα στρώματα της γαλλικής κοινωνίας και συντάραξε τα μικροαστικά στρώματα, την εργατική αριστοκρατία και τη νεολαία. Η εθνική απεργία στις 23 Μάρτη, όπως και αυτή της 29 Μάρτη, είχε μια κοινωνική σύνθεση τροποποιημένη, ιδιαίτερα εμφανή στο Παρίσι, αλλά και σε άλλες πόλεις, με σημαντικά μεγαλύτερη συμμετοχή υπαλλήλων, εργατικής αριστοκρατίας, μικροαστικών στρωμάτων και νεολαίας σε σχέση με όλες τις προηγούμενες κινητοποιήσεις. Στον εργατικό και προλεταριακό χαρακτήρα των αρχικών κινητοποιήσεων προστέθηκαν και άλλα στρώματα της εργατικής τάξης. Και οι δύο εθνικές απεργίες είχαν μεγάλη συμμετοχή στις διαδηλώσεις και στην απεργία. Στις 23 Μάρτη, οι διαδηλωτές ξεπέρασαν το 1,1 εκ. και στις 28 Μάρτη ήταν πάνω από 750 χιλιάδες πανεθνικά, σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας (τα οποία παρότι υποτιμούν τα μεγέθη μάλλον παραμένουν πιο κοντά στην πραγματικότητα από τα στοιχεία της συνδικαλιστικής ομοσπονδίας СGT).
Έτσι, στο Παρίσι, η διαδήλωση της 23ης Μάρτη, λόγω των κοινωνικών στρωμάτων που κινητοποιήθηκαν και της σύνθεσης της πόλης, ήταν η μεγαλύτερη της τελευταίας 15ετίας και χωρίς αμφιβολία η μεγαλύτερη του τρέχοντος κινήματος.
2. Σε ό,τι αφορά την νεολαία, πανεθνικά στις 23 Μάρτη περίπου 400 λύκεια και γυμνάσια είχαν καταλήψεις και περίπου 500 στις 29 Μάρτη. Δεκάδες πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων πολλές ανώτερες σχολές στο Παρίσι, με κοινωνική σύνθεση μικροαστική και αστική, όπως η αρχιτεκτονική, η ENS, το Πανθεόν ASSAS, συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις, με μπλοκαρίσματα εισόδων, καταλήψεις και διαδηλώσεις. Οι κινητοποιήσεις στα πανεπιστήμια συνοδεύονται από γενικές συνελεύσεις – ενδεικτικά, έγιναν συνελεύσεις 1.000 φοιτητών στο Μονπελιέρ στις 23 Μάρτη, 1.000 ατόμων στην πανεπιστημιούπολη του Τολμπιάκ στο Παρίσι, συνέλευση 500 ατόμων στο Μπορντό, 600 φοιτητών στην Τουλούζη στις 28/3, διάφορες συνελεύσεις μερικών εκατοντάδων η κάθε μία στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού στις 23 Μάρτη. Δεν έχουν λάβει όμως ακόμα τον χαρακτήρα ενός κινήματος διαρκείας – και αυτό φάνηκε στη διαδήλωση της 29 Μάρτη, όπου δεν υπήρξε μια θεαματική επανεμφάνιση της νεολαίας. Αυτές οι συνελεύσεις και κινητοποιήσεις λαμβάνουν χώρα παρά τη διαλυτική πολιτική των διοικήσεων των ιδρυμάτων για τηλεκπαίδευση.
3. Η καταφυγή στο 49.3 προκάλεσε το ξέσπασμα, για σχεδόν ένα δεκαήμερο, αυθόρμητων διαδηλώσεων, βραδινών και πρωϊνών (τα σαββατοκύριακα κυρίως), σε όλη τη Γαλλία, στο Παρίσι και σε πάρα πολλές μεσαίες και μικρές πόλεις. Παράλληλα, ώθησε τα τοπικά συνδικάτα ή εργατικά κέντρα σε επαναλαμβανόμενα καθημερινά καλέσματα απογευματινών διαδηλώσεων – κάτι που δεν έχει παρουσιαστεί σαν φαινόμενο εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
4. Η καταφυγή στο 49.3 έδωσε έναν πιο συγκρουσιακό χαρακτήρα στο κίνημα, στο μέτρο που θεωρήθηκε μια αντιδημοκρατική, απονομιμοποιημένη κίνηση. Έτσι, υπήρξε ένα ξέσπασμα συγκρούσεων με την αστυνομία, πανεθνικά, και μικροεπεισοδείων και εμπρησμών, παράλληλα και ως συνέχεια των απογευματινών διαδηλώσεων. Σ’ αυτές τις συγκρούσεις συμμετέχουν κυρίως νέοι, φοιτητές, μαθητές. Παίρνουν το χαρακτήρα πετροπόλεμου, μικροπρόχειρων οδοφραγμάτων, κυνηγητού στα στενά, διασκορπισμού σε πολυάριθμες ομάδες διαδηλωτών, με συμμετοχή μερικών χιλιάδων. Ωστόσο, στις μεγάλες απεργιακές διαδηλώσεις, η αστυνομία κινείται στα περιθώρια και δεν ενοχλεί ή παρεμποδίζει (κατά κανόνα) τον κύριο όγκο των διαδηλώσεων. Σε κάθε περίπτωση, η γαλλική κυβέρνηση αύξησε κατά μερικούς τόνους την κατασταλτική της απάντηση – ωστόσο, το επίπεδο της αστυνομικής καταστολής είναι ακόμα σε επίπεδα ενός πρώτου «παραδειγματισμού», με επιλεγμένες επιστρατεύσεις απεργών, επεμβάσεις σε απεργιακά μπλόκα, προληπτικούς ελέγχους και προσαγωγές στις διαδηλώσεις, στοχευμένες προσαγωγές στελεχών της άκρας αριστεράς. Δεν έχει ακόμα φτάσει στο σημείο μιας απροκάλυπτης τρομοκρατίας, όπως την περίοδο των «κίτρινων γιλέκων». Αυτό ισχύει προφανώς με εξαιρέσεις, όπως οι πολύ σκληρές συγκρούσεις και καταστολή στη διαδήλωση 30 χιλιάδων ενάντια στα σχέδια εγκατάστασης πισίνων αποθήκευσης υπόγειων υδάτων, στο Σαντ-Σολίν, στη δυτική Γαλλία, όπου υπήρξαν 200 τραυματίες διαδηλωτές, εκ των οποίων δύο είναι σε κρίσιμη κατάσταση σε κώμα.
5. Η καταφυγή στο 49.3 επέφερε και την αύξηση της συμμετοχής, για μερικές μέρες, στις κλαδικές απεργίες διαρκείας (χωρίς να καταστούν καθολικές), που έχουν κηρύξει πολλές ομοσπονδίες (μεταφορών στο Παρίσι, σιδηροδρομικών, καθαριότητας, ενέργειας κ.ά.). Επίσης, επέφερε σκλήρυνση των απεργιακών φρουρών, χωρίς να μετατραπούν σε καταλήψεις ή μόνιμα μπλοκαρίσματα των απεργιακών χώρων. Έτσι, η συνέχεια των κλαδικών απεργιών διαρκείας φαίνεται αμφίβολη, ιδιαίτερα εφόσον δεν έχουν αναπτυχθεί γενικές συνελεύσεις ή απεργιακές επιτροπές και ακόμα ελέγχονται από τις ηγεσίες των συνδικάτων.
6. Υπήρξε μια μεταβολή στην ψυχολογία των εργαζόμενων και μικροαστικών στρωμάτων. Μέχρι το 49.3, η ήττα θεωρούνταν το πιθανότερο σενάριο. Μετά το 49.3, το κλίμα αντιστράφηκε και οι μάζες πιστεύουν ότι θα νικήσουν. Μια νέα αποφασιστικότητα και μια κάποια σιγουριά για την ενδεχόμενη νίκη, τόσο μεταξύ της πρωτοπορίας, όσο και μεταξύ των πλατιών μαζών, έχουν αρχίσει να απλώνονται. Είναι προφανώς το αποτέλεσμα της ορθής κατανόησης της πολιτικής και κοινωνικής απομόνωσης της «Μακρονίας», του καθεστώτος γύρω από τον Μακρόν. Αυτός μπορεί να επικαλείται την εκλογή του, λέγοντας αλαζονικά και περιφρονητικά ότι «το πλήθος (αναφερόμενος στους διαδηλωτές) δεν έχει νομιμοποίηση ενάντια στον λαό, που εκφράζεται, κυρίαρχος, μέσω αυτών που εξέλεξε» – αλλά όλοι κατανοούν πόσοι λίγοι πραγματικά τον ψήφισαν για το πρόγραμμά του και όχι μόνο ως το «μικρότερο κακό» έναντι της Λεπέν.
7. Επιπλέον, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, η στήριξη του απεργιακού κινήματος και των κινητοποιήσεων είναι τόσο μεγάλη, που ακόμα και οι μισοί ψηφοφόροι των δεξιών Ρεπουμπλικάνων –οι οποίοι έχουν αρχίσει να έχουν διαρροές στον κομματικό μηχανισμό τους και στη νεολαία–, καθώς και το 22% των ψηφοφόρων του Μακρόν, πιστεύουν ότι το κίνημα οφείλει να σκληρύνει την στάση του για να κάνει την κυβέρνηση να υποχωρήσει.
Φυσικά, δεδομένων των ανωτέρω εξελίξεων, κανείς δεν είναι πραγματικά ικανοποιημένος με τον χειρισμό της κατάστασης από την κυβέρνηση και τον Μακρόν. Ο πρόεδρος του Medef, του γαλλικού ΣΕΒ, παρότι ασφαλώς στηρίζει την «μεταρρύθμιση», χαρακτηρίζοντάς την «επώδυνη» αλλά «αναπόφευκτη οικονομικά», δήλωσε σε συνέντευξή του, ότι «οι επόμενες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να στηριχτούν σε μία διαφορετική μέθοδο και να συζητηθούν περισσότερο και να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους κοινωνικούς εταίρους». Οι εργοδοτικές ομοσπονδίες των αεροπορικών μεταφορών και της εστίασης- τουρισμού αρχίζουν και διαμαρτύρονται είτε για τις απεργίες και τις ακυρώσεις πτήσεων που επιφέρουν είτε για τις διαδηλώσεις και την πτώση της τουριστικής κίνησης και του τζίρου. Οι βουλευτές της πλειοψηφίας, τους οποίους δεν εμπιστεύτηκε ο Μακρόν να ψηφίσουν το νομοσχέδιο, αρχίζουν να γκρινιάζουν ότι η κυβέρνηση πρέπει να έρθει σε συνεννόηση με τα συνδικάτα.
Εντός αυτής της κατάστασης, τα αστικά επιτελεία αλλά και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία αναζητούν διέξοδο, διακατεχόμενοι από τον κοινό φόβο ή ανησυχία μιας «εκτροπής» της κατάστασης εκτός ελέγχου. Ο πρόεδρος της συνομοσπονδίας СFDT, με του οποίου την πρόταση συντάχθηκε και η ηγεσία της CGT, πρότεινε μια παύση της μεταρρύθμισης για έξι μήνες και τον ορισμό ενός ενδιάμεσου συνομιλητή, ώστε να αρχίσουν εκ νέου οι διαπραγματεύσεις. Με την πρόταση αυτή συντάχθηκε και το άρθρο της σύνταξης της εφημερίδας Le Monde στις 25 Μαρτίου.
Στον αστικό τύπο αρχίζουν να εμφανίζονται άρθρα συνταγματολόγων με παραινέσεις προς το συνταγματικό συμβούλιο, όργανο αντίστοιχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, να παρέμβει αποφασιστικά και να παύσει τον νόμο ως αντισυνταγματικό στην τρέχουσα μορφή του. Το ίδιο το Συνταγματικό Συμβούλιο ανακοίνωσε ότι θα εκδώσει την απόφασή του στις 14 Απρίλη.
Στο κοινό ανακοινωθέν, εξάλλου, των συνδικαλιστικών συνομοσπονδιών, στις 23 Μάρτη, ανακοινώνεται και η στήριξη ενός πιθανού δημοψηφίσματος, σύμφωνα με την συνταγματική διαδικασία που εκκίνησαν βουλευτές της αντιπολίτευσης, που αποπροσανατολίζει την δράση του κινήματος από την απεργιακή μάχη. Τέλος, θα ακολουθήσει μέσα στις επόμενες μέρες, μετά από πολλές παλινωδίες, μια συνάντηση των συνδικαλιστικών ηγεσιών με την κυβέρνηση, ενώ παράλληλα έχει ήδη προκηρυχθεί μια νέα ημέρα εθνικής απεργίας την Πέμπτη 6 Απριλίου.
Τα πάντα θα εξαρτηθούν τις επόμενες εβδομάδες από την επιμονή που θα καταφέρει να επιδείξει το απεργιακό κύμα στην Γαλλία. Μια συνέχιση των κινητοποιήσεων με τον ίδιο ρυθμό είναι πιθανόν να οδηγήσει σε μια μερική υπαναχώρηση της κυβέρνηση, που θα εκληφθεί ως νίκη από τις μάζες. Παρόμοια τροπή, δηλαδή επικύρωση αντεργατικών νόμων χάρις στο 49.3 και εν τέλει υποχώρηση ενώπιον του κινήματος, είχαν πάρει και η μεγάλη μάχη του 1995 ενάντια στο αντι-ασφαλιστικό πλάνο του Ζιπέ και η μάχη ενάντιά στο СPE (σύμφωνο πρώτης απασχόλησης) του Φιγιόν το 2006.
Από συχνά τεστ περνά η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους με τις προβλέψεις να δείχνουν μείωσή του τα επόμενα χρόνια,, όπως επίσης εκτίμαται εφικτή η επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα. Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι η Ελλάδα θα πετύχει τη μεγαλύτερη μείωση χρέους της Γενικής Κυβέρνησης στην ΕΕ στο τέλος του 2023.
Συγκρίνοντας τις επιδόσεις των κρατών από το 2019, η Ελλάδα θα μειώσει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 18,4% φτάνοντας το 161,9 % του ΑΕΠ στο τέλος του 2023 από 180,3% το 2019. Λόγω της υγειονομικής κρίσης το χρέος της κορυφώθηκε στο 206,3% του ΑΕΠ και στη συνέχεια αποκλιμακώθηκεστο 194,5% το 2021 και αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω στο 171,1% του ΑΕΠ φέτος και στο 161,9% στο τέλος του 2023.
Σύμφωνα με τα σενάρια της ΤτΕ για την περίοδο 2022-2060 παρά την παρατηρούμενη αύξηση των αποδόσεων των ελληνικών τίτλων, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους παραμένουν περιορισμένοι μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με την έκθεση βιωσιμότητας, που δημοσιευθηκε με την ενδιάμεση έκθεση του διοικητή. Αυτό υπό την προϋπόθεση ότι τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης έχουν προσωρινό χαρακτήρα και ότι αξιοποιούνται αποτελεσματικά οι ευρωπαϊκοί πόροι του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).
Αβεβαιότητα και γήρανση
Ωστόσο, η ΤτΕ υπογραμμίζει ότι μακροπρόθεσμα εκτιμάται αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς η σταδιακή αναχρηματοδότηση του συσσωρευμένου χρέους προς τον επίσημο τομέα με όρους αγοράς θα αυξήσει την έκθεση του Ελληνικού Δημοσίου στον επιτοκιακό κίνδυνο, γεγονός που εξαλείφει τα περιθώρια χαλάρωσης των υποθέσεων για πρωτογενή πλεονάσματα.
Οι παραδοχές που εντάσσει η ΤτΕ στο βασικό σενάριο είναι και οι δαπάνες γήρανσης. Το βασικό σενάριο της έκθεσης Ageing Report 2021 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά για την Ελλάδα εξοικονόμηση δαπανών γήρανσης ύψους 1,9% του ΑΕΠ την περίοδο 2019-2045, η οποία διευρύνεται σε 3,7% του ΑΕΠ μέχρι το 2070. Περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων έσοδα αποκρατικοποιήσεων ύψους περίπου 11 δισεκ. ευρώ μέχρι το 2040 και πο ταμειακές προσαρμογές που προκύπτουν από την αναβολή πληρωμών τόκων στο μεγαλύτερο μέρος των δανείων του EFSF μέχρι το 2032, τις εκταμιεύσεις επιχορηγήσεων και δανείων από τους πόρους του RRF και εκτιμήσεις για την επίδραση των συμβάσεων ανταλλαγής επιτοκίων (interest rate swaps).
Οι κίνδυνοι
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα υφιστάμενα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του συσσωρευμένου χρέους δεν αποτελούν “κτήμα ες αεί”, αλλά παρέχουν ένα ικανό παράθυρο ευκαιρίας προκειμένου το δημόσιο χρέος να παραμείνει βιώσιμο κατά την επερχόμενη σταδιακή αναχρηματοδότηση των ευνοϊκών δανείων προς τον επίσημο τομέα με όρους αγοράς. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της προσομοίωσης, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αποτελεί καθοριστικό παράγοντα του επιτοκίου αναχρηματοδότησης.
Η ταχεία αποκλιμάκωσή του πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα βασικά επιτόκια δεν πρόκειται να επιστρέψουν στα προ κρίσης επίπεδα, ακόμη και με την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Ως εκ τούτου, οι κίνδυνοι βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους εμφανίζονται σημαντικά αυξημένοι μετά το τέλος της μεσοπρόθεσμης περιόδου (2032) και, καθώς η δομή του δημόσιου χρέους θα έχει μεταβληθεί, το καθιστούν πιο ευάλωτο σε αρνητικές διαταραχές.
Η επόμενη δεκαετία αποτελεί ένα μοναδικό παράθυρο ευκαιρίας για την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αφού, παρά τις αυξημένες αποδόσεις των νέων εκδόσεων, μόνο ένα μικρό μερίδιο του χρέους αναμένεται να αναχρηματοδοτείται ετησίως με όρους αγοράς, ενώ ένα σημαντικό μερίδιο των δανείων προς τον επίσημο τομέα έχει αντισταθμιστεί έναντι του επιτοκιακού κινδύνου. Επιπλέον, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να ενισχυθεί σημαντικά από την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του RRF και την υλοποίηση μεγάλου εύρους επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων. Ως εκ τούτου, η διαφορά έμμεσου επιτοκίου και ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα παραμείνει ευνοϊκή, παρά την αναμενόμενη επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.
Σε αυτό το περιβάλλον, βασικές επιδιώξεις της οικονομικής πολιτικής την επόμενη περίοδο θα πρέπει να είναι: (α) η εξασφάλιση της επενδυτικής βαθμίδας αξιολόγησης, η οποία αναμένεται να περιορίσει τη μεταβλητότητα στην αγορά κρατικών ομολόγων και να διευρύνει την επενδυτική βάση των κρατικών τίτλων, συγκρατώντας την αύξηση του κόστους δανεισμού, (β) η διαφύλαξη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας μέσω της επιστροφής σε ρεαλιστικά πρωτογενή πλεονάσματα και (γ) η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του RRF, η οποία θα διευρύνει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας και θα διευκολύνει την επίτευξη όλων των προτεραιοτήτων πολιτικής.
Το βασικό σενάριο υποθέτει επιστροφή σε πρωτογενές πλεόνασμα από το 2023, το οποίο διευρύνεται σε 2,0% του ΑΕΠ το 2025 και διατηρείται μόνιμα σε αυτό το επίπεδο. Γίνεται η υπόθεση ότι ο δημοσιονομικός χώρος από την εκτιμώμενη εξοικονόμηση δαπανών γήρανσης θα αξιοποιηθεί προκειμένου να καταστεί το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής πιο φιλικό στην ανάπτυξη. Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να διαγράψει διατηρήσιμη τροχιά αποκλιμάκωσης, παραμένοντας ωστόσο μεσοπρόθεσμα άνω του 100% του ΑΕΠ και φθάνοντας το 2060 σε 61% του ΑΕΠ. Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου διατηρούνται μεσοπρόθεσμα πλησίον αλλά εντός του ορίου 15% του ΑΕΠ και σε κάθε περίπτωση εντός του μακροπρόθεσμου ορίου βιωσιμότητας 20% του ΑΕΠ.
Οι προσαρμογές ελλείμματος-χρέους ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 0,0% του ΑΕΠ την περίοδο 2022-2060. Κατά μέσο όρο ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ ανέρχεται σε 1,8% την περίοδο 2022-2060. Σε συνδυασμό με την υπόθεση για μακροπρόθεσμο ρυθμό μεταβολής του αποπληθωριστή του ΑΕΠ ύψους 2%, το ονομαστικό ΑΕΠ μεγεθύνεται κατά μέσο όρο με ρυθμό 4,2% την περίοδο 2022-2060, υποθέτοντας ότι το παραγωγικό κενό εισέρχεται σε θετικό έδαφος το 2022, διευρύνεται μέχρι τα μέσα της δεκαετίας και εξαλείφεται μέχρι το 2030.
Τα επιτόκια στο υφιστάμενο απόθεμα χρέους ακολουθούν τις υποθέσεις του ΟΔΔΗΧ Ιουλίου 2022, με εξαίρεση τα επιτόκια στα δάνεια του EFSF και του ESM, τα οποία συγκλίνουν σε 4,0% το 2050.6 Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη η μόνιμη άρση του περιθωρίου επιτοκίου 2% στο δάνειο του EFSF ύψους 11,3 δισεκ. ευρώ για την επαναγορά χρέους. Το επιτόκιο στα δάνεια GLF υπολογίζεται ως το Euribor τριών μηνών συν 50 μ.β., ενώ swaps καλύπτουν το σύνολο του αποθέματος των δανείων GLF. Οι νέες εκδόσεις πραγματοποιούνται σε όλα τα έτη με τίτλους διάρκειας 3, 5, 7 και 10 ετών, οι οποίοι εκδίδονται σε σταθερές αναλογίες 10%, 40%, 25% και 25% αντίστοιχα. Αυτό ισοδυναμεί με μεσοσταθμική διάρκεια ύψους 6,6 ετών, η οποία είναι σύμφωνη με τα ιστορικά δεδομένα πριν από την εκδήλωση της κρίσης χρέους. Οι αποδόσεις των νέων εκδόσεων 10ετούς διάρκειας προσδιορίζονται ενδογενώς με βάση το υπόδειγμα χρονομεταβλητών συντελεστών των Hondroyiannis and Papaoikonomou (2022).
Δυσμενέστερα σενάρια
Τα σενάρια 2-6 περιλαμβάνουν μια σειρά δυσμενέστερων υποθέσεων σε σχέση με το βασικό σενάριο, το σενάριο 7 περιλαμβάνει ευνοϊκότερες υποθέσεις, ενώ το σενάριο 8 αποτελεί συνδυασμό των δυσμενών υποθέσεων των σεναρίων 2-5.
● Στο σενάριο 2
Ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού και του δυνητικού ΑΕΠ είναι χαμηλότερος κατά 0,5% σε σχέση με το βασικό σενάριο, θεωρώντας ότι οι ευρωπαϊκοί πόροι του RRF δεν αξιοποιούνται αποτελεσματικά ή/και η εξοικονόμηση δαπανών γήρανσης δεν αξιοποιείται για τη βελτίωση του δημοσιονομικού μίγματος. Δεδομένων των υπόλοιπων υποθέσεων και της ενδογενούς διαμόρφωσης του επιτοκίου αναχρηματοδότησης, αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 28 ποσ. μον. (βλ. Διάγραμμα Β) και σε υψηλότερες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες (ΑΧΑ) προς ΑΕΠ κατά 5 ποσ. μον. (βλ. Διάγραμμα Γ), ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 20 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.
● Στο σενάριο 3
Το πρωτογενές αποτέλεσμα σε όλα τα έτη είναι μικρότερο κατά 1% του ΑΕΠ σε σχέση με το βασικό σενάριο, ως αποτέλεσμα δημοσιονομικής κόπωσης και μονιμοποίησης μέρους των προσωρινών μέτρων στήριξης που λαμβάνονται στο πλαίσιο της ενεργειακής κρίσης. Αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 52 ποσ. μον. και σε υψηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 10 ποσ. μον. , ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 40 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.
Το σενάριο αυτό οδηγεί μακροπρόθεσμα σε υπέρβαση του ορίου 20% του ΑΕΠ για τις ΑΧΑ και ανακόπτει την πτωτική πορεία του λόγου χρέους/ΑΕΠ. Είναι πρόδηλο ότι, σε συνδυασμό με οποιαδήποτε από τις λοιπές επισφάλειες που εξετάζονται, η μείωση του δημοσιονομικού στόχου κατά 1% του ΑΕΠ θα εξέθετε τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του χρέους σε μη διαχειρίσιμο κίνδυνο.
● Στο σενάριο 4
Εξετάζεται η επίδραση από μια μόνιμη αύξηση της διεθνούς αβεβαιότητας, η οποία διατηρείται υψηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο κατά μια τυπική διακύμανση και συνδυάζεται με μια επίσης μόνιμη αύξηση στην κλίση της καμπύλης των αποδόσεων κατά μια τυπική διακύμανση και με αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου των δεκαετών τίτλων κατά 100 μ.β. το έτος 2023. Αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 13 ποσ. μον. και σε υψηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 2 ποσ. μον. ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 80 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.
● Στο σενάριο 5
Εξετάζεται η επίδραση από μια μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων στην ευρωζώνη, η οποία οδηγεί σε περαιτέρω συσταλτική μεταβολή της νομισματικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώνεται κατά 1,7 ποσ. μον. υψηλότερος σε σχέση με το βασικό σενάριο κατά τα τρία πρώτα έτη της προσομοίωσης και αποκαθίσταται στο 2% ένα έτος αργότερα από ό,τι στο βασικό σενάριο. Παράλληλα, το 2023 το επιτόκιο μηδενικού κινδύνου και το τριμηνιαίο Euribor αυξάνονται κατά 50 μ.β. Αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 7 ποσ. μον. και σε υψηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 1 ποσ. μον. , ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 50 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.
● Στο σενάριο 6
Εξετάζεται η επίδραση από μια ταχύτερη συρρίκνωση του χαρτοφυλακίου του Ευρωσυστήματος, το οποίο περιορίζεται σε 1 τρισεκ. ευρώ το 2032 και μηδενίζεται σταδιακά μέχρι το 2050. Αυτό οδηγεί το 2060 σε υψηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 35 ποσ. μον.και σε υψηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 7 ποσ. Μον. , ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται υψηλότερα κατά 150 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.
● Στο σενάριο 7
Εξετάζεται η επίδραση από ταχύτερη βελτίωση της πιστοληπτικής διαβάθμισης. Συγκεκριμένα, αίρεται η υπόθεση του βασικού σεναρίου για ανώτατο όριο Α+ στην πιστοληπτική διαβάθμιση για όσο διάστημα το χρέος υπερβαίνει το 60% και επιτυγχάνεται η ανώτατη πιστοληπτική διαβάθμιση εντός της δεκαετίας του 2040. Αυτό οδηγεί το 2060 σε χαμηλότερο χρέος προς ΑΕΠ κατά 6 ποσ. μον. και σε χαμηλότερες ΑΧΑ προς ΑΕΠ κατά 1 ποσ. μον., ενώ το επιτόκιο αναχρηματοδότησης κυμαίνεται χαμηλότερα κατά 20 μ.β. κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2060.
● Το σενάριο 8
Συνδυάζει τις υποθέσεις των σεναρίων 2, 3, 4 και 5, υπό την επίδραση των οποίων το δημόσιο χρέος καθίσταται μη βιώσιμο, καθώς οι λόγοι χρέους και ΑΧΑ προς ΑΕΠ βαίνουν αυξανόμενοι μακροπρόθεσμα. Αποτελεί ένα ακραία δυσμενές σενάριο, καθώς, εκτός από την ταυτόχρονη πραγματοποίηση αρνητικών εξωγενών συγκυριών, υποθέτει επίσης μια πεισματικά μυωπική στάση από την πλευρά της δημοσιονομικής πολιτικής, με πλήρη απουσία διορθωτικών μέτρων. Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι, ακόμη και σε αυτό το σενάριο, μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ βαίνει μειούμενος και οι ΑΧΑ παραμένουν εντός του ορίου 15% του ΑΕΠ. Αυτό αναδεικνύει τη σημασία των εξαιρετικά ευνοϊκών χαρακτηριστικών του υφιστάμενου αποθέματος χρέους, τα οποία παρέχουν σημαντικά περιθώρια διορθωτικών κινήσεων. Ταυτόχρονα όμως, το σενάριο αυτό επισημαίνει ότι η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και η διατήρηση των ΑΧΑ σε διαχειρίσιμα επίπεδα μεσοπρόθεσμα δεν θα πρέπει να λειτουργούν εφησυχαστικά, καθώς η αδυναμία έγκαιρης λήψης διορθωτικών μέτρων μπορεί να έχει υψηλό τίμημα μακροπρόθεσμα.
Κείμενο εργασίας της Κερασίνας Ραυτοπούλου, πρώην μέλους Γενικού Συμβουλίου του ΤΧΣ, ανώτερου τραπεζικού στέλεχους, επιστημονικής συνεργάτιδας Ινστιτούτου ΕΝΑ – και του Κυριάκου Αντωνάκου, Οικονομολόγου, Συντονιστή Ομάδας Χρηματοπιστωτικών Αναλύσεων ΕΝΑ.
Η περιγραφή μιας δεκαετίας κρίσης χρέους και χρηματοπιστωτικής αστάθειας με επακόλουθο την υπογραφή τριών προγραμμάτων χρηματοδοτικής στήριξης της ελληνικής οικονομίας, αναμφίβολα εμπεριέχει το σκέλος των ανακεφαλαιοποιήσεων και της «εξυγίανσης» του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που είχε ως αποτέλεσμα αυτού του χειρισμού την ανάδειξη δύο μεγάλων χαμένων, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο και οι Έλληνες φορολογούμενοι.
Πέραν των σημαντικών απωλειών του Ελληνικού Δημοσίου, χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία για τη ριζική μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό του τραπεζικού συστήματος, που δώδεκα χρόνια μετά, διατηρεί παθογένειες του παρελθόντος, αδυνατώντας να επιτελέσει τον ρόλο που είναι χρήσιμο να έχει και δεν είναι άλλος από την υποστήριξη των χρηματοδοτικών αναγκών της πραγματικής οικονομίας προς όφελος της κοινωνίας, παραμένοντας παράλληλα η αδύναμη κινητήριος δύναμη ανάπτυξης.
Συγχρόνως και κατά γενική ομολογία, το τραπεζικό σύστημα κάθε άλλο από πιο ανταγωνιστικό και πλουραλιστικό μπορεί να χαρακτηριστεί σήμερα, καθώς ο εξαιρετικά υψηλός βαθμός συγκεντροποίησης της τραπεζικής αγοράς στις τέσσερις συστημικές τράπεζες, δημιουργεί το έδαφος και τις προϋποθέσεις για εναρμονισμένες πρακτικές.
Η παρούσα ανάλυση, καταδεικνύει τις απώλειες που επήλθαν στην αξία των μετοχών των τραπεζών που κατέχει το ΤΧΣ, αποτυπώνοντας τη μεγάλη ζημιά του Ελληνικού Δημοσίου τη χρονική περίοδο από το 2012 έως το 2021. Ενδεικτικά αποτυπώνονται τα ακόλουθα:
Από τον Σεπτέμβριο του 2009 έως τον Ιούνιο του 2012 διέφυγαν από τις ελληνικές τράπεζες, κυρίως με προορισμό τράπεζες του εξωτερικού, 87 δισ. ευρώ (ήτοι, το 36,2% των καταθέσεων).
Το δίμηνο Δεκεμβρίου 2014 – Ιανουαρίου 2015, από όταν δηλαδή προκηρύχθηκαν πρόωρες εκλογές, οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 16,2 δισ. ευρώ, ενώ στο πεντάμηνο Φεβρουαρίου – Ιουνίου 2015 μειώθηκαν κατά 25,9 δισ. ευρώ.
Στο τέλος του 2014, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από 14,2 δισ. ευρώ το 2008 έφτασαν περίπου τα 97,7 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν επταπλασιάστηκαν.
Στην πρώτηανακεφαλαιοποίηση, το 2012 το ΤΧΣ συμμετείχε με 25 δισ. ευρώ και οι ιδιώτες μέτοχοι με 3,1 δισ. ευρώ. Ουσιαστικά, μετά την ολοκλήρωσή της το κράτος κατείχε περισσότερο από το 80% των μετοχών των συστημικών τραπεζών, χωρίς όμως να αποκτήσει δικαίωμα στην επιλογή των διοικήσεών τους.
Η δεύτερηανακεφαλαιοποίηση το 2014 είχε κόστος τη μεγάλη υποτίμηση των μετοχών του ΤΧΣ που ήταν πλειοψηφικός μέτοχος και συνεπακόλουθα απώλεια της αξίας τους κυρίως λόγω της μεγάλης μετοχικής αραίωσης (stock dilution).
Αθροιστικά την περίοδο 2012 – 2014, όταν εγιναν οι δύο πρώτες ανακεφαλαιοποιήσεις η απώλεια ανήλθε στα 27,1 δισ. ευρώ.
Την τετραετία 2015-2019 που έλαβε χώρα η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση, εξαιτίας της αποτυχίας των δύο πρώτων, η απώλεια ήταν της τάξης των 11,9 δισ. ευρώ.
Ο Τζον Τζ. Μερσχάιμερ είναι καθηγητής πολιτικής επιστήμης και
συνδιευθυντής του προγράμματος Διεθνούς Πολιτικής Ασφαλείας στο
Πανεπιστήμιο του Σικάγου και θεωρείται σήμερα ως ένας απ’ τους κορυφαίους πολιτικούς επιστήμονες στον κόσμο. Ως εκπρόσωπος της “σχολής του επιθετικού ρεαλισμού”, με ένα πρόσφατο άρθρο του στον Economist που αναδημοσίευσε το news24.gr προκάλεσε αίσθηση. Με το άρθρο του, ο
συγγραφέας του βιβλίου “Γιατί οι πολιτικοί λένε ψέματα”, επέρριψε
ευθύνες στις ΗΠΑ για τη σύγκρουση στην ανατολική Ευρώπη και
προειδοποίησε ότι τα χειρότερα είναι μπροστά μας, εφόσον η Αμερική
συνεχίσει να πιέζει τον Πούτιν. Προειδοποίησε ότι οι κυρώσεις εις βάρος
της Ρωσίας και το στρίμωγμα στα σκοινά μίας μεγάλης δύναμης, μπορεί να
έχει μόνο αρνητικές επιπτώσεις.
Ακολουθεί ολόκληρο το άρθρο του στον Economist:
"Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι η πιο επικίνδυνη διεθνής κρίση από την
εποχή της κρίσης των πυραύλων στην Κούβα το 1962. Η κατανόηση των
βαθύτερων αιτιών της είναι απαραίτητη εάν θέλουμε να αποτρέψουμε την
επιδείνωσή της και ειδικά αν θέλουμε να βρούμε έναν τρόπο για να της
βάλουμε ένα τέλος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν είναι εκείνος που
ξεκίνησε τον πόλεμο και είναι υπεύθυνος για τον τρόπο με τον οποίο αυτός
συνεχίζει να διεξάγεται. Αλλά το γιατί έκανε είναι άλλο θέμα. Η
κυρίαρχη άποψη στη Δύση είναι ότι είναι ένας παράλογος, εκτός λογικής
επιθετικός ηγέτης, αποφασισμένος να δημιουργήσει μια μεγαλύτερη Ρωσία
μέσα στο καλούπι της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Έτσι, μόνο αυτός φέρει την
πλήρη ευθύνη για την κρίση στην Ουκρανία.
AP Photo/Evgeniy Maloletka
AP
Αλλά αυτή η άποψη είναι λάθος. Η Δύση, και ιδιαίτερα η Αμερική, είναι
κυρίως υπεύθυνη για την κρίση που πρωτοξεκίνησε τον Φεβρουάριο του
2014. Τώρα έχει μετατραπεί σε πόλεμο που όχι μόνο απειλεί να καταστρέψει
την Ουκρανία, αλλά έχει ακόμη και τη δυνατότητα να κλιμακωθεί σε
πυρηνικό πόλεμο μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ.
Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα για την Ουκρανία ξεκίνησε στη σύνοδο
κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008 όταν η τότε
κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους ώθησε τη συμμαχία να ανακοινώσει ότι η
Ουκρανία και η Γεωργία “θα γίνουν μέλη” της. Οι Ρώσοι ηγέτες απάντησαν
αμέσως με οργή, χαρακτηρίζοντας αυτήν την απόφαση ως απειλή για την ίδια
την ύπαρξη της Ρωσίας και υποσχέθηκαν να την αποτρέψουν.
Σύμφωνα με έναν έγκυρο Ρώσο δημοσιογράφο, ο Πούτιν
“εξοργίστηκε” και προειδοποίησε ότι “αν η Ουκρανία ενταχθεί στο ΝΑΤΟ,
αυτό θα το κάνει χωρίς την Κριμαία και τις ανατολικές περιοχές της.
Απλώς θα καταρρεύσει”.
Η Αμερική αγνόησε την κόκκινη γραμμή της Μόσχας και προώθησε το
σχέδιο της να κάνει την Ουκρανία το δυτικό της προπύργιο στα σύνορα με
τη Ρωσία. Αυτή η στρατηγική περιλάμβανε δύο άλλα στοιχεία: να φέρει την
Ουκρανία πιο κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να την κάνει μία
φιλοαμερικανική δημοκρατία.
Τελικά, αυτές οι προσπάθειες πυροδότησαν μία σειρά από εχθροπραξίες
τον Φεβρουάριο του 2014, μετά από μια εξέγερση (η οποία ήταν
υποστηριζόμενη από την Αμερική), η οποία οδήγησε τον φιλορώσο πρόεδρο
της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, να φύγει από τη χώρα. Σε απάντηση η
Ρωσία κατέλαβε την Κριμαία και βοήθησε στο να ξεκινήσει ένας εμφύλιος
πόλεμος στην περιοχή Ντονμπάς της ανατολικής Ουκρανίας.
AP Photo/Felipe Dana
AP
Η επόμενη μεγάλη αντιπαράθεση ήρθε τον Δεκέμβριο του 2021 και οδήγησε
απευθείας στον σημερινό πόλεμο. Η κύρια αιτία ήταν ότι η Ουκρανία θα
γινόταν de facto μέλος του ΝΑΤΟ, μία διαδικασία που ξεκίνησε από τον
Δεκέμβριο του 2017, όταν η κυβέρνηση Τραμπ αποφάσισε να πουλήσει
“αμυντικά όπλα” στο Κίεβο.
Ποια όπλα όμως θεωρούνται ως “αμυντικά” δεν είναι ξεκάθαρο και τα
συγκεκριμένα όπλα σίγουρα θεωρούνταν ως αρκετά επιθετικά για τη Μόσχα
και τους συμμάχους της στην περιοχή του Ντονμπάς. Κι άλλες χώρες του
ΝΑΤΟ μπήκαν στο παιχνίδι, στέλνοντας όπλα στην Ουκρανία, εκπαιδεύοντας
τις ένοπλες δυνάμεις της και επιτρέποντάς της να συμμετάσχει σε κοινές
αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις. Μάλιστα, τον Ιούλιο του 2021, η
Ουκρανία και οι ΗΠΑ διοργάνωσαν από κοινού μια μεγάλη ναυτική άσκηση
στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, στην οποία συμμετείχαν ναυτικές
δυνάμεις από 32 χώρες.
Η επιχείρηση Sea Breeze σχεδόν προκάλεσε τη Ρωσία να πυροβολήσει ένα
βρετανικό αντιτορπιλικό που μπήκε εσκεμμένα σε αυτό που η Ρωσία θεωρεί
ως δική της αιγιαλίτιδα ζώνη.
Οι δεσμοί μεταξύ Ουκρανίας και Αμερικής συνέχισαν να ενισχύονται υπό
την κυβέρνηση Μπάιντεν, γεγονός που αντικατοπτρίζεται σε ένα σημαντικό
έγγραφο, τον “Χάρτη ΗΠΑ-Ουκρανίας για Στρατηγική Συνεργασία”, ο οποίος
υπογράφηκε τον Νοέμβριο από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι
Μπλίνκεν, και τον Ουκρανό ομόλογό του, Ντμίτρο Κουλέμπα.
Στόχος ήταν να “υπογραμμιστεί η δέσμευση από την πλευρά της Ουκρανίας
για την εφαρμογή ολοκληρωμένων μεταρρυθμίσεων και σε βάθος, που
απαιτούνται για πλήρη ένταξη στους ευρωπαϊκούς και ευρωατλαντικούς
θεσμούς”. Το έγγραφο βασίζεται ρητά στις “δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν για
την ενίσχυση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ Ουκρανίας και ΗΠΑ,
από τους Προέδρους Ζελένσκι και Μπάιντεν” και τονίζει επίσης ότι οι δύο
χώρες θα ακολουθήσουν όσα απέρρεαν από τη “Διακήρυξη της Συνόδου
Κορυφής του Βουκουρεστίου, το 2008”.
AP Photo/Emilio Morenatti
AP
Όπως ήταν αναμενόμενο, η Μόσχα θεώρησε ως αφόρητη αυτήν την κατάσταση
και άρχισε να κινητοποιεί τον στρατό της στα σύνορα της Ουκρανίας την
περασμένη άνοιξη, στέλνοντας ένα μήνυμα αποφασιστικότητας προς την
Ουάσιγκτον. Ωστόσο, αυτό δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, καθώς η κυβέρνηση
Μπάιντεν συνέχισε να πλησιάζει την Ουκρανία.
Το γεγονός αυτό οδήγησε τη Ρωσία να επισπεύσει μια ξεκάθαρη
διπλωματική αντιπαράθεση τον Δεκέμβριο. Όπως είπε ο Σεργκέι Λαβρόφ,
υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας: “Φτάσαμε στο μη περαιτέρω”. Η Ρωσία
ζήτησε γραπτή εγγύηση ότι η Ουκρανία δεν θα γίνει ποτέ μέρος του ΝΑΤΟ
και ότι η συμμαχία θα αφαιρέσει τα στρατιωτικά μέσα που είχε αναπτύξει
στην Ανατολική Ευρώπη από το 1997. Οι διαπραγματεύσεις όμως που
ακολούθησαν απέτυχαν, καθώς ο Μπλίνκεν κατέστησε σαφές ότι “δεν υπάρχει
καμία αλλαγή και ούτε θα υπάρξει καμία αλλαγή”.
Ένα μήνα αργότερα ο Πούτιν ξεκίνησε την εισβολή στην Ουκρανία για να
εξαλείψει την απειλή που είδε από το ΝΑΤΟ. Αυτή η ερμηνεία των γεγονότων
έρχεται σε αντίθεση με την άποψη που επικρατεί στη Δύση ότι η επέκταση
του ΝΑΤΟ είναι άσχετη με την κρίση της Ουκρανίας, κατηγορώντας αντ'
αυτού τους επεκτατικούς στόχους του Πούτιν.
Σύμφωνα με πρόσφατο έγγραφο του ΝΑΤΟ που στάλθηκε στους Ρώσους ηγέτες
“το ΝΑΤΟ είναι μια αμυντική συμμαχία και δεν αποτελεί απειλή για τη
Ρωσία”. Τα διαθέσιμα στοιχεία όμως έρχονται σε αντίθεση με αυτούς τους
ισχυρισμούς.
Καταρχάς, το θέμα δεν είναι ποιος είναι ο σκοπός ή οι προθέσεις του
ΝΑΤΟ σύμφωνα με τους δυτικούς ηγέτες, αλλά πώς βλέπει η Μόσχα τις
ενέργειες του ΝΑΤΟ.
Ο Πούτιν σίγουρα γνωρίζει ότι το κόστος της κατάκτησης και της
κατάληψης μεγάλων χερσαίων εκτάσεων στην Ανατολική Ευρώπη είναι κάτι το
απαγορευτικό για τη Ρωσία. Όπως είχε πει κάποτε: “Όποιος δεν του λείπει η
Σοβιετική Ένωση δεν έχει καρδιά. Όποιος τη θέλει πίσω δεν έχει μυαλό”.
Πιστεύει στους στενούς δεσμούς μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, παρά το
γεγονός ότι η προσπάθεια να πάρει πίσω όλη την Ουκρανία θα ήταν σαν να
προσπαθεί “να καταπιεί έναν σκαντζόχοιρο”.
AP Photo/Emilio Morenatti
AP
Επιπλέον, οι Ρώσοι που είναι υπεύθυνοι για τη χάραξη της πολιτικής
-συμπεριλαμβανομένου και του Πούτιν- δεν έχουν πει σχεδόν τίποτα μέχρι
σήμερα για την κατάκτηση νέων εδαφών προκειμένου να αναδημιουργηθεί η
Σοβιετική Ένωση ή για να οικοδομηθεί μία μεγαλύτερη Ρωσία. Αντίθετα,
αυτό που επαναλαμβάνουν συνεχώς οι Ρώσοι ηγέτες από τη σύνοδο κορυφής
του Βουκουρεστίου το 2008 μέχρι σήμερα είναι ότι θεωρούν την ένταξη της
Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ ως υπαρξιακή απειλή που πρέπει να αποτραπεί.
Όπως σημείωσε ο κ. Λαβρόφ τον Ιανουάριο “το κλειδί για όλα είναι η εγγύηση ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί προς τα ανατολικά”.
Η ανάλυση μου για τα αίτια της σύγκρουσης δεν πρέπει να θεωρηθεί
αμφιλεγόμενη, δεδομένου ότι πολλοί εξέχοντες Αμερικανοί ειδικοί στην
εξωτερική πολιτική έχουν προειδοποιήσει κατά της επέκτασης του ΝΑΤΟ από
τα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Ο υπουργός Άμυνας της Αμερικής την εποχή της συνόδου του
Βουκουρεστίου, Ρόμπερτ Γκέιτς, αναγνώρισε ότι “η προσπάθεια να έρθουν η
Γεωργία και η Ουκρανία στο ΝΑΤΟ ήταν πραγματικά υπερβολική”.
Πράγματι, σε εκείνη τη σύνοδο κορυφής, τόσο η Γερμανίδα καγκελάριος,
Άνγκελα Μέρκελ, όσο και ο Γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζί, ήταν
αντίθετοι στο να προχωρήσει η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, καθώς
φοβήθηκαν ότι αυτό θα εξόργιζε τη Ρωσία.
Το συμπέρασμά μου είναι ότι βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη
κατάσταση, με τη δυτική πολιτική να επιδεινώνει αυτούς τους κινδύνους.
Για τους ηγέτες της Ρωσίας, αυτό που συμβαίνει στην Ουκρανία δεν έχει να
κάνει με τις “αυτοκρατορικές τους φιλοδοξίες”. Πρόκειται για την
αντιμετώπιση αυτού που θεωρούν ως άμεση απειλή για το μέλλον της Ρωσίας.
Ο Πούτιν μπορεί να εκτίμησε λάθος τις στρατιωτικές δυνατότητες της
Ρωσίας, την αποτελεσματικότητα της ουκρανικής αντίστασης, το εύρος και
την ταχύτητα της δυτικής απάντησης, αλλά δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται
το πόσο αδίστακτη μπορεί να γίνει μία μεγάλη δύναμη όταν πιστεύει ότι
έχει έρθει σε δεινή θέση.
Εντούτοις, η Αμερική και οι σύμμαχοί της διπλασιάζουν την πίεσή τους,
ελπίζοντας να επιφέρουν μια ταπεινωτική ήττα στον Πούτιν και ίσως ακόμη
και να προκαλέσουν την απομάκρυνσή του από την ηγεσία. Αυξάνουν τη
βοήθεια προς την Ουκρανία, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα οικονομικές
κυρώσεις προκειμένου να επιβάλουν συντριπτικές τιμωρίες στη Ρωσία, μία
κίνηση που ο Πούτιν θεωρεί ως “παρόμοια με την κήρυξη πολέμου”.
Η Αμερική και οι σύμμαχοί της μπορεί να είναι σε θέση να αποτρέψουν
μια ρωσική νίκη στην Ουκρανία αλλά η χώρα θα υποστεί σοβαρή ζημιά έτσι
κι αλλιώς -αν δεν διαμελιστεί κιόλας. Επιπλέον, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος
κλιμάκωσης πέρα από την Ουκρανία, για να μην αναφέρουμε τον κίνδυνο
πυρηνικού πολέμου. Εάν η Δύση όχι μόνο εμποδίσει τη Μόσχα στα πεδία
μάχης της Ουκρανίας αλλά κάνει επίσης σοβαρή και μόνιμη ζημιά στη ρωσική
οικονομία, στην πραγματικότητα είναι σαν να ωθεί μια μεγάλη δύναμη στο
χείλος του γκρεμού. Και τότε ο Πούτιν μπορεί να στραφεί και στα πυρηνικά
όπλα.
Σε αυτό το σημείο που βρισκόμαστε είναι αδύνατον να γνωρίζουμε τους
όρους με τους οποίους θα έρθει το τέλος του πολέμου. Αλλά, αν δεν
κατανοήσουμε τη βαθιά αιτία του δεν θα μπορέσουμε να τον τερματίσουμε
προτού η Ουκρανία καταστραφεί ολοκληρωτικά και το ΝΑΤΟ καταλήξει σε
πόλεμο με τη Ρωσία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δυτικοί ηγέτες σπάνια περιέγραφαν τη
Ρωσία ως στρατιωτική απειλή για την Ευρώπη πριν από το 2014. Όπως
σημειώνει ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στη Μόσχα, Μάικλ ΜακΦόλ, η κατάληψη
της Κριμαίας από τον Πούτιν δεν είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει για
πολύ. Ήταν περισσότερο μια παρορμητική κίνηση ως απάντηση στο
πραξικόπημα που ανέτρεψε τον φιλορώσο ηγέτη της Ουκρανίας.
Στην πραγματικότητα, μέχρι τότε, η επέκταση του ΝΑΤΟ είχε στόχο να
μετατρέψει όλη την Ευρώπη σε μια γιγάντια ζώνη ειρήνης, που δεν περιείχε
μια επικίνδυνη Ρωσία. Μόλις ξεκίνησε η κρίση όμως, και οι Αμερικανοί
και οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι την είχαν
προκαλέσει προσπαθώντας να ενσωματώσουν την Ουκρανία στη Δύση. Δήλωσαν
ότι η πραγματική πηγή του προβλήματος ήταν ο ρεβανσισμός της Ρωσίας και η
επιθυμία της να κυριαρχήσει, αν όχι, να κατακτήσει την Ουκρανία".