Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Θρησκεία και Τέχνη...

creation
Τόσο η θρησκεία όσο και η τέχνη αποτελούν τρόπους συμβολικής ιδιοποίησης της πραγματικότητας από τον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι αναπαριστούν τον κόσμο που περιβάλλει τον άνθρωπο ιστορικά, σ’ όλες τις φάσεις της εξέλιξής του.

Η συμβολική ιδιοποίηση είναι συγχρόνως μια προσπάθεια αντιμετώπισης των πρακτικών αναγκών του βίου –π.χ το κυνήγι για την εύρεση τροφής, το κατάλυμα για την προφύλαξη από τα επικίνδυνα φυσικά φαινόμενα κτλ-, αλλά και κατεξοχήν  διαδικασία εξορκισμού του φόβου που γεννά το άγνωστο όλες εκείνες οι δυνάμεις που εμφανίζονται ως ανεξήγητα και απρόβλεπτα μυστήρια. Στις πρώτες φάσεις της ανάπτυξής τους, η τέχνη και η θρησκεία, έχουν κοινή αφετηρία στην ανιμιστική στάση των ανθρώπινων κοινοτήτων, συνδέονται με την κοινωνική λειτουργία του μαγικού στοιχείου και τα μεταξύ τους όρια είναι από ανύπαρκτα έως δυσδιάκριτα.
    
Εξάλλου, τόσο η θρησκεία όσο και η τέχνη συγκροτούνται ιστορικά.. Δεν έχουν, δηλαδή, ένα αιώνιο και συνεχές περιεχόμενο και την ίδια λειτουργία, από την εμφάνισή τους έως σήμερα. Αυτό που σήμερα κατανοούμε ως τέχνη και που προσδίδει την ιδιαιτερότητά της είναι ιστορικό προϊόν των διεργασιών διαμόρφωσης της αστικής κοινωνίας. Η δε θρησκεία –η ιουδαιοχριστιανική εν προκειμένω- αποκτά τα σημερινά της χαρακτηριστικά μέσα από μια σύνθετη διαδικασία εξέλιξης των ποικίλων σχέσεών της με την πολιτική και οικονομική εξουσία. Η εξήγηση του φαινομένου της θρησκείας και της τέχνης και η ερμηνεία του κοινωνικού τους ρόλου δεν μπορεί να ανάγεται μόνο σ’ ένα συναίσθημα πίστης ή ενδιάθετης επαφής με το ωραίο. Ούτε, βέβαια, είναι αρκετή, παρόλο τον ριζοσπαστικό της χαρακτήρα, η αντίληψη ότι η θρησκεία δεν είναι τίποτε άλλο από διανοητική προβολή του ανθρώπου,, πλασματική απεικόνιση της ανθρώπινης κοινωνίας, ή η σχηματική άποψη ότι η τέχνη εξηγείται αυτομάτως από την οικονομική βάση της κοινωνίας. Μια από τις πρώτες αναφορές του Μαρξ για τη θρησκεία αναδεικνύει την αναγκαιότητα  μιας άλλης προσέγγισης που θέτει το ζήτημα στην ορθή του ερμηνευτική βάση:

«Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ’ όπου το πνεύμα έχει λείψει. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Ξεπέρασμα της θρησκείας σαν απατηλής ευτυχίας του λαού, σημαίνει την απαίτηση της πραγματικής ευτυχίας. Η απαίτηση να αρνηθεί τις αυταπάτες σχετικά με την κατάστασή του, σημαίνει απαίτηση να αρνηθεί μια κατάσταση που έχει ανάγκη από αυταπάτες…»

(Εισαγωγή στην Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας, του Κράτους και του Δικαίου, εκδ. Παπαζήσης, 1978, σσ. 17-18).
    

Σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη –από την οποία συνήθως αποκόβεται, εν είδει αποφθέγματος, ο χαρακτηρισμός της θρησκείας ως όπιου του λαού –αφενός δεν μπορεί να παραγνωρίζεται η παρηγορητική δύναμη της θρησκείας, η οποία και συνιστά την ψυχοδιανοητική βάση της διαιώνισής της, και αφετέρου δεν πρέπει να ανάγεται το ξεπέρασμά της σε απλή λογική διάλυση μιας αυταπάτης αλλά στην άρνηση εκείνης της κατάστασης, που χαρακτηρίζει όλες τις ανταγωνιστικές κοινωνίες, η οποία παράγει και αναπαράγει τις θρησκευτικές αυταπάτες. Από αυτό το διπλό πρίσμα είναι δυνατή και η κατανόηση της σχέσης θρησκείας και τέχνης. Η μεγάλη επίδραση που ασκεί η θρησκεία και οι συμβολισμοί της στην καλλιτεχνική δημιουργία ιστορικά οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στη λειτουργία της ως παραμυθίας, σαν ένα είδος βάλσαμου στον πόνο του καταπιεσμένου. Από την άλλη πλευρά, η κριτική δύναμη της τέχνης, η οποία ακριβώς προκύπτει από την ιδιαίτερη έκφραση της σχετικής της αυτονομίας από την υλική βάση της κοινωνίας –όπως καταγράφει ο Μαρξ στο τελευταίο μέρος της περίφημης εισαγωγής του στα  Grandrisse-αποδομεί τη θρησκευτική αυταπάτη.
   
Στο θέμα αυτό είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις του πιο σπουδαίου, ίσως, φιλοσόφου της σοβιετικής περιόδου. Γράφει ο ΄Εβαλντ Ιλιένκοφ:
    

«Το εικόνισμα επιστρέφει στον άνθρωπο την ίδια του την όψη, του δείχνει πραγματικά είναι, αλλά –εδώ βρίσκεται και η πονηριά του- στολίζει την εικόνα που αντανακλά με τη χρυσή κορνίζα της λατρείας και της θρησκευτικής αφοσίωσης. Γι’ αυτό το λόγο, τα εικονίσματα και τα θρησκευτικά ιδεώδη άλλο δεν είναι, παρά ένας τύπος ηθικής και αισθητικής συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον εαυτό του, με την όψη του δηλαδή και το σημερινό τρόπο ζωής του, άλλο δεν είναι παρά η διαιώνιση της «παρούσας ζωής» του ανθρώπου στη συνείδηση, στη φαντασία, στην καλλιτεχνική δημιουργία. Η καθημερινή ζωή και η συνείδηση του ανθρώπου μετατρέπεται διαμέσου του εικονίσματος σ’ ένα Είδωλο, που πρέπει να σέβεται και να λατρεύει.»

(Ε. Ιλιένκοφ, Τεχνοκρατία και ανθρώπινα ιδεώδη στο σοσιαλισμό, Οδυσσέας, 1976, σ. 40)


Και συνεχίζει:

«η τέχνη είναι κι αυτή ένας καθρέφτης… Αλλά διαφορετικά από τον καθρέφτη της θρησκείας, αυτός της τέχνης δεν προξενεί, αλλά αντίθετα διαλύει κάθε μοιρολατρική αυταπάτη. Αυτός προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του και μόνο τον εαυτό του. Γι’ αυτό και η θρησκεία εξοργίζεται πάντα ενάντια στη γνήσια τέχνη, ενάντια στον καθρέφτη όπου καθρεφτίζεται μονάχα όποιος πράγματι θέλει να δει τον εαυτό του και όχι τις φαντασίες του για το πραγματικό του είναι.» (Ο.π. σ. 41). Σ’ ένα κείμενο ιδιαίτερης πολιτικής και μεθοδολογικής σημασίας («Σχετικά με τη στάση του εργατικού κόμματος απέναντι στη θρησκεία», ‘Απαντα, τ. 17, σσ 423-434, Σύγχρονη Εποχή) και ο Λένιν θα σημειώσει τα εξής: Η θρησκευτική ιδεολογία είναι αντικείμενο κριτικής από το μαρξισμό. «Πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας. Αυτό είναι το αλφάβητο όλου του υλισμού και, συνεπώς, και του μαρξισμού. Μα ο μαρξισμός δεν είναι υλισμός που σταμάτησε στο αλφάβητο» (σ.426).


Επομένως, οι κομμουνιστές πρέπει να εξηγούν υλιστικά την πηγή της πίστης και της θρησκείας μέσα στις μάζες. Όχι με ένα αφηρημένο ιδεολογικό κήρυγμα κατά της θρησκείας, αλλά μέσω της σύνδεσης με τη συγκεκριμένη πρακτική του ταξικού κινήματος που αποβλέπει την εξάλειψη των κοινωνικών ριζών της θρησκείας. Η αθεϊστική προπαγάνδα πρέπει να υποτάσσεται στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης κατά των εκμεταλλευτών:
    

«Το να χωρίζουμε μ’ ένα απόλυτο, αδιαπέραστο σύνορο τη θεωρητική προπαγάνδα του αθεϊσμού, δηλ. την εκμηδένιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε ορισμένα στρώματα του προλεταριάτου, και την επιτυχία, των πορεία, τις συνθήκες της ταξικής πάλης αυτών των στρωμάτων, σημαίνει ότι δεν σκεπτόμαστε διαλεκτικά, ότι μετατρέπουμε σε απόλυτο σύνορο εκείνο που είναι κινητό, σχετικό σύνορο, σημαίνει ότι διασπούμε βίαια εκείνο που συνδέεται αδιάσπαστα στη ζωντανή πραγματικότητα». (σ. 428)
    

Είναι χρήσιμο να διακρίνουμε την επίδραση γενικά του θρησκευτικού συμβολισμού στην τέχνη από την κατεξοχήν θρησκευτική τέχνη. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για τη χρήση της θρησκευτικής μυθοπλασίας από την καλλιτεχνική δημιουργία για σκοπούς όχι κατ’ ανάγκη και κυρίως θρησκευτικούς. Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε μια συνειδητή και σκόπιμη σχέση ιδεολογικού χαρακτήρα με σαφή σύνδεση με την εκάστοτε πολιτικοοικονομική εξουσία. Ας δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα.
    

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα της χριστιανικής μυθοπλασίας είναι αυτό της Pietà, του θρήνου για τον θάνατο του Ιησού. Χωρίς να υπεισέλθει κάποιος σε θεολογικές συζητήσεις για την ορθή απόδοση του γεγονότος, πρέπει να επισημανθεί ότι η εικαστική απόδοση του θέματος, ακόμη και στην πιο αυστηρή θρησκευτική του εκδοχή, υπερβαίνει σε συμβολική δύναμη το συγκεκριμένο θρησκευτικό πλαίσιο αναφοράς της.


Στο φερώνυμο έργο του προβηγκιανού Ανγκεράν Καρτόν (περ. 1455) -εικ. 1- το στυλιζάρισμα των μορφών δεν μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε ούτε τα στοιχεία ρεαλισμού στο σώμα του Χριστού ή στην φιγούρα, που προσεύχεται αριστερά, ούτε το βαθύ συμβολικό χαρακτήρα του μητρικού πόνου που, με ιδιαίτερη απλότητα, αναδεικνύει διαστάσεις πανανθρώπινες.



Αντίστοιχα, η Pietà του Ρόσο Φιορεντίνο (1530-35) –εικ. 2- με την περίπλοκη και ιδιαιτέρως εμφατική στάση του σώματος του Χριστού, τα μακριά ανοιχτά χέρια της Παναγίας, την έλλειψη φωτοστέφανου στα ιερά πρόσωπα, τη συστροφή του σώματος του Ιωάννη –στα δεξιά του πίνακα- καθώς και την ενδιαφέρουσα χρωματική γκάμα με άξονα το μελανιασμένο σώμα του Ιησού αποδίδουν στο θέμα χαρακτηριστικά που το καθιστούν οικεία εικόνα ενός ανθρώπινου θρήνου.


  
Ο σπουδαίος ζωγράφος του 17ου αι. Καραβάτζο, ανανεωτής της θρησκευτικής ζωγραφικής, έζησε μια οριακή υποκοσμιακή ζωή ως πληρωμένος δολοφόνος. Αυτό δεν τον εμπόδισε να κληροδοτήσει στην ανθρωπότητα ορισμένους από τους πιο συνταρακτικούς πίνακες με θέματα εμπνεόμενα από τη θρησκεία. Ένα βασικό στοιχείο της συγκεκριμένη του παραγωγής ήταν η έντονη χρήση του λαϊκού στοιχείου, των φτωχών ανθρώπων του λαού που αξιοποιεί ως μοντέλα στη ζωγραφική των ιερών προσώπων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι Η Κοίμηση της Θεοτόκου (1605-06). Το έργο είναι έντονα ρεαλιστικό αφού αποδίδει το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκηνής με ρωμαλέο τρόπο. Η καθημερινότητα καταφρονεμένων ανθρώπων είναι έκδηλη στις φιγούρες που περιστοιχίζουν την Παναγία. Το σκανδαλώδες, για τη ρωμαϊκή εκκλησία που δεν το έκανε δεκτό, ήταν η εικόνα της νεκρής. Η επίσημη θρησκευτική εξουσία αρνήθηκε, ακριβώς, τον ρεαλισμό του Καραβάτζο ωσάν εκδήλωση του βέβηλου και του ανίερου. Η Παναγία παρουσιάζεται με γυμνές πρησμένες κνήμες, σαν απλή λαϊκή γυναίκα. Λέγεται ότι ο ζωγράφος είχε χρησιμοποιήσει ως μοντέλο το πνιγμένο πτώμα μιας πόρνης.



Το θέμα με τον πιο έντονο συμβολισμό στη χριστιανική μυθοπλασία είναι η Σταύρωση. Από τη Βυζαντινή τέχνη (η οποία απαιτεί ειδική διαπραγμάτευση) και το Πολύπτυχο του Άιζενχάιμ (π. 1510) με τη συγκλονιστική Σταύρωση του Ματίας Γκρύνεβαλντ –εικ. 4- μέχρι τους πίνακες της σύγχρονης πρωτοπορίας, η συγκεκριμένη θεματική συμπύκνωνε, όχι μόνο και κυρίως με θεολογική διάσταση, την εικόνα του δράματος, την κατάληξη ενός αγώνα –προσωπικού και κοινωνικού-, την αναγκαία προετοιμασία για το καλύτερο αύριο. Γι’ αυτό είναι διαρκής η παρουσία του στην εικαστική δημιουργία, είτε σε ιστορικές περιόδους έντονων κοινωνικών αντιθέσεων ή για να υποδηλωθεί ο αποξενωμένος και κατακερματισμένος τρόπος ζωής του ανθρώπου της αστικής κοινωνίας. Δύο παραδείγματα είναι πολύ χαρακτηριστικά.


Το θέμα της Σταύρωσης απασχόλησε τον Φράνσις Μπέηκον, έναν από τους μεγαλύτερους ζωγράφους του 20ου αιώνα και δηλωμένο άθεο. Από τις Τρεις σπουδές για μορφές στη βάση της Σταύρωσης (1944) έως τη Σταύρωση του 1965 –εικ. 5- ο βρετανός εικαστικός αποδίδει το μόνιμο θέμα του, την απεικόνιση της φρίκης, του τρόμου, του  κοινωνικού αποκλεισμού που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη κοινωνία, μέσω του συμβολισμού της σταύρωσης, σε υψηλό επίπεδο αφαίρεσης και αλληγορίας. Άλλοτε με τις έντονα συστραμμένες φιγούρες του, τον απόκοσμο χρωματισμό του φόντου και χρήση διάφορων υλικών και άλλοτε με την επιλογή εικονοκλαστικών απεικονίσεων, όπως στο Απόσπασμα από μια Σταύρωση (1950), όπου στη θέση του εσταυρωμένου βρίσκεται η φρικώδης εικόνα ενός ζώου. Στα έργα του Μπέηκον κυριαρχεί η βασανισμένη σωματικότητα, η καρναβαλική ιερότητα του κάτω μέρους του ανθρώπινου κορμιού, για να θυμηθούμε τη διάκριση του Μπαχτίν.


Πρόκειται για ρεαλισμό υψηλού επιπέδου που δεν έχει σχέση με τον επιφανειακό και κραυγαλέο νατουραλισμό που χρησιμοποιεί ο Αντρές Σεράνο στο έργο Χριστός με κάτουρα (1987) –εικ. 6- όπου ο εσταυρωμένος βρίσκεται τοποθετημένος σ’ ένα διάφανο δοχείο γεμάτο ούρα.
 
Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα της κοινωνικοπολιτικής χρήσης του θέματος του Ιησού στη σύγχρονη ζωγραφική είναι ο Ιησούς του Λαού (1999) –εικ. 7- της Τζάνετα Μακ Κένζι. Εδώ ο Χριστός παρουσιάζεται με έντονα ινδιάνικά χαρακτηριστικά ή και αφροαμερικάνικα, ο σταυρός υπονοείται με τρόπο διακριτικό και αφαιρετικό, ενώ το σώμα του Ιησού είναι γυναικείο.


Η χριστιανική εικονογραφία, για πολλούς αιώνες, λειτουργούσε ως η βίβλος του αναλφάβητου λαού. Η εικόνα υποκαθιστούσε την έλλειψη δυνατότητας ανάγνωσης των γραφών. Κάπως ανάλογη ήταν και η λειτουργία της θρησκευτικής μουσικής που διαμόρφωνε μιαν ηχητική ατμόσφαιρα κατάνυξης αλλά και επιβολής της εκκλησιαστικής εξουσίας. Και εδώ, όπως και στην περιοχή της εικαστικής δημιουργίας, μορφές και είδη της θρησκευτικής μουσικής και θέματα θρησκευτικού τύπου αντανακλούν καταστάσεις που υπερβαίνουν το καθαρά θρησκευτικό περιεχόμενο και διευκολύνουν ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές και ιδεολογικές σηματοδοτήσεις. Το θέμα είναι πολύ μεγάλο για να αναλυθεί, έστω και συνοπτικά, στο πλαίσιο ενός άρθρου. Ένα παράδειγμα, όμως, μπορεί να είναι χρήσιμο στην ενδεικτικότητά του.
    
Αφορά στη ρωμαιοκαθολική λειτουργία των νεκρών, γνωστή ως Requiem. Κάτω από τον συγκεκριμένο αυτό τύπο θρησκευτικής μουσικής αναδύθηκαν συχνά διαφορετικά περιεχόμενα, ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές και ευρύτερα πολιτισμικές συνθήκες κάθε εποχής. Η  τελευταία σύνθεση του Μότσαρτ, το Ρέκβιεμ (1791), είναι περισσότερο ο αποχαιρετισμός ενός ελευθερόφρονα συνθέτη και λιγότερο μια αυστηρή θρησκευτική σύνθεση. Τα αντίστοιχα έργα του δηλωμένου άθεου Μπερλιόζ (1837) και του οπαδού του Γαριβάλδι και την ιταλικής εθνικής παλιγγενεσίας Βέρντι (1874) απηχούν, με την ενισχυμένη ορχηστρική και χορωδιακή παλέτα του πρώτου και την οπερατική ατμόσφαιρα του δεύτερου, κυρίως το ιδεολογικό και πολιτικό κλίμα της εποχής που γράφτηκαν. Ας αναφερθεί, μάλιστα, ότι είναι μεγάλος κομμουνιστής συνθέτης, ο Γερμανός Χανς Άισλερ συνέθεσε το 1970 ένα μεγαλόπνοο έργο με τίτλο Λένιν Ρέκβιεμ.
                                                                                           
                                                                                       Γιώργος  Μανιάτης / Kommon.gr
          *Ο Γιώργος Μανιάτης είναι καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

70 χρόνια από τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη...

 
  Ο Μεγάλος Πόλεμος, όπως στην εποχή του απεκαλείτο ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν ήταν ένας ιδεολογικός πόλεμος, κατά τη διάρκειά του όμως «άλλαξε ο τρόπος που οι άνθρωποι έβλεπαν τον κόσμο» και μετά το τέλος του αυτοκρατορίες είχαν συντριβεί, μαζικά κινήματα είχαν αναδυθεί και οι ιδεολογίες χαρακτήριζαν με το στίγμα τους την παραγωγή, τις τέχνες και τις επικοινωνίες.
  Οι ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις και συνεπώς οι ιμπεριαλιστικές πρακτικές των εθνικών και πολυεθνικών κρατών οδήγησαν τους λαούς στο πρωτοφανές σφαγείο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος όμως όχι μόνον δεν τις έλυσε, αλλά επιπροσθέτως δημιούργησε κι άλλες. Η Συνθήκη Ειρήνης στις Βερσαλλίες δεν τελείωσε τον πόλεμο, αλλά άνοιξε τον δρόμο για τον επόμενο, μετατρέποντας τον Μεσοπόλεμο σε μια μεσοβασιλεία προς τις τελικές λύσεις, ένα διαρκές πρελούδιο της επόμενης σφαγής. Ομως πλέον σε δύο επίπεδα: α) των ενδοκαπιταλιστικών-ενδοϊμπεριλιαστικών αντιθέσεων και β) της αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας. Διότι μέσα απ’ τα σπλάχνα του Μεγάλου Πολέμου είχε αναδυθεί με τη μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση η Σοβιετική Ενωση, το πρώτο εργατικό κράτος, ενώ ταυτοχρόνως ο σοσιαλισμός γινόταν στη δυτική και κεντρική Ευρώπη (και με επαναστάσεις και με μεταρρυθμίσεις) το αντίπαλον δέος στην καταστροφική καπιταλιστική ανάπτυξη.
Ετσι οι καπιταλιστές από τη μια έβαλαν νερό στο κρασί τους αποδεχόμενοι πλήθος εργατικών και εργασιακών αιτημάτων κι απ’ την άλλη ετοίμαζαν την αντεπίθεσή τους. Διά του φασισμού.
  Στη Γερμανία η ειρήνευση επέφερε καταλήστευση, εθνική ταπείνωση και έντονο αίσθημα ρεβανσισμού. Πάνω σ’ αυτό το έδαφος ο Χίτλερ δημιούργησε τον εθνικοσοσιαλισμό, αναμειγνύοντας τα εθνικιστικά προτάγματα με τη σοσιαλιστική ρητορική. Κατά το προηγούμενο του Μουσολίνι στην Ιταλία, ενός πραγματικού αποστάτη προς την αστική τάξη, ο Χίτλερ δημιούργησε τον μηχανισμό εκείνον, με τον οποίον μπορούσε να ξεπουλάει τις εργατικές διεκδικήσεις στους αστούς. Ετσι στην Ιταλία οργανώθηκε ένα συντεχνιακό κράτος με εργατικές τελετουργίες που συγκάλυπταν την καπιταλιστική αποθηρίωση, ενώ στη Γερμανία η ίδια συνταγή αυτής της Υβρεως πήρε επικές διαστάσεις. Τρελαμένες απ’ τη φτώχεια στα απόνερα της κρίσης του 1929 (που στην Ευρώπη ανατροφοδοτείτο ως τα μέσα της δεκαετίας του ’30), οι λαϊκές τάξεις προσέφευγαν στον εθνικοσοσιαλισμό και τις υποσχέσεις του για τάξη, εθνική υπερηφάνεια, δουλειά για όλους. Το τέρας (που ακόμα έδειχνε το πρόσωπό του μόνον στη χρήση βίας κατά των πολιτικών του αντιπάλων) είχε γεννηθεί.
  Ο εθνικοσοσιαλισμός αφομοιώνοντας τις μάζες (αλλά και προκαλώντας το ενδιαφέρον της αριστοκρατίας, όπως η αγγλική) αναδεικνυόταν σε χρυσή ευκαιρία για την αστική τάξη προκειμένου να επαναφέρει τις εργασιακές σχέσεις στα προπολεμικά στάνταρ. Ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» έγινε η σημαία όλων των συντηρητικών και αντιδραστικών δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη. Εκτός απ’ τους φασίστες που φύονταν παντού (Γαλλία, Βέλγιο, Αγγλία με το Εθνικό Μέτωπο), χώρες ολόκληρες περνούσαν σε φασιστικό ζυγό (Ουγγαρία, Ρουμανία) ή ημιφασιστικό (Πολωνία, Βουλγαρία), ενώ ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος προσέθετε την Ισπανία στο μαύρο στέμμα των δικτατοριών.
  Το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία, οι φιλελεύθεροι δημοκράτες στην Αμερική, οι διωκόμενοι κομμουνιστές, σοσιαλιστές κι αναρχικοί, καθώς και η ΕΣΣΔ ήταν πλέον οι μόνες φλόγες φωτός απέναντι στο σκοτάδι της αντιδραστικής παλινόρθωσης που εξαπλωνόταν στην Ευρώπη. Σε μια φρενήρη πορεία ο Χίτλερ οργάνωσε διά των επανεξοπλισμών μια πολεμική οικονομία στη Γερμανία κι αφέθηκε να καταβροχθίσει την Αυστρία (Ανσλους) και τη νεαρή Τσεχοσλοβακία. Η Αγγλία και η Γαλλία ανέχονταν την επιθετικότητα του ναζισμού, ελπίζοντας να τη στρέψουν εναντίον της ΕΣΣΔ. Ομως ο Χίτλερ για την ώρα έτρωγε ό,τι μπορούσε απ’ την Ευρώπη σε μια διαδικασία που τον δυνάμωνε, ώστε όταν θα εστρέφετο προς ανατολάς για την απόκτηση του περίφημου «ζωτικού χώρου» να είναι ανίκητος. Μετά τη συμφωνία του Μονάχου μόνον τυφλοί δεν έβλεπαν το μεγάλο σχέδιο. Αλλά αν η Βρετανία και η Γαλλία εθελοτυφλούσαν, δεν ήταν τυφλοί οι Σοβιετικοί. Με το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, που προκάλεσε αμηχανία, δυσφορία και εναντίωση στους απανταχού κομμουνιστές, εξασφάλισαν χρόνο και αμυντικές-επιθετικές θέσεις στην Πολωνία (στα εδάφη που είχαν παραχωρηθεί με τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ στη Γερμανία και με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών στην αναγεννημένη Πολωνία).
  Οταν το 1939, με την εισβολή στην Πολωνία, άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, στο εσωτερικό της Γερμανίας «ο Τρόμος και η Αθλιότητα του Γ’ Ράιχ» είχαν ήδη επιβληθεί από το 1933, και κάθε χρονιά που ακολουθούσε δυνάμωνε «διά πυρός και σιδήρου». Ο Χίτλερ είχε εκκαθαρίσει τη «ριζοσπαστική» πτέρυγα του κόμματός του, την ηγεσία (και πλήθος μελών) των Ταγμάτων Εφόδου -εξασφαλίζοντας πλέον έτσι την ανεπιφύλακτη υποστήριξη του μεγάλου κεφαλαίου- ενώ ήδη από τη «νύχτα των κρυστάλλων» έδειξε ότι οι έως τότε διώξεις των Εβραίων θα κορυφώνονταν σε πογκρόμ και θα κατέληγαν στην οδό προς την «τελική λύση», τον αποτρόπαιο θάνατο στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης.
  Τα οποία ήδη «άκμαζαν». Πάνω από διακόσια Στρατόπεδα Συγκέντρωσης (που έγιναν 400) «κοσμούσαν» το γερμανικό έδαφος (κι αργότερα εδάφη κατακτημένων χωρών), μέσα στα οποία μαρτύρησαν Γερμανοί Εβραίοι, Γερμανοί κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, χριστιανοδημοκράτες, τσιγγάνοι, χιλιαστές, ομοφυλόφιλοι, ασθενείς και κάθε είδους ανυπεράσπιστοι, ενώ αργότερα στα ίδια και νέα στρατόπεδα θα μαρτυρούσαν Ρώσοι αιχμάλωτοι πολέμου και πολιτικοί κρατούμενοι απ’ όλες τις «κατώτερες φυλές», Ελληνες (σ.σ.: εμείς κηρυχθήκαμε κατώτερη φυλή απ’ όταν αρχίσαμε να αντιστεκόμαστε), Σέρβοι, Πολωνοί, Τσέχοι κι άλλοι. Κάθε χωριό και Στρατόπεδο κι ας έλεγαν ύστερα οι Γερμανοί πολίτες ότι «δεν ήξεραν», όπως με τον ίδιο χυδαίο τρόπο έλεγαν και οι Γερμανοί στρατιωτικοί ότι «διαταγές ακολουθούσαν». Η Γερμανία στη σύντομη ναζιστική δωδεκαετία είχε μεταβληθεί σε ένα σιδερένιο κτήνος με την πλειοψηφία (τη συντριπτική) του λαού να συμμετέχει στις ευκαιρίες που έδινε ο ναζισμός για τη λεηλασία του πλησίον, τη ληστεία των άλλων εθνών, την αρπαγή, την εκμετάλλευση, την ιδιοποίηση.
  Ο ναζισμός, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα περί τάξης, υπήρξε ένα έκνομο βολονταριστικό σύστημα που βασιζόταν στην εκτέλεση διαταγών και την τρομοκρατία (όπως τα «λαϊκά δικαστήρια» και ο «λαϊκός πόλεμος» που εξαπέλυσαν οι ναζί στο τέλος της σύγκρουσης αποδείκνυαν). Η συλλογική ευθύνη, η δίκη προθέσεων, η ρουφιανιά και ο χαφιεδισμός, ο ραγιαδισμός προς τους ανωτέρους, τα βασανιστήρια και οι δολοφονίες ήταν στην ημερήσια διάταξη της καθημερινότητας στην επικράτεια των Υπερανθρώπων κι αργότερα σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη.
  Το 1939 αυτή η σιδερένια γροθιά από σκατά συνέτριψε με τον «κεραυνοβόλο πόλεμο» την Πολωνία, παρά τον ηρωισμό των Πολωνών, και στη συνέχεια την Ολλανδία (με πέντε ντουφεκιές), το Βέλγιο και τη Γαλλία. Οι Αγγλοι υποχώρησαν και απαγκιστρώθηκαν με τον άθλο της Δουνκέρκης, ενώ η Γαλλία, γονατισμένη, κόπηκε στα δύο, την κατεχόμενη και τη συνεργαζόμενη (του Βιού). Ακολούθησε μια παράξενη «εκεχειρία», με τον Χίτλερ να περιμένει τον συμβιβασμό της Αγγλίας ώστε να στραφεί με όλες του τις δυνάμεις εναντίον της ΕΣΣΔ και να την κατακτήσει ως τα Ουράλια, και, περνώντας τον Καύκασο, να γίνει το αφεντικό των πετρελαίων στο Ιράν, το Ιράκ κι όλη τη Μέση Ανατολή. Η Αγγλία δεν συμβιβάστηκε, ο Χίτλερ έχασε την υπομονή του και έστειλε τη Λουφτβάφε να την ισοπεδώσει, προετοιμάζοντας το έδαφος για απόβαση. Ομως η Αγγλία αντιστάθηκε, ο ηρωισμός της RAF οδήγησε τον Χίτλερ στην πρώτη του ήττα, ενώ ακόμα οι στρατιές του καταλάμβαναν τη μια χώρα μετά την άλλη, τη Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα, τη Νορβηγία, με το Αφρικα Κορπ να αποβιβάζεται στην Αφρική, όχι μόνον για να υποστηρίξει τους παραπαίοντες Ιταλούς, αλλά και να απωθήσει τους Βρετανούς πίσω στο Κάιρο κι από ’κεί να προσεγγίσει τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής από τον Νότο, με την ευμενή ουδετερότητα της Τουρκίας.
  Με τη «μάχη της Αγγλίας» κερδισμένη, ο κόσμος είχε πάρει μιαν ανάσα, αλλά η Αγγλία μαχόταν μόνη και ο κόσμος κρατούσε την ανάσα του. Ο Τσώρτσιλ ονομάσθηκε «πατέρας της νίκης» διότι κράτησε τη Βρετανία όρθια την πιο κρίσιμη ώρα, καλώντας τους Αγγλους να πολεμήσουν στα χωράφια, στους λόφους, από σπίτι σε σπίτι, πλην όμως η νίκη απείχε ακόμα πολύ.
  Πιστεύοντας ο Χίτλερ ότι η αντίσταση της Βρετανίας θα ήταν θέμα χρόνου να καμφθεί, αν εξασφάλιζε την κατοχή κι αναδόμηση της Ευρώπης, στράφηκε με όλες του τις δυνάμεις κατά της ΕΣΣΔ. Πίστευε ότι σε έξι μήνες θα έχει «καθαρίσει το ζήτημα» χωρίς να μπλέξει σε διμέτωπο πόλεμο (ο εφιάλτης του απ’ τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), με την Αγγλία περιορισμένη στο νησί της (και την αυτοκρατορία της να πετσοκόβεται απ’ τους Ιάπωνες), την ΕΣΣΔ διαλυμένη και την Αμερική (αν έμπαινε εν τέλει στον πόλεμο) ανίκανη να τον κλονίσει σε μια έκταση απ’ την Πορτογαλία ως τα Ουράλια κι απ’ τη Νορβηγία έως την Αίγυπτο και όλη τη Μέση Ανατολή.
  Ο κόσμος κρεμόταν στα χείλη της αβύσσου όταν ο Χίτλερ εξαπέλυσε την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα». Ο Κόκκινος Στρατός (του οποίου οι αδυναμίες έγιναν φανερές στον Φινλανδικό Πόλεμο), με τη δομή του ακόμα ρευστή από τις αναδιατάξεις που επιχειρούσε ο Στάλιν, σαρώθηκε. Παρά την ηρωική αντίσταση των μονάδων του, οι ναζί πήγαιναν τον Κόκκινο Στρατό από ήττα σε ήττα κι από περικύκλωση σε περικύκλωση. Η σοβιετική αεροπορία συνετρίβη (στο έδαφος το μεγαλύτερο μέρος της) και οι Γερμανοί έμπαιναν βαθειά μέσα στη Ρωσία ασταμάτητοι, δείχνοντας ότι το τρελό όνειρο του Χίτλερ για την εξόντωση του κομμουνισμού και τη μετατροπή των Σλάβων σε σκλάβους θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Τότε ο Στάλιν κήρυξε τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο και κάλεσε όλους τους Ρώσους να υπερασπισθούν τη μάνα Ρωσία και την κατάκτηση του λαού της, τον σοσιαλισμό.
Και πράγματι, η αντίσταση των Σοβιετικών ξεπέρασε τα όρια του ηρωισμού και πήρε μυθικές διαστάσεις. Κυκλωμένες στρατιές βγήκαν στο αντάρτικο στα μετόπισθεν των Γερμανών, ενώ η Βέρμαχτ πλήρωνε κάθε μέτρο γης που κατακτούσε με πλήθος τάφων. Ο φόρος αίματος των Γερμανών στον ναζιστικό τυχοδιωκτισμό άρχισε να λαμβάνει διαστάσεις που μούδιασαν τη Γερμανία. Ο πόλεμος δεν ήταν πια μια εκδρομή του πεζικού με έπαθλο το Παρίσι, ούτε η απόμακρη τρέλα των Γερμανών πιλότων πάνω απ’ το Λονδίνο, αλλά συνεχή αναγγελτήρια θανάτου Γερμανών στρατιωτών στις γερμανικές οικογένειες. Η ΕΣΣΔ έπαιρνε πάνω της το κυρίως βάρος του πολέμου και πάνω της το κράτησε ως την τελική νίκη, μέσα σε ένα λουτρό αίματος, το 1945. Ομως η χρονιά αυτή απείχε πολύ απ’ το 1941 και το 1942, όταν οι Γερμανοί έφθασαν δυο φορές μπροστά στις πύλες της Μόσχας. Οπου αποκρούσθηκαν απ’ τον Κόκκινο Στρατό με αδάμαστη θέληση. Ηταν χαρακτηριστική η στιγμή όταν ο Στάλιν έστελνε τον Κόκκινο Στρατό απ’ την παρέλαση προς τιμήν της Οκτωβριανής Επανάστασης κατευθείαν στο μέτωπο. Ηταν ασύλληπτου μεγέθους η προσπάθεια του Σοβιετικού λαού να μεταφέρει όλη τη βαριά βιομηχανία της χώρας στα Ουράλια. Ενώ στη Μόσχα ο Στάλιν οργάνωνε την περίφημη Στάβκα (τον εγκέφαλο του πολέμου), μένοντας στην πόλη και εμψυχώνοντας τον λαό, ο Κόκκινος Στρατός σταματούσε τη Βέρμαχτ πριν να πετύχει τους αντικειμενικούς της σκοπούς.
  Την ίδια ώρα, στην κατεχόμενη Ευρώπη άρχιζε η αντίσταση, στη Γαλλία, τη Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα οι αντάρτες έδειχναν ότι η «νέα τάξη» στο εσωτερικό της ηπείρου ήταν μια χίμαιρα ανάλογη με τις πολεμικές επιχειρήσεις των ναζί στα Μέτωπα. Η καμπή για τους ναζί ήταν το Στάλινγκραντ. Τέλος του 1942-αρχές του 1943, μπροστά στα μάτια όλης της ανθρωπότητας, ο γερμανικός στρατός (ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτόν σε εκείνο το μέτωπο) παραδιδόταν στον Κόκκινο Στρατό, ύστερα από έναν λυσσώδη αγώνα - «ούτε ένα βήμα πίσω» για τους Σοβιετικούς, που το πλήρωσαν με πολύ κι ακριβό αίμα.
  Η Αμερική έμπαινε στον πόλεμο, το Αφρικα Κορπ υποχωρούσε, η Αγγλία βομβάρδιζε τις γερμανικές πόλεις, ο πόλεμος μετεωριζόταν με το όνειρο του Χίτλερ να μετατρέπεται σε εφιάλτη. Εφιάλτη που είδε με τα μάτια του στο Κουρσκ. Εκεί που γύρισαν οι «τύχες του πολέμου». Μαζεύοντας οι Γερμανοί όλες τους τις δυνάμεις επετέθησαν στην εξέχουσα του Κουρσκ (όπου οι Σοβιετικοί τούς ανέμεναν μαζεύοντας επίσης τις δικές τους δυνάμεις) με σκοπό να τελειώνουν μια και καλή με το Κόκκινο Στρατό και να πετύχουν ό,τι δεν πέτυχαν οι εκστρατείες του 1941 και του 1942. Ο κόσμος κράτησε για μιαν ακόμα φορά την ανάσα του. Η σύγκρουση υπήρξε τιτανική. Η μεγαλύτερη στρατιωτική σύγκρουση όλων των εποχών, μια γιγαντομαχία αρμάτων μάχης, πεζικού και αεροπορίας στην οποίαν οι Γερμανοί αιμορράγησαν έως θανάτου. Ενός θανάτου όμως που θα τον τροφοδοτούσαν με το αίμα των λαών και το δικό τους έως τον Μάιο του 1945. Μετά το Κουρσκ ο γερμανικός στρατός έχασε κάθε επιθετική πρωτοβουλία και πέρασε στην άμυνα. Μια άμυνα λυσσώδη. Οι Σοβιετικοί απελευθέρωναν το 1943 με ποταμούς αίματος πολλές απ’ τις περιοχές που είχαν κατακτήσει και στο μεταξύ καταστρέψει οι Γερμανοί από το Μινσκ και το Κίεβο ως τα «ανοιχτά» της Κριμαίας, με το Λένινγκραντ ακόμα να πολιορκείται. Μια πολιορκία που κράτησε 800 μέρες κι έφθασε τους ανθρώπους στα ίδια όρια της ύπαρξης που έφθαναν οι κρατούμενοι στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης.
  Το 1943 οι Γερμανοί είχαν χάσει τον πόλεμο, αλλά έκαναν ότι δεν το καταλάβαιναν, διότι δεν είχαν οδό διαφυγής. Είχαν κενό στρατηγικής - οι αντικειμενικοί τους στόχοι τούς είχαν διαφύγει, και το μόνο που τους έμενε ήταν η παραμυθία της προπαγάνδας, οι ελπίδες στα «μυστικά όπλα» που ετοίμαζε ο Χίτλερ και η ανατροφοδότηση της αγριότητας που είχαν συσσωρεύσει καθώς τα εγκλήματά τους είχαν υπερβεί κάθε όριο και τους είχαν μετατρέψει σε θηρία. Ποταμοί αίματος έρρεαν στην Ευρώπη, στις συγκρούσεις των Γερμανών και των Ευρωπαίων ναζί συμμάχων τους με την Αντίσταση, ενώ το όργιο θανάτου στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης έπαιρνε τις βιβλικές διαστάσεις του Ολοκαυτώματος.
  Οι Σύμμαχοι είχαν αποβιβαστεί στην Ιταλία (θα έμπαιναν στη Ρώμη, την ημέρα της απόβασης στη Νορμανδία), ενώ η αμερικανική Αεροπορία ισοπέδωνε τις γερμανικές πόλεις μαζί με τη βρετανική, με αποκορύφωμα τους στρατηγικούς βομβαρδισμούς τάπητα - μια απ’ τις βασικές αιτίες τις αντιφασιστικής νίκης. Εκείνο που δεν είναι γνωστό στον πολύ κόσμο στη Δύση, όχι τόσο γνωστό όσον η D Day, η απόβαση στη Νορμανδία, είναι η επιχείρηση «Μπαγκρατιόν» του Κόκκινου Στρατού, η οποία μετέτρεψε το 1944 σε ένα έτος ολοσχερούς και διαρκούς ήττας της Βέρμαχτ. Στην επιχείρηση αυτή για την ανάκτηση και της τελευταίας σπιθαμής σοβιετικού εδάφους από τη Σεβαστούπολη ως τα πολωνικά σύνορα, εκατομμύρια Σοβιετικοί έδωσαν τη ζωή τους εξοντώνοντας εκατομμύρια Γερμανούς. Θεωρείται (η επιχείρηση «Παγκρατιόν») και είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση όλων των εποχών. Τρεις ομάδες στρατιών («Μέτωπα», όπως τα έλεγαν οι Σοβιετικοί) ξερίζωναν όλο το 1944 ένα προς ένα τα δόντια της Βέρμαχτ, που πολεμούσε όλο και πιο λυσσασμένα, όλο και πιο απελπισμένα. Οι απώλειες σε όλα τα άλλα μέτωπα του πολέμου καθ’ όλην τη διάρκειά του δεν συγκρίνονται με τις απώλειες που προκάλεσε αυτή η επιχείρηση και στις δύο πλευρές.
 Στο μεταξύ οι Σύμμαχοι είχαν αποβιβασθεί στη Νορμανδία, κάνοντας τον εφιάλτη του Χίτλερ για πόλεμο σε δύο μέτωπα εφιάλτη κι εκείνων που προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν. Ο Χίτλερ απέδωσε τη σωτηρία του από εκείνην την απόπειρα στη θεία πρόνοια και ο Γκαίμπελς εξαπέλυσε μια άνευ προηγουμένου προπαγάνδα συσπείρωσης του λαού γύρω απ’ τον ηγέτη του έως θανάτου. Και πράγματι, οι εθνικοσοσιαλιστές οδηγούσαν πλέον τη Γερμανία στον θάνατο και στην κονιορτοποίηση συνειδητά. Ηταν το μόνο που είχαν να κάνουν. Κάθε μορφή συνθηκολόγησης θα τους οδηγούσε ενώπιον των ευθυνών τους κι από ’κεί στις αγχόνες. Ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να πάρει τη Γερμανία μαζί του στον τάφο του. Οι τελευταίες του ελπίδες ήταν τα «μυστικά όπλα», που όντως ετοίμαζε, αλλά κατ’ ελάχιστον πρόλαβε να χρησιμοποιήσει, και η διάσπαση των Συμμάχων. Μια ιδέα που όσον ο πόλεμος πλησίαζε στο οικτρό για τους ναζί τέλος του, τόσον και κέρδιζε έδαφος σε ορισμένους αξιωματούχους του καθεστώτος που ήλπιζαν ότι η ηττημένη Βέρμαχτ θα μπορούσε να συμπαραταχθεί με τους Συμμάχους, ώστε να αντιμετωπίσουν από κοινού τον «κομμουνιστικό κίνδυνο», σε μια ύστατη και μεγαλειώδη μάχη του «ελεύθερου κόσμου» κατά της ΕΣΣΔ.
  Φρούδες ελπίδες (που άνθησαν κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά όχι όσο μαινόταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος), με τον Τσώρτσιλ και τον Ρούσβελτ να θέλουν την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Γερμανίας, όπως και ο Στάλιν. Ομως το 1944 η Γερμανία πολεμούσε ακόμα με λύσσα, μάλιστα τον Δεκέμβριο κόντεψε να ανατρέψει τους Συμμάχους με αντεπίθεση στις Αρδέννες, ενώ η σοβιετική επίθεση σταματούσε στον Βιστούλα, αφήνοντας τη Βαρσοβία, που στο μεταξύ είχε εξεγερθεί, στην ανηλεή εκδίκηση των ναζί. Η εξόριστη πολωνική κυβέρνηση απ’ το Λονδίνο κατηγόρησε τους Σοβιετικούς ότι βραδυπόρησαν σκοπίμως μπροστά απ’ τη Βαρσοβία (όπως ακόμα και σήμερα τους κατηγορούν για τη σφαγή του Κατίν), η αλήθεια όμως είναι (όπως όλη η σοβαρή ιστορική βιβλιογραφία των δυτικών επιβεβαιώνει) ότι η σοβιετική επίθεση δεν μπορούσε να συνεχισθεί χωρίς να οργανώσει το έδαφος πίσω της, με κίνδυνο να μείνει έκθετη σε γερμανική αντεπίθεση μιας Βέρμαχτ που στο Ανατολικό μέτωπο αριθμούσε ακόμα 4.000.000 (εμπειροπόλεμους) άνδρες και απολύτως επαρκή μέσα και πολεμικό υλικό.
  Για να αντιληφθούμε τα μεγέθη, οι απώλειες των Βρετανών σε όλα τα ευρωπαϊκά μέτωπα δεν υπερέβησαν τις 160.000 ψυχές, ενώ μόνον στη μάχη του Βερολίνου οι Σοβιετικοί έχασαν 350.000 ζωές και οι Γερμανοί 600.000, ενώ άλλους τόσους έχασαν αμφότεροι στις μάχες της Βουδαπέστης ή της Πράγας.
  Η παραϊστορία για αυτά τα θέματα ακμάζει στις μέρες μας. Θεωρείται, για παράδειγμα, «έγκλημα πολέμου» των Συμμάχων ο βομβαρδισμός της Δρέσδης (13 Φεβρουαρίου 1945, ενώ η Γερμανία εμάχετο ακόμα λυσσωδώς) με 60.000 νεκρούς (στην πραγματικότητα 16.000) και δεν θεωρείται «έγκλημα πολέμου» ο βομβαρδισμός της Νυρεμβέργης (80.000 νεκροί), της Φρανκφούρτης, 43 ακόμα γερμανικών πόλεων, η ισοπέδωση του Βερολίνου (με 500.000 νεκρούς, 1942-1945) ή του Τόκιο, με 160.000 νεκρούς σε μια μέρα, πολύ περισσότερους από τους νεκρούς της Χιροσίμα. Ομως
μπορεί οι ρεβανσιστές (ακροδεξιοί η «εκσυγχρονιστές») να γίνονται καταγέλαστοι όταν προσπαθούν να αναθεωρήσουν την Ιστορία άνευ αποδείξεων, αλλά η προπαγάνδα τους έχει πολύ καλύτερη τύχη στο χάος της «αλήθειας του καθενός», του μεταμοντερνισμού και της παραϊστορίας που ανθεί στο διαδίκτυο στις περιοχές που προστατεύουν τα νεφελίμ.
  Ομως, για να επιστρέψουμε στο μακρό αυτό κείμενο και στο τέλος του πολέμου, το έτος 1945 υπήρξε συγκλονιστικό και σοκαριστικό. Τέσσερις μήνες και εννιά ημέρες αιμοσταγών συγκρούσεων στο ανατολικό μέτωπο, με τους Γερμανούς να υποχωρούν σιγά-σιγά στο δυτικό μέτωπο, διαθέτοντας πλέον εκεί έναν στρατό παίδων και γερόντων με την επικουρία των φαντασιώσεων του Γκαίμπελς για «λαϊκό πόλεμο», εκδικητές «λύκους» και άλλα παραληρήματα. Η υπεροπλία των Συμμάχων, παρά τις αποτυχημένες επιχειρήσεις, όπως η επιχείρηση Γκάρντεν του Μοντγκόμερυ, ήταν τέτοια, ειδικώς στον αέρα, που οδηγούσε όσους εμπειροπόλεμους Γερμανούς στρατιωτικούς δεν ήθελαν να σκοτωθούν ματαίως (ή να μετατεθούν στο ανατολικό μέτωπο) να παραδίδονται με τους στρατιώτες τους μαζικά στους Συμμάχους, ακόμα και συντεταγμένοι με στολές παρελάσεως.
  Αντιθέτως, στο ανατολικό μέτωπο η αντίσταση των ναζί ήταν έως εσχάτων, με πολλά απ’ αυτά τα καθάρματα να αυτοκτονούν όταν ο Χίτλερ αυτοκτονούσε ο ίδιος και το Βερολίνο έπεφτε. Οι τελευταίες μέρες του πολέμου μοιάζουν με ελληνική τραγωδία. Ομάδες θανάτου των ναζί έβγαιναν τις νύχτες στο Βερολίνο και εκτελούσαν υπόπτους για ηττοπάθεια, παιδιά και φανατικοί Ες Ες απ’ όλη την Ευρώπη (περίπου 1.500.000 άνδρες) προσπαθούσαν να σταματήσουν τους Σοβιετικούς και να κατορθώσουν το δικό τους «Στάλινγκραντ», ενώ ο Αδόλφος στο μπούνκερ του κινούσε επί χάρτου στρατιές-φαντάσματα κι έδινε τις τελευταίες θανάσιμες διαταγές του στον Σπέερ εναντίον του γερμανικού λαού πλέον, ενός λαού «που δεν στάθηκε αντάξιος του φύρερ του» και τώρα θα έπρεπε να πληρώσει την ανικανότητά του.
  Οι τελευταίες διαταγές αυτού του τέρατος, στο οποίο οι καπιταλιστικές εμπιστεύθηκαν την αναγέννηση της ισχύος τους ανορίοτης, ήταν να μη μείνει στη Γερμανία λίθος επί λίθου. Στις 30 Απριλίου ο Χίτλερ αυτοκτόνησε και στις μέρες που ακολούθησαν τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, στις 8 Μαΐου κατ’ αρχήν, αλλά στις 9 Μαΐου όταν την υπέγραψαν ενώπιον των Σοβιετικών του θριαμβευτή Ζούκωφ, ήταν σαν ο εθνικοσοσιαλισμός στην κατεχόμενη Γερμανία να εξαερώθηκε. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Βεβαίως συλλήψεις έγιναν, η δίκη της Νυρεμβέργης έγινε, η καταδίωξη των ναζί εγκληματιών με πρωτοβουλία της δίκαιης οργής των Εβραίων συνεχίσθηκε, αλλά η ίδια η χώρα, ο ίδιος ο λαός έμεινε με το άγος ανεξιλέωτο. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά ήδη από το δεύτερο μισό του 1945 πρώην ναζί ξαναγίνονταν δάσκαλοι, ταχυδρομικοί, τραπεζικοί, στρατιωτικοί και ό,τι άλλο, κυρίως στη δυτική Γερμανία αλλά και εν μέρει στην ανατολική. Ναζί επιστήμονες μεταφέρθηκαν στην Αμερική, ενώ «κομμουνιστικές συνωμοσίες» (όπως στην Ελλάδα) πνίγονταν στο αίμα.
Ο μεταπολεμικός κόσμος αναδύθηκε γεμάτος ελπίδες. Μετά δύο πολέμους, οι απλοί άνθρωποι πίστευαν ότι επιτέλους η ελευθερία που με το αίμα τους διαφύλαξαν θα είχε και κοινωνικό αντίκτυπο. Οτι η εργασία, ακόμα κι αν δεν έπαιρνε την εξουσία, θα είχε στις κοινωνίες το ειδικό βάρος που της άξιζε. Και έτσι έγινε -ως έναν βαθμό τουλάχιστον- με την Εργατική κυβέρνηση στην Αγγλία, το ιταλικό Σύνταγμα να προβλέπει τον Σοσιαλισμό, το κοινωνικό κράτος να κυριαρχεί στη Γαλλία, το Βέλγιο, τη Σκανδιναβία, και τις λαϊκές δημοκρατίες στην ανατολική Ευρώπη να υποστηρίζονται απ’ τις μάζες, όπως στην Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία, τη Γιουγκοσλαβία, ή να στηρίζονται στην παρουσία των Σοβιετικών, όπως στην Ουγγαρία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και αλλού.
 Ο μεταπολεμικός κόσμος δεν κράτησε πολύ, μπλέχτηκε στον ιστό του Ψυχρού Πολέμου, αλλά κράτησαν επί μακρόν οι παρακαταθήκες του. Με αποκορύφωμα τη δεκαετία του ’60 κι ως τις αρχές  της δεκαετίας του ’80, το ειρηνιστικό κίνημα, οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, η επιρροή της Αριστεράς στις γειτονιές, τις φάμπρικες και τις τέχνες έδιναν την εντύπωση ότι επιτέλους στο τέλος ο ανθρωπισμός θα θέσει εκτός νόμου τον πόλεμο, ότι οι επιστήμες θα παραγάγουν μια νέα, πιο φιλοσοφημένη ηθική, και ότι εν τέλει η απελευθέρωση του ανθρώπου απ’ τη σκλαβιά της μισθωτής εργασίας θα γίνει εφικτή.
  Τα πράγματα πήραν άλλη τροπή. Σήμερα η Ευρώπη δεν γιορτάζει την 9η Μαΐου ως ημέρα της Αντιφασιστικής Νίκης, αλλά ως ημέρα της Ευρώπης (μάλιστα με αντικομμουνιστικές αιχμές). Εκείνο όμως που κυρίως εορτάζει η Ευρώπη με την «ημέρα της Ευρώπης» είναι την επιστροφή της ηπείρου στο καθεστώς εκείνο που κυριαρχούσε πάνω της πριν από τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους.
Είναι η γιορτή αυτή, η γιορτή της αστικής τάξης που κατάφερε να υποτάξει ξανά την εργασία σε συνθήκες γαλέρας και κάτεργου. Είναι η γιορτή της τάξης εκείνης που μπορεί να εκμεταλλεύεται τον λαό και ταυτοχρόνως να τον λοιδορεί για τεμπέλη και διεφθαρμένο, που μπορεί να τον ληστεύει και να τον κατηγορεί για χρέη, που μπορεί να του πίνει το αίμα και να τον κατηγορεί για λαϊκιστή. Δεν είναι αυτή η γιορτή της Ευρώπης, είναι η γιορτή των τόκων, του φασισμού των σαλονιών, της αποψίλωσης της δημοκρατίας, της αποβλάκωσης των λαών - είναι η γιορτή των αστών. Των βαμπίρ και των ζόμπι, των πραιτωριανών και των ραγιάδων.
Δεν θα πάρω. Θα κοινωνήσω στην επέτειο της Αντιφασιστικής Νίκης απ’ το αίμα του Κόκκινου Στρατιώτη, του ήρωα της RAF, των Ανταρτών και του παιδιού απ’ την Αϊόβα που σκοτώθηκε στη Νορμανδία. Θα γιορτάσω με όλες εκείνες τις ένδοξες σκιές του παρελθόντος που μας άφησαν κληρονομιά τις ένδοξες ελπίδες του μέλλοντος.
 Κι όχι! σήμερα δεν θα ακούσω τον πόνο της σκιάς του Αχιλλέα να λέει στον Οδυσσέα ότι θα ήταν κα λύτερα βοσκός στο φως παρά βασιλιάς στον Αδη, διότι αυτά είναι για μέρες ειρηνικές. Και σε αυτόν τον τόπο πια ειρήνη δεν έχουμε, αλλά πόλεμο, τον πιο άγριο ταξικό πόλεμο παρά ποτέ από την εποχή του φασισμού...
                                                                                      Στάθης Σταυρόπουλος/enikos.gr

Γίνεται σχολείο χωρίς μαθήματα;


Τα τελευταία νέα  από  τα σχολεία των Φινλανδών μιλάνε για κατάργηση των μαθημάτων!  Ακόμα δεν έχουν καταλήξει, αλλά ο προσανατολισμός είναι σωστός.
Τα ερωτήματα που προκύπτουν για μας εδώ στον ιδιόρρυθμο νότο, είναι  δύο: Τι είναι αυτό  που κάνει αυτούς τους λαούς να πειραματίζονται χωρίς αγκυλώσεις και  πώς είναι δυνατόν να σχεδιάζουν ένα σχολείο χωρίς κλασικά μαθήματα;
Oι απαντήσεις  είναι τόσο απλές, όσο θα μπορούσαν να διατυπωθούν από έναν έξυπνο μαθητή δημοτικού, πριν χάσει τον αυθορμητισμό του. Πειραματίζονται από ανάγκη. Γιατί προσπαθούν συνεχώς να «παίξουν» με το καινούργιο για να μη βαριούνται. Και ακόμα, βλέπουν αυτό που υπάρχει γύρω τους και το βάζουν ως μάθημα στα σχολεία.
Οι Φινλανδοί μπορούν και συζητούν χωρίς να κοροϊδεύει ο ένας τον άλλον. Μεγάλο προνόμιο. Κάποιοι λοιπόν, παρατήρησαν  ότι στη ζωή οι άνθρωποι βιώνουν φαινόμενα, συστήματα και καταστάσεις και όχι  γνωστικά αντικείμενα. Ότι τα Μαθηματικά, η Γλώσσα, η Φυσική και η Βιολογία είναι βάσεις γνώσεων αλλά δεν είναι ζωή. Και ότι θα ήταν πιο λειτουργικό για τους μαθητές, να εντάξουν όλες τις κλασικές επιστημονικές γνώσεις  σε μελέτες των φαινομένων.
Να μερικά παραδείγματα φαινομένων και συστημάτων που υπάρχουν στην πραγματικότητα που μας περιβάλει. Οικονομία, πολιτικός λόγος, οικολογία, πολιτισμικό περιβάλλον, μιντιακός λόγος, διαφήμιση, τεχνολογία και κατασκευές, φυσικά φαινόμενα, επιχειρηματικότητα.  Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν επιλογές ενός σχολείου ως θέματα δράσης για όλη τη σεζόν. Εκεί μέσα λοιπόν, θα μπορούσαν να ενταχθούν τα γνωστικά αντικείμενα, αποκαλύπτοντας την βιωματική χρήση τους στην πραγματικότητα.  Πρώτα το παράδειγμα και μετά η θεωρία. Πρώτα η επαφή με την πράξη και μετά η άσκηση της θεωρίας.
Άντε να τα πεις εδώ αυτά. Ο καθένας θα βρει κάτι να σου απομονώσει για να χάσεις τη στόχευση. Είναι πανέτοιμος να πει όχι. Την ευκαιρία ψάχνει.  Κι εδώ είναι ο μεγάλος καημός για τη συμπλεγματική Ελλάδα που αντιστέκεται σε όλους και όλα. Η αποθέωση του μερικού και της περιπτωσιολογίας.
Τελειώνουν το Λύκειο οι δικοί μας μαθητές και  ξεχνούν όλα τα αποσπασματικά γνωστικά στοιχεία που έμαθαν στα δώδεκα χρόνια του σχολείου. Δεν μιλάω για τους άριστους, για τους πολλούς λέω. Δεν ξέρουν τι θα πει επιχείρηση, web banking, δεν ξέρουν να διαβάσουν ένα άρθρο, να ερμηνεύσουν έναν πολιτικό λόγο, να κάνουν μια συναλλαγή, να  αξιολογήσουν μια ταινία ή να κατανοήσουν ένα φυσικό φαινόμενο. Οι μαθηματικές πράξεις, οι παράγραφοι, οι νόμοι της Φυσικής πήγαν χαμένοι  στις ατελείωτες ώρες της βαρεμάρας  στις άχαρες σχολικές τάξεις. Είναι δηλαδή, λειτουργικά «αναλφάβητοι» και ανεπαρκείς  στην βιωματική  κατανόηση του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Τα νέα σχολεία έχουν ανάγκη από θέματα και φαινόμενα και οι Φινλανδοί θα το κάνουν πρώτοι. Δεν το σκέφτηκαν πρώτοι αλλά θα το πραγματοποιήσουν πρώτοι. Γιατί έχουν απαλλαγεί από την αρρώστια του συντηρητισμού και της φοβίας της εξέλιξης. Θα βάλουν τον σύγχρονο δάσκαλο να διαχειριστεί  τη γνώση μέσα στην πραγματικότητα και όχι την πραγματικότητα στη γνώση!
Η διαφορά μας όμως από τους Φινλανδούς είναι ποιοτική  και ανήθικα προκλητική. Η παρατήρηση, η έρευνα και η πράξη  θέλει θάρρος αποδοχή και συναίνεση. Όχι  ειρωνεία και σνομπισμό από τα κακόμοιρα ανθρωπάκια που έχουν γεμίσει τα σχολεία και τις εκπαιδευτικές επιτροπές του Υπουργείου Παιδείας.  Έχουμε μια κοινωνία που πολεμάει για τους συνταξιούχους  και αδιαφορεί για τους νέους. Ελάχιστος χώρος υπάρχει  για ιδέες και  πρωτότυπες σκέψεις στα σχολεία. Μόνο για βαθμούς, εμβατήρια και παρελάσεις...

Το λάθος είναι πως ο πρωτογονισμός και ο «φονταμενταλισμός» που βιώνουμε  λογαριάζει τον άνθρωπο περισσότερο ως ιδέα και όχι ως φαινόμενο. Χρειαζόμαστε διαφωτισμό για να αλλάξουμε. Και στα σχολεία. Και στη δημοκρατία μας…
                                                                             Ανδρέας Ζαμπούκας/www.protagon.gr
                                                                                         

Φινλανδία: Μια επανάσταση στο εκπαιδευτικό σύστημα...


Καθώς η Φινλανδία αποτελεί χώρα-πρότυπο στον χώρο της Εκπαίδευσης παγκοσμίως, εισήγαγε για ακόμα μια φορά μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση που θα αλλάξει συθέμελα το πρόγραμμα, τον τρόπο αλλά και την ίδια την ουσία της διδασκαλίας στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Για χρόνια, η Φινλανδία αποτελεί προσωποποίηση επιτυχημένου εκπαιδευτικού συστήματος, με τους μαθητές της να διαπρέπουν στους διεθνείς διαγωνισμούς. Μάλιστα, ξεχωρίζει ως μια από τις χώρες που παραδοσιακά φιγουράρουν στις κορυφαίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης του ΟΟΣΑ με τους καλύτερους 15χρονους μαθητές της υφηλίου. Γι' αυτό και  πολιτικοί και εκπαιδευτικοί εμπειρογνώμονες από όλο τον κόσμο διενεργούν συνέχεια έρευνες  στη σκανδιναβική χώρα με την ελπίδα  να εντοπίσουν το μυστικό της επιτυχίας της.
Παρ' όλη την επιτυχία της, λοιπόν, η Φινλανδία δε δείχνει να έχει εφησυχάσει, και για ακόμα μια φορά ταράζει τα νερά των παραδοσιακών μεθόδων, ξεκινώντας ένα από τα πιο ριζοσπαστικά προγράμματα εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που πρόκειται να αντικαταστήσει την κλασική «διδασκαλία ανά μάθημα» με «διδασκαλία ανά θέμα».
«Αυτή πρόκειται να είναι μια μεγάλη αλλαγή στον τομέα της εκπαίδευσης στη Φινλανδία», δήλωσε η Liisa Pohjolainen, η οποία είναι υπεύθυνη για θέματα εκπαίδευσης νέων και ενηλίκων στο Ελσίνκι - η πρωτεύουσα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του προγράμματος μεταρρυθμίσεων.
Από την πλευρά του, ο  Pasi Silander, διευθυντής ανάπτυξης της πόλης, εξήγησε: «Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι ένα διαφορετικό είδος εκπαίδευσης για την προετοιμασία των νέων για την επαγγελματική ζωή». Πρόσθεσε ότι, καθώς οι νέοι άνθρωποι χρησιμοποιούν αρκετά προηγμένους υπολογιστές, οι αλλαγές θα πρέπει να συγκλίνουν με τη σύγχρονη τεχνολογία.
Τα παραδοσιακά μαθήματα (όπως είναι για παράδειγμα τα Μαθηματικά, η Ιστορία, η Γεωγραφία, οι ξένες γλώσσες) παραμερίζονται, και στη θέση τους μπαίνει η διδασκαλία διαθεματικών «φαινομένων» που απαιτούν συνδυαστικές γνώσεις και συνδέονται πιο άμεσα με την καθημερινότητα των παιδιών.
Οι μέθοδοι αυτές αποτελούν αυτό οι Φινλανδοί αποκαλούν «διδασκαλία φαινομένων»  ή  «διδασκαλία θεμάτων». Για παράδειγμα, οι έφηβοι μαθητές θα μπορούν να διδάσκονται το «φαινόμενο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο ενός μαθήματος που θα περιλαμβάνει γνώσεις ευρωπαϊκής Ιστορίας, Γεωγραφίας, ξένων γλωσσών αλλά και οικονομικών. Από την άλλη, παιδιά πιο μικρά σε ηλικία θα μπορούν να συμμετέχουν σε «φαινόμενα» όπως είναι οι «υπηρεσίες καφετέριας» στο πλαίσιο των οποίων θα καλούνται να λειτουργούν ως «υπάλληλοι» και να «ακονίζουν» τις δεξιότητές τους στα Μαθηματικά, στην επικοινωνία και στις ξένες γλώσσες.
Σε αυτό το πλαίσιο, προβλέπονται και αλλαγές στις αίθουσες διδασκαλίας όπου τα κλασικό μοτίβο  διάρθρωσης της αίθουσας διδασκαλίας θα αντικατασταθεί με ολιγάριθμα τμήματα στα οποία οι μαθητές θα έχουν τη δυνατότητα να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με το δάσκαλο με στόχο την επίλυση του εκάστοτε προβλήματος-θέματος.
Στόχος του νέου αυτού διαθεματικού συστήματος είναι η προώθηση της συνδυαστικής σκέψης και η σύνδεση πρακτικών ζητημάτων με θεωρητικές γνώσεις.
Το εν λόγω «πείραμα» ξεκίνησε πριν από περίπου δύο χρόνια και πλέον μπαίνει σε εθνική τροχιά στο πλαίσιο ενός μακροπρόθεσμου κεντρικού σχεδιασμού, με τις αρχές της χώρας να ετοιμάζονται να ανακοινώσουν συγκεκριμένα πλάνα και οδηγίες μέσα στον Μάρτιο.
Περίπου το 70% των καθηγητών που εργάζονται στα γυμνάσια και τα λύκεια του Ελσίνκι έχουν ήδη λάβει σχετική εκπαίδευση για να μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του ανανεωμένου προγράμματος, ενώ υπάρχουν και οικονομικά οφέλη (υπό μορφή μπόνους ή αυξήσεων στον μισθό) για όσους εκπαιδευτικούς δείχνουν μεγαλύτερη προθυμία να υιοθετήσουν τη νέα προσέγγιση. Υπολογίζεται ότι το νέο πρόγραμμα θα έχει εφαρμοστεί σε όλα τα σχολεία μέχρι το 2020
Επτά πράγματα που κάνουν το εκπαιδευτικό σύστημα της Φινλανδίας να φαίνεται ανορθόδοξο
  1. Το σχολείο ξεκινάει μετά τα 7.
  2. Σε σύγκριση με άλλα συστήματα, οι μαθητές του δημοτικού σπάνια δίνουν εξετάσεις ή να κάνουν εργασίες, και δεν έχουν βαθμολόγηση.
  3. Υπάρχει μόνο ένα υποχρεωτικό τυποποιημένο τεστ, που λαμβάνει χώρα όταν τα παιδιά είναι 16 ετών.
  4. Η διδασκαλία θετικών επιστημών ξεκινά στα 16 έτη ώστε να μπορούν οι μαθητές να διεξάγουν πρακτικά πειράματα.
  5. Οι εκπαιδευτικοί δαπανούν μόνο 4 ώρες ημερησίως στην τάξη, και παίρνουν άδεια 2 ώρες την εβδομάδα για «επαγγελματική ανάπτυξη».
  6. Το 43% των Φιλανδών μαθητών Λυκείου πάει σε σχολές επαγγελματικής κατάρτισης.
  7. Όλοι οι εκπαιδευτικοί στη Φινλανδία πρέπει να κατέχουν ένα μεταπτυχιακό, το οποίο είναι πλήρως επιδοτούμενο.                                                                                                                                                                 Πηγή:www.ekpedeytikos.gr

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

"Ο ισοβίτης" του Αρκά


Παλιά, εξαιρετική Ε.Ρ.Τ. Ό,τι καλύτερο για το Σαββατοκύριακο...Ο Ισοβίτης είναι ένας αδικημένος, από δικαστική πλάνη, διανοούμενος. Ευαίσθητος και αλτρουιστής, δείχνεται πρόθυμος να βοηθήσει κάθε δυστυχισμένο, έστω κι αν δεν μπορεί, ή νοιάζεται για τις εκλογές, έστω κι αν δεν ψηφίζει. Δίπλα του ο Μοντεχρήστος - ένας αρουραίος με νονό τον Αλέξανδρο Δουμά και μοναδική «κομητεία» τη φυλακή - διαθέτει αξιοζήλευτη αμεριμνησία και όλο το σκωπτικό πνεύμα του δημιουργού του.
Όταν, για παράδειγμα, ο Ισοβίτης αρχίζει να φιλοσοφεί περί συνθηκών της φυλακής και καταλήγει: «Όπου και να είσαι το ίδιο είναι! Παντού υπάρχει καταπίεση, εκμετάλλευση και αδικία», ο γεννημένος εκεί μέσα αρουραίος συμπεραίνει: «Ξέρεις, Ισοβίτη... Για μένα η φυλακή είναι ένας ολόκληρος κόσμος, ενώ για σένα ολόκληρος ο κόσμος είναι μια φυλακή!».
Το χιούμορ του Αρκά μπορεί να κλίνει πότε υπέρ και πότε κατά των διανοουμένων, δεν είναι όμως ένα διανοουμενίοτικο χιούμορ. Μέσα από το δίπολο αγαθού και σαρκαστή νου, το χιούμορ του Αρκά λειτουργεί αντιπαραθέτοντας τον κόσμο των οραμάτων στον κόσμο των συμβάσεων κι αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στην προσδοκία και την εκπλήρωση, στις υψηλές επιδιώξεις και τις εμπράγματες τροπές τους. Όλα, κατόπιν, γίνονται ευκαιρίες χλευασμού· όχι γιατί λείπει το σθένος, μα γιατί περισσεύει η επίγνωση. Επίγνωση του ότι η ναρκοθέτηση της εκπλήρωσης ενέχεται στην ίδια τη θεμελίωση της προσδοκίας.
Με άλλα λόγια, ο Μοντεχρήστος δεν είναι η παρηγοριά και, μαζί, το βάσανο του Ισοβίτη. Είναι κυρίως ο ίδιος ο Ισοβίτης, που βγαίνει κατά κάποιο τρόπο από τον εαυτό του για να εκτιμήσει «απ' έξω» το δράμα του. Έτσι τα «στριπς» του Ισοβίτη αποτελούν την πιο πυκνή εκδοχή του χιούμορ του Αρκά, όπως και την αφετηρία κάθε φιλοσοφημένης αντίθεσης στη σοβαροφάνεια. Αποτελούν, δηλαδή, εκδήλωση του πιο «αρκαϊκού» χιούμορ. Πηγή:http://www.sykees8.blogspot.gr/

Τι είναι το ταλέντο;


Δεν ξέρω αν το δεύτερο γκολ του Μέσι είναι το ωραιότερο που έχει πετύχει στην καριέρα του. Μάλλον δεν είναι. Τρεις άνθρωποι να κάτσουμε γύρω από ένα τραπέζι, θα θυμηθούμε ομορφότερα γκολ. Δεν είναι ούτε το καλύτερο γκολ που έχει μπει σε τελική φάση Champions Leauge -δύσκολα θα ξεπεραστεί το γκολ του Ζιντάν στη Λεβερκούζεν, στον τελικό του 2002. Όμως το γκολ του Μέσι βγήκε από gourmet ποδοσφαιρική συνταγή. Ημιτελικός, απέναντι στη Μπάγερν, μέσα από σοβαρή άμυνα, μπροστά στον καλύτερο τερματοφύλακα του κόσμου. Η περιστροφή που κάνει ο Μπόατεγκ προσδίδει κυριολεξία στη μεταφορά: τον βίδωσε. Το κυριότερο: αν του ζητήσεις να το επαναλάβει, θα το ξανακάνει. Ίσως και καλύτερα.

Έβλεπα το γκολ στο replay και από το ανοιχτό μου στόμα έμπαιναν και έβγαιναν λόγια και σκέψεις. Για άλλη μία φορά αναρωτήθηκα γιατί μόνο στην Ελλάδα η αυθόρμητη έκφραση φίλαθλου θαυμασμού περιέχει απαξιωτικό χαρακτηρισμό σεξιστικής διάκρισης. Δηλαδή γιατί αναφωνούμε «κοίτα τι έκανε ο πούστης»; Και αλήθεια, πόσοι Έλληνες γύρισαν προς τον διπλανό τους και ρώτησαν: «μαλάκα, τον είδες τον πούστη;». Δεν βγαίνει άκρη. Υποθέτω ότι η χρήση της συγκεκριμένης λέξης υποδηλώνει τον φθόνο μας προς τις επιδόσεις και τις δυνατότητες του αθλητή. Αν έχετε άλλη εξήγηση θα με ενδιέφερε να τη διαβάσω στο πεδίο των σχολίων.

Αφού παρέκαμψα τους στοχασμούς για τη φύση της γλώσσας και την εννοιολογική δομή των λέξεων, έμεινα να στέκομαι με δέος μπροστά στο ανεξήγητο θαύμα του ταλέντου. Πάρε τον καλύτερο αθλητή του κόσμου. Δίδαξέ τον ποδόσφαιρο. Μπορεί να κατεβαίνει πάνω-κάτω το γήπεδο. Ίσως να κόβει καλά τη μπάλα. Όμως δεν θα γίνει Μέσι. Δεν θα έχει το ταλέντο. Όμως τι στο διάολο είναι το ταλέντο; Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζουμε τόσα για το ανθρώπινο σώμα, αλλά τίποτα για το ταλέντο; Ποιος είναι ο μηχανισμός που κάνει το κορμί να χορεύει με τη μπάλα; Τι είναι εκείνο που σε κάνει ξεχωριστό; Γιατί κάποιοι άνθρωποι φτάνουν εκεί που εμείς δεν μπορούμε να πλησιάσουμε; Από τον Μέσι μέχρι τον Μπετόβεν υπάρχουν πνεύματα και σώματα που σου ψιθυρίζουν ότι δεν μπορεί να είναι όλα χημεία και συνάψεις νευρώνων. Ίσως για τους εκλεκτούς τα πράγματα να γίνονται όπως τα διηγείται η Βίβλος. Μία πνοή να τους αγγίζει μαζί με το πρώτο φως της ζωής τους. 

Του Κώστα Γιαννακίδη

Πηγή:protagon.gr

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Στα βράχια λοιπόν;

5-sarantakosΜια από τις εκφράσεις που ακούγονται πολύ τον τελευταίο καιρό, κυρίως από την αντιπολίτευση, είναι  και η φράση «στα βράχια», συνήθως σε σχέση με την πορεία της χώρας, π.χ. «οδηγείτε τη χώρα στα βράχια», όπως κατηγόρησε την κυβέρνηση πριν από μερικές εβδομάδες ο πρώην (μ’ αρέσει να το ακούω) πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς.
Είναι παραστατική η εικόνα και η παρομοίωση της χώρας με σκάφος που ακυβέρνητο ή κακοκυβερνημένο κινδυνεύει να συντριβεί στα βράχια της αφιλόξενης ακτής. Την εικόνα την έχουν χρησιμοποιήσει σε ανύποπτο χρόνο, από το 2009 ακόμα, διάφοροι δημοσιογράφοι, αλλά η χρήση της έχει πυκνώσει κατακόρυφα τους τελευταίους μήνες, καταρχάς προεκλογικά όταν π.χ. ο Β. Βενιζέλος με τη γνωστή του μετριοφροσύνη είχε δηλώσει σε συνέντευξή του «δεν θα αφήσω τη χώρα να πάει στα βράχια»· μετά τις εκλογές τη σκυτάλη την πήρε επάξια ο κ. Σαμαράς, ξεκινώντας από τη συζήτηση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην νέα κυβέρνηση, και ακολούθησαν τα φιλικά του μέσα (δηλαδή σχεδόν το σύνολο των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων) κι έτσι συνέχεια ακούμε πως η χώρα, όμοια κατευθύνεται ολοταχώς προς τα βράχια, ή ότι κινδυνεύει να πέσει στα βράχια.
Τα βράχια ανήκουν σε μια ολιγομελή αλλά ενδιαφέρουσα κατηγορία λέξεων με διγενή πληθυντικό, τις λεγόμενες ετερόκλιτες, δηλαδή που σχηματίζουν δύο τύπους στον πληθυντικό, σε αρσενικό και σε ουδέτερο, ενώ ο ενικός είναι μόνο σε αρσενικό: ο βράχος – οι βράχοι και τα βράχια, ενώ στην ίδια κατηγορία έχουμε τα χρόνια, τα λόγια, τα καπνά και μερικές ακόμα λέξεις. (Δηλαδή, δεν υπάρχει ενικός «το βράχι» ή «το χρόνι»).
Ο βράχος είναι λέξη της ελληνιστικής εποχής, που έχει απροσδόκητη ετυμολογία. Στα αρχαία ελληνικά, «τα βράχεα» (εννοείται η λέξη ‘ύδατα’) ήταν τα ρηχά της θάλασσας. Κι επειδή τις περισσότερες φορές η ρηχή θάλασσα είναι γεμάτη βράχια, τελικά «τα βράχεα» ονομάστηκαν οι βραχώδεις ακτές, και στη συνέχεια τα βράχια, ήδη από τον Ηρόδοτο («απικέσθαι ες θάλασσαν ουκέτι πλωτήν υπό βραχέων», 2.102), ενώ αργότερα εμφανίζεται και σε ενικό, το βράχος με πληθυντικό τα βράχη, ενώ η μετατροπή σε αρσενικό γένος, ο βράχος, πήρε μεγεθυντική σημασία — κι έτσι από ένα ρευστό φτάσαμε η ίδια λέξη να δηλώνει ένα στερεό, και μάλιστα ογκώδες και συμπαγές στερεό.
Να προσθέσω πως ο ουδέτερος τύπος «το βράχος», που τον βρίσκουμε και σε μεσαιωνικά κείμενα, π.χ. στον Λύβιστρο και Ροδάμνη «και κάθεται εις το βράχος», αλλά επιβιώνει, σύμφωνα με το Ιστορικό Λεξικό, και σε νεοελληνικά ιδιώματα, π.χ. στην Απείρανθο και στην Κάρπαθο («τα βράχη τα γυρίζαμε κάτω στα περιάλια».
Συνήθως, χρησιμοποιούμε τον τύπο «τα βράχια» για πέτρες που βρίσκονται στην ακτή ή μέσα στη θάλασσα (οπότε μπορεί να είναι ύφαλοι ή σκόπελοι), ενώ τον τύπο «οι βράχοι» για πέτρινους όγκους της ξηράς. Ο βράχος μπορεί να δηλώνει και ολόκληρο λόφο –κι έτσι λέμε για τον ιερό βράχο της Ακρόπολης.
Έναν τόπο με απόκρημνους βράχους ή απλώς δυσπρόσιτο ή και μακριά από τον πολιτισμό, τον λέμε «κατσάβραχα», λέξη που πρέπει να προήλθε από το «κακά βράχια» > «κακιά βράχια» με τσιτακισμό. Έχουμε βέβαια και τα Βραχώδη Όρη, όπως αποδόθηκε στην καθαρεύουσα η μεγάλη οροσειρά της δυτικής Βόρειας Αμερικής, αλλά και τα «βραχώδη οικόπεδα» της Φιλοθέης, που είχε αποκτήσει, με χαμηλό τίμημα, ο εθνάρχης Κων. Καραμανλής στη δεκαετία του 1960.
Ο βράχος εύλογα απέκτησε τη μεταφορική σημασία του προσώπου που μένει σταθερό στις απαιτήσεις του, που χαρακτηρίζεται από ψυχικό σθένος και δύναμη, που δεν υποχωρεί από τις θέσεις του ή τις πεποιθήσεις του, παρά τις αντιξοότητες ή τις απειλές. Καμιά φορά βέβαια, ο βράχος καταρρέει –όπως στο γνωστό ποίημα του Βαλαωρίτη (αν και υπάρχει η παροιμία «Μαθημένος ο βράχος να τον δέρνουν τα κύματα»). Ακόμα, ένα από τα πολλά σχήματα του αδύνατου και της ματαιοπονίας είναι να οργώνει κανείς στα βράχια: «λες και οργώνω μες στα βράχια, λες και σπέρνω μες στην άμμο», λέει το λαϊκό τραγούδι — κι ας έγραψε ο Καζαντζάκης λίγο πριν πεθάνει, στα γαλλικά, τον Βραχόκηπο.
Βραχονησίδες λέγονται τα μικρά και ακατοίκητα βραχώδη νησιά, που τέτοια έχουμε χιλιάδες στις θάλασσές μας, ενώ τα μεγαλύτερα παρόμοια νησιά λέγονται βραχονήσια ή ξερονήσια –λέξη που παραπέμπει βέβαια στους τόπους εξορίας των κομμουνιστών, των αριστερών και των δημοκρατών επί μισόν αιώνα ως το 1974. Όταν ο Καζαντζίδης τραγουδούσε μοναδικά το «Βράχο βράχο τον καημό μου», δεν περιέγραφε βέβαια τον καημό κάποιου αναχωρητή, τα βάσανα του εξόριστου τραγουδούσε.
Θέλω να πω, η Αριστερά ξέρει από βράχια. Κι έτσι, ελπίζω βάσιμα ότι θα μπορέσει να τα αποφύγει, ώστε να καταλήξουμε σε συμφωνία και σε έντιμο συμβιβασμό –να σκάσουν από το κακό τους κι εκείνοι που περιμένουν στην ακρογιαλιά έτοιμοι να πλιατσικολογήσουν τα συντρίμμια του καραβιού.
                                                                          
                                                                  του Νίκου Σαραντάκου / sarantakos.wordpress.com