Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη...

Αποτέλεσμα εικόνας για Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, Λεωφόρος Βασιλίσσης Αμαλίας, Αθήνα

 Στο πέρασμα των χρόνων πολλοί στρατιώτες έδωσαν τη ζωή τους και έπεσαν στα πεδία Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη μαχών χωρίς να αναγνωριστούν ή να ανεβρεθούν οι σωροί τους. Η ανάγκη να εκπροσωπηθούν όλοι οι άγνωστοι πεσόντες και να επιτευχθεί η απονομή επίσημης συνολικής τιμής στη μνήμη των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών οδήγησε τα έθνη στη δημιουργία ενός συμβολικού μνημείου, τον τάφο του άγνωστου στρατιώτη. Ο τάφος του αγνώστου στρατιώτη εξωτερικεύει την έννοια της φιλοπατρίας, συγκεντρώνει τα στοιχεία μιας υψηλής πατριωτικής πράξεως και αποτελεί τη φανερότερη εκδήλωση του οφειλόμενου επαίνου και της δόξας που πρέπει να ακολουθεί τη μνήμη των πεσόντων και την εθελουσία τους υπέρ της πατρίδας...


ΣΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΑ ΠΕΡΙΞ

Με τον ορισμό της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους το 1834, ξεκίνησαν οι εργασίες για τη μεταμόρφωση της μικρής πόλης σε πρωτεύουσα. Από τις πρώτες αποφάσεις της ηγεσίας πρόδηλη είναι η μέριμνα όχι μόνο για την ανέγερση ενός επιβλητικού κτηρίου Ανακτόρων για το βασιλιά της Ελλάδας, αλλά και για τη σύνδεσή του με έναν αντίστοιχο κήπο. Όλες οι προτάσεις που κατατίθενται, από Έλληνες και Γερμανούς αρχιτέκτονες και πολεοδόμους, αποβλέπουν στη δημιουργία μιας λειτουργικής και αισθητικής ενότητας Ανακτόρων και Κήπου. Τελικά, τα Ανάκτορα αρχίζουν να οικοδομούνται, σε σχέδια του Friedrich von Gärtner στο λόφο της Μπουμπουνίστρας το 1836.

Την επόμενη χρονιά φτάνει στην Ελλάδα η σύζυγος του βασιλιά Όθωνα, Αμαλία, και αποφασίζει να ασχοληθεί προσωπικά με τον Κήπο, καθιστώντας τη διαμόρφωσή του το σημαντικότερο έργο της παραμονής της στην Ελλάδα. Παρά τις αλλεπάλληλες αλλαγές στα σχέδια και τις προσαρμογές στις υπάρχουσες δυνατότητες, ο Κήπος κατορθώνει, όχι μόνο να συνδεθεί άρρηκτα με το κτήριο των Ανακτόρων, αλλά και να αποτελέσει έναν ιδιαίτερα πλούσιο Βοτανικό Κήπο και πάρκο. Όσο μάλιστα ο Κήπος γίνεται σταδιακά προσβάσιμος στο λαό, τόσο εμπεδώνεται στις συνειδήσεις των Αθηναίων ως τοπόσημο της καρδιάς της πόλης. Η τύχη της μοναρχίας στην Ελλάδα και τα νέα πολιτικά δεδομένα στις αρχές του 20ού αιώνα, άλλαξαν το χαρακτήρα του κτηρίου και κατ’ επέκταση του Κήπου. 

Παράλληλα, οι πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις, και ιδίως η εμπειρία του Α' Παγκοσμίου Πολέμου -με τους πολυάριθμους πεσόντες-, είχαν καταστήσει επιτακτική την ανάγκη για τη διαμόρφωση ενός μνημείου για τους ανώνυμους στρατιώτες που έπεσαν στα πεδία των μαχών -άλλωστε, η ιδέα της απόδοσης τιμής στους πεσόντες έχει τις ρίζες της στην κλασική Ελλάδα. Αυτή την ανάγκη, την είχαν ήδη αντιμετωπίσει τη δεκαετία του 1920 άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Η επιλογή της θέσης για την ανέγερση του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη στο χώρο μπροστά από το κτήριο των παλαιών πλέον Ανακτόρων, επικυρώθηκε από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το γεγονός ότι την ίδια στιγμή τα παλαιά Ανάκτορα μετασκευάζονται για να στεγάσουν τη Βουλή των Ελλήνων, ενισχύσει το συσχετισμό του μνημείου με το κτήριο: η βάση του κτηρίου της Βουλής, το βάθρο της Δημοκρατίας, αποτελεί το ταφικό μνημείο που αφιερώνεται στους αγώνες του νεότερου Ελληνικού έθνους. Αν και κατά την περίοδο της κατασκευής του το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, πολύ γρήγορα αποτέλεσε σημείο συγκέντρωσης μεγάλων λαϊκών εκδηλώσεων, όπως αυτής του φθινοπώρου του 1941 -παρά την απαγόρευση από τις δυνάμεις κατοχής.


Η κατάθεση στεφάνων στον Άγνωστο στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου -πριν ακόμη αυτή θεσπιστεί ως επίσημη εθνική εορτή- αναδεικνυόταν σε μείζονα πράξη λαϊκής αντίστασης, εκεί όπου είχε γίνει και η επανάσταση του 1843 για την παραχώρηση συντάγματος. Στον ίδιο χώρο θα συγκεντρωθεί το πλήθος των Αθηναίων το 1944 για να πανηγυρίσει την αποχώρηση των κατακτητών. Ο αυθόρμητος αυτός εορτασμός της Απελευθέρωσης επικεντρωνόταν σε ένα χώρο που δεν ήταν απλώς το κέντρο της πόλης, αλλά και χώρος όπου τιμούνταν οι νεκροί των Ελληνικών πολέμων.

Κατ’ αυτόν το τρόπο, το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη θα είναι πλέον άρρηκτα δεμένο με το κτήριο της Βουλής και την πλατεία Συντάγματος, και θα λειτουργεί από κοινού ως σύμβολο Δημοκρατίας. Στη συνείδηση λοιπόν των κατοίκων της Αθήνας, αλλά και στην καθημερινή λειτουργία της πόλης, το κτήριο της Βουλής είναι συνυφασμένο με τους δύο άτυπους "δορυφόρους" του: το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και τον Εθνικό Κήπο. Στο πρώτο, συναντιόνται η Δημοκρατία, το Σύνταγμα και οι πολίτες-στρατιώτες που θυσιάζονται για την πατρίδα. Ο δεύτερος προσφέρεται για ανάπαυλα των πολιτών.

ΑΡΧΑΙΕΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΕΣ ΜΕ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Η ανέγερση ενός επιτύμβιου μνημείου αφιερωμένου συμβολικά στους αφανείς πεσόντες συνιστά μια πρακτική που δεν έχει ακριβές αντίστοιχο στην αρχαία Ελληνική κοινωνία. Ο ''Άγνωστος Στρατιώτης'', η αφηρημένη δηλαδή και σύνθετη έννοια ''ενός'' νεκρού που συμπυκνώνει συμβολικά όλους τους νεκρούς στρατιώτες της πατρίδας είναι σύγχρονη. Ανήκει ουσιαστικά στην παράδοση του εθνικού κράτους που και το ίδιο έχει δομηθεί πάνω στις έννοιες του συμβολισμού και της αντιπροσώπευσης. Ωστόσο, μεταξύ των διαφόρων πρακτικών ταφής και απόδοσης τιμών στους πεσόντες των μαχών κατά την αρχαιότητα, μπορούν να ανιχνευθούν επιμέρους αναλογίες με τα συμφραζόμενα των σύγχρονων μνημείων των αγνώστων στρατιωτών.

Φυσικά, ο σεβασμός απέναντι στους νεκρούς και ιδίως η φροντίδα για την περισυλλογή, την πρέπουσα ταφή και την απόδοση τιμών σε όσους έπεσαν στη μάχη είναι κοινό χαρακτηριστικό που μοιράζονται όλες οι κοινωνίες, σε όλες τις εποχές. Η φροντίδα αυτή καταλαμβάνει κεντρική θέση στην κοινωνική δομή της αρχαίας Ελληνικής πόλης-κράτους. Πρόκειται για ολιγομελείς κοινωνίες, η επιβίωση των οποίων εξαρτάται άμεσα, τόσο από τη συνοχή και αποτελεσματικότητά τους στον πόλεμο, όσο και από την εύνοια των θεών. Γι’ αυτό και η ταφή και τιμή των νεκρών πολεμιστών είναι καθήκον όχι τόσο ανθρωπιστικό, όσο κυρίως θρησκευτικό.


Ενδεικτική αυτών των αντιλήψεων είναι η γνωστή περίπτωση της καταδίκης των Αθηναίων στρατηγών για την αμέλειά τους να περισυλλέξουν τους νεκρούς μετά τη ναυμαχία των Αργινουσών, το 406 π.χ. (Ξενοφών, Ελληνικά 1.7.1-35). Ακόμα και οι νεκροί του αντιπάλου πρέπει να τύχουν του σεβασμού των νικητών. Το αίτημα μιας πόλης να της επιτραπεί να συλλέξει τους νεκρούς της από το πεδίο της μάχης ισοδυναμεί άλλωστε με την επίσημη παραδοχή της ήττας της. Δύο κατηγορίες ταφικών μνημείων για πολεμιστές ενσωματώνουν στοιχεία που συναντώνται και στα σύγχρονα μνημεία των αγνώστων στρατιωτών. Τα Πολυάνδρια και τα Κενοτάφια.

Τα πολυάνδρια είναι κοινοί, ομαδικοί τάφοι των πεσόντων μιας μάχης. Ανεγείρονται στο πεδίο της ή κοντά σε αυτό και έχουν συνήθως τη μορφή τύμβου που επιστέφεται από ενεπίγραφες στήλες ή άγαλμα. Τα σώματα των νεκρών συνήθως θάβονται εκεί, ή και αποτεφρώνονται -διαδικασία δαπανηρή και ιδιαίτερα τιμητική. Στις περιπτώσεις καύσης, συχνά η τέφρα μεταφέρεται πίσω στην πόλη και φυλάσσεται σε δεύτερο ταφικό μνημείο. Από αρχαιολογικά κατάλοιπα και φιλολογικές μαρτυρίες τεκμηριώνεται η ύπαρξη πολυάριθμων πολυάνδριων μνημείων. Τα πλέον χαρακτηριστικά είναι η ομαδική ταφή στη Χαιρώνεια και ο τύμβος των Μαραθωνομάχων.

Στη Χαιρώνεια, το επιτύμβιο μνημείο των πεσόντων της ομώνυμης μάχης του 338 π.Χ. περιλαμβάνει την ομαδική ταφή 254 αταύτιστων στρατιωτών (μάλλον Μακεδόνων). Στο χώρο δεσπόζει, (σήμερα αποκατεστημένος) επάνω στο ψηλό του βάθρο, ο περίφημος μαρμάρινος λέων -αρχαίο αλλά και σύγχρονο σύμβολο ανδρείας σε πολλά μνημεία πεσόντων. Αντίστοιχα, στον τύμβο του Μαραθώνα, οι Αθηναίοι διαφύλαξαν τη μνήμη της θυσίας των 192 συμπολιτών τους στη μάχη του 490 π.Χ. Για τους πεσόντες επιφυλάχθηκε η τιμητική διαδικασία της καύσης, ενώ τα ονόματά τους χαράχθηκαν σε στήλες στην κορυφή του.

Το μνημείο των Μαραθωνομάχων καθώς και το αντίστοιχο των Αθηναίων πεσόντων στις Πλαταιές αποτελούν εξαιρέσεις από την καθιερωμένη πρακτική που ακολουθούσαν οι Αθηναίοι αναφορικά με τους νεκρούς τους. Σε αντίθεση με τα περισσότερα Ελληνικά κράτη, οι Αθηναίοι συνήθιζαν να μεταφέρουν τους πεσόντες από το πεδίο της μάχης και τους έθαβαν πίσω, στη γενέθλια γη. Μόνο οι προαναφερθέντες νεκροί των Περσικών πολέμων -λόγω της ιερότητας του αγώνα τους- θάφτηκαν στα πεδία των μαχών. Αυτή η πρακτική επιστροφής των λειψάνων στην πατρίδα, παραπέμπει κατά μία έννοια στις αντίστοιχες διαδικασίες που ακολουθήθηκαν κατά την ανέγερση των πρώτων μνημείων αγνώστων στρατιωτών στις αρχές του 20ού αιώνα.


Στην Αθήνα, ο κατεξοχήν δημόσιος χώρος τιμών και ταφής των πεσόντων είναι το «Δημόσιο Σήμα» στον Κεραμεικό, έξω από τις δυτικές πύλες της πόλης. Εκεί, κατά μήκος της αρχαίας οδού προς την Ακαδήμεια, έχουν εντοπιστεί τα κατάλοιπα δημόσιων πολυανδρίων. Αρκετά σωζόμενα επιτύμβια επιγράμματα και μεταγενέστερες μαρτυρίες (Παυσανίας, Αττικά 29) τεκμηριώνουν το πλήθος τους. Από αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το -μερικώς ανασκαμμένο- επονομαζόμενο επιτύμβιο «μνημείο του Χαβρία». Είναι ένα μεγάλο δημόσιο ταφικό κτίσμα με περίβολο και λίθινο τύμβο με κωνική στέγη.

Πιθανόν πρόκειται για ομαδικό τάφο ή για κενοτάφιο και ηρώο ενός αφανούς σημαντικού νεκρού, γεγονός που το φέρνει αρκετά κοντά στα πρότυπα των σύγχρονων μνημείων αγνώστων στρατιωτών. Οι νεκροί κάθε μάχης, με την επιστροφή τους στην πόλη, τιμώνται από το Αθηναϊκό κράτος όλοι μαζί. προηγείται η «πρόθεση» των σωμάτων τους και ακολουθεί η «εκφορά» τους σε νεκρικές «κλίνες», μία για την κάθε φυλή. Εδώ, η περιγραφή της διαδικασίας από το Θουκυδίδη στο περίφημο χωρίο που προηγείται του Επιταφίου Λόγου του Περικλή, παρέχει μια πολύτιμη πληροφορία: μια κενή κλίνη έχει προβλεφθεί και για τους «αφανείς», που τα σώματά τους δεν βρέθηκαν μετά τη μάχη: «μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσινες αναίρεσιν».

Ουσιαστικά, πρόκειται για την πλησιέστερη στις σύγχρονες αντιλήψεις προσέγγιση του ζητήματος του Άγνωστου Στρατιώτη. Ακολουθεί η ταφή στο «Δημόσιο Σήμα» και η εκφώνηση των επιταφίων λόγων. Οι νεκροί κάθε μάχης ή έτους πολέμου, όπως τιμούνται ομαδικά, έτσι και θάβονται όλοι μαζί. Τα ονόματά τους αναγράφονται ανά φυλή σε λίθινες στήλες, τους «καταλόγους απωλειών». Τις ίδιες αντιλήψεις για τους ηρωικούς πεσόντες υπηρετούν και τα κενοτάφια. Μπορεί να είναι ομαδικά ή αφιερωμένα σε ένα μόνο νεκρό. Όταν υπάρχουν πεσόντες τα σώματα των οποίων δεν έχουν ανευρεθεί, το κενοτάφιό τους ανεγείρεται στο πεδίο της μάχης, δίπλα στον κανονικό ομαδικό τάφο.

Η πιο συνηθισμένη περίπτωση, όμως, είναι να έχει στηθεί ο ομαδικός τάφος στο πεδίο της μάχης και ένα κενοτάφιο για όλους τους πεσόντες πίσω στην πόλη. Εκεί αναγράφονται τα ονόματα των νεκρών και το ίδιο το γεγονός της μάχης, και αποδίδονται οι πρέπουσες ετήσιες τιμές. Είναι σημαντικό το ότι τα κενοτάφια αντιμετωπίζονται όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι τάφοι. Οι τελετές που τα περιβάλλουν είναι ακριβώς οι ίδιες με εκείνες των κανονικών ταφών: εκφορά της τέφρας του νεκρού ή, αν δεν υπάρχει, κάποιου ομοιώματος - υποκατάστατου και ταφή. χαρακτηριστικά παραδείγματα μεμονωμένων κενοταφίων πολεμιστών προσφέρει η Σπάρτη.


Τα σχετικά επιτύμβια επιγράμματα (Σιμωνίδης 344 Α, Νίκανδρος 435 κ.ά.) καθώς και άλλες πηγές (Ηρόδοτος ΣΤ’ 58) μαρτυρούν πως αυτά ανεγείρονται και για τους πολίτες και για τους βασιλείς της -για τους τελευταίους μάλιστα, με ιδιαίτερα μεγάλες τιμές. Αρκετές από τις αντιλήψεις και τις πρακτικές που συνοδεύουν τη λατρεία των πεσόντων πολεμιστών στην αρχαιότητα, επανεμφανίζονται και στα σύγχρονα μνημεία των αγνώστων στρατιωτών: η “επιστροφή” του στρατιώτη για να ταφεί στην πατρίδα, η έννοια του κενοταφίου, η δημόσια κηδεία και ταφή, η τακτική απόδοση τιμών κ.ά. Η συνειδητή τους όμως συγκρότηση σε ένα ενιαίο σύνολο και η προβολή τους σε ένα Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ανήκει στη σύγχρονη εποχή.

Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ

Στην Αθήνα η ιδέα για ανέγερση Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτη αποφασίστηκε το 1926. Τότε με απόφαση του Υπουργού Στρατιωτικού προκηρύχθηκε καλλιτεχνικός διαγωνισμός «διά την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλος προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Το βραβείο απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στην μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη. Η θέση του Μνημείου είχε αποφασιστεί από τον Θ. Πάγκαλο προκειμένου στο κτίριο των παλαιών ανακτόρων να στεγαστεί το Υπουργείο Στρατιωτικών.

Στην πραγματικότητα όμως η ιδέα δημιουργίας του Μνημείου ανήκει στην εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΙΝΗ», η οποία το 1921 πρότεινε τη δημιουργία του «ΜΝΗΜΕΙΟΥ του ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΤΣΟΛΙΑ». Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς και παρακολουθώντας τις ευρωπαϊκές χώρες, που η μία μετά την άλλη ανήγειραν Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη –με πρώτη τη Γαλλία και δεύτερη την Αγγλία– και τις θυσίες των Ελλήνων τσολιάδων, η εφημερίδα καλούσε τους «ιθύνοντες» να κατανοήσουν «την βαθείαν σημασίαν του μνημείου αυτού και να σκεφθούν σοβαρώς διά την προσεχήν του ανέγερσιν».

Στη μνημειώδη εκείνη πρόταση κλείστηκε ο ρομαντισμός για την Ελλάδα, τους αγώνες και τις θυσίες της «διά την απελευθέρωσιν των αλυτρώτων της τέκνων», τα οποία δικαιούνταν «από κάθε άλλην επικράτειαν παρομοίου μνημείου». Πρότεινε μάλιστα η εφημερίδα να μεταφερθούν τα οστά ενός τσολιά και να ταφούν πανηγυρικά στο Μνημείο. Ο τσολιάς εκπροσωπούσε το όνειρο της μικρής χώρας και η θυσία του αντιπροσώπευσε τους πόθους όλων των Ελλήνων, ο καθένας από τους οποίους «εις το Μνημείον του αγνώστου αυτού ήρωος δεν θα είξευραν καλά καλά εάν θα έκλαιον τον ιδικόν των γνωστόν τσολιά». Ήταν η εποχή που σχεδόν κάθε Ελληνική οικογένεια έκλαιγε το δικό της παλικάρι που θυσιαζόταν από το Σαραντάπορο της Μακεδονίας μέχρι τον Σαγγάριο της Ανατολίας.


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1929 παραμερίζει τις διαφωνίες που είχαν δημιουργηθεί από την πρόταση Πάγκαλου. Προκρίνει την ανέγερση στην Πλατεία Ανακτόρων θεωρώντας ότι το μνημείο πρέπει να είναι στο κέντρο της πόλης όπως το αντίστοιχο της Γαλλίας. Στην αγόρευσή του στην Βουλή τονίζει ότι η θυσία του αγνώστου στρατιώτη αποτελούσε τη βάση της Δημοκρατίας. Έτσι ο συσχετισμός του μνημείου με το Σύνταγμα και τη Βουλή (είχε ήδη μεταφερθεί τότε στα Παλαιά Ανάκτορα) υποδείκνυε την θυσία του αγνώστου στρατιώτη για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Με δεδομένο ότι το Σύνταγμα ορίζει την καθολική στράτευση των ανδρών, δηλαδή το καθήκον υπεράσπισης της πατρίδας.

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Την ημέρα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου του 1932 αποδίδεται στην πόλη της Αθήνας το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Η ολοήμερη τελετή των εγκαινίων του μνημείου, με παρόντες όλους τους θεσμικούς εκπρόσωπους του κράτους, περιελάμβανε αρχικά δοξολογία και κατάθεση στεφάνων από τον Πρόεδρο της Βουλής και τους υπουργούς Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδας, αλλά και αντιπρόσωπους πολλών ξένων κρατών. Ακολούθησε παρέλαση, και τα αποκαλυπτήρια του μνημείου συνόδευσαν 21 κανονιοβολισμοί από τον Λυκαβηττό και πτήση 38 αεροπλάνων. Ο εορτασμός συνεχίστηκε το βράδυ με στρατιωτική λαμπαδηφορία 3.000 οπλιτών και 500 ευζώνων μετά μουσικής.

Και επιπλέον με τη φωταγώγηση, για πρώτη φορά, του Παρθενώνα, του Ερεχθείου και του Ναού της Απτέρου Νίκης. Ο λαμπρός αυτός εορτασμός επιχειρεί να «κλείσει την αυλαία» σε μια σειρά διαμάχες που προκλήθηκαν με αφορμή το μνημείο, αλλά ουσιαστικά αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής και συνοδεύουν αναπόφευκτα τις επιλογές σχεδιασμού δημόσιου χώρου, ιδιαίτερα όταν επιχειρεί να διαχειριστεί ζητήματα μνήμης.


ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Η διαμόρφωση του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη αποτελεί τη σημαντικότερη επέμβαση που δέχεται ο περιβάλλων χώρος του κτίσματος των παλαιών Aνακτόρων, την περίοδο ακριβώς που αποφασίζεται να στεγάσει τη Βουλή των Ελλήνων. Η επιλογή της θέσης ανέγερσης του μνημείου μπροστά από τα παλαιά Aνάκτορα θα αλλάξει οριστικά το χαρακτήρα του χώρου αυτού, από μεταβατικό χώρο πρόσβασης στο κτήριο σε λειτουργικά αυτόνομο χώρο-μνημείο, μεταλλάσσοντας έκτοτε αποφασιστικά και τη σχέση του κτηρίου με την πόλη.

Η σύλληψη της ιδέας για απόδοση τιμής στους άγνωστους πεσόντες στη μάχη με την εικονική και συμβολική ''ταφή'' τους, ανάγεται στην κλασική Αθήνα με γνωστότερη ίσως αναφορά αυτήν που γίνεται στον Επιτάφιο του Περικλή: «μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες αναίρεσιν» (Θουκυδίδης 2.34.3). Η ιδέα της κατασκευής ενός μνημείου για τον Άγνωστο Στρατιώτη, συνδέεται άμεσα με την ανάγκη τόνωσης της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή.

Αντίστοιχα μνημεία, αφιερωμένα στους αφανείς στρατιώτες που έπεσαν στη μάχη, κατασκευάζονται στην Ευρώπη κυρίως μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η εκάστοτε πολιτεία επιχειρεί να εκτονώσει τα αισθήματα απελπισίας και αγανάκτησης των μεμονωμένων πολιτών, αποκαθιστώντας το αίσθημα της συλλογικής απώλειας των εκατομμυρίων νεκρών. Στην περίπτωση της Ελλάδας το σχετικό μνημείο ανεγείρεται λίγα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και εξυπηρετεί επιπλέον τη συγκρότηση ενός είδους επιθυμητής συνέχειας του νέου ελληνικού κράτους με το αρχαιοελληνικό παρελθόν του.

Η πρόθεση ανάδειξης αυτής της ιστορικής συνέχειας που έρχεται από το παρελθόν για να προεκταθεί όμως και στο μέλλον είναι έκδηλη στην περίπτωση της πρότασης που τελικά βραβεύεται και κατασκευάζεται. Η διατύπωση της ανάγκης να αποτυπωθεί στο αστικό τοπίο ένα μνημείο που αποτελεί σταθερή υπόμνηση της θυσίας των Ελλήνων υπέρ του νέου Ελληνικού κράτους εντάσσεται στην προσπάθεια του σχεδιασμού της πόλης και με όρους συμβολικούς και ιδεολογικούς. Το μνημείο αποδίδει φόρο τιμής στους μέχρι τότε πεσόντες και «υπόσχεται» φόρο τιμής στους πεσόντες που έπονται, καθώς δεν αναφέρεται σε μία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αλλά στη συνέχεια της ιστορίας του έθνους.

Η διαμόρφωση του μνημείου οφείλει να έχει τη δυναμική του ατελούς, οφείλει να περιλαμβάνει “κενά” που θα συμπληρώνονται (τους αγώνες που έπονται) και να παρέχει τη δυνατότητα νέων εγγραφών που θα αποτυπώνουν αυτήν τη συνέχεια στην πόλη. Η έννοια του ''κενού'' στο δημόσιο χώρο δηλώνεται με την ένταση μιας παύσης στη συνέχεια της πόλης. Δεν είναι τυχαίο ότι η αίσθηση του ''άδειου'' χώρου χαρακτηρίζει τις διαμορφώσεις αντίστοιχων μνημείων, καθώς υπογραμμίζει τον απώτερο στόχο τους: την ανάκληση της συλλογικής μνήμης, την επαφή με το θάνατο.


Η ιστορία της ανέγερσης του μνημείου, από την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού (1926) έως την αποπεράτωση του έργου (1932), χαρακτηρίζεται από την ένταση των συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στην κοινωνία της εποχής για μία σειρά ζητημάτων. Οι συγκρούσεις αυτές έχουν κυρίως ιδεολογικό υπόβαθρο και αναπτύσσονται σε τρεις κυρίως άξονες: τη διαμάχη που αφορά τη χωροθέτηση του μνημείου, την αμφισβήτηση της βραβευμένης στο σχετικό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό πρότασης, αλλά και την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της ανάγλυφης παράστασης που τελικά θα φιλοτεχνηθεί.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗΣ

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που προκύπτουν αμέσως μετά την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού αφορά τη θέση του χώρου ανέγερσης του μνημείου και του τρόπου που αυτό θα συνδιαλέγεται πλέον με την πόλη. Η θέση του χώρου ανέγερσης του μνημείου και ο τρόπος που αυτό θα συνδιαλέγεται πλέον με την πόλη, συνδέεται αναπόφευκτα με τις διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις της περιόδου. Ο άμεσος συσχετισμός του μνημείου με το κτήριο των παλαιών Ανακτόρων -που την εποχή αυτή η χρήση του είναι υπό διαπραγμάτευση- και η προκήρυξη του διαγωνισμού από τον Υπουργείο Στρατιωτικών που διεκδικεί το κτήριο, προκαλεί αντιδράσεις.

Βασικό κριτήριο για την επιλογή της θέσης ανέγερσης του μνημείου αποτελούν οι συνθήκες ιερότητας και ''σιωπής'' που οφείλει να ικανοποιεί και που σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των διαφόρων αντιπροτάσεων, προκύπτουν μόνο μέσω της προσέγγισης του μνημείου σε ''ιερά'' κτήρια ή σημαντικά ιστορικά μνημεία και τοποθεσίες της πόλης, όπως το Πεδίο του Άρεως, το Στάδιο, η Ακρόπολη, ο λόφος του Φιλοπάππου, ο Κεραμικός, ο χώρος δίπλα από τη Μητρόπολη και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ελευθερίου κ.ά. Οι πρώτες αντιδράσεις για τη θέση του μνημείου εκδηλώνονται ήδη από την προκήρυξη του διαγωνισμού και κορυφώνονται μετά τη δημοσίευση του πρώτου βραβείου.


Αυτές έγιναν μέσω επιστολών και δημοσιευμάτων που υπογράφονται από προσωπικότητες της εποχής, με αποτέλεσμα τη σύσταση επιτροπής (1927) για την επανεξέταση του ζητήματος χωροθέτησης. Αποτέλεσμα των αντιδράσεων αποτελεί η διά νόμου σύσταση επιτροπής τον Ιούλιο του 1927. Η επιτροπή αποτελείται από καθηγητές της αρχιτεκτονικής σχολής και της Σχολής Καλών Τεχνών του ΕΜΠ, αλλά και τον Μητροπολίτη Αθηνών, τον Δήμαρχο Αθηναίων, τον Νομάρχη, και ανώτερους αξιωματικούς. Η ίδια η σύσταση της επιτροπής προβάλλει την πολυπλοκότητα του ζητήματος της αρμοδιότητας στη λήψη αποφάσεων αντίστοιχων θεμάτων που αφορούν, εν τέλει, την ιδεατή εικόνα της πόλης.

Μέσω της απόφασης για την ιδανική θέση του μνημείου διατυπώνεται η ανάγκη της σύνθεσης μιας κοινής ιδεολογίας για την πόλη, η οποία λαμβάνει υπόψη σχεδόν ισότιμα τις απόψεις των εκπροσώπων της θρησκευτικής εξουσίας, της πολιτείας, του στρατού, καθώς και των επιστημόνων και καλλιτεχνών του αρμόδιου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας. Η επιτροπή αυτή, εν τέλει, αποφαίνεται ότι η καταλληλότερη θέση για το μνημείο είναι όντως η πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων ενισχύοντας την πεποίθηση των φιλελεύθερων ότι η απόφαση αυτή αποτυπώνει και την ισχύ των πιο συντηρητικών δυνάμεων της χώρας, και ειδικότερα του στρατού.

Η εμπάθεια που προκαλεί το ζήτημα είναι απολύτως κατανοητή, αφού σχετίζεται και αφορά μια σειρά από έννοιες που την εποχή αυτή είναι καίριες για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας. Στο τευχίδιο με τίτλο Σύντομος μελέτη επί του ζητήματος της ανεγέρσεως του μνημείου τω Αγνώστω Στρατιώτη, η κατάλληλος θέσις και η πρέπουσα μορφή (Αθήνα, 1926) που υπογράφεται από τον αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καμπανάκη, Tόσο η ανάλυση όσο και η επιχειρηματολογία βασίζονται ακριβώς στην ερμηνεία του μνημείου με όρους Θρησκευτικούς, Συμβολικούς και Διδακτικούς.

Είναι ενδεικτικό ότι η θέση του μνημείου κατά το συγγραφέα μπορεί να σχετιστεί μόνο με υπάρχοντα μνημεία που αφορούν την ιστορία του Eλληνικού έθνους και αυτά είναι: η Ακρόπολη (αναφορά στην αρχαιότητα), η Αγία Σοφία (αναφορά στο Βυζάντιο) ή η Ιερά Μητρόπολη (αναφορά στο νεότερη ιστορία του κράτους). Μετά την απόφαση και της ειδικής επιτροπής που επιβεβαιώνει ως καταλληλότερη τη χωροθέτηση του μνημείου στην πρώην πλατεία Ανακτόρων, την ευθύνη της ανέγερσης του μνημείου θα αναλάβει εντέλει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1929, ο οποίος σχεδόν ταυτόχρονα αποφασίζει να στεγαστεί η Βουλή των Ελλήνων στο κτήριο των παλαιών Ανακτόρων.


Ο ίδιος ο Βενιζέλος θα υπερασπιστεί δημόσια την άποψη ότι το μνημείο σχετίζεται καταρχήν ιδεολογικά και συμβολικά με την έννοια της Δημοκρατίας και επομένως η άμεση γειτνίασή του με το κτήριο της Βουλής των Ελλήνων και μάλιστα στο κέντρο της πρωτεύουσας –όπως συμβαίνει αντίστοιχα και σε άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης– είναι η ικανοποιητικότερη λύση.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

Η πρόταση που βραβεύεται στο σχετικό διαγωνισμό με το ψευδώνυμο ΣΚΡΑ, ανήκει στον αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, ο οποίος λαμβάνει μέρος στο διαγωνισμό με δύο προτάσεις. Ο Λαζαρίδης, Έλληνας της Κωνσταντινούπολης με Ευρωπαϊκές σπουδές, την εποχή που κερδίζει το διαγωνισμό έχει ήδη σημαντική εμπειρία στο σχεδιασμό δημόσιων χώρων, ως προϊστάμενος των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Αθηναίων επί δημαρχίας του Βενιζελικού Σπύρου Πάτση. Αν και οι μελέτες που εκπονεί αφορούν από κτιριακά έργα μέχρι εσωτερικές διαρρυθμίσεις σημαντικών κτηρίων, το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη παραμένει το γνωστότερο ίσως από τα έργα του.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Λαζαρίδης, λίγα χρόνια αργότερα έλαβε μέρος -πάλι με δύο προτάσεις- και στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για το Ηρώο Θεσσαλονίκης, το οποίο τελικά δεν κατασκευάστηκε. Η συμμετοχή του αυτή επιβεβαιώνει, τόσο το ενδιαφέρον του για αντίστοιχες διαμορφώσει, όσο και την τακτική υποβολής δύο προτάσεων. Η σημαντικότερη επέμβαση της πρότασης ΣΚΡΑ για τη διαμόρφωση του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη αφορά την εκτεταμένη εκσκαφή στο φυσικό πρανές που εκτείνεται μπροστά από το κτήριο των παλαιών Ανακτόρων, αποτελώντας τη μέχρι τότε ''Πλατεία των Ανακτόρων'', προκειμένου να δημιουργηθεί μια επίπεδη σχεδόν πλατεία 7 μ. χαμηλότερα, στην ίδια δηλαδή στάθμη με τη λεωφόρο Αμαλίας.

Η νέα αυτή πλατεία αυτή περιβάλλεται από έναν αναλημματικό τοίχο σχήματος Π «κανονικής λαξευτής λιθοδομής» από πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Στον τοίχο του βάθους τοποθετείται η ανάγλυφη παράσταση του άγνωστου στρατιώτη. Δύο συμμετρικές ως προς τον άξονα του μνημείου κλίμακες συνδέουν τη στάθμη της πλατείας και του μνημείου με τη στάθμη του υπερκείμενου περιβάλλοντα χώρου του κτηρίου των παλαιών Ανακτόρων. Ανάμεσα στις κλίμακες, τους δύο ημικυκλικά επίπεδα συγκροτούν ένα είδος χαμηλού βάθρου για τον τάφο, ο οποίος τοποθετείται αξονικά ως προς την πλατεία και την ανάγλυφη παράσταση.

Στο βασικό επίπεδο της πλατείας δύο όμοια παρτέρια υψηλής φύτευσης διαμορφώνονται εκατέρωθεν του άξονα συμμετρίας του μνημείου, ενώ ο υπόλοιπος χώρος παραμένει κενός. Η πλατεία ασφαλτοστρώνεται, αλλά στην ασφαλτόστρωση ενσωματώνονται ζώνες λευκού μαρμάρου, επιμερίζοντας τη μεγάλη επιφάνεια με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση προοπτικής σύγκλισης προς το κέντρο του μνημείου, δηλαδή τον τάφο και την ανάγλυφη παράσταση.


Η τελική διαφορά στάθμης μεταξύ του επιπέδου του περιβάλλοντος χώρου της εισόδου του κτιρίου των παλαιών ανακτόρων και του επιπέδου της πλατείας του Αγνώστου Στρατιώτη είναι συνολικά σχεδόν 7 μέτρα και αντιστοιχεί στο ύψος ορόφων του κτιρίου, με αποτέλεσμα την εντύπωση της δημιουργίας μιας βάσης με ύψος «τυπικού ορόφου» από την όψη της Λ. Αμαλίας. Έτσι, είναι δυνατή η πρόσληψη του μνημείου ως «μέρους» της κατασκευής του κτίσματος, προκαλώντας επιθυμητούς συνειρμούς σε συμβολικό επίπεδο: τη βάση του κτιρίου αποτελεί η διαμόρφωση ενός ταφικού μνημείου αφιερωμένου στους αγώνες του νεότερου Ελληνικού έθνους.

Το συγκεκριμένο αυτό συστατικό στοιχείο της πρότασης ωστόσο βρίσκει ένα μεγάλο μέρος των αρχιτεκτόνων -και όχι μόνο- αντίθετους, καθώς το κτίριο έχανε την επαφή του με τη γη στην οποία μέχρι τότε εδραζόταν, ενώ ταυτόχρονα αλλοιωνόταν η φυσική τοπογραφία στο σημείο εκείνο της πόλης που είχε παραμείνει αλώβητη. Επιπλέον, το τεχνητό αυτό βάθρο προσέδιδε στο κτίριο μια μνημειακότητα που αντιστρατευόταν εν μέρει την απλότητα και τη «μετριοπάθεια» που το χαρακτήριζε. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Ζαχαρία Παπαντωνίου λίγες μέρες μετά τα εγκαίνια, ο οποίος και ως διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης είχε από νωρίς ενεργό μέρος στις αντιδράσεις και τον σχετικό διάλογο:

«Χάσαμε την ήρεμη όψη του βαυαρικού κτηρίου για να κερδίσουμε τι; Ποιος θα το έλεγε! Τον αισθητικό εφιάλτη ότι το κτήριο των ανακτόρων είναι στον αέρα» (Αθηναϊκά Νέα, 31.3.1932).

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι και η δεύτερη πρόταση που κατατίθεται από το Λαζαρίδη με το ψευδώνυμο ΕΛΛΗΝ διατηρεί τις ίδιες βασικές συνθετικές αρχές, δηλαδή την εκσκαφή και τον αναλημματικό τοίχο, τις δύο κλίμακες που συνδέουν το επίπεδο που προκύπτει με τον προαύλιο χώρο του κτηρίου καθώς και το αξονικά τοποθετημένο θέμα του τάφου, με τα δύο παρτέρια εκατέρωθεν. Οι ομοιότητες αυτές αφορούν τη γενικότερη συνθετική προσέγγιση του αρχιτέκτονα, ο οποίος αντιμετωπίζει το μνημείο όχι ως αυτόνομη γλυπτική σύνθεση αλλά ως στοιχείο του ευρύτερου σχεδιασμού της πλατείας και του τρόπου που αυτή συνδιαλέγεται με τα δεδομένα της υφιστάμενης κατάστασης.

Όπως και ο ίδιος αναφέρει σε δημοσίευμά του στο περιοδικό Έργα (15 Αυγούστου 1928) με αφορμή την ανάθεση της οριστικής μελέτης:

«…ο τάφος του Αγνώστου και η προ των παλαιών Ανακτόρων πλατεία έπρεπε να αποτελέσει έν καλλιτεχνικόν σύνολον αδιαίρετο, ούτως ώστε τάφος και πλατεία να αποτελέσωσιν έν και μόνον θέμα, το του μνημείου».



Οι διαφορές των δύο προτάσεων αφορούν το γενικότερο ύφος σε επίπεδο χαράξεων των δαπεδοστρώσεων και των επενδύσεων, τα προτεινόμενα υλικά, καθώς και την επεξεργασία των επιμέρους στοιχείων. Στη δεύτερη πρόταση το κεντρικό θέμα του τάφου αποδίδεται με μία γλυπτική σύνθεση που αφορά ημικυκλικό περίπτερο με πέντε κίονες, στο κέντρο του όποιου τοποθετείται άγαλμα στρατιώτη. Η λύση που βραβεύεται είναι σίγουρα πιο λιτή στο σύνολό της, παρόλο που στα σχέδια του διαγωνισμού το ύφος και ο σχεδιασμός της ανάγλυφης εντοιχισμένης παράστασης δεν αποπνέει τη δωρικότητα της παράστασης που τελικά κατασκευάζεται.

Τελικά. τον Ιούνιο του 1928 το υπουργικό συμβούλιο αναθέτει στο Λαζαρίδη την εκπόνηση των οριστικών σχεδίων. Το μνημείο κατασκευάζεται με ελάχιστες διαφοροποιήσεις και προσθήκες (κύπελλα θυμιάματος κ.λπ.), ενώ αντικαθίσταται η ανάγλυφη παράσταση. Η αντικατάσταση του αναγλύφου που υποβλήθηκε στο διαγωνισμό έρχεται ως συνέπεια της διαφωνίας που προκύπτει μεταξύ του Εμμανουήλ Λαζαρίδη και του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου με τον οποίον είχε συνεργαστεί για την υποβολή της πρότασης. Το ζήτημα αυτό, δηλαδή της αντικατάστασης όχι μόνο του θέματος που απεικονίζεται αλλά και του ίδιου του γλύπτη που την επιμελείται, καθώς και η καλλιτεχνική αξία της τελικής και πραγματοποιημένης πρότασης αποτελεί αιτία επιπλέον αντιδράσεων.

Το νέο σχεδιασμό αναλαμβάνει τελικά και εκτελεί ο Φωκίωνας Ρωκ, υπό την επίβλεψη του Κώστα Δημητριάδη, καθηγητή γλυπτικής και προσωπικού φίλου του Ελευθέριου Βενιζέλου. πρόκειται για ένα νεκρό οπλίτη που φορά κράνος και κρατά ασπίδα, ο οποίος λαξεύεται πάνω στον πωρόλιθο. Οι εντονότερες επιθέσεις, ωστόσο, αφορούν αυτή καθαυτή την πρόταση και επικεντρώνονται κυρίως στο ζήτημα της εκσκαφής. Η υψομετρική διαφορά που προκύπτει δημιουργεί ένα είδος τεχνητού βάθρου για το κτήριο των παλαιών Ανακτόρων, αποκόπτοντάς το από το φυσικό επίπεδο έδρασής του και αλλοιώνοντας τη φυσική τοπογραφία στο σημείο εκείνο της πόλης.

Η τολμηρή αυτή χειρονομία θα δεχτεί έντονη κριτική, καθώς υποστηρίζεται επιπλέον ότι προσδίδει στο κτήριο μια μνημειακότητα που αντιστρατεύεται την απλότητα και τη ''μετριοπάθεια'' που το χαρακτήριζε. Ωστόσο, η πρόσληψη του μνημείου ως ''μέρους'' του κτηρίου προκαλεί επιθυμητούς συνειρμούς σε συμβολικό επίπεδο: τη βάση του κτηρίου της Βουλής, το βάθρο της Δημοκρατίας, αποτελεί η διαμόρφωση ενός ταφικού μνημείου αφιερωμένου στους αγώνες του νεότερου Ελληνικού έθνους. Είναι ενδεικτικό ότι και στις δύο προτάσεις που καταθέτει ο Λαζαρίδης, τόσο στα σχέδια των όψεων, όσο και σε αυτά των κατόψεων, απεικονίζεται το πρόστυλο της πρόσοψης του κτηρίου, ως μέρος της σύνθεσης.

Ωστόσο, θα ήταν υπερβολή να αποδίδαμε τέτοιου τύπου ιδεολογικούς συσχετισμούς στις προθέσεις του αρχιτέκτονα. Ο συσχετισμός του κτηρίου με την πλατεία-μνημείο εντάσσεται στην προσπάθεια του Λαζαρίδη να διαμορφώσει ένα δημόσιο χώρο που να βρίσκεται σε διαλογική σχέση με το κτήριο των παλαιών Ανακτόρων -η χρήση του οποίου την περίοδο προκήρυξης του διαγωνισμού-, αλλά και με την πλατεία Συντάγματος και τον άξονα της οδού Ερμού, όπως ο ίδιος αναφέρει σε σχετικό δημοσίευμα (περ. Έργα [15.8.1928]).


Οι αντιδράσεις της εποχής σχετικά με το μνημείο, αν και απολύτως θεμιτές, μπορούν να ερμηνευτούν έως ένα βαθμό και μέσα στο πλαίσιο της δυσκολίας αποδοχής οποιουδήποτε νέου σχεδιασμού στο δημόσιο χώρο, ειδικά όταν αυτός αλλοιώνει τη βασική φυσιογνωμία του χώρου και χάνεται ο χαρακτήρας των σχέσεων που έχουν διαμορφωθεί στη συλλογική μνήμη των πολιτών. Αξιολογώντας την πρόταση σήμερα, μπορούμε να διακρίνουμε ότι τόσο σε επίπεδο γενικότερου σχεδιασμού, όσο και σε επίπεδο συσχετισμού υλικών και ενσωμάτωσης διακόσμου.

Το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη διεκδίκησε ποιότητες του ''σύγχρονου'' στην εποχή του -στο πεδίο του σχεδιασμού δημόσιου χώρου- και είχε την πρόθεση να συνομιλήσει με έργα πέρα από τα όρια της Ελλάδας -στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, έχει σημασία να τονιστεί η προσπάθεια του αρχιτέκτονα να συλλάβει την πλατεία - μνημείο ως συνέχεια και απόληξη των άλλων σημαντικών δημόσιων χώρων που σχετίζονται άμεσα με αυτόν, αποκαθιστώντας ένα ενιαίο σύνολο που, όπως υποστήριζε, θα ήταν το πρώτο μέχρι τότε στην πρωτεύουσα:

«Το μνημείον ούτω εννοούμενον έπρεπεν επί πλέον να ευρίσκεται εν απολύτω αρμονία με τα οπίσω αυτού παλαιά Ανάκτορα πλαισιώνον αυτά και να συμπληρώνη την γενικήν διάταξιν της πλατείας του Συντάγματος μετά της κατά τον άξονα αυτής οδού Ερμού, ούτως ώστε να αποτελεσθή μία γενική σύνθεσις θέτουσα τέρμα εις το ασυνάρτητον του γενικού τούτου χώρου και αποτελούσα σύνολον διακοσμητικόν, όπερ θα είναι το πρώτο δημιουργούμενον εν τη πρωτευούση» (περ. Έργα [15.8.1928]).

Οι αντιδράσεις για την επέμβαση αυτή συνεχίζονται έντονα σε όλη τη φάση της κατασκευής, όταν κατά τη διάρκεια των έργων θα γίνει αισθητή η αλλοίωση του χαρακτήρα ενός ημιδημόσιου χώρου που έχει εγγραφεί ήδη στη συλλογική μνήμη από την εποχή της ανέγερσης των Ανακτόρων. Είναι γεγονός ότι κάθε επέμβαση σε δημόσιο χώρο της πόλης -ιδιαίτερα όταν μεταβάλλεται η βασική του φυσιογνωμία- προκαλεί αναμφισβήτητα ένα είδους σοκ στους πολίτες,: με κάθε κατεδάφιση, κατεδαφίζεται και η συνέχεια των αναφορών που έχουμε με έναν τόπο, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.


Η ρήξη αυτή είναι δύσκολο να αποκατασταθεί, και είναι επόμενο να συνοδεύεται από μεγάλη επιφυλακτικότητα για την νέα κατάσταση την οποία καλούμαστε να οικειοποιηθούμε. Καθώς δεν μπορούν να αφομοιωθούν άμεσα οι νέες σχέσεις που προτείνονται, το τελικό αποτέλεσμα περιγράφεται με χαρακτηρισμούς που αναδεικνύουν ακριβώς αυτήν την ανοίκεια κατάσταση: πρόκειται περί «τέρατος». Ο τίτλος του πρωτοσέλιδου δημοσιεύματος της 20ής Αυγούστου 1931 στην εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα είναι ενδεικτικός: «Ο Άγνωστος Στρατιώτης. Πώς εγεννήθη το τέρας». Αν και το δημοσίευμα αναφέρεται στο ανάγλυφο, ο τίτλος θα μπορούσε κάλλιστα να αφορά το σύνολο.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΛΥΦΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Οι αντιδράσεις ωστόσο δεν αφορούν μόνο το ζήτημα της εκσκαφής, αλλά και τον συνολικό χαρακτήρα της πρότασης με επίκεντρο, από μία χρονική στιγμή και μετά, την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της ανάγλυφης παράστασης. Η παράσταση αυτή αποτελεί κεντρικό στοιχείο του σχεδιασμού, και η κριτική αφορά όχι μόνο το τελικό αποτέλεσμα αλλά και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αντικατάσταση του γλύπτη και της πρότασης που είχε αρχικά υποβληθεί στη μελέτη του διαγωνισμού. Η αντικατάσταση αυτή προκύπτει μετά τη διαφωνία του αρχιτέκτονα Εμμ. Λαζαρίδη με τον βασικό του συνεργάτη για την υποβολή της πρότασης στον διαγωνισμό Θ. Θωμόπουλο.

Η παράκαμψη του Θωμοπούλου μεθοδεύεται από τον Λαζαρίδη με το επιχείρημα ότι το αρχικό έργο είχε «κίνησιν και σύνθεσιν φεύγουσα», η οποία δεν εντασσόταν στον χαρακτήρα της συνολικής μελέτης. Ο Λαζαρίδης υποστήριζε ότι είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει την τροποποίηση του ανάγλυφου, ο Θωμόπουλος όμως θα καταγγείλει ότι το ζήτημα προέκυψε μετά από διαφωνία για την αμοιβή του. Ο ίδιος ο υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου θα ορίσει τότε τον καθηγητή Γλυπτικής και διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών Κ. Δημητριάδη, ως τον πλέον αρμόδιο για να αποφασίσει σχετικά με το θέμα.

Ο Δημητριάδης -ο οποίος ορίζεται επιπλέον και επιβλέπων για όλα τα καλλιτεχνικά τμήματα του μνημείου- θα εισηγηθεί τελικά την ανάθεση της ανάγλυφης πλάκας στον Φωκίωνα Ρωκ, βοηθό του στην Σχολή Καλών Τεχνών, ο οποίος και θα εκπονήσει τελικά το έργο. Ωστόσο, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1931 οι αντιδράσεις για την καλλιτεχνική αξία της νέας πρότασης, για τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στη νέα ανάθεση αλλά και για τη συμμετοχή στη φιλοτέχνηση του έργου Ιταλού τεχνίτη, έναντι υπέρογκου για την εποχή ποσού, είναι έντονες.

Ο καλλιτεχνικός κόσμος συμμερίζεται την αγανάκτηση του Θωμόπουλου, ενώ ο Τύπος, στο σύνολο του σχεδόν, προβάλλει ιδιαίτερα το θέμα, απαιτώντας εξηγήσεις για τις κινήσεις που έχουν γίνει, αναγκάζοντας τον ίδιο τον Βενιζέλο να δηλώσει δημόσια την εμπιστοσύνη του στον Δημητριάδη για την ποιότητα του έργου. Τα αρνητικά δημοσιεύματα, που αφορούσαν τόσο το σύνολο του έργου όσο και τα επιμέρους ζητήματα που ήδη αναφέρθηκαν, δεν θα σταματήσουν ούτε μετά τα επίσημα εγκαίνια του μνημείου, αποδεικνύοντας την ένταση που προκάλεσε, σε μια κρίσιμη για την Ελλάδα περίοδο, μια μικρή ίσως αλλά ιδεολογικά φορτισμένη επέμβαση στην πόλη.


Αξιολογώντας την πρόταση σήμερα, μπορούμε να διακρίνουμε ότι τόσο σε επίπεδο γενικότερου σχεδιασμού όσο και σε επίπεδο συσχετισμού υλικών και ενσωμάτωσης διακόσμου, διεκδίκησε ποιότητες του «σύγχρονου» στην εποχή του με πρόθεση να συνομιλήσει με έργα στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, έχει σημασία να τονιστεί η προσπάθεια του αρχιτέκτονα να συλλάβει την πλατεία- μνημείο ως συνέχεια και απόληξη των άλλων σημαντικών δημόσιων χώρων που σχετίζονται άμεσα με αυτόν (την πλατεία Συντάγματος και τον άξονα της οδού Ερμού), αποκαθιστώντας ένα ενιαίο σύνολο που όπως υποστήριζε θα ήταν το πρώτο μέχρι τότε στην πρωτεύουσα.

Ο ρόλος της πλατείας-μνημείου στη διάρκεια ζωής της στην πόλη επιβεβαιώνει τη σημασία της ως ενδιάμεσου χώρου μεταξύ της πλατείας Συντάγματος και του κτηρίου της Βουλής. Αν και οι δράσεις που αναπτύσσονται στην πλατεία ακολουθούν το συντακτικό ενός θεατρικού εντέλει χώρου -όπου το μνημείο και η αλλαγή φρουράς των Ευζώνων αποτελούν το βασικό θέαμα με τους πολίτες να διατάσσονται γύρω και μπροστά από αυτό-, η πλατεία λειτουργεί παράλληλα ως το επίπεδο διακοπής της δυνατότητας προσέγγισης στο κτήριο της Βουλής και των δράσεων που απευθύνονται προς αυτό.

Ωστόσο, η διαμόρφωση του μνημείου σήμερα είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένη, τόσο με το κτήριο της Βουλής, όσο και την πλατεία Συντάγματος, επικυρώνοντας μέρος των αρχικών προθέσεων, σε συμβολικό τουλάχιστον επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δικαιώνονται όλες οι επιλογές του αρχικού του σχεδιασμού, αλλά επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η εγγραφή ενός δημόσιου χώρου στη συνείδηση της πόλης βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συνέχεια μιας συλλογικής βιωματικής εμπειρίας, όταν υποστηρίζεται όμως και από έναν ικανό σχεδιασμό.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ - ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

  • Τοποθεσία: Αθήνα, πλατεία Συντάγματος
  • Έτος Δημιουργίας: 1929-1930
  • Αποκαλυπτήρια: 25 Μαρτίου 1932
  • Αφιερωμένο στους Πεσόντες Πολεμιστές της Ελλάδας
  • Αρχιτέκτονας: Λαζαρίδης Εμμανουήλ
  • Γλύπτες: Ρωκ Φωκίων, Δημητριάδης Κωνσταντίνος, Θωμόπουλος Θωμάς
  • Υλικό Κατασκευής: Μάρμαρο


Ιδιαίτερα Χαρακτηριστικά: 

1. Κενοτάφιο,
2. Απεικονιζόμενος Οπλίτης,
3. Φύλαξη από την Προεδρική Φρουρά (Εύζωνες),
4. Πλάκες με καταγραφές από μάχες όλων των πολέμων που συμμετείχε η Ελλάδα από το 1821 και μετά,
5. Φράσεις χαραγμένες από τον Επιτάφιο Λόγο του Περικλέους (Θουκυδίδης)

Το γλυπτό έργο είναι ένα ανάλημμα σχήματος Π από λαξευμένους πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Το γλυπτό βρίσκεται στο βάθος και κεντρικά του όλου έργου και χαρακτηρίζεται από απλότητα στην αναπαράστασή του. Σε παραλληλόγραμμο πλαίσιο, αναφορά σε αρχαία σαρκοφάγο, παριστάνεται μια γυμνή ανδρική μορφή ξαπλωμένη σε κάποια έξαρση του εδάφους. Ο νεκρός πολεμιστής στο αριστερό χέρι κρατάει κυκλική αψίδα. Στο κεφάλι φοράει αρχαίο κράνος με το πρόσωπο δοσμένο από τα πλάγια να θυμίζει αρχαίο νόμισμα. Η απόδοση του σώματος του νεκρού από τον καλλιτέχνη δίνει την εντύπωση στο θεατή ότι ο στρατιώτης αναπαύεται ζωντανός, έτοιμος να σηκωθεί.

Το θέμα κερδίζει εκφραστικότητα με λιτότητα και δύναμη των μορφών και την πειστικότητα του συνόλου. Αριστερά και δεξιά της παράστασης έχουν χαραχτεί επιγράμματα από τον Επιτάφιο του Θουκιδίδη («Μια κλίνη κενή φέρεται εστρωμμένη των αφανών» - «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος»). Στο μέσο του κενοταφίου χαράχτηκε με μικρότερα γράμματα η φράση «Εις αφανή στρατιώτη». Στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα, δίπλα σε 16 μεταλλικές ασπίδες, τα ονόματα τόπων που έδωσε πολύνεκρες μάχες ο Ελληνικός Στρατός στην νεότερη ιστορία. Στα αριστερά της σύνθεσης περιλαμβάνονται οι μάχες του Α` Βαλκανικού Πολέμου.

Στο κέντρο του μνημείου και στους πωρόλιθους που υπάρχουν στις κλίμακες μάχες του Β` Βαλκανικού Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Ενώ στα δεξιά της σύνθεσης συγκρούσεις του Α` Παγκοσμίου Πολέμου και επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Ρωσία. Μετά την απελευθέρωση πάνω στο κενοτάφιο προστέθηκαν τα πεδία των μαχών του Β` Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα οι επιχειρήσεις στην Κορέα. Με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων το 1994 προστέθηκε και το όνομα «Κύπρος». Το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη λοιπόν δεν είναι ένα απλό μνημείο, είναι το κορυφαίο μνημείο για τον πιο κορυφαίο ήρωα τον ήρωα εκείνο που έπεσε για την ελευθερία.

Αυτός είναι κι ο λόγος που αποδίδονται τόσο μεγάλες τιμές σε αυτό το πρόσωπο. Αυτός είναι επίσης κι ο λόγος για τον οποίο το μνημείο αυτό φυλάσσεται από την γνωστή σε όλους "Προεδρική Φρουρά" ή αλλιώς τους "Εύζωνες". Η Φύλαξη αυτή είναι συμβολική και προσπαθεί ουσιαστικά να δείξει την τιμή και την ευγνωμοσύνη που αισθανόμαστε όλοι οι Έλληνες για την θυσία που έκαναν οι πεσόντες για την Ελευθερία της χώρας μας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Ελληνικό Μνημείο δεν υπάρχει σορός, ακολουθώντας τα έθιμα των Αρχαίων Ελλήνων που ήθελαν τον τάφο κενό («µία δέ κλίνη κενή φέρεται ἐστρωµένη τῶν ἀφανῶν», Θουκυδίδης, 2.34.3).


ΟΙ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ


Α’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1912-1913)

ΕΛΑΣΣΩΝ=ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΝ
ΛΑΖΑΡΑΔΕΣ=ΣΤΕΝΑΠΟΡΤΑΣ=ΚΑΤΕΡΙΝΗ=ΣΟΡΟΒΙΤΣ
ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ=ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ=ΟΣΤΡΟΒΟΝ=ΚΟΡΙΤΣΑ
ΠΕΣΤΑ=ΓΡΥΜΠΟΒΟ=ΠΕΝΤΕΠΗΓΑΔΙΑ=ΠΡΕΒΕΖΑ
ΑΕΤΟΡΡΑΧΗ=ΜΑΝΩΛΙΑΣΣΑ=ΜΠΙΖΑΝΙ=ΔΡΙΣΚΟΣ
Β’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1913)
ΚΙΛΚΙΣ=ΛΑΧΑΝΑ=ΜΠΕΛΕΣ=ΚΡΕΣΝΑ ΤΣΟΥΜΑΓΙΑ
ΠΕΤΣΟΒΟ=ΝΕΥΡΟΚΟΠΙ=ΜΠΑΝΙΤΣΑ=ΜΑΧΩΜΕΑ

Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1914-1918)

ΓΚΟΛΟΜΠΙΛΟ=ΣΜΠΟΡΣΚΟ=ΠΡΕΣΛΑΠ=ΕΡΙΓΩΝ
ΡΑΒΙΝΕ=ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ=ΣΚΡΑ=ΣΤΡΥΜΩΝ
ΔΟΪΡΑΝΗ=ΜΠΕΛΕΣ=ΓΚΡΑΝΚΟΡΟΝΕ=ΤΖΕΝΑ

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ ΡΩΣΙΑ (1919)

ΧΕΡΣΩΝ=ΣΕΡΜΙΚΑΣ=ΟΔΗΣΣΟΣ=ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΙΣ

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ (1919-1922)

ΑΡΤΑΚΗ=ΑΙΔΙΝΙΟΝ=ΠΡΟΥΣΣΑ=ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ
ΤΟΥΜΛΟΥΜΠΟΥΝΑΡ=ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑ=ΔΟΡΙΛΑΙΩΝ
ΑΦΙΟΝ ΚΑΡΑΧΙΣΑΡ=ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ=ΚΑΛΕΓΚΡΟΤΟ

Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1940-1945) – ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ (1950-1953)- ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (1974)

ΠΙΝΔΟΣ
ΜΟΡΟΒΑ=ΚΟΡΥΤΣΑ=ΚΑΛΑΜΑΣ
ΤΟΜΟΡΟΣ=ΤΡΕΜΠΕΣΙΝΑ
ΧΕΙΜΑΡΡΑ=ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΝ
743=ΜΠΟΥΜΠΕΣΙ=ΚΑΛΠΑΚΙ
ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ=ΠΡΕΜΕΤΗ
ΟΣΤΡΟΒΙΤΣΑ=ΠΟΓΡΑΔΕΤΣ
ΡΟΥΠΕΛ=ΠΕΡΙΘΩΡΙ=ΚΡΗΤΗ
ΕΛ-ΑΛΑΜΕΪΝ=ΡΙΜΙΝΙ
ΡΟΥΒΙΚΩΝ=ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ=ΚΟΡΕΑ
ΚΥΠΡΟΣ
ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ -  ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ

Δημόσιοι χώροι όπου τιμάται η θυσία των πεσόντων στρατιωτών είναι τα στρατιωτικά νεκροταφεία, τα μνημεία πολέμων ή μεμονωμένων μαχών (τοπικά και εθνικά) και τα μνημεία του Άγνωστου Στρατιώτη. Υπηρετούν κοινούς στόχους, οι λειτουργίες τους συχνά αλληλοσυμπληρώνονται, αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Τα μνημεία του Άγνωστου Στρατιώτη έχουν ιδιαίτερες και συγκεκριμένες καταβολές -την επαύριον του Α' Παγκοσμίου Πολέμου- και αυτόνομη δυναμική. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η εμπειρία του πολέμου συνιστά την κατεξοχήν ευκαιρία έκφρασης της εθνικής περηφάνιας και συσπείρωσης. Γι’ αυτό, προβάλλεται σε τοπικά και εθνικά μνημεία πολέμου, που –όχι τυχαία– ανεγείρονται με αφορμή στρατιωτικές νίκες.

Ενώ όμως πρόκειται για δημόσιους χώρους μνήμης, τα ονόματα των νεκρών στρατιωτών παραλείπονται και οι πεσόντες καταγράφονται ως αριθμοί. Μόνο οι στρατηγοί μνημονεύονται -συχνά το ίδιο το μνημείο είναι αφιερωμένο προσωπικά σε έναν από αυτούς. Ωστόσο, σταδιακά από τα μέσα του αιώνα και έως τον Α' Π. Π., με την απόδοση νέου, αυξημένου ρόλου στον «κοινό άνθρωπο» στις κοινωνίες του δυτικού κόσμου, αρχίζουν να αναγράφονται πλήρεις κατάλογοι πεσόντων στα μνημεία των μαχών. Όμως ακόμα, η έννοια ενός (μόνο) συμβολικού τάφου για τους αφανείς νεκρούς απουσιάζει.

Η ανάγκη για κάτι τέτοιο θα προκύψει μόνο μετά την εμπειρία του Μεγάλου πολέμου. προγενέστερα παραδείγματα είναι μόνο σποραδικά, και μάλιστα χωρίς να δημιουργούν μια σχετική παράδοση. Η θεμελίωση μνημείου και η συνοδευτική τελετουργική απόδοση τιμών για τους αφανείς νεκρούς, ειδικά του Α’ παγκοσμίου πολέμου, αποφασίζεται και εφαρμόζεται σε δύο από τις νικήτριες δυνάμεις, τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, με αφορμή την εθνική εορτή της πρώτης επετείου της «Ημέρας της κατάπαυσης του πυρός», στις 11 Νοεμβρίου 1919. Στο Παρίσι, κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου διαμορφώνεται ο τάφος του Γάλλου Άγνωστου Στρατιώτη.

Έναν χρόνο αργότερα, πραγματοποιείται η εκταφή λειψάνων αταύτιστων στρατιωτών από τα πεδία μαχών, η τυχαία επιλογή ενός από αυτά, και η ταφή του στο μνημείο. Έτσι, η Αψίδα από μνημείο δόξας των στρατηγών του Ναπολέοντα, γίνεται μνημείο της θυσίας όλου του Γαλλικού λαού. Την ίδια περίοδο, στη Μεγάλη Βρετανία λαμβάνουν χώρα αντίστοιχες ενέργειες: παρέλαση, εκταφή σωρών, επιλογή της μιας, νεκρώσιμη πομπή και ταφή της. Η διαφοροποίηση έγκειται στο ότι δεν χρησιμοποιείται ένα προϋπάρχον πολεμικό μνημείο, αλλά ανεγείρεται ένα νέο, συνειδητά διαμορφωμένο ως μνημείο πεσόντων, το «Κενοτάφιο».


Αντίστοιχα, τα λείψανα του «Άγνωστου πολεμιστή», τοποθετούνται σε κανονικό τάφο στο Αβαείο του Ουεστμίνστερ -εκεί όπου αναπαύονται όλοι οι ένδοξοι Άγγλοι νεκροί. Ακολουθούν, το 1921, άλλοι δύο από τους νικητές, η Ιταλία που επιστρατεύει τον κατεξοχήν χώρο έκφρασης της εθνικής της ενότητας, το Μνημείο του Βίκτωρα Εμμανουήλ στη Ρώμη, και οι ΗΠΑ που επιλέγουν το ιστορικό στρατιωτικό νεκροταφείο του Άρλινγκτον στη Βιρτζίνια ως χώρο τοποθέτησης της σαρκοφάγου του Άγνωστου Στρατιώτη. Αντίστοιχα, οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην ηττημένη Γερμανία του μεσοπολέμου, επιτρέπουν μόλις το 1931, τη μετατροπή του «Νέου Κτιρίου της φρουράς» στο Βερολίνο σε μνημείο των πεσόντων.

Αυτές οι ενέργειες βρίσκουν πολύ γρήγορα μιμητές και στα υπόλοιπα κράτη που έχουν συμμετάσχει στο Μεγάλο πόλεμο και στους πολέμους που συνδέονται με αυτόν. Έως τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η αισθητική των μνημείων και το περιεχόμενο των σχετιζόμενων με αυτά τελετών θα έχουν παγιωθεί σε ένα πρότυπο που ισχύει μέχρι και σήμερα -ιδίως στη Γαλλική του εκδοχή, όπου τάφος και μνημείο ταυτίζονται. Είναι σαφές ότι η εμπειρία του Α' Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί την κύρια αιτία, τόσο για την ανέγερση μνημείων για τους αφανείς πεσόντες, όσο και για την υιοθέτηση του συχνά περίπλοκου τελετουργικού που συνοδεύει τη λειτουργία τους. Ο Μεγάλος πόλεμος συνιστά μια εμπειρία που άλλαξε τις κοσμοαντιλήψεις ολόκληρων κοινωνιών.

Για πρώτη φορά είχαν χρησιμοποιηθεί τόσο μεγάλοι στρατοί νεαρών, ενθουσιωδών πολιτών-στρατιωτών. Η φρίκη της σφαγής εκατομμυρίων από αυτούς, καθιστά τώρα επιτακτική την ίδρυση από το κράτος μνημείων-“καταφυγίων”, όπως είναι οι τάφοι και τα κενοτάφια των Αγνώστων Στρατιωτών. Στόχοι αυτών των μνημείων και των τελετών που τα περιβάλλουν είναι: να ενοποιήσουν το πένθος χιλιάδων μεμονωμένων οικογενειών σε μια ενιαία πολιτική λατρεία των πεσόντων και να απαλύνουν την εμπειρία του πολέμου από τη μνήμη όσων είχαν πάρει μέρος σε αυτόν, ώστε να της δώσουν μια αγνή, σχεδόν μυθική διάσταση. Αυτή η προσπάθεια εξιδανίκευσης γίνεται αισθητή και μέσω της θεματολογίας και τεχνοτροπίας των συγκεκριμένων μνημείων.

Ο Χριστιανισμός και η κλασική αρχαιότητα είναι οι βασικές αναφορές τους. Συχνά μάλιστα, στα ανάγλυφα ή αγάλματα που κοσμούν τα μνημεία, τα όπλα που κρατούν οι πεσόντες στρατιώτες είναι ξίφη –αναγωγή στην ηρωική, ''ιπποτική'' διάσταση του πολέμου. Όχι τυχαία, ο Βρετανός «Άγνωστος πολεμιστής» είναι θαμμένος μαζί με ένα ξίφος από την εποχή των Σταυροφοριών. Στο ίδιο πλαίσιο εξιδανίκευσης εντάσσεται και ένα άλλο χαρακτηριστικό στα μνημεία των Αγνώστων Στρατιωτών: η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στη στρατιωτική ιεραρχία. Οι ενταφιασμένοι άγνωστοι στρατιώτες ή οι φρουροί που τους φυλάνε δεν έχουν βαθμό.


Ο μύθος της πολεμικής εμπειρίας είναι μύθος ''ισότητας'': κάθε μεμονωμένος νεκρός στρατιώτης είναι σημαντικό πρόσωπο, γιατί εκφράζει το ιδεατό της εθνικής κοινότητας ως μιας συντροφικότητας μεταξύ ίσων που μοιράζονται μια κοινή αποστολή. Φυσικά, το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη σε κάθε χώρα καλύπτει και πιο συγκεκριμένες, πρακτικές ανάγκες, ανάλογα με την ιστορική συγκυρία. Έτσι, στη Μεγάλη Βρετανία η ανέγερση του «Κενοταφίου» θεωρήθηκε και ως ένα μέσο εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας που είχε επιφέρει ο πόλεμος. Αντίστοιχα, ο Άγνωστος Στρατιώτης στη Γερμανία θα γίνει το επίκεντρο της προσπάθειας διατήρησης του φιλοπόλεμου αισθήματος ενός ηττημένου κράτους.

Η μνήμη των αγνώστων νεκρών των πολέμων που ακολουθούν τον Α' Παγκόσμιο υπηρετήθηκε, είτε με τη σταδιακή συμπερίληψή τους στο αρχικό μνημείο (ή, αν πρόκειται για κενοτάφιο, με την αναγραφή του πολεμικού γεγονότος), είτε με την αποδοχή ότι στο αρχικό μνημείο θα τιμώνται ουσιαστικά και όλοι οι μεταγενέστεροι νεκροί. Τέλος, κράτη που καθυστέρησαν να ιδρύσουν τέτοια μνημεία, όταν το έκαναν, τίμησαν αναδρομικά σε αυτά και τους πεσόντες των παλαιότερων πολέμων. Έτσι, το μνημείο μετατρέπεται προοδευτικά από τάφος του αγνώστου ενός πολέμου, σε τάφο ή τάφους του αγνώστου ή των αγνώστων όλων των πολέμων του έθνους.

Σήμερα, τα μνημεία των Αγνώστων Στρατιωτών αποτελούν πηγή εθνικής περηφάνιας, σεβασμού αλλά και αναστοχασμού για τα δεινά του πολέμου για τους πολίτες κάθε κράτους. Ένα ίσως ελάχιστα γνωστό σημείο από την ιστορία του μνημείου είναι ότι «ευζωνικά τάγματα» ανέλαβαν το 1943 - 1944 να "συνδράμουν" τον κατακτητή κατά της Αντίστασης και συγκροτήθηκαν από τους τσολιάδες του μνημείου. Το βασικό δε Τάγμα Ασφαλείας της πρωτεύουσας ήταν το «Τάγμα Φρουράς του Αγνώστου Στρατιώτου». Στην επίσημη ιστοσελίδα της Προεδρικής Φρουράς γράφει :

«Κατά την διάρκεια της κατοχής οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής επέτρεψαν στην τότε Ανακτορική Φρουρά να εξακολουθεί να φρουρεί το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Με αποφάσεις όμως της κατοχικής κυβέρνησης Ράλλη, τα τάγματα Ευζώνων αναγκάστηκαν να συνεργαστούν με τις κατοχικές δυνάμεις. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να τους αποδοθεί ο αρνητικός όρος "Γερμανοτσολιάδες".



ΤΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Με την δημιουργία του γλυπτού διαμορφώθηκε και όλος ο χώρος της πλατείας μπροστά από την Βουλή. Έτσι δόθηκε μνημειακός χαρακτήρας σε όλη την έκταση της πλατείας που κατασκευάστηκε. Οι χωματουργικές εργασίες είχαν κρατήσει μεγάλο διάστημα. Δεδομένου ότι υπήρχε υψομετρική διαφορά αλλά και δυσκολία στην επεξεργασία του πωρόλιθου. Έτσι απαιτήθηκε περισσότερος χρόνος αλλά και ειδικοί τεχνίτες από την Γαλλία. Το γεγονός αυτό ανέβαζε πολύ το κόστος κατασκευής και ήδη είχαν δημιουργηθεί πολλά αρνητικά σχόλια που τόνιζαν τις σπατάλες την στιγμή δύσκολης κατάστασης για την χώρα. Ακόμα και το σωματείο των γλυπτών είχε αφήσει υπόνοιες για μυστικές συμφωνίες και «απευθείας αναθέσεις».

Ιδιαίτερη αίσθηση είχε προκαλέσει το γεγονός ότι οι μεταλλικές ασπίδες και τα κύπελλα θυμιάματος ενώ ήταν προγραμματισμένο να χυτευτούν στην Ελλάδα τελικά κατασκευάστηκαν στο Παρίσι με τετραπλάσια τιμή από την αρχική.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ - ΒΑΣΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΗΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

1833
ΚΗΠΟΣ Πολεοδομικό σχέδιο των Σταμάτιου Κλεάνθη – Eduard Schaubert, το οποίο προβλέπει Βασιλικό Κήπο (180 στρέμματα) σε άμεση γειτνίαση με τα Aνάκτορα στην περιοχή της σημερινής πλατείας Ομονοίας.

1834
ΚΗΠΟΣ Οι Leo von Klenze και Karl Friedrich von Schinkel προτείνουν χωρίς επιτυχία ανέγερση βασιλικών ανακτόρων και κήπων σε Κεραμεικό και Ακρόπολη αντίστοιχα. Ο Friedrich von Gärtner, που τελικά αναλαμβάνει την οικοδόμηση των Ανακτόρων στο λόφο της Μπουμπουνίστρας, προβλέπει στα ανατολικά τους βασιλικό κήπο Γαλλικού τύπου.

Η Αθήνα ανακηρύσσεται πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Επίσημη υποδοχή του Όθωνα στην πόλη.
1836
ΚΗΠΟΣ Έναρξη οικοδόμησης των Ανακτόρων. παράλληλα, ο Γερμανός αρχιτέκτονας Ludwig Lange προτείνει τη δημιουργία ενός δημόσιου κήπου που θα εκτείνεται από το Λυκαβηττό μέχρι τις όχθες του Ιλισσού.

1836 - 1859
ΚΗΠΟΣ Αγορά αγροτεμαχίων για τη δημιουργία και επέκταση του Βασιλικού Κήπου.

1837
Τα υπό ανέγερση Ανάκτορα συνδέονται με τον περιβάλλοντα χώρο τους βάσει του σχεδίου του αρχιτέκτονα Hoch.

Έμφαση δίνεται στη διαμόρφωση της περιοχής της πλατείας στα δυτικά του κτηρίου.

ΚΗΠΟΣ Άφιξη της Αμαλίας στην Αθήνα. Η βασίλισσα αναλαμβάνει προσωπικά την υπόθεση του Κήπου και συστήνει αρμόδια επιτροπή.

1839
ΚΗΠΟΣ πολεοδομικό σχέδιο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου που προβλέπει την τοποθέτηση των Ανακτόρων ανάμεσα σε δύο κήπους, καθώς και τη δημιουργία ενός ευρύτερου δημόσιου αρχαιολογικού πάρκου.

ΚΗΠΟΣ Έναρξη δενδροφύτευσης και δημιουργία του βασικού κηποτεχνικού σκελετού με φυτά αυτοφυή και από το εξωτερικό. Την επίβλεψη των εργασιών (και τη διεύθυνση του Κήπου) αναλαμβάνουν ο Βαυαρός γεωπόνος Smarat και ο πρώσος Friedrich Schmidt. Στην εκσκαφή του πρώτου τμήματος του Κήπου έχουμε την πρώτη απόπειρα χάραξης κήπου αγγλικού τύπου. Ο Κήπος συνεχίζει να εμπλουτίζεται έως το 1882.

1843
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος επεκτείνεται νότια και ανατολικά.

Ιούλιος Το βασιλικό ζεύγος και η Αυλή εγκαθίστανται στα Ανάκτορα.

3 Σεπτεμβρίου Εκδηλώνεται κίνημα για την παραχώρηση Συντάγματος.

1844
Μάρτιος Συνταγματική μοναρχία. Έναρξη κοινοβουλευτικού βίου.

1846
ΚΗΠΟΣ χώρος υπαίθριων προγευμάτων της Αυλής διαμορφώνεται στο σημείο του Βασιλικού Κήπου, όπου αποκαλύπτεται μωσαϊκό δάπεδο Ρωμαϊκής εποχής.

1847
ΚΗΠΟΣ Αρχικηπουρός διορίζεται ο Γάλλος κηποτέχνης François Lοuis Bareaud, που έχει συντάξει (1843) και τον κατάλογο των κυριότερων ειδών δέντρων που καλλιεργούνταν στον Κήπο.

ΚΗΠΟΣ Στο σχέδιο της πόλης των Αθηνών της Επιτροπής Αξιωματικών σημειώνεται όλος ο χώρος μέχρι τον Ιλισσό και το Ολυμπείον ως μελλοντικό πεδίο επέκτασης του Κήπου.

1848 - 1852
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος φθάνει με τρίτη επέκταση τα 150 στρέμματα.

1848
ΚΗΠΟΣ Ο Βαυαρός αρχιτέκτονας κήπων Eduard von Riedel πραγματοποιεί τις χαράξεις του Κήπου, αντικαθιστώντας το Hoch. Συμμετέχει και ο Αθηναίος αρχιτέκτονας παναγής Βρετός-Κάλκος.

1850
ΚΗΠΟΣ Σχέδιο του François Lοuis Bareaud προβλέπει πυκνή φύτευση του βορειανατολικού τμήματος του Κήπου, διαμόρφωση οπωρώνα στο κέντρο και δημιουργία τριών διαδρόμων θέας με χλοοτάπητες, τριανταφυλλιές και άλλα άνθη.

1851
ΚΗΠΟΣ Το Βασιλικό Ελληνικό Αυλαρχείο, για λόγους ασφαλείας, αποφασίζει την απαγόρευση εισόδου του κοινού στον Κήπο, με κάποιες εξαιρέσεις. Ύστερα από έντονες αντιδράσεις, επιτρέπεται η είσοδος «εις τους καλώς ενδεδυμένους».

1854
ΚΗΠΟΣ Αποφασίζεται να ανοίγει ο Κήπος κάποιες ώρες για όλους τους κατοίκους.

1862
Οκτώβριος Έξωση του Όθωνα και της Αμαλίας.

1863
Οκτώβριος Άφιξη Γεωργίου Α’.

1864
Μάρτιος Ένωση Ιονίων νήσων με την Ελλάδα.

1866
ΚΗΠΟΣ Τοποθετούνται στον Κήπο οι μαρμάρινες προτομές του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και του Ελβετού φιλέλληνα τραπεζίτη Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου, έργα του γλύπτη Ιωάννη Κόσσου.
1868
ΚΗΠΟΣ Έναρξη αποπληρωμής του χρέους για την κατασκευή των Ανακτόρων και τη διαμόρφωση του Κήπου στην Αμαλία.

ΚΗΠΟΣ Εγκαθίσταται στη βορειοανατολική γωνία του Κήπου η Βασιλική (μετέπειτα προεδρική) φρουρά σε έκταση 4,5 στρεμμάτων.

1881
Φεβρουάριος Παραχωρούνται στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η περιοχή της Άρτας.

1883
ΚΗΠΟΣ Το Friedrich Schmidt διαδέχεται στη διεύθυνση του Κήπου ο Γάλλος γεωπόνος Laval.

1884
Ιούλιος Πυρκαγιά στα Ανάκτορα.

1896
Μάρτιος-Απρίλιος. Τέλεση των Α’ Ολυμπιακών Αγώνων στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

1897
Απρίλιος Ο ''ατυχής'' Ελληνο-τουρκικός πόλεμος.

1909
Αύγουστος Κίνημα στου Γουδή.

Δεκέμβριος Νέα πυρκαγιά στα Ανάκτορα. Μεγάλες καταστροφές.

1912 - 1913
Βαλκανικοί πόλεμοι.

1915 - 1921
ΚΗΠΟΣ Ο γεωπόνος Ιωάννης Κοντόπουλος αναδιαμορφώνει και σταθεροποιεί τις μορφές των πιο χαρακτηριστικών σημείων του Κήπου.

1915 - 1917
Εθνικός Διχασμός.

1917
Μετά την παραίτηση και αποχώρηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’, ο Κήπος εκ των πραγμάτων γίνεται Εθνικός.

1920
ΚΗΠΟΣ Τοποθετείται η προτομή του Σπυρίδωνα-Φιλίσκου Σαμάρα, έργο του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου.

1922
Αύγουστος-Σεπτέμβριος Μικρασιατική καταστροφή.

Υπηρεσίες περίθαλψης των προσφύγων εγκαθίστανται στα “παλαιά” πλέον Ανάκτορα.

1923
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος χαρακτηρίζεται κρατικός και έκτοτε παραμένει ανοικτός για το κοινό από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου.

1924
Μάρτιος-Απρίλιος Εγκαθίδρυση αβασίλευτης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

1924-1926
Στέγαση υπηρεσιών υπουργείων και άλλων φορέων στο κτήριο των παλαιών Ανακτόρων.

1925
ΚΗΠΟΣ Αποκαλυπτήρια της προτομής του Διονύσιου Σολωμού, έργο του Θωμά Θωμόπουλου, με πλήθος κόσμου και προσφώνηση από τον Κωστή παλαμά.

ΜΝΗΜΕΙΟ Αρχίζει να διαμορφώνεται η ιδέα κατασκευής ενός μνημείου για τον Άγνωστο Στρατιώτη. Η χωροθέτηση του μνημείου στην πόλη θα αποτελέσει ζήτημα διαμάχης.

1926
ΚΗΠΟΣ Θυσιάζεται μικρή λωρίδα δέντρων για τη διαπλάτυνση και ευθυγράμμιση της λεωφόρου Βασιλίσσης Αμαλίας. Αποκαλυπτήρια της προτομής του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, έργο του φωκίωνα Ρωκ.

ΜΝΗΜΕΙΟ Μάρτιος προκηρύσσεται, στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης από το Θεόδωρο πάγκαλο στέγασης του Υπουργείου Στρατιωτικών στα παλαιά Ανάκτορα, διαγωνισμός μελέτης για την κατασκευή του Μνημείου. Ορίζεται ως χώρος ανέγερσής του η «έμπροσθεν των παλαιών Ανακτόρων πλατείαν, καταλλήλως προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Η επιλογή του χώρου αμφισβητείται από φιλελεύθερους και διανοούμενους.

ΜΝΗΜΕΙΟ Οκτώβριος Έγκριση και βράβευση της μελέτης για το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη με το ψευδώνυμο ΣΚΡΑ, του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη. Η μελέτη περιλαμβάνει ανάγλυφη παράσταση σε προσχέδιο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου.

1927
ΚΗΠΟΣ Με νομοθετικό διάταγμα ιδρύεται η Επιτροπή Δημοσίων Κήπων και Δενδροστοιχιών και καθιερώνεται και επίσημα η ονομασία Εθνικός Κήπος.

ΜΝΗΜΕΙΟ Σύσταση επιτροπής για την εύρεση της καταλληλότερης θέσης για την ανέγερση του Μνημείου. Οριστική επιλογή της πλατείας των παλαιών Ανακτόρων.

1927 - 1940
ΚΗΠΟΣ Εποχή σταθεροποίησης και βελτίωσης της μορφής του Εθνικού Κήπου και μετατροπής του από ιδιωτικό κήπο σε δημόσιο πάρκο.

1928
ΜΝΗΜΕΙΟ Ιούνιος Το υπουργικό συμβούλιο, εγκρίνει τη χωροθέτηση του Μνημείου και αναθέτει στον Εμμανουήλ Λαζαρίδη την εκπόνηση των οριστικών σχεδίων.

1928 - 1929
ΜΝΗΜΕΙΟ Οι αντιδράσεις για την επιλογή του χώρου εντείνονται (εφημερίδες, καλλιτεχνικός κόσμος, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, πολιτικός κόσμος).

1929
ΜΝΗΜΕΙΟ Την ευθύνη για την ανέγερση του Μνημείου στο χώρο αναλαμβάνει προσωπικά ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος.

Μάρτιος Οριστική απόφαση του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου για στέγαση της Βουλής και της Γερουσίας στο κτήριο των παλαιών Ανακτόρων.

ΜΝΗΜΕΙΟ Απρίλιος Έναρξη των χωματουργικών και προπαρασκευαστικών εργασιών για τη διαμόρφωση του χώρου για το Μνημείο.

ΜΝΗΜΕΙΟ Σεπτέμβριος Ρήξη του Θωμά Θωμόπουλου με τον Εμμανουήλ Λαζαρίδη. Ο πρώτος, μετά τον παραγκωνισμό του, προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές χωρίς να βρει δικαίωση. Ο Λαζαρίδης αναζητεί νέο συνεργάτη.

ΜΝΗΜΕΙΟ Σεπτέμβριος Η επιτροπή επίβλεψης αποφασίζει την τοποθέτηση μεταλλικών ασπίδων και κυπέλλων θυμιάματος ως διακοσμητικών στοιχείων του Μνημείου, σε σχέδια του Εμμανουήλ Λαζαρίδη.

ΜΝΗΜΕΙΟ Δεκέμβριος Η επιτροπή επίβλεψης προτείνει τη διαμόρφωση του χώρου των ανθοπωλείων στο πρανές της βόρειας πλευράς της πλατείας του Άγνωστου Στρατιώτη. Τα σχέδια ανατίθενται στον Εμμανουήλ Λαζαρίδη.

1930
ΜΝΗΜΕΙΟ Μαΐος Με παρέμβαση του υπουργού παιδείας Γεώργιου παπανδρέου, απαιτείται θετική εισήγηση του γλύπτη Κώστα Δημητριάδη, προκειμένου να εγκριθεί οποιαδήποτε σύνθεση για την ανάγλυφη παράσταση του Μνημείου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Δεκέμβριος Η επιτροπή επίβλεψης εγκρίνει τη νέα πρόταση με παράσταση νεκρού οπλίτη, έργο του γλύπτη φωκίωνα Ρωκ.

1931
ΚΗΠΟΣ Μεγάλη ανοιξιάτικη χιονόπτωση προξενεί καταστροφή πολλών δέντρων του Κήπου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Ιούνιος Ο Κώστας Δημητριάδης, αναλαμβάνει επίσημα την επίβλεψη των εργασιών του φωκίωνα Ρωκ, ως επιβλέπων όλων των καλλιτεχνικών τμημάτων του Μνημείου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Ιούλιος Η επιτροπή επίβλεψης αποφασίζει τον τρόπο αναγραφής των τοπωνυμίων των μαχών στους αναβαθμούς του Μνημείου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Σεπτέμβριος Αντιδράσεις για την καλλιτεχνική αξία της πρότασης Ρωκ, τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στην ανάθεση αλλά και για την υπέρογκη αμοιβή του μαρμαρογλύπτη.

1932
ΜΝΗΜΕΙΟ Εγκαίνια του Μνημείου με μεγάλη επισημότητα στην εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Μάιος πρωτόκολλο παράδοσης του έργου από το Λαζαρίδη στην επιτροπή επίβλεψης.

ΜΝΗΜΕΙΟ Ιούλιος παρουσιάζεται το σχέδιο φωτισμού της πλατείας και του Μνημείου.

1934
ΚΗΠΟΣ Κίνδυνοι καταστροφής του Κήπου από ψύχος και ξηρασία.

Ανεπιτυχής απόπειρα οικοπεδοποίησής του.

1935
Ιούλιος Πανηγυρική έναρξη των εργασιών της Βουλής στο νέο της κτήριο.

1936
Αύγουστος Διάλυση της Βουλής. Δικτατορία Μεταξά.

1938
ΜΝΗΜΕΙΟ Ιανουάριος Ο Λαζαρίδης αποστέλλει στο Υπουργείου Τύπου και Τουρισμού συνοπτικό ιστορικό της πορείας των έργων του Μνημείου.

1941 - 1944
ΚΗΠΟΣ Κατοχή. Σημαντικές φθορές στον Κήπο: καταστροφή μεγάλου αριθμού φυτών, εγκατάλειψη παρτεριών ανθέων-χλόης, τέλεια καταστροφή ζωοπτηνολογικής συλλογής, σοβαρές ζημιές στα διάφορα τεχνικά έργα.

1944
Δεκέμβριος Συγκρούσεις των “Δεκεμβριανών” στην Αθήνα.

1946
Μάιος Επανέναρξη των εργασιών της Βουλής.

1946 - 1949
Εμφύλιος πόλεμος.

1954
ΚΗΠΟΣ Η Διεύθυνση Κήπων και Δενδροστοιχιών επιτρέπει την εγκατάσταση υπαίθριου θέατρου μέσα στον Κήπο, προς την πλευρά της λεωφόρου Αμαλίας. Ξεσηκώνεται θύελλα διαμαρτυριών. Το θέατρο λειτούργησε περίπου για μία δεκαετία.

1956
ΚΗΠΟΣ Η προσπάθεια αποκατάστασης επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό. Ο Κήπος βρίσκει τουλάχιστον εξωτερικά την προπολεμική του εμφάνιση.

1960 - 1980
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος συντηρείται σε σταθερή βάση, εκσυγχρονίζεται τεχνικά και εμπλουτίζεται με νέα είδη φυτών. 

1963
ΚΗΠΟΣ Τοποθετείται η ορειχάλκινη προτομή του ποιητή Jean Moréas (Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου), έργο του γλύπτη EmileAntoine Bourdelle.

1967 - 1974
Δικτατορία των Συνταγματαρχών.

1974
Δεκέμβριος Δημοψήφισμα για το πολιτειακό: κατάργηση βασιλείας.

1975
Ιούνιος Ψήφιση Συντάγματος: προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία.

1975 - 2009
Συνεχείς εργασίες συντήρησης και εκσυγχρονισμού του κτηρίου της Βουλής.

1978
ΚΗΠΟΣ Σφοδρή ανεμοθύελλα επιφέρει σοβαρές ζημιές στον Κήπο.

1979
Μάιος Ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.

1984
ΚΗΠΟΣ Αρχίζει η λειτουργία Βοτανικού Μουσείου (σήμερα είναι κλειστό), παιδικής Βιβλιοθήκης και καφενείου στον Κήπο.

1997
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος περνάει στην αρμοδιότητα της περιφέρειας Αττικής.

2001
Ιανουάριος Ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

2004
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος παραχωρείται για 90 χρόνια στο Δήμο Αθηναίων.

2005
ΚΗΠΟΣ Συγκροτείται το νομικό πρόσωπο Δήμος Αθηναίων - Εθνικός Κήπος, αρμόδιο για τη διαχείριση του Κήπου.

Σήμερα
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος έχει γύρω στα 7.000 δέντρα, 40.000 θάμνους και άλλα μικρότερα φυτά απ’ όλο τον κόσμο. Διαθέτει επτά εισόδους: μία στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, τρεις στην οδό Ηρώδου του Αττικού, δύο στο Ζάππειο και μία στη λεωφόρο Βασιλίσσης Αμαλίας.

Την παράδοση του γέρου κηπουρού Schmidt, που ταυτίστηκε με τον Κήπο, συνέχισε μια πλειάδα διευθυντών: Πέτρος Πάτσης (1887 - 1895), Σουκ (1895 - 1896), Ιωάννης Πάτσης (1897 - ;), Φρειδερίκος Καιζοκέφαλος (1923 - 1924), Αδριανός Κοσμάς (1924 - 1926), Ηρακλής Παπαθεοδώρου (1926 - 1945), Νικόλαος Ταμβάκης (1955 - 1985).
ΘΟΥ­ΚΥ­ΔΙ­ΔΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ «Ε­ΠΙ­ΤΑ­ΦΙ­ΟΣ»

᾿Εν δὲ τῷ αὐ­τῷ χει­μῶ­νι ᾿Α­θη­ναῖ­οι τῷ πα­τρί­ῳ νό­μῳ χρώ­με­νοι δη­μο­σί­ᾳ τα­φὰς ἐ­ποι­ή­σα­ντο τῶν ἐν τῷ­δε τῷ πο­λέ­μῳ πρώ­των ἀ­πο­θα­νό­ντων τρό­πῳ τοι­ῷ­δε. τὰ μὲν ὀ­στᾶ προ­τί­θε­νται τῶν ἀ­πο­γε­νο­μέ­νων πρό­τρι­τα σκη­νὴν ποι­ή­σα­ντες, καὶ ἐ­πι­φέ­ρει τῷ αὑ­τοῦ ἕ­κα­στος ἤν τι βού­λη­ται· ἐ­πει­δὰν δὲ ἡ ἐκ­φο­ρὰ ᾖ, λάρ­να­κας κυ­πα­ρισ­σί­νας ἄ­γου­σιν ἅ­μα­ξαι, φυ­λῆς ἑ­κά­στης μί­αν· ἔ­νε­στι δὲ τὰ ὀ­στᾶ ἧς ἕ­κα­στος ἦν φυ­λῆς. μί­α δὲ κλί­νη κε­νὴ φέ­ρε­ται ἐ­στρω­μέ­νη τῶν ἀ­φα­νῶν, οἳ ἂν μὴ εὑ­ρε­θῶ­σιν ἐς ἀ­ναί­ρε­σιν. ξυ­νεκ­φέ­ρει δὲ ὁ βου­λό­με­νος καὶ ἀ­στῶν καὶ ξέ­νων, καὶ γυ­ναῖ­κες πά­ρει­σιν αἱ προ­σή­κου­σαι ἐ­πὶ τὸν τά­φον ὀ­λο­φυ­ρό­με­ναι. τι­θέ­α­σιν οὖν ἐς τὸ δη­μό­σι­ον σῆ­μα, ὅ ἐ­στιν ἐ­πὶ τοῦ καλ­λί­στου προ­α­στεί­ου τῆς πό­λε­ως, καὶ αἰ­εὶ ἐν αὐ­τῷ θά­πτου­σι τοὺς ἐκ τῶν πο­λέ­μων, πλήν γε­τοὺς ἐν Μα­ρα­θῶ­νι· ἐ­κεί­νων δὲ δι­α­πρε­πῆ τὴν ἀ­ρε­τὴν κρί­να­ντες αὐ­τοῦ καὶ τὸν τά­φον ἐ­ποί­η­σαν. ἐ­πει­δὰν δὲ κρύ­ψω­σι γῇ, ἀ­νὴρ ᾑ­ρη­μέ­νος ὑ­πὸ τῆς πό­λε­ως, ὃς ἂν γνώ­μῃ τε δο­κῇ μὴ ἀ­ξύ­νε­τος εἶ­ναι καὶ ἀ­ξι­ώ­σει προ­ή­κῃ, λέ­γει ἐ­π' αὐ­τοῖς ἔ­παι­νον τὸν πρέ­πο­ντα· με­τὰ δὲ τοῦ­το ἀ­πέρ­χο­νται. ὧ­δε μὲν θά­πτου­σιν· καὶ δι­ὰ πα­ντὸς τοῦ πο­λέ­μου, ὁ­πό­τε ξυμ­βαί­η αὐ­τοῖς, ἐ­χρῶ­ντο τῷ νό­μῳ. ἐ­πὶ δ' οὖν τοῖς πρώ­τοις τοῖσ­δε Πε­ρι­κλῆς ὁ Ξαν­θίπ­που ᾑ­ρέ­θη λέ­γειν. καὶ ἐ­πει­δὴ και­ρὸς ἐ­λάμ­βα­νε, προ­ελ­θὼν ἀ­πὸ τοῦ σή­μα­τος ἐ­πὶ βῆ­μα ὑ­ψη­λὸν πε­ποι­η­μέ­νον, ὅ­πως ἀ­κού­οι­το ὡς ἐ­πὶ πλεῖ­στον τοῦ ὁ­μί­λου, ἔ­λε­γε τοι­ά­δε.

Οἱ μὲν πολ­λοὶ τῶν ἐν­θά­δε ἤ­δη εἰ­ρη­κό­των ἐ­παι­νοῦ­σι τὸν προ­σθέ­ντα τῷ νό­μῳ τὸν λό­γον τόν­δε, ὡς κα­λὸν ἐ­πὶ τοῖς ἐκ τῶν πο­λέ­μων θα­πτο­μέ­νοις ἀ­γο­ρεύ­ε­σθαι αὐ­τόν. ἐ­μοὶ δὲ ἀρ­κοῦν ἂν ἐ­δό­κει εἶ­ναι ἀν­δρῶν ἀ­γα­θῶν ἔρ­γῳ γε­νο­μέ­νω­νἔρ­γῳ καὶ δη­λοῦ­σθαι τὰς τι­μάς, οἷ­α καὶ νῦν πε­ρὶ τὸν τά­φο­ντόν­δε δη­μο­σί­ᾳ πα­ρα­σκευ­α­σθέ­ντα ὁ­ρᾶ­τε, καὶ μὴ ἐν ἑ­νὶ ἀν­δρὶ πολ­λῶν ἀ­ρε­τὰς κιν­δυ­νεύ­ε­σθαι εὖ τε καὶ χεῖ­ρον εἰ­πό­ντι πι­στευ­θῆ­ναι. χα­λε­πὸν γὰρ τὸ με­τρί­ως εἰ­πεῖν ἐν ᾧ μό­λις καὶ ἡ δό­κη­σις τῆς ἀ­λη­θεί­ας βε­βαι­οῦ­ται. ὅ τε γὰρ ξυ­νει­δὼς καὶ εὔ­νους ἀ­κρο­α­τὴς τά­χ' ἄν τι ἐν­δε­ε­στέ­ρως πρὸς ἃ βού­λε­ταί τε καὶ ἐ­πί­στα­ται νο­μί­σει­ε δη­λοῦ­σθαι, ὅ τε ἄ­πει­ρος ἔ­στιν ἃ καὶ πλε­ο­νά­ζε­σθαι, δι­ὰ φθό­νον, εἴ τι ὑ­πὲρ τὴν αὑ­τοῦ φύ­σιν ἀ­κού­οι. μέ­χρι γὰρ τοῦ­δε ἀ­νε­κτοὶ οἱ ἔ­παι­νοί εἰ­σι πε­ρὶ ἑ­τέ­ρων λε­γό­με­νοι, ἐς ὅ­σον ἂν καὶ αὐ­τὸς ἕ­κα­στος οἴ­η­ται ἱ­κα­νὸς εἶ­ναι δρᾶ­σαί τι ὧν ἤ­κου­σεν· τῷ δὲ ὑ­περ­βάλ­λο­ντι αὐ­τῶν φθο­νοῦ­ντες ἤ­δη καὶ ἀ­πι­στοῦ­σιν. ἐ­πει­δὴ δὲ τοῖς πά­λαι οὕ­τως ἐ­δο­κι­μά­σθη ταῦ­τα κα­λῶς ἔ­χειν, χρὴ καὶ ἐ­μὲ ἑ­πό­με­νον τῷ νό­μῳ πει­ρᾶ­σθαι ὑ­μῶν τῆς ἑ­κά­στου βου­λή­σε­ώς τε καὶ δό­ξης τυ­χεῖν ὡς ἐ­πὶ πλεῖ­στον.


῎Αρ­ξο­μαι δὲ ἀ­πὸ τῶν προ­γό­νων πρῶ­τον· δί­και­ον γὰρ αὐ­τοῖς καὶ πρέ­πον δὲ ἅ­μα ἐν τῷ τοι­ῷ­δε τὴν τι­μὴν ταύ­την τῆς μνή­μης δί­δο­σθαι. τὴν γὰρ χώ­ραν οἱ αὐ­τοὶ αἰ­εὶ οἰ­κοῦ­ντες δι­α­δο­χῇ τῶν ἐ­πι­γι­γνο­μέ­νων μέ­χρι τοῦ­δε ἐ­λευ­θέ­ραν δι­' ἀ­ρε­τὴν πα­ρέ­δο­σαν. καὶ ἐ­κεῖ­νοί τε ἄ­ξι­οι ἐ­παί­νου καὶ ἔ­τι μᾶλ­λον οἱ πα­τέ­ρες ἡ­μῶν· κτη­σά­με­νοι γὰρ πρὸς οἷς ἐ­δέ­ξα­ντο ὅ­σην ἔ­χο­μεν ἀρ­χὴν οὐκ ἀ­πό­νως ἡ­μῖν τοῖς νῦν προ­σκα­τέ­λι­πον. τὰ δὲ πλεί­ω αὐ­τῆς αὐ­τοὶ ἡ­μεῖς οἵ­δε οἱ νῦν ἔ­τι ὄ­ντες μά­λι­στα ἐν τῇ κα­θε­στη­κυί­ᾳ ἡ­λι­κί­ᾳ ἐ­πηυ­ξή­σα­μεν καὶ τὴν πό­λιν τοῖς πᾶ­σι πα­ρε­σκευ­ά­σα­μεν καὶ ἐς πό­λε­μον καὶ ἐς εἰ­ρή­νην αὐ­ταρ­κε­στά­την. ὧν ἐ­γὼ τὰ μὲν κα­τὰ πο­λέ­μους ἔρ­γα, οἷς ἕ­κα­στα ἐ­κτή­θη, ἢ εἴ τι αὐ­τοὶ ἢ οἱ πα­τέ­ρες ἡ­μῶν βάρ­βα­ρον ἢ ῞Ελ­λη­να πο­λέ­μι­ον ἐ­πι­ό­ντα προ­θύ­μως ἠ­μυ­νά­με­θα, μα­κρη­γο­ρεῖν ἐν εἰ­δό­σιν οὐ βου­λό­με­νος ἐ­ά­σω· ἀ­πὸ δὲ οἵ­ας τε ἐ­πι­τη­δεύ­σε­ως ἤλ­θο­μεν ἐ­π' αὐ­τὰ καὶ με­θ' οἵ­ας πο­λι­τεί­ας καὶ τρό­πων ἐξ οἵ­ων με­γά­λα ἐ­γέ­νε­το, ταῦ­τα δη­λώ­σας πρῶ­τον εἶ­μι καὶ ἐ­πὶ τὸν τῶν­δε ἔ­παι­νον, νο­μί­ζων ἐ­πί τε τῷ πα­ρό­ντι οὐκ ἂν ἀ­πρε­πῆ λε­χθῆ­ναι αὐ­τὰ καὶ τὸν πά­ντα ὅ­μι­λον καὶ ἀ­στῶν καὶ ξέ­νων ξύμ­φο­ρον εἶ­ναι ἐ­πα­κοῦ­σαι αὐ­τῶν.

Χρώ­με­θα γὰρ πο­λι­τεί­ᾳ οὐ ζη­λού­σῃ τοὺς τῶν πέ­λας νό­μους, πα­ρά­δει­γμα δὲ μᾶλ­λον αὐ­τοὶ ὄ­ντες τι­σὶν ἢ μι­μού­με­νοι ἑ­τέ­ρους. καὶ ὄ­νο­μα μὲν δι­ὰ τὸ μὴ ἐς ὀ­λί­γους ἀλ­λ' ἐς πλεί­ο­νας οἰ­κεῖν δη­μο­κρα­τί­α κέ­κλη­ται· μέ­τε­στι δὲ κα­τὰ μὲν τοὺς νό­μους πρὸς τὰ ἴ­δι­α δι­ά­φο­ρα πᾶ­σι τὸ ἴ­σον, κα­τὰ δὲ τὴν ἀ­ξί­ω­σιν, ὡς ἕ­κα­στος ἔν τῳ εὐ­δο­κι­μεῖ, οὐκ ἀ­πὸ μέ­ρους τὸ πλέ­ον ἐς τὰ κοι­νὰ ἢ ἀ­π' ἀ­ρε­τῆς προ­τι­μᾶ­ται, οὐ­δ' αὖ κα­τὰ πε­νί­αν, ἔ­χων γέ τι ἀ­γα­θὸν δρᾶ­σαι τὴν πό­λιν, ἀ­ξι­ώ­μα­τος ἀ­φα­νεί­ᾳ κε­κώ­λυ­ται. ἐ­λευ­θέ­ρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοι­νὸν πο­λι­τεύ­ο­μεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλ­λή­λους τῶν κα­θ' ἡ­μέ­ραν ἐ­πι­τη­δευ­μά­των ὑ­πο­ψί­αν, οὐ δι­' ὀρ­γῆς τὸν πέ­λας, εἰ καθ᾿ ἡ­δο­νήν τι δρᾷ, ἔ­χο­ντες, οὐ­δὲ ἀ­ζη­μί­ους μέν, λυ­πη­ρὰς δὲ τῇ ὄ­ψει ἀ­χθη­δό­νας προ­στι­θέ­με­νοι. ἀ­νε­πα­χθῶς δὲ τὰ ἴ­δι­α προ­σο­μι­λοῦ­ντες τὰ δη­μό­σι­α δι­ὰ δέ­ος μά­λι­στα οὐ πα­ρα­νο­μοῦ­μεν, τῶν τε αἰ­εὶ ἐν ἀρ­χῇ ὄ­ντων ἀ­κρο­ά­σει καὶ τῶν νό­μων, καὶ μά­λι­στα αὐ­τῶν ὅ­σοι τε ἐ­π' ὠ­φε­λί­ᾳ τῶν ἀ­δι­κου­μέ­νων κεῖ­νται καὶ ὅ­σοι ἄ­γρα­φοι ὄ­ντες αἰ­σχύ­νην ὁ­μο­λο­γου­μέ­νην φέ­ρου­σιν.


Καὶ μὴν καὶ τῶν πό­νων πλεί­στας ἀ­να­παύ­λας τῇ γνώ­μῃ ἐ­πο­ρι­σά­με­θα, ἀ­γῶ­σι μέν γε καὶ θυ­σί­αις δι­ε­τη­σί­οις νο­μί­ζο­ντες, ἰ­δί­αις δὲ κα­τα­σκευ­αῖς εὐ­πρε­πέ­σιν, ὧν κα­θ' ἡ­μέ­ραν ἡ τέρ­ψις τὸ λυ­πη­ρὸν ἐκ­πλήσ­σει. ἐ­πε­σέρ­χε­ται δὲ δι­ὰ μέ­γε­θος τῆς πό­λε­ως ἐκ πά­σης γῆς τὰ πά­ντα, καὶ ξυμ­βαί­νει ἡ­μῖν μη­δὲν οἰ­κει­ο­τέ­ρᾳ τῇ ἀ­πο­λαύ­σει τὰ αὐ­τοῦ ἀ­γα­θὰ γι­γνό­με­να καρ­ποῦ­σθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων.

Δι­α­φέ­ρο­μεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πο­λε­μι­κῶν με­λέ­ταις τῶν ἐ­να­ντί­ων τοῖσ­δε. τήν τε γὰρ πό­λιν κοι­νὴν πα­ρέ­χο­μεν, καὶ οὐκ ἔ­στιν ὅ­τε ξε­νη­λα­σί­αις ἀ­πείρ­γο­μέν τι­να ἢ μα­θή­μα­τος ἢ θε­ά­μα­τος, ὃ μὴ κρυ­φθὲν ἄν τις τῶν πο­λε­μί­ων ἰ­δὼν ὠ­φε­λη­θεί­η, πι­στεύ­ο­ντες οὐ ταῖς πα­ρα­σκευ­αῖς τὸ πλέ­ον καὶ ἀ­πά­ταις ἢ τῷ ἀ­φ' ἡ­μῶν αὐ­τῶν ἐς τὰ ἔρ­γα εὐ­ψύ­χῳ· καὶ ἐν ταῖς παι­δεί­αις οἱ μὲν ἐ­πι­πό­νῳ ἀ­σκή­σει εὐ­θὺς νέ­οι ὄ­ντες τὸ ἀν­δρεῖ­ον με­τέρ­χο­νται, ἡ­μεῖς δὲ ἀ­νει­μέ­νως δι­αι­τώ­με­νοι οὐ­δὲν ἧσ­σον ἐ­πὶ τοὺς ἰ­σο­πα­λεῖς κιν­δύ­νους χω­ροῦ­μεν. τε­κμή­ρι­ον δέ· οὔ­τε γὰρ Λα­κε­δαι­μό­νι­οι κα­θ' ἑ­αυ­τούς, μέθ᾿ ἁ­πά­ντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡ­μῶν στρα­τεύ­ου­σι, τήν τε τῶν πέ­λας αὐ­τοὶ ἐ­πελ­θό­ντες οὐ χα­λε­πῶς ἐν τῇ ἀλ­λο­τρί­ᾳ τοὺς πε­ρὶ τῶν οἰ­κεί­ων ἀ­μυ­νο­μέ­νους μα­χό­με­νοι τὰ πλεί­ω κρα­τοῦ­μεν. ἁ­θρό­ᾳ τε τῇ δυ­νά­μει ἡ­μῶν οὐ­δείς πω πο­λέ­μι­ος ἐ­νέ­τυ­χε δι­ὰ τὴν τοῦ ναυ­τι­κοῦ τε ἅ­μα ἐ­πι­μέ­λει­αν καὶ τὴν ἐν τῇ γῇ ἐ­πὶ πολ­λὰ ἡ­μῶν αὐ­τῶν ἐ­πί­πεμ­ψιν· ἢν δέ που μο­ρί­ῳ τι­νὶ προ­σμεί­ξω­σι, κρα­τή­σα­ντές τέ τι­νας ἡ­μῶν πά­ντας αὐ­χοῦ­σιν ἀ­πε­ῶ­σθαι καὶ νι­κη­θέ­ντες ὑ­φ' ἁ­πά­ντων ἡσ­σῆ­σθαι. καί­τοι εἰ ῥᾳ­θυ­μί­ᾳ μᾶλ­λον ἢ πό­νων με­λέ­τῃ καὶ μὴ με­τὰ νό­μων τὸ πλέ­ον ἢ τρό­πων ἀν­δρεί­ας ἐ­θέ­λο­μεν κιν­δυ­νεύ­ειν, πε­ρι­γί­γνε­ται ἡ­μῖν τοῖς τε μέλ­λου­σιν ἀλ­γει­νοῖς μὴ προ­κά­μνειν, καὶ ἐς αὐ­τὰ ἐλ­θοῦ­σι μὴ ἀ­τολ­μο­τέ­ρους τῶν αἰ­εὶ μο­χθού­ντων φαί­νε­σθαι, καὶ ἔν τε τού­τοις τὴν πό­λιν ἀ­ξί­αν εἶ­ναι θαυ­μά­ζε­σθαι καὶ ἔ­τι ἐν ἄλ­λοις.

Φι­λο­κα­λοῦ­μέν τε γὰρ με­τ' εὐ­τε­λεί­ας καὶ φι­λο­σο­φοῦ­μεν ἄ­νευ μα­λα­κί­ας· πλού­τῳ τε ἔρ­γου μᾶλ­λον και­ρῷ ἢ λό­γου κό­μπῳ χρώ­με­θα, καὶ τὸ πέ­νε­σθαι οὐχ ὁ­μο­λο­γεῖν τι­νὶ αἰ­σχρόν, ἀλ­λὰ μὴ δι­α­φεύ­γειν ἔρ­γῳ αἴ­σχι­ον. ἔ­νι τε τοῖς αὐ­τοῖς οἰ­κεί­ων ἅ­μα καὶ πο­λι­τι­κῶν ἐ­πι­μέ­λει­α, καὶ ἑ­τέ­ροις πρὸς ἔρ­γα τε­τρα­μέ­νοις τὰ πο­λι­τι­κὰ μὴ ἐν­δε­ῶς γνῶ­ναι· μό­νοι γὰρ τόν τε μη­δὲν τῶν­δε με­τέ­χο­ντα οὐκ ἀ­πρά­γμο­να, ἀλ­λ' ἀ­χρεῖ­ον νο­μί­ζο­μεν, καὶ οἱ αὐ­τοὶ ἤ­τοι κρί­νο­μέν γε ἢ ἐν­θυ­μού­με­θα ὀρ­θῶς τὰ πρά­γμα­τα, οὐ τοὺς λό­γους τοῖς ἔρ­γοις βλά­βην ἡ­γού­με­νοι, ἀλ­λὰ μὴ προ­δι­δα­χθῆ­ναι μᾶλ­λον λό­γῳ πρό­τε­ρον ἢ ἐ­πὶ ἃ δεῖ ἔρ­γῳ ἐλ­θεῖν. δι­α­φε­ρό­ντως γὰρ δὴ καὶ τό­δε ἔ­χο­μεν ὥ­στε τολ­μᾶν τε οἱ αὐ­τοὶ μά­λι­στα καὶ πε­ρὶ ὧν ἐ­πι­χει­ρή­σο­μεν ἐ­κλο­γί­ζε­σθαι· ὃ τοῖς ἄλ­λοις ἀ­μα­θί­α μὲν θρά­σος, λο­γι­σμὸς δὲ ὄ­κνον φέ­ρει. κρά­τι­στοι δ' ἂν τὴν ψυ­χὴν δι­καί­ως κρι­θεῖ­εν οἱ τά τε δει­νὰ καὶ ἡ­δέ­α σα­φέ­στα­τα γι­γνώ­σκο­ντες καὶ δι­ὰ ταῦ­τα μὴ ἀ­πο­τρε­πό­με­νοι ἐκ τῶν κιν­δύ­νων. καὶ τὰ ἐς ἀ­ρε­τὴν ἐ­νη­ντι­ώ­με­θα τοῖς πολ­λοῖς· οὐ γὰρ πά­σχο­ντες εὖ, ἀλ­λὰ δρῶ­ντες κτώ­με­θα τοὺς φί­λους. βε­βαι­ό­τε­ρος δὲ ὁ δρά­σας τὴν χά­ριν ὥ­στε ὀ­φει­λο­μέ­νην δι­' εὐ­νοί­ας ᾧ δέ­δω­κε σῴ­ζειν· ὁ δὲ ἀ­ντο­φεί­λων ἀμ­βλύ­τε­ρος, εἰ­δὼς οὐκ ἐς χά­ριν, ἀλ­λ' ἐς ὀ­φεί­λη­μα τὴν ἀ­ρε­τὴν ἀ­πο­δώ­σων. καὶ μό­νοι οὐ τοῦ ξυμ­φέ­ρο­ντος μᾶλ­λον λο­γι­σμῷ ἢ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τῷ πι­στῷ ἀ­δε­ῶς τι­νὰ ὠ­φε­λοῦ­μεν.


Ξυ­νε­λών τε λέ­γω τήν τε πᾶ­σαν πό­λιν τῆς ῾Ελ­λά­δος παί­δευ­σιν εἶ­ναι καὶ κα­θ' ἕ­κα­στον δο­κεῖν ἄν μοι τὸν αὐ­τὸν ἄν­δρα πα­ρ' ἡ­μῶν ἐ­πὶ πλεῖ­στ' ἂν εἴ­δη καὶ με­τὰ χα­ρί­των μά­λι­στ' ἂν εὐ­τρα­πέ­λως τὸ σῶ­μα αὔ­ταρ­κες πα­ρέ­χε­σθαι. καὶ ὡς οὐ λό­γων ἐν τῷ πα­ρό­ντι κό­μπος τά­δε μᾶλ­λον ἢ ἔρ­γων ἐ­στὶν ἀ­λή­θει­α, αὐ­τὴ ἡ δύ­να­μις τῆς πό­λε­ως, ἣν ἀ­πὸ τῶν­δε τῶν τρό­πων ἐ­κτη­σά­με­θα, ση­μαί­νει. μό­νη γὰρ τῶν νῦν ἀ­κο­ῆς κρείσ­σων ἐς πεῖ­ραν ἔρ­χε­ται, καὶ μό­νη οὔ­τε τῷ πο­λε­μί­ῳ ἐ­πελ­θό­ντι ἀ­γα­νά­κτη­σιν ἔ­χει ὑ­φ' οἵ­ων κα­κο­πα­θεῖ οὔ­τε τῷ ὑ­πη­κό­ῳ κα­τά­μεμ­ψιν ὡς οὐχ ὑ­π' ἀ­ξί­ων ἄρ­χε­ται. με­τὰ με­γά­λων δὲ ση­μεί­ων καὶ οὐ δή τοι ἀ­μάρ­τυ­ρόν γε τὴν δύ­να­μιν πα­ρα­σχό­με­νοι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔ­πει­τα θαυ­μα­σθη­σό­με­θα, καὶ οὐ­δὲν προσ­δε­ό­με­νοι οὔ­τε ῾Ο­μή­ρου ἐ­παι­νέ­του οὔ­τε ὅ­στις ἔ­πε­σι μὲν τὸ αὐ­τί­κα τέρ­ψει, τῶν δ' ἔρ­γων τὴν ὑ­πό­νοι­αν ἡ ἀ­λή­θει­α βλά­ψει, ἀλ­λὰ πᾶ­σαν μὲν θά­λασ­σαν καὶ γῆν ἐ­σβα­τὸν τῇ ἡ­με­τέ­ρᾳ τόλ­μῃ κα­τα­να­γκά­σα­ντες γε­νέ­σθαι, πα­ντα­χοῦ δὲ μνη­μεῖ­α κα­κῶν τε κἀ­γα­θῶν ἀί­δι­α ξυ­γκα­τοι­κί­σα­ντες. πε­ρὶ τοι­αύ­της οὖν πό­λε­ως οἵ­δε τε γεν­ναί­ως δι­και­οῦ­ντες μὴ ἀ­φαι­ρε­θῆ­ναι αὐ­τὴν μα­χό­με­νοι ἐ­τε­λεύ­τη­σαν, καὶ τῶν λει­πο­μέ­νων πά­ντα τι­νὰ εἰ­κὸς ἐ­θέ­λειν ὑ­πὲρ αὐ­τῆς κά­μνειν.

Δι­’ ὃ δὴ καὶ ἐ­μή­κυ­να τὰ πε­ρὶ τῆς πό­λε­ως, δι­δα­σκα­λί­αν τε ποι­ού­με­νος μὴ πε­ρὶ ἴ­σου ἡ­μῖν εἶ­ναι τὸν ἀ­γῶ­να καὶ οἷς τῶν­δε μη­δὲν ὑ­πάρ­χει ὁ­μοί­ως, καὶ τὴν εὐ­λο­γί­αν ἅ­μα ἐ­φ’ οἷς νῦν λέ­γω φα­νε­ρὰν ση­μεί­οις κα­θι­στάς. καὶ εἴ­ρη­ται αὐ­τῆς τὰ μέ­γι­στα· ἃ γὰρ τὴν πό­λιν ὕ­μνη­σα, αἱ τῶν­δε καὶ τῶν τοι­ῶν­δε ἀ­ρε­ταὶ ἐ­κό­σμη­σαν, καὶ οὐκ ἂν πολ­λοῖς τῶν ῾Ελ­λήνων ἰ­σόρ­ρο­πος ὥ­σπερ τῶν­δε ὁ λό­γος τῶν ἔρ­γων φα­νεί­η. δο­κεῖ δέ μοι δη­λοῦν ἀν­δρὸς ἀ­ρε­τὴν πρώ­τη τε μη­νύ­ου­σα καὶ τε­λευ­ταί­α βε­βαι­οῦ­σα ἡ νῦν τῶν­δε κα­τα­στρο­φή. καὶ γὰρ τοῖς τἆλ­λα χεί­ρο­σι δί­και­ον τὴν ἐς τοὺς πο­λέ­μους ὑ­πὲρ τῆς πα­τρί­δος ἀν­δρα­γα­θί­αν προ­τί­θε­σθαι· ἀ­γα­θῷ γὰρ κα­κὸν ἀ­φα­νί­σα­ντες κοι­νῶς μᾶλ­λον ὠ­φέ­λη­σαν ἢ ἐκ τῶν ἰ­δί­ων ἔ­βλα­ψαν. τῶν­δε δὲ οὔ­τε πλού­του τις τὴν ἔ­τι ἀ­πό­λαυ­σιν προ­τι­μή­σας ἐ­μα­λα­κί­σθη οὔ­τε πε­νί­ας ἐλ­πί­δι, ὡς κἂν ἔ­τι δι­α­φυ­γὼν αὐ­τὴν πλου­τή­σει­εν, ἀ­να­βο­λὴν τοῦ δει­νοῦ ἐ­ποι­ή­σα­το· τὴν δὲ τῶν ἐ­να­ντί­ων τι­μω­ρί­αν πο­θει­νο­τέ­ραν αὐ­τῶν λα­βό­ντες καὶ κιν­δύ­νων ἅ­μα τόν­δε κάλ­λι­στον νο­μί­σα­ντες ἐ­βου­λή­θη­σαν με­τ’ αὐ­τοῦ τοὺς μὲν τι­μω­ρεῖ­σθαι, τῶν δὲ ἐ­φί­ε­σθαι, ἐλ­πί­δι μὲν τὸ ἀ­φα­νὲς τοῦ κα­τορ­θώ­σειν ἐ­πι­τρέ­ψα­ντες, ἔρ­γῳ δὲ πε­ρὶ τοῦ ἤ­δη ὁ­ρω­μέ­νου σφί­σιν αὐ­τοῖς ἀ­ξι­οῦ­ντες πε­ποι­θέ­ναι, καὶ ἐν αὐ­τῷ τῷ ἀ­μύ­νε­σθαι καὶ πα­θεῖν μᾶλ­λον ἡ­γη­σά­με­νοι ἢ [τὸ] ἐν­δό­ντες σῴ­ζε­σθαι, τὸ μὲν αἰ­σχρὸν τοῦ λό­γου ἔ­φυ­γον, τὸ δ’ ἔρ­γον τῷ σώ­μα­τι ὑ­πέ­μει­ναν καὶ δι­’ ἐ­λα­χί­στου και­ροῦ τύ­χης ἅ­μα ἀ­κμῇ τῆς δό­ξης μᾶλ­λον ἢ τοῦ δέ­ους ἀ­πηλ­λά­γη­σαν.


Καὶ οἵ­δε μὲν προ­ση­κό­ντως τῇ πό­λει τοι­οί­δε ἐ­γέ­νο­ντο· τοὺς δὲ λοι­ποὺς χρὴ ἀ­σφα­λε­στέ­ραν μὲν εὔ­χε­σθαι, ἀ­τολ­μο­τέ­ραν δὲ μη­δὲν ἀ­ξι­οῦν τὴν ἐς τοὺς πο­λε­μί­ους δι­ά­νοι­αν ἔ­χειν, σκο­ποῦ­ντας μὴ λό­γῳ μό­νῳ τὴν ὠ­φε­λί­αν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐ­δὲν χεῖ­ρον αὐ­τοὺς ὑ­μᾶς εἰ­δό­τας μη­κύ­νοι, λέ­γων ὅ­σα ἐν τῷ τοὺς πο­λε­μί­ους ἀ­μύ­νε­σθαι ἀ­γα­θὰ ἔ­νε­στιν, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον τὴν τῆς πό­λε­ως δύ­να­μιν κα­θ’ ἡ­μέ­ραν ἔρ­γῳ θε­ω­μέ­νους καὶ ἐ­ρα­στὰς γι­γνο­μέ­νους αὐ­τῆς, καὶ ὅ­ταν ὑ­μῖν με­γά­λη δό­ξῃ εἶ­ναι, ἐν­θυ­μου­μέ­νους ὅ­τι τολ­μῶ­ντες καὶ γι­γνώ­σκο­ντες τὰ δέ­ο­ντα καὶ ἐν τοῖς ἔρ­γοις αἰ­σχυ­νό­με­νοι ἄν­δρες αὐ­τὰ ἐ­κτή­σα­ντο, καὶ ὁ­πό­τε καὶ πεί­ρᾳ του σφα­λεῖ­εν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πό­λιν γε τῆς σφε­τέ­ρας ἀ­ρε­τῆς ἀ­ξι­οῦ­ντες στε­ρί­σκειν, κάλ­λι­στον δὲ ἔ­ρα­νον αὐ­τῇ προϊ­έ­με­νοι. κοι­νῇ γὰρ τὰ σώ­μα­τα δι­δό­ντες ἰ­δί­ᾳ τὸν ἀ­γή­ρων ἔ­παι­νον ἐ­λάμ­βα­νον καὶ τὸν τά­φον ἐ­πι­ση­μό­τα­τον, οὐκ ἐν ᾧ κεῖ­νται μᾶλ­λον, ἀλ­λ’ ἐν ᾧ ἡ δό­ξα αὐ­τῶν πα­ρὰ τῷ ἐ­ντυ­χό­ντι αἰ­εὶ καὶ λό­γου καὶ ἔρ­γου και­ρῷ αἰ­εί­μνη­στος κα­τα­λεί­πε­ται. ἀν­δρῶν γὰρ ἐ­πι­φα­νῶν πᾶ­σα γῆ τά­φος, καὶ οὐ στη­λῶν μό­νον ἐν τῇ οἰ­κεί­ᾳ ση­μαί­νει ἐ­πι­γρα­φή, ἀλ­λὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προ­ση­κού­σῃ ἄ­γρα­φος μνή­μη πα­ρ’ ἑ­κά­στῳ τῆς γνώ­μης μᾶλ­λον ἢ τοῦ ἔρ­γου ἐν­δι­αι­τᾶ­ται. οὓς νῦν ὑ­μεῖς ζη­λώ­σα­ντες καὶ τὸ εὔ­δαι­μον τὸ ἐ­λεύ­θε­ρον, τὸ δ’ ἐ­λεύ­θε­ρον τὸ εὔ­ψυ­χον κρί­να­ντες μὴ πε­ρι­ο­ρᾶ­σθε τοὺς πο­λε­μι­κοὺς κιν­δύ­νους. οὐ γὰρ οἱ κα­κο­πρα­γοῦ­ντες δι­και­ό­τε­ρον ἀ­φει­δοῖ­εν ἂν τοῦ βί­ου, οἷς ἐλ­πὶς οὐκ ἔ­στιν ἀ­γα­θοῦ, ἀλ­λ’ οἷς ἡ ἐ­να­ντί­α με­τα­βο­λὴ ἐν τῷ ζῆν ἔ­τι κιν­δυ­νεύ­ε­ται καὶ ἐν οἷς μά­λι­στα με­γά­λα τὰ δι­α­φέ­ρο­ντα, ἤν τι πταί­σω­σιν. ἀλ­γει­νο­τέ­ρα γὰρ ἀν­δρί γε φρό­νη­μα ἔ­χο­ντι ἡ με­τὰ τοῦ [ἐν τῷ] μα­λα­κι­σθῆ­ναι κά­κω­σις ἢ ὁ με­τὰ ῥώ­μης καὶ κοι­νῆς ἐλ­πί­δος ἅ­μα γι­γνό­με­νος ἀ­ναί­σθη­τος θά­να­τος.

Δι᾿ ὅ­περ καὶ τοὺς τῶν­δε νῦν το­κέ­ας, ὅ­σοι πά­ρε­στε, οὐκ ὀ­λο­φύ­ρο­μαι μᾶλ­λον ἢ πα­ρα­μυ­θή­σο­μαι. ἐν πο­λυ­τρό­ποις γὰρ ξυμ­φο­ραῖς ἐ­πί­στα­νται τρα­φέ­ντες· τὸ δ’ εὐ­τυ­χές, οἳ ἂν τῆς εὐ­πρε­πε­στά­της λά­χω­σιν, ὥ­σπερ οἵ­δε μὲν νῦν, τε­λευ­τῆς, ὑ­μεῖς δὲ λύ­πης, καὶ οἷς ἐ­νευ­δαι­μο­νῆ­σαί τε ὁ βί­ος ὁ­μοί­ως καὶ ἐ­ντε­λευ­τῆ­σαι ξυ­νε­με­τρή­θη. χα­λε­πὸν μὲν οὖν οἶ­δα πεί­θειν ὄν, ὧν καὶ πολ­λά­κις ἕ­ξε­τε ὑ­πο­μνή­μα­τα ἐν ἄλ­λων εὐ­τυ­χί­αις, αἷς πο­τὲ καὶ αὐ­τοὶ ἠ­γάλ­λε­σθε· καὶ λύ­πη οὐχ ὧν ἄν τις μὴ πει­ρα­σά­με­νος ἀ­γα­θῶν στε­ρί­σκη­ται, ἀλ­λ’ οὗ ἂν ἐ­θὰς γε­νό­με­νος ἀ­φαι­ρε­θῇ. καρ­τε­ρεῖν δὲ χρὴ καὶ ἄλ­λων παί­δων ἐλ­πί­δι, οἷς ἔ­τι ἡ­λι­κί­α τέ­κνω­σιν ποι­εῖ­σθαι· ἰ­δί­ᾳ τε γὰρ τῶν οὐκ ὄ­ντων λή­θη οἱ ἐ­πι­γι­γνό­με­νοί τι­σιν ἔ­σο­νται, καὶ τῇ πό­λει δι­χό­θεν, ἔκ τε τοῦ μὴ ἐ­ρη­μοῦ­σθαι καὶ ἀ­σφα­λεί­ᾳ, ξυ­νοί­σει· οὐ γὰρ οἷ­όν τε ἴ­σον τι ἢ δί­και­ον βου­λεύ­ε­σθαι οἳ ἂν μὴ καὶ παῖ­δας ἐκ τοῦ ὁ­μοί­ου πα­ρα­βαλ­λό­με­νοι κιν­δυ­νεύ­ω­σιν. ὅ­σοι δ’ αὖ πα­ρη­βή­κα­τε, τόν τε πλέ­ο­να κέρ­δος ὃν ηὐ­τυ­χεῖ­τε βί­ον ἡ­γεῖ­σθε καὶ τόν­δε βρα­χὺν ἔ­σε­σθαι, καὶ τῇ τῶν­δε εὐ­κλεί­ᾳ κου­φί­ζε­σθε. τὸ γὰρ φι­λό­τι­μον ἀ­γή­ρων μό­νον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀ­χρεί­ῳ τῆς ἡ­λι­κί­ας τὸ κερ­δαί­νειν, ὥ­σπερ τι­νές φα­σι, μᾶλ­λον τέρ­πει, ἀλ­λὰ τὸ τι­μᾶ­σθαι. παι­σὶ δ’ αὖ ὅ­σοι τῶν­δε πά­ρε­στε ἢ ἀ­δελ­φοῖς ὁ­ρῶ μέ­γαν τὸν ἀ­γῶ­να (τὸν γὰρ οὐκ ὄ­ντα ἅ­πας εἴ­ω­θεν ἐ­παι­νεῖν), καὶ μό­λις ἂν κα­θ’ ὑ­περ­βο­λὴν ἀ­ρε­τῆς οὐχ ὁ­μοῖ­οι, ἀλ­λ’ ὀ­λί­γῳ χεί­ρους κρι­θεῖ­τε. φθό­νος γὰρ τοῖς ζῶ­σι πρὸς τὸ ἀ­ντί­πα­λον, τὸ δὲ μὴ ἐ­μπο­δὼν ἀ­να­ντα­γω­νί­στῳ εὐ­νοί­ᾳ τε­τί­μη­ται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυ­ναι­κεί­ας τι ἀ­ρε­τῆς, ὅ­σαι νῦν ἐν χη­ρεί­ᾳ ἔ­σο­νται, μνη­σθῆ­ναι, βρα­χεί­ᾳ πα­ραι­νέ­σει ἅ­παν ση­μα­νῶ. τῆς τε γὰρ ὑ­παρ­χού­σης φύ­σε­ως μὴ χεί­ρο­σι γε­νέ­σθαι ὑ­μῖν με­γά­λη ἡ δό­ξα καὶ ἧς ἂν ἐ­π’ ἐ­λά­χι­στον ἀ­ρε­τῆς πέ­ρι ἢ ψό­γου ἐν τοῖς ἄρ­σε­σι κλέ­ος ᾖ.


Εἴ­ρη­ται καὶ ἐ­μοὶ λό­γῳ κα­τὰ τὸν νό­μον ὅ­σα εἶ­χον πρό­σφο­ρα, καὶ ἔρ­γῳ οἱ θα­πτό­με­νοι τὰ μὲν ἤ­δη κε­κό­σμη­νται, τὰ δὲ αὐ­τῶν τοὺς παῖ­δας τὸ ἀ­πὸ τοῦ­δε δη­μο­σί­ᾳ ἡ πό­λις μέ­χρι δ’ αὖ πα­ρη­βή­κα­τε, τόν τε πλέ­ο­να κέρ­δος ὃν ηὐ­τυ­χεῖ­τε βί­ον ἡ­γεῖ­σθε καὶ τόν­δε βρα­χὺν ἔ­σε­σθαι, καὶ τῇ τῶν­δε εὐ­κλεί­ᾳ κου­φί­ζε­σθε. τὸ γὰρ φι­λό­τι­μον ἀ­γή­ρων μό­νον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀ­χρεί­ῳ τῆς ἡ­λι­κί­ας τὸ κερ­δαί­νειν, ὥ­σπερ τι­νές φα­σι, μᾶλ­λον τέρ­πει, ἀλ­λὰ τὸ τι­μᾶ­σθαι. παι­σὶ δ’ αὖ ὅ­σοι τῶν­δε πά­ρε­στε ἢ ἀ­δελ­φοῖς ὁ­ρῶ μέ­γαν τὸν ἀ­γῶ­να (τὸν γὰρ οὐκ ὄ­ντα ἅ­πας εἴ­ω­θεν ἐ­παι­νεῖν), καὶ μό­λις ἂν κα­θ’ ὑ­περ­βο­λὴν ἀ­ρε­τῆς οὐχ ὁ­μοῖ­οι, ἀλ­λ’ ὀ­λί­γῳ χεί­ρους κρι­θεῖ­τε. φθό­νος γὰρ τοῖς ζῶ­σι πρὸς τὸ ἀ­ντί­πα­λον, τὸ δὲ μὴ ἐ­μπο­δὼν ἀ­να­ντα­γω­νί­στῳ εὐ­νοί­ᾳ τε­τί­μη­ται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυ­ναι­κεί­ας τι ἀ­ρε­τῆς, ὅ­σαι νῦν ἐν χη­ρεί­ᾳ ἔ­σο­νται, μνη­σθῆ­ναι, βρα­χεί­ᾳ πα­ραι­νέ­σει ἅ­παν ση­μα­νῶ. τῆς τε γὰρ ὑ­παρ­χού­σης φύ­σε­ως μὴ χεί­ρο­σι γε­νέ­σθαι ὑ­μῖν με­γά­λη ἡ δό­ξα καὶ ἧς ἂν ἐ­π’ ἐ­λά­χι­στον ἀ­ρε­τῆς πέ­ρι ἢ ψό­γου ἐν τοῖς ἄρ­σε­σι κλέ­ος ᾖ.

Εἴ­ρη­ται καὶ ἐ­μοὶ λό­γῳ κα­τὰ τὸν νό­μον ὅ­σα εἶ­χον πρό­σfora, καὶ ἔρ­γῳ οἱ θα­πτό­με­νοι τὰ μὲν ἤ­δη κε­κό­σμη­νται, τὰ δὲ αὐ­τῶν τοὺς παῖ­δας τὸ ἀ­πὸ τοῦ­δε δη­μο­σί­ᾳ ἡ πό­λις μέ­χρι ἥ­βης θρέ­ψει, ὠ­φέ­λι­μον στέ­φα­νον τοῖσ­δέ τε καὶ τοῖς λει­πο­μέ­νοις τῶν τοι­ῶν­δε ἀ­γώ­νων προ­τι­θεῖ­σα· ἆ­θλα γὰρ οἷς κεῖ­ται ἀ­ρε­τῆς μέ­γι­στα, τοῖς δὲ καὶ ἄν­δρες ἄ­ρι­στοι πο­λι­τεύ­ου­σιν. νῦν δὲ ἀ­πο­λο­φυ­ρά­με­νοι ὃν προ­σή­κει ἑ­κά­στῳ ἄ­πι­τε. Τοι­όσ­δε μὲν ὁ τά­φος ἐ­γέ­νε­το ἐν τῷ χει­μῶ­νι τού­τῳ·


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι, ακολουθώντας την πατροπαράδοτη συνήθεια, τέλεσαν δημόσια την ταφή αυτών που πρώτοι σκοτώθηκαν σ’ αυτόν τον πόλεμο, με τον εξής περίπου τρόπο. Φτιάχνουν μια εξέδρα και εκθέτουν τα οστά των νεκρών για δυο μέρες, και ο καθένας φέρνει στο δικό του αν κάτι θέλει. Και όταν γίνεται η κηδεία, αμάξια μεταφέρουν κυπαρισσένιες οστεοθήκες, μια για κάθε φυλή· τα οστά του καθενός είναι μέσα στην οστεοθήκη της φυλής του (τα οστά βρίσκονται στη θήκη της φυλής στην οποία ο καθένας ανήκει). Ένα όμως φέρετρο κενό, στρωμένο, το μεταφέρουν στα χέρια· είναι των αγνοουμένων, εκείνων δηλαδή που τα πτώματά τους δε βρέθηκαν να τα συλλέξουν (σηκώσουν).

Παίρνει μέρος στη νεκρώσιμη πομπή όποιος θέλει, είτε πολίτης, είτε ξένος και παρευρίσκονται στον τόπο της ταφής και γυναίκες και συγγενείς μοιρολογώντας. Τους αποθέτουν λοιπόν στο δημόσιο νεκροταφείο, που βρίσκεται στο πιο ωραίο προάστιο της πόλης, και πάντα σε αυτό θάβουν τους νεκρούς των μαχών, εκτός από εκείνους που έπεσαν στο Μαραθώνα. Εκείνων την παλικαριά, επειδή την έκριναν ξεχωριστή, εκεί τους έκαναν και τον τάφο. Όταν τους σκεπάσουν με χώμα, ένας άνδρας εκλεγμένος από την πολιτεία, που θεωρείται πολύ συνετός και επιβάλλεται με το κύρος του, εκφωνεί πάνω στον τάφο τους επαινετικό λόγο που ταιριάζει. Ύστερα φεύγουν.

Έτσι γίνεται η ταφή· και σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, σε κάθε παρόμοια περίπτωση, ακολουθούσαν τη συνήθεια.  Για αυτούς λοιπόν τους πρώτους νεκρούς ορίστηκε να μιλήσει ο Περικλής ο γιος του Ξανθίππου. Και όταν έφτασε η ώρα, προχώρησε από τον τάφο σε ένα βήμα καμωμένο ψηλό, για να ακούγεται όσο γίνεται πιο μακριά στο συγκεντρωμένο πλήθος και έλεγε τα εξής περίπου.

«Οι περισσότεροι απ όσους έχουν μιλήσει ως τώρα απ αυτό το βήμα επαινούν τον νομοθέτη που συμπλήρωσε τη συνηθισμένη τελετή μ' αυτό τον λόγο, με τη σκέψη ότι είναι ωραίο να εκφωνείται πάνω στον τάφο των νεκρών του πολέμου. Εγώ όμως θα ήμουν της γνώμης πως είναι αρκετό, για άντρες που αποδείχτηκαν γενναίοι με έργα, με έργα να τους αποδίδονται τιμές, σαν κι αυτές που βλέπετε να συνοδεύουν αυτή την ταφή, κι όχι να κρέμεται η αναγνώριση του ηρωισμού πολλών από έναν άντρα, που ο λόγος του μπορεί να είναι ωραίος, μπορεί και κατώτερος. Γιατί είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς μ επιτυχία, εκεί που με κόπο εξασφαλίζεται η εντύπωση ότι λέει την αλήθεια.

Κι αυτό, γιατί ο ακροατής που ξέρει καλά τα γεγονότα και τ' ακούει μ' ευνοϊκή διάθεση, ίσως θα σχημάτιζε τη γνώμη ότι τα λεγόμενα είναι κάπως κατώτερα, σε σύγκριση μ' αυτά που και θέλει ν’ ακούει και τα ξέρει καλά' όμως, αυτός που δεν τα γνώρισε, θα σχημάτιζε τη γνώμη πως πρόκειται για υπερβολές, επειδή νιώθει φθόνο, αν τυχόν ακούσει κάτι που ξεπερνά τη δική του δύναμη. Γιατί μόνο ως εκείνο το σημείο ανέχεται ο άνθρωπος ν’ ακούει επαίνους που λέγονται για άλλους, ως εκεί που κι ο καθείς πιστεύει ότι είναι ικανός να κατορθώσει κάτι απ όσα άκουσε' όμως, για καθετί που ξεπερνά τη δύναμη του, κυριεύεται απ' την πρώτη στιγμή από φθόνο, κι έτσι δεν δίνει πίστη.

Αλλά, επειδή οι παλιότεροι δοκίμασαν στην πράξη το έθιμο χι έκριναν ότι έχει καλώς, έχω κι εγώ την υποχρέωση να συμμορφωθώ με τον νόμο και ν' ανταποκριθώ όσο γίνεται πιο πολύ στην επιθυμία και τις πεποιθήσεις του καθενός σας. Θα μιλήσω πρώτα για τους προγόνους μας. Γιατί είναι δίκαιο, αλλά συγχρόνως και πρέπον, σε μια τέτοια περίσταση, όπως η σημερινή, να τους απονέμεται η τιμή αυτή να μνημονεύονται πρώτοι. Γιατί την χώρα αυτή, οι ίδιοι πάντα κατοικώντας από γενεά σε γενεά μέχρι των ημερών μας, χάρις στην ανδρεία τους μας την παράδωσαν ελεύθερη. Και εκείνοι λοιπόν είναι άξιοι επαίνου αλλά ακόμη περισσότερο οι πατέρες μας.

Γιατί, μαζί με όσα κληρονόμησαν, αφού απέκτησαν όση εξουσία έχουμε με πολλούς κόπους τη κληροδότησαν σε μας τους σημερινούς. Τους περισσότερους τομείς εμείς οι ίδιοι που είμαστε συγκεντρωμένοι εδώ, οι οποίοι βρισκόμαστε ακόμη σε αυτήν ακριβώς την ηλικία μας, αυξήσαμε και προετοιμάσαμε την πόλη μας με όλα τα πράγματα, ώστε και για πόλεμο και για ειρήνη να είναι αυταρκέστατη. Από όλα δε αυτά εγώ όσα αναφέρονται σε πολεμικά κατορθώματα, με τα οποία έγινε η κάθε μια κατάκτηση, ή αφορούν τον τρόπο, με τον οποίο αποκρούσαμε πρόθυμα, είτε εμείς είτε οι πρόγονοί μας, κάποιον βάρβαρο ή Έλληνα επιτιθέμενο εχθρό, θα τα παραλείψω, γιατί δεν επιθυμώ να απεραντολογώ ενώπιον ανθρώπων, οι οποίοι τα γνωρίζουν.

Αλλά με ποιον τρόπο φθάσαμε στο σημείο αυτό της δύναμης που είμαστε σήμερα, και με ποια μορφή πολιτεύματος και με ποιες συνήθειες έγινε μεγάλη η δύναμή μας, όλα αυτά θα αναπτύξω πρώτα, και έπειτα θα προχωρήσω στο εγκώμιο αυτών εδώ των νεκρών, γιατί νομίζω ότι δεν είναι ανάρμοστο να λεχθούν αυτά και για την παρούσα περίσταση, και δεν είναι ανώφελο να τα ακούσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι, αστοί και ξένοι.

Έχουμε δηλαδή πολίτευμα, το οποίο δεν αντιγράφει τους νόμους άλλων, μάλλον δε εμείς οι ίδιοι είμαστε υπόδειγμα σε μερικούς παρά μιμούμαστε άλλους. Και ονομάζεται μεν δημοκρατία, γιατί η διοίκηση είναι στα χέρια των πολλών και όχι των ολίγων. Όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα έναντι δε των νόμων στις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ ως προς την θέση τους στον δημόσιο βίο κάθε ένας, ανάλογα με την επίδοση σε κάποιο τομέα, προτιμάται για ένα από τα δημόσια αξιώματα, και όχι από την πολιτική του παράταξη όσο από την αρετή του, ούτε εξαιτίας της φτώχειας, ενώ έχει την ικανότητα να παράσχει κάποια υπηρεσία στην πατρίδα του, εμποδίζεται από το γεγονός ότι είναι άγνωστος.

Ζούμε ελεύθερα, και ως πολίτες στον δημόσιο βίο και ως άτομα στον ιδιωτικό, στις επιδιώξεις μας της καθημερινής ζωής, κατά τις οποίες δεν κοιτάμε ο ένας στον άλλον με καχυποψία, δεν θυμώνουμε με τον γείτονά μας, όταν κάνει σύμφωνα με την ευχαρίστησή του, ούτε παίρνουμε μια φυσιογνωμία σκυθρωπή, η οποία μπορεί να μην βλάπτει τον άλλο, πάντως όμως είναι δυσάρεστη. Ενώ δε στην ιδιωτική μας ζωή συναναστρεφόμαστε χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον, στην δημόσιά μας ζωή από σεβασμό προ πάντων δεν παραβαίνουμε τους νόμους, υπακούμε σε όσους κάθε φορά έχουν τα αξιώματα και στους νόμους.

Και περισσότερο σε εκείνους από τους νόμους, που έχουν θεσπιστεί για ωφέλεια των αδικούμενων, και σε άλλους, οι οποίοι αν και άγραφοι, η παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπή. Αλλά και για το πνεύμα μας έχουμε εφεύρει πολλούς τρόπους να το ανακουφίζουμε από τους κόπους, με γιορταστικούς αγώνες και θυσίες, που έχουμε καθιερώσει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και με ευπρεπή ιδιωτικά οικήματα, η ευχαρίστηση που καθημερινά απολαμβάνουμε από όλα αυτά, διώχνει την μελαγχολία. Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των κατοίκων της πόλης μας εισάγονται σε αυτήν προϊόντα όλου του κόσμου, και συμβαίνει να απολαμβάνουμε έτσι τα προϊόντα των άλλων χωρών με όση οικειότητα καταναλώνουμε τα δικά μας.
Υπερέχουμε δε από τους αντιπάλους μας και στην πολεμική προετοιμασία κατά τα εξής: Την πόλη μας την παρέχουμε ανοιχτή, και ποτέ δεν αποκλείουμε κανέναν διώχνοντας τους ξένους από οποιοδήποτε μάθημα ή θέαμα, από το οποίο, αν δεν το κρατήσουμε μυστικό και το δει κανείς από τους εχθρούς μας, είναι δυνατόν να ωφεληθεί, γιατί πιστεύουμε όχι τόσο στις προετοιμασίες και τα στρατηγήματα όσο στην έμφυτη γενναιότητά μας στα έργα.

Στο ζήτημα δε πάλι της αγωγής, ενώ εκείνοι υποβάλλονται από την νεαρή τους ηλικία σε επίπονη άσκηση, με την οποία επιδιώκουν να γίνουν γενναίοι, εμείς ζούμε με όλες τις ανέσεις και όμως είμαστε εξ ίσου πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε τους ίδιους μεγάλους κινδύνους. Και η απόδειξη: ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν με όλους τους συμμάχους τους κατά της χώρας μας και ποτέ μόνοι, εμείς εισβάλλουμε κατά των άλλων εντελώς μόνοι, και τις περισσότερες φορές νικάμε χωρίς δυσκολία τους αντιπάλους μας, αν και εκείνοι μάχονται για την πατρίδα τους, εμείς δε είμαστε σε ξένο έδαφος.

Και κανείς από τους εχθρούς μας δεν αντιμετώπισε μέχρι σήμερα τις δυνάμεις μας ενωμένες, γιατί από τη μία φροντίζουμε ταυτόχρονα για το ναυτικό μας, και από την άλλη στέλνουμε τις δυνάμεις μας σε πολλά σημεία της γης. Αν δε κάπου με μέρος μόνο της δύναμής μας συμπλακούν οι εχθροί μας, τότε, αν νικήσουν, καυχώνται ότι μας νίκησαν όλους, αν νικηθούν, διακηρύσσουν ότι νικήθηκαν από όλους. Και βέβαια, αν εμείς αντιμετωπίζουμε με πολλή προθυμία τους κινδύνους, περισσότερο με μια αφροντισιά και άνεση παρά μετά από επίπονη άσκηση, και με ανδρεία που οφείλεται όχι τόσο στην επιβολή των νόμων όσο στην φυσική μας ευψυχία, έχουμε το πλεονέκτημα ότι δεν κουραζόμαστε προκαταβολικά για δεινά, που ανήκουν ακόμα στο μέλλον.

Και, όταν φθάσουμε στα δεινά αυτά, ότι αποδεικνυόμαστε ότι δεν είμαστε λιγότερο τολμηροί από εκείνους που μοχθούν συνεχώς. Δεν είναι η πόλη μας άξια μόνο σε αυτά αλλά και σε πολλά ακόμη. Γιατί αγαπούμε το ωραίο με απλότητα, και αγαπούμε τη σοφία χωρίς μαλθακότητα. Μεταχειριζόμαστε τον πλούτο περισσότερο σαν μια ευκαιρία έργων παρά σαν αφορμή κομπορρημοσύνης, το να ομολογεί δε κανείς την φτώχεια του δεν είναι ντροπή, είναι όμως αισχρότερο να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία.

Επί πλέον, οι ίδιοι εμείς είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και ενώ ασχολούμαστε με διαφορετικά επαγγέλματα κατέχουμε καλά τα πολιτικά ζητήματα. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που αυτόν που δε μετέχει στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που ή κρίνουμε ή διαμορφώνουμε σωστές γνώμες για τα πράγματα, γιατί δεν θεωρούμε τους λόγους εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε εμπόδιο να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι τολμούμε να υπολογίσουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε.

Σχετικά μ΄ αυτό στους άλλους η αμάθεια φέρνει θράσος, ενώ η σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο γενναιόψυχοι όμως πρέπει να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια τις συμφορές και τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους. Αλλά και στα ζητήματα της αρετής διαφέρουμε από τους πολλούς. Γιατί εμείς αποκτάμε τους φίλους τους περισσότερο ευεργετώντας παρά ευεργετούμενοι από αυτούς. Σταθερότερος δε φίλος είναι αυτός που ευεργέτησε, γιατί είναι φυσικό να προσπαθεί να διατηρεί την ευγνωμοσύνη του ευεργετημένου με τη συμπάθεια που του δείχνει. Ενώ αντιθέτως αυτός που οφείλει την ευεργεσία είναι απρόθυμος, γιατί γνωρίζει, ότι πρόκειται να ανταποδώσει την καλοσύνη σαν χρέος και όχι για να εξασφαλίσει την ευγνωμοσύνη του άλλου. 
Και είμαστε οι μόνοι που βοηθάμε τον άλλο χωρίς δισταγμό, όχι τόσο από υπολογισμό του συμφέροντος, όσο από την πίστη μας στη ελευθερία. Συνοψίζοντας θεωρώ ότι η όλη πόλη είναι σχολείο της Ελλάδας και ότι, μου φαίνεται, ο καθένας από εμάς μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό του αυτάρκη σε πάρα πολλές δραστηριότητες με χάρη και επιδεξιότητα. Και ότι αυτά είναι μάλλον η αλήθεια και όχι απλή κομπορρημοσύνη, κατάλληλη για την παρούσα περίσταση, το αποδεικνύει η ίδια η δύναμη της πόλης, την οποία αποκτήσαμε με τους τρόπους αυτούς.

Γιατί είναι η μόνη πόλη από τις σημερινές που όταν δοκιμάζεται αποδεικνύεται ανώτερη της φήμης της, και η μόνη, η οποία ούτε στον εχθρό που της επιτίθεται, δίνει αφορμή να αγανακτήσει με όσα παθαίνει από τέτοιους αντιπάλους, ούτε στους συμμάχους της δίνει αφορμή για παράπονα, γιατί τάχα εξουσιάζονται από ανάξιους. Αφού παρουσιάσαμε τη δύναμή μας με μεγάλες αποδείξεις, και μαρτυρίες θα μας θαυμάζουν οι σύγχρονοί μας και οι επόμενοι, και μάλιστα χωρίς να χρειαζόμαστε τον Όμηρο να μας επαινεί, ούτε κανέναν άλλο που με λόγια θα μας ευχαριστήσει προς στιγμήν, όμως την ιδέα που θα σχηματιστεί για τα έργα μας θα τη βλάψει η αλήθεια.

Αλλά εξαναγκάσαμε με την τόλμη μας ολόκληρη τη θάλασσα και την ξηρά να γίνει προσιτή, ιδρύσαμε παντού αιώνια μνημεία και των συμφορών μας και των επιτυχιών μας. Για μια τέτοια πόλη και αυτοί εδώ λοιπόν πολεμώντας γενναία πέθαναν, για να μη τη στερηθούν, και είναι φυσικό ο καθένας από όσους απομένουν να θέλει να μοχθήσει γι’ αυτήν. Γι’ αυτόν μακρηγόρησα για όσα αφορούν την πόλη, αφ’ ενός γιατί ήθελα να σας δείξω, ότι εμείς δεν αγωνιζόμαστε για τον ίδιο σκοπό, που αγωνίζονται όσοι δεν έχουν κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα σε ίσο βαθμό με μας, και αφ’ ετέρου γιατί με αυτόν τον τρόπο ήθελα να κάνω φανερό με αποδείξεις το εγκώμιο των ανδρών, για τους οποίους μιλάω τώρα.

Και έχουν ειπωθεί τα κυριότερα σημεία αυτού του εγκωμίου. Γιατί οι αρετές αυτών και των ομοίων τους έκαναν στολίδια όσα ύμνησα για την πόλη, και άρα για λίγους από τους Έλληνες όπως ακριβώς γι’ αυτούς ο λόγος θα μπορούσε να φανεί ισάξιος με τα έργα τους. Έχω η γνώμη, ότι ο θάνατος αυτών εδώ των νεκρών παρέχει το μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου, είτε είναι ο πρώτος που τη φανερώνει, είτε ο τελευταίος που την επισφραγίζει. Γιατί και εκείνοι ακόμη που υστερούν κατά τα άλλα, δικαιούνται να προβάλλουν την ανδραγαθία, που επέδειξαν κατά τους πολέμους, μαχόμενοι υπέρ της πατρίδας.

Γιατί εξαφάνισαν το κακό με το καλό, και με τον κοινό αγώνα για το γενικό συμφέρον ωφέλησαν περισσότερο απ’ όσο έβλαψαν με τυχόν σφάλματά τους στην ιδιωτική τους ζωή. Από αυτούς εδώ κανείς δεν δείχθηκε δειλός μπροστά στον θάνατο εξ αιτίας του πλούτου του, δεν προτίμησε δηλαδή να συνεχίσει την απόλαυσή του, ούτε απέφυγε τον κίνδυνο εξ αιτίας της φτώχειας του, από την ελπίδα ότι μπορεί να την αποφύγει επί τέλους και να γίνει πλούσιος. Αντίθετα, πόθησαν την τιμωρία των εχθρών τους περισσότερο από όλα τα αγαθά, και συγχρόνως έκριναν αυτό τον κίνδυνο σαν τον πιο ωραίο από τους κινδύνους.

Και για αυτό αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν, να εκδικηθούν τους εχθρούς τους, και για να επιδιώξουν την απόκτηση των αγαθών αυτών΄ την αβεβαιότητα δηλαδή της επιτυχίας την εμπιστεύθηκαν στην ελπίδα, ως προς τον κίνδυνο του θανάτου που βρισκόταν μπροστά τους κατά την μάχη ήταν αποφασισμένοι να στηριχθούν στον εαυτό τους και μόνο. Και μέσα στη μάχη θεώρησαν πάντα προτιμότερο να αντισταθούν και να βρουν τον θάνατο παρά να σωθούν υποχωρώντας, και γι’ αυτό απέφευγαν την αισχρή φήμη της δειλίας, και υπέβαλαν τα σώματά τους σε όλα τα δεινά της μάχης, σε μια κρίσιμη στιγμή, που ήταν στα χέρια της τύχης, στο ύψος της δόξας μάλλον παρά του τρόμου, βρήκαν τον θάνατο.

Αυτοί εδώ λοιπόν, σαν γνήσια παιδιά της πόλης, αυτό το φρόνημα έδειξαν. Όσοι όμως μένετε, έχετε καθήκον να εύχεστε το φρόνημά σας απέναντι στους εχθρούς να σας βάλει σε μικρότερο κίνδυνο, αλλά να μη καταδεχτείτε να είναι λιγότερο τολμηρό, λογαριάζοντας όχι μόνο με τα λόγια τις ωφέλειες - κάτι που θα μπορούσε ν' αναπτύξει κάποιος διεξοδικότερα σε σας, που κι από μόνοι σας τις ξέρετε εξίσου καλά, απαριθμώντας πόσα καλά εξασφαλίζει η αντίσταση στον εχθρό-, καλύτερα όμως προσηλώνοντας καθημερινά το βλέμμα σας στα έργα, που δείχνουν τη δύναμη της πόλης μας, κι έτσι να την αγαπήσετε με πάθος.

Κι όταν αντιληφτείτε το μεγαλείο της, βάλτε στο νου σας ότι τη δύναμη αυτή την απέκτησαν άντρες τολμηροί που είχαν συνείδηση του καθήκοντος και με φιλότιμο την ώρα του αγώνα' και που, κάθε φορά που αποτύχαιναν σε κάποιο εγχείρημά τους, δεν επέτρεπαν βέβαια στον εαυτό τους να στερήσει την πόλη απ' τη δική τους ανδρεία, αλλά πρόσφεραν σ' αύτή την πιο ωραία συνεισφορά' γιατί, δίνοντας όλοι μαζί τη ζωή τους, έπαιρναν ο καθείς τους ξεχωριστά τον αγέραστο έπαινο και τον πιο περίλαμπρο τάφο: όχι τόσο τον τάφο, στον οποίο κείτονται, αλλά εκείνον όπου η δόξα τους επιζεί, για να μνημονεύεται αιώνια σε κάθε ευκαιρία που παρουσιάζεται, είτε για λόγο είτε για δράση.

Γιατί τάφος των ενδόξων αντρών είναι η γη ολόκληρη, και τη μνήμη τους δεν τη διασώζει μόνο η επιγραφή μιας στήλης στην πατρίδα τους, αλλά και στα ξένα μέρη φωλιάζει στην Ψυχή του καθενός άγραφη η ανάμνηση όχι τόσο των ανδραγαθημάτων τους, όσο του φρονήματός τους. Εσείς λοιπόν να έχετε αυτούς εδώ πρότυπα και να θεωρήσετε θεμέλιο της ευτυχίας την ελευθερία και θεμέλιο της ελευθέριας τη δυνατή Ψυχή' κι έτσι μη δειλιάζετε μπροστά στους κινδύνους της μάχης. Γιατί δεν έχουν σοβαρότερο λόγο ν' αψηφούν το θάνατο οι απόκληροι της ζωής, που δεν έχουν να ελπίζουν καλύτερες μέρες, αλλά εκείνοι που, στη ζωή που τους απομένει, υπάρχει φόβος να μεταβληθεί ριζικά η καλή τύχη τους' αυτοί, αν κάπου σκοντάψουν, έχουν να χάσουν περισσότερα από κάθε άλλον.

Γιατί, για έναν άντρα με υψηλό φρόνημα, είναι πιο πικρή η εξαθλίωση που φέρνει η δειλία παρά ο θάνατος που έρχεται χωρίς να τον νιώσει, σε στιγμή έξαρσης της δύναμής του και της κοινής ελπίδας. Γι' αυτό και τους γονείς αυτών που ενταφιάζoυμε τώρα, όσοι βρίσκεστε εδώ, δε τους κλαίω, πιο πολύ θα προσπαθήσω να ελαφρώσω τον πόνο τους. Γιατί το ξέρουν καλά πως η ζωή τους πέρασε μέσ' από κάθε λογής μεταπτώσεις της τύχης' κι ότι ευτυχισμένοι είναι, όπως οι σημερινοί νεκροί μας, εκείνοι που η μοίρα τους χάρισε τον πιο ένδοξο θάνατο, και, όπως εσείς, για το τιμημένο πένθος σας, κι εκείνοι που κανονίστηκε το τέλος της ζωής τους να συμπέσει με το τέλος της ευτυχίας τους.

Γνωρίζω βέβαια ότι είναι δύσκολο να πείσω εσάς, αφού θα σας φέρνουν ζωντανή τη θύμηση αυτών που χάσατε οι ευτυχίες των άλλων γονιών που κι εσείς κάποτε τις χαρήκατε' και θλίβεται ο άνθρωπος όχι επειδή του λείπουν αγαθά που δεν τα δοκίμασε, αλλά για όσα, ενώ είχε συνηθίσει να τα’ απολαμβάνει, τα έχασε. Πρέπει όμως να δείχνετε εγκαρτέρηση, με την ελπίδα άλλων παιδιών, όσοι ακόμα είστε σε ηλικία ν’ αποχτήσετε παιδία' γιατί, για τα άτομα, τα παιδιά που θα τους έρθουν στον κόσμο από δω και πέρα θα κάνουν πόλους να ξεχάσουν εκείνους που χάθηκαν, ενώ, για την πόλη, θα είναι διπλό το όφελος:

Και δε θα ερημώσει και θα έχει ασφάλεια' γιατί δεν είναι δυνατό να έχει την ίδια αξία ή να είναι το ίδιο δίκαιη η γνώμη για τα δημόσια πράγματα όσων δεν μπαίνουν στον ίδιο κίνδυνο, ρίχνοντας σ’ αυτόν τα παιδιά τους. Κι όσους πάλι σας πήραν τα χρόνια, να θεωρήσετε κέρδος το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας, που το περάσατε ευτυχισμένοι, και ότι το μέρος της που απομένει θα είναι σύντομο, κι ας κάνει ελαφρότερο το πένθος σας η δόξα αυτών εδώ. Γιατί το μόνο που δεν γερνά είναι ο πόθος για τιμές, και στην ηλικία που ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε, δεν είναι, όπως λεν μερικοί, το κέρδος που δίνει τη μεγαλύτερη τέρψη, αλλά οι τιμές.

Τώρα, τα παιδιά των νεκρών μας, όσα βρίσκεστε εδώ ή τ' αδέρφια τους, βλέπω ότι έχετε μεγάλον αγώνα μπροστά σας (γιατί ο καθείς συνηθίζει να επαινεί αυτόν που δε βρίσκεται στη ζωή), και πολύ δύσκολα, ακόμη κι αν δείξετε μοναδικό ηρωισμό, θα σας κρίνουν κάπως κατώτερους - ποτέ το ίδιο ανδρείους! Γιατί οι ζωντανοί νιώθουν φθόνο για τον ανταγωνιστή τους' αντίθετα, όποιον δεν αντισκόφτει το δρόμο τους, τον τιμούν με αδιαφιλονίκητη εύνοια. Κι αν είμαι υποχρεωμένος ν' αναφέρω κάτι για την αρετή που ταιριάζει στη φύση της γυναίκας, θα δηλώσω, για όσες τώρα θα μείνουν χήρες, με μια σύντομη παραίνεση όλη μου τη σκέψη:

Δηλαδή, μεγάλη η δόξα σας, αν δεν φανείτε κατώτερες απ' τη γυναικεία φύση, όπως κι η δόξα εκείνης, που τ' όνομά της θ' ακουστεί λιγότερο, επαινετικά ή περιγελαστικά, ανάμεσα στους άντρες. Έχετε ακούσει κι από μένα, με την επιβαλλόμενη από το νόμο αγόρευσή μου, όσα είχα κατάλληλα, και με έργα αυτοί που θάβονται έχουν κιόλας πάρει τις τιμές τους΄ εξάλλου, από σήμερα τα παιδιά τους θα τ' αναθρέψει με δημόσια δαπάνη η πόλη ως την εφηβεία τους, προβάλλοντας ως βραβείο τέτοιων αγώνων και γι' αυτούς εδώ και για όσους επιζούν, ένα στεφάνι που πιάνει τόπο. Γιατί, όπου έχουν θεσμοθετηθεί τα πιο μεγάλα βραβεία ανδρείας, εκεί ζουν ως πολίτες άντρες με τη μεγαλύτερη αρετή.

Και τώρα, αφού ο καθένας αποτέλειωσε το θρήνο για τον δικό του, να πάτε στο καλό. Τέτοια ήταν η ταφή εκείνον τον χειμώνα.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ







(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

ΠΗΓΕΣ :

(1) :
http://www.army.gr/default.php?pname=IstoriaAgnwstouStratiwtith&la=1

(2) :
http://foundation.parliament.gr/contentData/agnostou%20voylis_low.pdf

(3) :
http://tvxs.gr/news/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF/%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%81%CF%86%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7

(4) :
http://agnwstostratiwtis.blogspot.gr/2010/06/blog-post_9292.html

(5) :
http://agnwstostratiwtis.blogspot.gr/2010/06/blog-post_8238.html

(6) :
http://miniaturemodelworld.blogspot.gr/2013/04/1821-16-1858.html

(7) :
http://users.sch.gr/symfo/sholio/arhea/epitafios_mtfr.htm

(8) :
http://e-keimena.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=238:2010-10-20-21-46-28&catid=46:democracy&Itemid=27



                                                                                 Πηγή: greekworldhistory.blogspot.gr

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

Οδ. Ελύτης: «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος...»

Ευδαίμων και ποιητικός ο νέος χρόνος! Όπου ποίηση εννοείται «όχι μόνο η σύνθεση στίχων αλλά και η ανασύνθεση ζωής μεταφορικά και κυριολεκτικά».

 TΟΝ ΕΚΛΕΙΣΑΜΕ σ’ ένα μικρό κουτί μεταλλικό που τ’ ονομάσαμε «ωρολόγιον», και ησυχάσαμε. Όμως αυτό το κλασικό τικ τακ που απασχολούσε τους παλαιούς μυθιστοριογράφους μπορεί να είναι μέτρηση, μπορεί και διαμαρτυρία. Τίνος είναι, ο ένας του άλλου, δεσμώτης; Ποιος μας έδωσε το δικαίωμα να κάνουμε τον ήλιο τον ανίδεο μετρητή μας; Και τι ’ναι τα ημερονύχτια; Κέρματα που τα ρίχνουμε σ’ ένα τρύπιο κουμπαρά;

Δεύτερη φύση - Προσανατολισμοί
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Οι σοφοί, μερικοί σοφοί τουλάχιστον, διατείνονται ότι ο χρόνος δεν υπάρχει. Άλλοι το αντίθετο. Ας τα βρούνε μεταξύ τους. Εμείς, που δεν διαθέτουμε παρά τις γνώσεις ενός μέτριου μαθητή λυκείου, ας τα πούμε αλλιώς. Απλοϊκά. Όσο απλοϊκός είναι κι ο τρόπος που βλέπουμε να προσπαθούν οι περισσότεροι ν’ αντιμετωπίσουν και να εξουδετερώσουν τον υποθετικό τους εχθρό, που τον φαντάζονται να καραδοκεί σε κάποια γωνία το πέρασμά τους, μ’ ένα σακούλι, γεμάτο ρυτίδες και λευκά μαλλιά, στο χέρι. Αξίζει να τους ιδούμε.
 
 
Η Μαρίνα των Βράχων - Προσανατολισμοί
Υπάρχουν, εν πρώτοις, οι εκατομμυριούχοι των βιωμάτων, που με απανωτές περιπέτειες, ταξίδια, γάμους, επιχειρήσεις, δολοπλοκίες, μυστικές συμφωνίες και τα παρόμοια ζητούν να τον γεμίσουν, να τον στουμπώσουν σε τέτοιο σημείο, που κυριολεκτικά να μη βρίσκει τρόπο να υποδηλώσει την παρουσία του· να ’ναι σαν να μην αφορά τουλάχιστον τη δική τους περίπτωση. Στο άλλο άκρο υπάρχουν οι μοναχικές υπάρξεις, οι ασκητές, οι στυλίτες στο είδος τους, που του αρνούνται τροφή κι αισθάνονται ότι έτσι του έχουν αφαιρέσει κάθε υπόσταση· ότι ζούνε χωρίς να υπάγονται στους δικούς τους νόμους. Τέλος, υπάρχουμε κι εμείς, οι άλλοι, που βαυκαλιζόμαστε προς στιγμήν με την ιδέα ότι εάν δεν υπήρχε ο χρόνος θα μπορούσαμε να ’μαστε οι αιώνιοι νεόνυμφοι μιας αγνώστου ταυτότητας ευτυχίας. Ύστερα, το βάζουμε κάτω, και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε.7
 
 
Το Μονόγραμμα
Κανείς μας δεν έδειξε την πρόθεση να τον κτυπήσει στο αδύνατο σημείο του, που είναι η συμβατική του υπόσταση, αυτή που εμείς οι ίδιοι του προσδώσαμε απλώς για να διευκολύνει τις καθημερινές μας συναλλαγές. Μας τρομάζει το ποσοστό της αυθαίρετης σκέψης που απαιτείται για να σπάσουμε το φράγμα του κοινώς νοείν και ν’ αντιληφθούμε ότι τα κομμάτια της ζωής που προσκτάται και συμπαρασύρει στην ευθύγραμμη πορεία του ο χρόνος είναι δυνατόν να νοούνται ως ανεξάρτητα, ν’ αρμόζονται από διαφορετικές πλευρές και να σχηματίζουν μιαν άλλου είδους αλληλουχία, εξίσου αν όχι και περισσότερο έγκυρη, από την άποψη ότι προβάλλει ανάγλυφη την ονειρική φύση της ζωής μας και την κατακυρώνει.
 
 
Το Άξιον Εστί
Χρειάζεται να αποβάλεις το λίπος του τυπικού των καθημερινών σου αναγκών, καθώς και όλα τα ουδέτερα ή άχροα στοιχεία που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα σημαντικά της ζωής σου και τ’ αποδυναμώνουν, για να νιώσεις τις πραγματικές σου διαστάσεις. Διαφορετικά, χάνεις τα μέτρα σου, περιπίπτεις από ’να σε άλλο αδιέξοδο, και στα ύστερα συνθηκολογείς. Δέχεσαι να ενσαρκώνεις το περίφημο πρακτικό πνεύμα, που μπορεί να αποσπά τον έπαινο των δικών σου επειδή σου παρέχει πλουσιοπάροχα να φας και να πιεις, την ίδια στιγμή όμως σε προσβάλλει με τον ιό της πλήξης και της μοναξιάς.
Άμε ύστερα, όσο κι αν ξαναρίχνεις την τράπουλα, να βρεις την ντάμα σπαθί της ζωής σου. Έχει γίνει αέρας. Ψάχνεις μέσα στο απορριμματοφόρο της μνήμης σου. Τίποτα. Μόνον καμία φορά, τις νύχτες που η στεναχώρια σε πνίγει, σαν να υποψιάζεσαι ότι κάτι μισοαρχινισμένες σκηνές της ζωής σου, που δεν τους είχες δώσει τη δέουσα σημασία, παραμένουν ακόμα ζωντανές, σαλεύουν, και, μόλο που τις διώχνεις, εκείνες επανέρχονται και σε παρενοχλούν μέσα στο παραΰπνι σου. Δεν καταλαβαίνεις γιατί. Και όμως. Ζητούν να συνεχίσουν κάτι που αγνοείς επειδή το έχεις ήδη απολέσει, και να συνεχιστούν από κάτι άλλο, που επίσης αγνοείς επειδή δεν έχει επισυμβεί ακόμη, θα σημάνει όμως η ώρα του, έστω και ερήμην της δικής σου παρουσίας.
 
 
Το Μονόγραμμα
Χρησιμοποιώ εξεπίτηδες την υπερβολή, που συνήθως με απωθεί, αλλ’ ακριβώς στην περίπτωση αυτή με βοηθά να πλησιάσω και να πλευρίσω το παράλογο μέρος μιας τέτοιας υπόθεσης. Όπου ανάμεσα σε μιαν υπέρμετρη αποτίμηση κι έναν άστοχο παραλληλισμό ζητώ να βρω τον κοινό τους παρονομαστή. Αλλά μήπως τι άλλο ζητάμε να κάνουμε όλοι μας, από τη γέννηση ως τον θάνατό μας, παραπλανημένοι μέσα στις συμπτώσεις και τις τυχαιότητες, που άλλοτε βλέπουμε να μας αποκλείουν την έξοδο, άλλοτε πάλι μας διανοίγουν ευρείες λεωφόρους.
Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να μπει σ’ ένα τέτοιο επικίνδυνο παιχνίδι, προπάντων αν συμβαίνει να είναι, όπως λέμε στα νομικά, «συνετός οικογενειάρχης». Αρκεί εντούτοις να ρίξει λίγο διαλυτικό στο άθροισμα των ημερών του, για να δεις ότι προ πολλού έχει μπει κι εκείνος, χωρίς ίσως να έχει πλήρη επίγνωση. Κακά τα ψέματα. Πρόκειται για μια υπόθεση που τη σηκώνει ο καθένας μας, αλλά την υποδύεται και την ερμηνεύει κατά διαστήματα και σε γραμμή ευθεία, τη στιγμή που ο αόρατος σκηνοθέτης με αλλεπάλληλους τεχνικούς χειρισμούς ολοκληρώνει ένα σενάριο δικό του όπου πρωταγωνιστείς, είναι όμως αμφίβολο –ή μάλλον από σένα εξαρτάται– αν θα παραστείς ποτέ στην προβολή του. Έτσι, και το πιο παράδοξο αποκαλύπτεται φυσικό, ή αντιστρόφως.
Μαρία Νεφέλη
              Αλλά μια που φτάσαμε παίζοντας ίσαμε δω, ας κάνουμε κι ένα βήμα πιο πέρα. Έχουν να λένε ότι, έαν υπήρχε τρόπος να ξεπεράσουμε την ταχύτητα του φωτός, θα προφταίναμε στο διάστημα σκηνές της ιστορίας που η αληθινή τους φύση μας διαφεύγει. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό, προσθέτω εγώ, θα ήτανε αν διαθέταμε και διαφορετικές ταχύτητες και τις βάζαμε αδίστακτα σε ενέργεια. Οπόταν θα βλέπαμε το ίδιο φαινόμενο να επαναλαμβάνεται από την ατομική στην κοσμική κλίμακα.
Μη γελάμε. Υπάρχει για όλα τα πράγματα μια έσχατη εκδοχή, που δεν ωφελεί σε τίποτα να την αγνοούμε ή να την περιπαίζουμε. Τα εμπόδια που μας τίθενται σήμερα τελούν υπό συνεχή άρση και ανατροπή. Μια μέρα τα βαλανίδια δεν θα πέφτουν κάτω από τη βαλανιδιά, ενώ τα κατορθώματά μας θα περνάν ψηλά, πολύ πέραν από τις προθέσεις μας. Τότε και η ποίηση, που συλλαμβάνει και αποδίδει την ψυχή του ανθρώπου με ακρίβεια δεκάτων του δευτερολέπτου, δεν θα μας φαίνεται πλέον ακατανόητη.
Μουσικήν ποιείτε, ω φίλοι!
 
 
                                                             Εν λευκώ - Οδυσσέας Ελύτης, Εκδόσεις Ίκαρος

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Συμφωνικής ορχήστρας της Βιέννης (2018)



Αποτέλεσμα εικόνας για πρωτοχρονιατικη συναυλια βιεννησ 2018

Η καθιερωμένη Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης, που, για μία ακόμη χρονιά, υποδέχθηκε μουσικά τη νέα χρονιά, παρουσιάζεται στο σημερινό "Κυριακάτικο σινεμά"
Στη «χρυσοποίκιλτη αίθουσα» του Μεγάρου των Φίλων της Μουσικής στην αυστριακή πρωτεύουσα,  το οποίο είχε δωρίσει ο μεγάλος Έλληνας μαικήνας των Τεχνών Νικόλαος Δούμπας, η διάσημη ορχήστρα ερμήνευσε έργα του Johann Strauss πατέρα, του Johann Strauss υιού, του Josef Strauss, του Franz von Suppé και του Alfons von Czibulka.
  Η Großer Saal, που στα γερμανικά σημαίνει μεγάλη αίθουσα και έχει ταυτιστεί στο μυαλό όσων αγαπούν την κλασσική μουσική με τον ερχομό του νέου έτους, έχει εξαιρετική ακουστική η οποία οφείλεται στην αρχιτεκτονική της. Το ορθογώνιο σχήμα και οι αναλογίες της σε συνδυασμό με τις εσοχές και τα γλυπτά, δημιουργούν πολλές ανακλάσεις κατά την μεταφορά του ήχου.
 
 

Η αίθουσα, που την ημέρα της Συναυλίας διακοσμείται με 30.000 λουλούδια - δώρο από το Σαν Ρέμο, προσφέρει θέση σε 1.744 καθήμενους και 300 όρθιους επισκέπτες, όμως τα περισσότερα εισιτήρια για την εκδήλωση - οι τιμές των οποίων κυμαίνονται από 35 έως 1.090 ευρώ - διατίθενται σε χορηγούς, επίσημους κρατικούς προσκεκλημένους, τιμώμενους και ευεργέτες της ορχήστρας.
Για τα μόλις 700 εισιτήρια, που απομένουν προς πώληση στο υπόλοιπο κοινό, υποβάλλονται κάθε χρόνο πάνω από 60.000 αιτήσεις μέσα από την ιστοσελίδα της Φιλαρμονικής της Βιέννης μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, από τις 2 ως και τις 23 Ιανουαρίου της προηγούμενης χρονιάς. Οι «τυχεροί» για αυτά κληρώνονται, ώστε, όπως τονίζεται, να δίνεται ίση ευκαιρία σε όλους τους ανά τον κόσμο φίλους της Πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας της Βιέννης.
                                                                   Καλή ακρόαση...

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

Οι Καλικάντζαροι και το Δέντρο της Ζωής...

Αποτέλεσμα εικόνας για καλικάντζαροι εικονες
 Επιτέλους φεύγουν αύριο οι Καλικάντζαροι σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις φεύγουν σήμερα, με τον «αγιασμό των υδάτων», ή την παραμονή των Φώτων ή, σύμφωνα με άλλες, φεύγουν μεθαύριο, που είναι του «Αη-Γιαννιού».

Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις οι καλικάντζαροι είναι διάφορα δαιμονικά όντα. Τα όντα αυτά παρουσιάζονται στη γη την Παραμονή των Χριστουγέννων και βασανίζουν τους ανθρώπους όλο το Δωδεκαήμερο μέχρι τα Θεοφάνεια, που αγιάζονται τα νερά. Θεωρούνται δύσμορφοι και λιπόσαρκοι, καθένας με κόκκινα μάτια, αχτένιστα μαλλιά, δόντια άγριου θηρίου, τραγοπόδαρα ή με τέσσερα πόδια σαν πίθηκοι. Οι γιαγιάδες μας παλιά έλεγαν πως είναι αερικά, ξωτικά.
 
.
Σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία, πρόκειται για «δαιμόνια» που εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (από 25-12 μέχρι και τις 6 Ιανουαρίου).
Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν’ αλωνίσουν τον κόσμο.
.
Κάποιοι πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, ασχημομούρηδες, ψηλοί και ξερακιανοί.
Άλλοι λένε ότι φοράνε σιδεροπάπουτσα.
Για άλλους, έχουν κόκκινα μάτια, πόδια τράγου και τριχωτό σώμα.
Καθένας τους έχει κι από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλοι στραβοχέρηδες, στραβοπρόσωποι, με καμπούρα ή ουρά.
.
Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μία δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση.
Γι’ αυτό και δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η μεγάλη τους επιθυμία. Όσο, όμως, και αν διαφωνεί ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα:
στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.
.
Καθώς η παράδοση ρίζωνε, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα όπως:
καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζέρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, κολοβελόνηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, παγανοί, παρωρίτες, πλανητάροι, σιφιώτες, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες κ.α.
.
Καθ” όλη τη διάρκεια του έτους είναι κρυμμένοι κάτω από τη γη και πελεκούν το δέντρο που τους στηρίζει.
Όταν φτάσουν στο κρίσιμο σημείο για να μην πλακωθούν από τη γη βγαίνουν στην επιφάνεια και όταν νυχτώσει για να βλάψουν όσους αντικρίζουν.
.
Στη Βενετία την παραμονή των Χριστουγέννων γεννιόντουσαν οι μάγισσες και οι στρίγγλες.
 
.
Στη Γαλλία οι Loup-garous τριγυρνούσαν στους δρόμους τη νύχτα των Χριστουγέννων και έτρωγαν τα σκυλιά.
.
Την ίδια νύχτα στις σκανδιναβικές δοξασίες έβγαιναν στους δρόμους τα ΤΡΟΛ και άλλα σατανικά πλάσματα και οι άνθρωποι τα εξευμένιζαν με θυσίες.
.
Στην Ισλανδία πίστευαν ότι κάθε Χριστούγεννα 9 julesveinar κατέβαιναν από τα βουνά για να αρπάξουν παιδιά και να τα οδηγήσουν στις σπηλιές των ξωτικών.
.
Στη Γερμανία, το δωδεκαήμερο ανέβαινε στη γη ο Άγριος Κυνηγός, η Λυσσασμένη Στρατιά, οι μάγισσες και οι τερατόμορφες γυναίκες που έκλεβαν τα μωρά από την κούνια τους, γι” αυτό οι άνθρωποι έπρεπε να κλειδώνονται μέσα μετά τη δύση του ήλιου και να μην κάνουν καμιά δουλειά εκείνες τις ημέρες.
.
Σύμφωνα με διάφορες ελληνικές δοξασίες οι καλικάντζαροι ήταν άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλλόμενοι σε δαιμόνια∙ γίνονται δε καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτισθούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη∙ ή κατά τους Σιφναίους όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν∙
στη Μακεδονία: όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει από τον Σατανά / Ελληνική δοξασία (αρχαίας καταγωγής) «δαιμόνιων» που σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 6 Ιανουαρίου). Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία τις μέρες αυτές τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους, τώρα που ο Χριστός είναι και εκείνος αβάφτιστος.
.
Για τη προέλευση αυτών των δαιμόνων υπάρχουν οι ακόλουθες απόψεις:
Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Σατύρων και του Πάνα (Schmidi).
Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Κενταύρων (Mayer, Lawson).
Από τη νεώτερη φαντασία των Ελλήνων εξ αφορμής αρχαίων μύθων (Ν. Πολίτης).
Εκ των αιγυπτιακών κανθάρων (Boll, που συμφωνεί και ο Κουκουλές).
Εκ του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα (Σβορώνος/ υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι είχαν επηρεαστεί από το Δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα).
Ως δαιμόνια της εστίας του πυρός (Δεινάκης / υποστηρίζει πώς ο μύθος τους προέρχεται από πραγματικά δαιμόνια, τα οποία ήταν της εστίας του πυρός).
.
Η ιστορία τους αρχίζει, όπως έχει αναφερθεί, από τα αρχαία χρόνια.
Οι Αρχαίοι πίστευαν πώς όταν οι νεκροί έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, έβγαιναν στον επάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Αργότερα, οι Βυζαντινοί γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα! Οι άνθρωποι έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπα τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν.
.
kalikantzaroi 2
.
Οι περισσότεροι από τους ερευνητές, από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι και σήμερα, υποστήριξαν ότι οι καλικάντζαροι δεν είναι αληθινά όντα, αλλά προέρχονται από την φαντασία των ανθρώπων.
Συγκεκριμένα, ο Ν.Πολίτης , στην περισπούδαστη πραγματεία του «Οι Καλικάντζαροι», έχει τη γνώμη ότι η συνήθεια να μασκαρεύονται από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα «παρείχε το ενδιαφέρον εις την φαντασίαν του λαού να πλάσει τους Καλικάντζαρους. Ο τρόπος ον ενέπνεον εις τα παιδιά μεν πάντοτε, πολλάκις δε εις τους ενήλικας, προσέδιδε δαιμονιώδη φύσιν εις τους οχληρούς και ταραχώδεις εκείνους πανηγυριστάς των Καλανδών, μέχρις ότου παντελώς συνέχισε και αφομοίωσεν αυτούς προς τα παντοία δείγματα των δεισιδαιμόνων παραστάσεων».
.
Επιπλέον, ο Μιχαήλ Ψελλός, μεγάλος μάγος των Βυζαντινών χρόνων, σε μικρή μελέτη του για τους καλικάντζαρους έγραψε ότι «ο φόβος και η προκατάληψη των αμόρφωτων ανθρώπων είναι εκείνο που γεννά τις φαντασίες των δαιμονικών».
Καθώς ο χρόνος περνούσε, όλα αυτά μαζί με τους φόβους των ανθρώπων έμεναν στις μνήμες και σιγά σιγά δημιουργήθηκαν αυτά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλασματάκια που ονομάσαμε καλικάτζαρους
[Οπως επισημαίνει στο «Βήμα» η Καθηγήτρια κ. Ευγενία Κούκουρα Δομνηνού, οι αντιλήψεις περί καλικάντζαρων και η μεταμφίεση σε ένα είδος φαντασμάτων (χάλοουιν) στις 25 Δεκεμβρίου, όπως συμβαίνει σε πολλές περιοχές της Δύσης,χάνονται στα βάθη των χιλιετιών.
Υπάρχουν, προσθέτει, συγκεκριμένες αναφορές στον Πλούταρχο και στον Κικέρωνα, με τις οποίες φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι ψυχές που αποχωρίστηκαν από το σώμα είτε παρίσταναν τους καλούς δαίμονες και ήταν φύλακες των ανθρώπων (lares), είτε τους κακούς και ονομαζόταν Iarvei (δηλαδή έμπουσες ή μορμολύκεια) και κατοικούσαν σύμφωνα με ορισμένες πηγές μεταξύ Σελήνης και Γης και σύμφωνα με άλλες στον Άδη.
Οι αρχαίοι πίστευαν ότι αυτοί οι δαίμονες επισκέπτονταν τρεις φορές τον χρόνο τη Γη:
-στις 24 Αυγούστου,
-στις 5 Οκτωβρίου και
-στις 8 Νοεμβρίου
και τότε ο κόσμος ήταν ανοιχτός (muntus patet).
Εκείνες τις περιόδους διοργανώνονταν ειδικές τελετές και εορτές για τις ψυχές.
Κατά τον Κικέρωνα, ο στρατηγός Δέκιμος Βρούτος, ο οποίος ήταν ο πρώτος που επιτέθηκε στον Άδη, διάβηκε τον ποταμό της λήθης και επέστρεψε ζωντανός, γιόρταζε την εορτή των ψυχών την τελευταία ημέρα του τελευταίου μήνα του χρόνου. Τότε οι άνθρωποι έστρωναν τραπέζια για να ταΐσουν τα καλά πνεύματα και από κει προέρχεται τοχάλοουιν (halloween), η γιορτή δηλαδή των χωρών της Δυτικής Ευρώπης στην οποία τα μικρά παιδιά μεταμφιέζονται και επισκέπτονται τα σπίτια της γειτονιάς, όπου τους δίνονται γλυκά και δώρα.
Τα κακά πνεύματα, δηλαδή τους καλικάντζαρους, τους έδιωχναν από το σπίτι με το λιβάνι, που αποτελούσε αλεξιτήριο και χρησιμοποιόταν στους ναούς για τη λατρεία των Θεών. 
.
Από που προέρχεται η ονομασία τους;
Υπάρχουν πολλές απόψεις για την ετυμολογία της λέξης καλικάντζαρος:
• Ως παράγωγο από την Τουρκική γλώσσα, σύμφωνα με τη γνώμη του Schmidt και του Wachsmuth.
• Εκ του «καλός + κάνθαρος» [Καλικάνθαρος] εξέφρασε ο Κοραής (Άπαντα Δ΄), που
συμφωνούν αργότερα ο Boll, ο Κουκουλές ( Έλληνας Βυζαντινολόγος ) και ο Μπούντουρας.
• Εκ του «λύκος + κάνθαρος» παρήγαγε επίσης και ο Πολίτης (Πανδώρα).
• Εκ του «λύκος + άντζαρος» [= ανήρ] παρήγαγε ο Λουκάς (Φιλολογικές επισκέψεις).
• Επίσης εκ του «καλίκιν + τσαγγίον» ή «καλός + τσαγγίον» και της μεγεθυντικής κατάληξης
–άρος (= ο φέρων καλά τσαγγία, υποδήματα, αντί καλίκια) ή ο φέρων καλίκια αντί τσαγγίων όπως παρήγαγε πάλι οΠολίτης.
• Ο Ν. Πολίτης μας πληροφορεί ακόμα, πως οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι Καλικάντζαροι είναι βρικόλακες Ατσιγγάνων. Έτσι εξηγείται και η ονομασία τους. Το πρώτο συνθετικό «Κάλι» είναι ονομασία Ατσιγγάνων. Το δεύτερο συνθετικό είναι ονομασία των Ατσιγγάνων της Αιγύπτου, που ήρθαν στην Ελλάδα τον 14ο αιώνα. Ονομάζονταν«Γαντζάροι». Οι Καλι-Γαντζάροι έγιναν Καλι-Καντζάροι με αφομοίωση, που άλλαξε το Καλίγι σε Καλίκι.
• Εκ του λατινικού «καλιγάτος» “Caligatus” / Οικονόμου.
• Η ετυμολογία του Παντελίδη ( 1955 ) / υποστήριξε εκ του «καλίκιν + άντζα».
• Εκ των ξένων ο Lawson / εκ του «καλός + κένταυρος», ενώ
• ο Δεινάκης υποστηρίζει ότι η ετυμολογία του ονόματος είναι παράγωγο του «καρκάντζι» (καρκάντζαρος) που σημαίνει το ξηρό, κεκαυμένο, o τσουρουφλισμένος.
.
Καλικάντζαροι στην Ελλάδα
kalikantzaroi 3
Κάθε περιοχή στην Ελλάδα έχει άλλη γνώμη για τους καλικάντζαρους σχετικά με την εμφάνισή τους, με το ποιος γίνεται και με το τι κάνουν, όμως παντού υπάρχουν ορισμένα κοινά στοιχεία.
.
Έτσι, στην Αντίσσα της Λέσβου λένε, πως οι Καλικάντζαροι έρχονται την πρώτη μέρα του Δωδεκαήμερου, που είναι τα Χριστούγεννα. Όποιος πεθάνει και πάει στον άλλο κόσμο άψαλτος κι αλιβάνιστος, βρικολακιάζει και γίνεται Καλικάντζαρος. Γι’ αυτούς είναι δαίμονας με ανθρώπινη μορφή, μαύρος, με κόκκινα μάτια σαν τη φωτιά, στραβός και ασχημομούρης, στραβοκάνης με πόδια σαν του τράγου, χέρια αρκουδίσια, κι όλο του το κορμί μαλλιαρό.
.
Στην Κάρπαθο, οι μανάδες δένουν τη μέση των παιδιών τους, που είναι στις κούνιες, με «βάτους» τις χριστουγεννιάτικες μέρες, για να μην τους κάνουν κακό οι «Κάγοι», οι Καλικάντζαροι, που θα φύγουν απ’ τα σπίτια, όπως πιστεύουν, σαν περάσει η γιορτή του Άϊ-Γιάννη.
.
Στη Ρόδο, όποιο παιδί γεννηθεί ανήμερα τα Χριστούγεννα, το λένε«Κάο», Καλικάντζαρο.
Λέγεται, λοιπόν, ότι οι «Κάηδες» σηκώνονται τη νύχτα απ’ το κρεβάτι τους το πρώτο δεκαήμερο, κι ασυναίσθητα γυρίζουν έξω.
Για να μην αγριέψει όμως το παιδί, οι δικοί του φροντίζουν να του κάνουν το «μονομερίτικο» ρούχο.
Φωνάζουν, δηλαδή, στο σπίτι τους γυναίκες που να λέγονται Μαρίες και τους δίνουν μία μπάλα μπαμπάκι.
Αυτές το κλώθουν, το κάνουν νήμα, το υφαίνουν και ράβουν ένα ρούχο, που θα το φορέσει ο Κάος.
Όλη αυτή η δουλειά πρέπει να γίνει μέσα σε μια μέρα, γι’ αυτό και το ρούχο λέγεται «μονομερίτικο».
.
Στη Θράκη πιστεύουν ότι οι Καλικάντζαροι συνηθίζουν να κατεβαίνουν τη νύχτα από το τζάκι και ν’ αρπάζουν τα λουκάνικα, κι ότι χορεύουν γύρω από τα πηγάδια, όπου, αν πάει κανείς, τον βάζουν με το στανιό, δηλαδή αναγκαστικά, να χορέψει μαζί τους.
.
Στην Κυνουρία χαράζουν με κάρβουνο σταυρούς στις πόρτες και στα παράθυρα, για να μην μπαίνουν μέσα οι«Λυκοκαντζάροι».
.
Στην Κύπρο πιστεύουν πως ο Καλικάντζαρος μπορεί να «αιχμαλωτιστεί», φτάνει ο άνθρωπος να τον δέσει από το πόδι με «μόλινο» (λινή κλωστή).
Την τελευταία μέρα που θα φύγουν οι «Πλανήταροι» ή «Καραμάνοι», στην Κύπρο οι νοικοκυρές τους περιποιούνται, για να τους εξευμενίσουν.
Τους ψήνουν «ξεροτήανα» (λουκουμάδες) με μπόλικο λάδι για να φάνε οι «Πλανήταροι που γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και χαιρετιούνται που θα φύγουν». Έπειτα τα περιχύνουν με μέλι. Όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται, στη συνέχεια, γύρω από το τηγάνι με το ζεστό λάδι που αχνίζει.
Πρώτα, όμως, οι Καλικάντζαροι θα γευτούν τα ξεροτήανα, που η νοικοκυρά θα ρίξει στη στέγη του σπιτιού και θα λέει:
«Τσιτσί, τσιτσί λουκάνικο,
κομμάτι ξεροτήανο,
ρίξε στους Καλικάντζαρους,
να φάσιν και να φύουσιν».
 
Στην Κύπρο τους φαντάζονται σαν κουβάρια.
Καθώς σκύβουν οι άνθρωποι να τους πάρουν, εκείνα αρχίζουν να τρέχουν.
Λίγο πιο πέρα αλλάζουν μορφή και γίνονται γαϊδουράκια και γκαμήλες.
Όταν ο άνθρωπος ξεγελιέται κι ανεβαίνει στην πλάτη τους, τότε αυτά ψηλώνουν σα βουνό και τον ρίχνουν κάτω.
.
Στη Λήμνο πιστεύουν πως ο Χριστός είπε στους ανθρώπους να φυλάγονται το Δωδεκαήμερο από τους Καλικάντζαρους.
.
Στην Κομοτηνή φοβούνται τόσο πολύ τους «Καρκατζέλ», όπως τους αποκαλούν, ώστε τη νύχτα δε σφυρίζουν ποτέ, για να μη μαζευτούν πολλοί μαζί και τους κάνουν κακό.
.
Στη Χίο, την παραμονή των Χριστουγέννων ο νοικοκύρης του σπιτιού φέρνει ένα μεγάλο ξύλο από τα χωράφια του και το βάζει μέσα στο σπίτι, στη μέση της κάμαρας. Το «χριστόξυλο», όπως το λένε, το ραίνουν καρύδια κι αμύγδαλα, που μαζεύουν τα παιδιά και τα τρώνε.
Κατόπιν, η νοικοκυρά παίρνει το κούτσουρο και το βάζει στο τζάκι, όπου θα καίγεται συνέχεια όλο το Δωδεκαήμερο.
Οταν περάσει το Δωδεκαήμερο θα μαζέψουν τη στάχτη και θα τη ρίξουν στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, για να προστατεύεται από τα «δαιμόνια», που αυτές τις μέρες ανεβαίνουν απ’ τα βάθη της Γης και πειράζουν τους ανθρώπους.
.
Σε πολλά χωριά στην Πελοπόννησο, από τη μέρα των Χριστουγέννων ζωγραφίζουν σ’ όλες τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού ένα σταυρό με κάρβουνο, για να μην μπουν οι Καλικάντζαροι και για να τους διώξουν.
.
Τέλος, στα Επτάνησα πιστεύουν ότι τα «Λυκοτσαρδά» ή«Παγανά» είναι αόρατες δυνάμεις που μπορούν να κάνουν χιλιάδες κακά. Είναι τα κακοποιά σύνεργα του σκότους και των ποταμίσιων νερών, που παρουσιάζονται με το πρώτο άστρο των Χριστουγέννων, κι εξαφανίζονται με το αγίασμα των νερών, τα Φώτα.
.
Με την πάροδο του χρόνου ο λαός έδωσε στους καλικαντζάρους κι άλλα ονόματα, αναλόγως με τις σκανδαλιές που έκαναν και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.
Τα ονόματα αυτά είναι, ως επί το πλείστον, λέξεις σύνθετες και αστείες.
Έτσι έχουμε:
•____Τον καλικάντζαρο Μαλαγάνα.
Αυτός θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά
•____Τον καλικάντζαρο Τρικλοπόδη.
Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι . Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεχτό της γιαγιάς.
•____Τον καλικάντζαρο Πλανήταρο, ο οποίος ονομάστηκε έτσι, γιατί πλανεύει τους ανθρώπους, αφού μπορεί και μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι.
•____Τον καλικάντζαρο Μαλαπέρδα. Του Μαλαπέρδα του αρέσει να κατουράει και στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται . Γι’ αυτό όσες νοικοκυρές τον ξέρουν, φροντίζουν να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους.
•____ Τον καλικάντζαρο Μαγάρα. Αυτός έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων .
• _____Τον καλικάντζαρο Βατρακούκο. Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και το όνομά του το πήρε από την όψη του, η οποία είναι όμοια με βατράχου.
• _____Τον καλικάντζαρο Καταχάνα. Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς και τα πάντα . Ρεύεται και βρωμάει απαίσια .
• _____Τον καλικάντζαρο Περίδρομο. Ο οποίος είναι, σαν τον Καταχανά, φαταούλας.
•____Τον καλικάντζαρο Κουλοχέρη. Το όνομα του το πήρε από την εμφάνιση του. Είναι σαραβαλιασμένος , μ’ ένα χέρι κοντό κι ένα μακρύ , κι όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω.
• ____Τον καλικάντζαρο Παρωρίτη. Ο Παρωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα και πολύ μαλακή . Εμφανίζεται λίγη ώρα πριν λαλήσει ο πετεινός , αξημέρωτα , κι έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων.
•____Τον καλικάντζαρο Γούρλο, ο οποίος πήρε το όνομα του από τα μάτια του, που είναι τεράστια σαν αυγά και πεταμένα έξω. Φυσικά δεν του ξεφεύγει τίποτα!
• ____Τον καλικάντζαρο Κοψομεσίτη. Αυτός είναι κουτσός και καμπούρης, ενώ πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους, του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι .
• ___Τον καλικάντζαρο Στραβολαίμη. Του οποίου το χαρακτηριστικό του είναι ότι στριφογυρνάει διαρκώς σα σβούρα το κεφάλι του.
• ___ Τον καλικάντζαρο Κοψαχείλη. Ο Κοψαχείλης έχει τεράστια δόντια τα οποία κρέμονται έξω από τα χείλη του. Του αρέσει να κοροϊδεύει τους παπάδες και γι’ αυτό φορά συνήθως ένα ψεύτικο καλυμμαύκι .
• ___Τον καλικάντζαρο Κωλοβελόνη. Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου . Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του.  Λένε πως, ίσως, ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος . Λέγεται πώς είναι ο αρχηγός τους.
• ____Τον καλικάντζαρο Μαντρακούκο. Αυτός εκτός από Μαντρακούκος, αποκαλείται αλλιώς και Πρώτος ή Κουτσός και είναι ο αρχικαλικάντζαρος. Την ημέρα κρύβεται στις μάντρες και τη νύχτα βγαίνει και πειράζει τις γυναίκες που περπατούν στο δρόμο . Είναι κοντόχοντρος , τραγοπόδαρος , καραφλός , ασχημομούρης πιο πολύ απ’ τους άλλους και πολύ επικίνδυνος. Κι αυτός λένε πώς είναι αρχηγός τους.
•_____Τον καλικάντζαρο Παγανό. Πάλι κι αυτός αποκαλείται Πρώτος ή Μεγάλος. Η αφεντιά του είναι κουτσός . Η ιστορία λέει ότι τον κούτσανε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως , μιας χωριατοπούλας που την κυνηγούσε κάποτε ο Παγανός για να την κάνει γυναίκα του , αλλά αυτή κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της και κατάφερε να του ξεφύγει . Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε . Το ζωντανό τότε τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να κλωτσάει .  Μια τέτοια δυνατή φαίνεται πως έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε . Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες . Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου . Ρίχνουν μάλιστα και αλάτι που κάνει θόρυβο όταν πέσει στη φωτιά , για να τον τρομάξουν ακόμα περισσότερο.
• ____Τέλος, έχουμε τον καλικάντζαρο Κατσικοπόδαρο, αλλιώς ή Κατσιποδιάρης ή Μέγας Καλικάντζαρος. Η μεγαλειότητά του είναι φαλακρός και κασιδιάρης κι έχει ένα κατσικίσιο ποδάρι . Είναι κακορίζικος , ελεεινός, γρουσούζης και όπου βάλει το κατσικίσιο του ποδάρι φέρνει καταστροφή .
.
kalikantzaroi 4
Οι άνθρωποι στα χωριά τρόμαζαν ( και κάποιοι συνεχίζουν ακόμα ) ότι είναι αερικά, ξωτικά.
Εν μέρει είχαν δίκιο, αφού οι καλικάντζαροι είναι πράγματι ξωτικά, αλλά όχι αερικά!
Ανήκουν στο στοιχείο της Γης και είναι από τα όχι τόσο άκακα . Γι’ αυτό το λόγο τους αποκαλούσαν και δαιμόνια. Λέγεται πώς ζουν όλο το χρόνο κάτω από τη Γη (Κοίλη Γη) όπου και προσπαθούν με οποιοδήποτε τρόπο να κόψουν το δέντρο που τη βαστάει, το οποίο μας θυμίζει το Δέντρο της Ζωής, μιας και κρατάει τη Γη πάνω στην οποία η ζωή ανθίζει.
Το συγκεκριμένο δέντρο ονομάζεται Δέντρο της Γης.
.
το Δέντρο της Ζωής-Islamic Arabic &also Ottoman Calligraphy
-Το Δέντρο της Ζωής,
που υπάρχει σε όλες σχεδόν τις Κουλτούρες-
(Εδώ: από την Ισλαμική Παράδοση, Οθωμανική ή και Αραβική)
* Πολλές εικόνες σχετικές με το Δέντρο της Ζωής στο τέλος της ανάρτησης
.
Βέβαια, αυτή η ιστορία είναι και μια παραλλαγή του μύθου του Άτλαντα (μυθική μορφή που κρατούσε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού πάνω από τη Γη), μόνο που εδώ είναι ένα δέντρο που κρατάει τον ουρανό του κόσμου των καλικαντζάρων, η οποία είναι η Γη.
Κόβουν και κόβουν μέχρι που η παράδοση τους θέλει να κοντεύουν να το ρίξουν.
.
Η όλη φαντασία δεν είναι άσχετη από πραγματικές αφετηρίες, όπως η αναγέννηση της φύσης, διάφορα περιστατικά που συμβαίνουν τις ημέρες των γιορτάδων και αποδίδονται στα πνεύματα, ακόμη και από τα φυσικά φαινόμενα και τους θορύβους που τα συνοδεύουν. Σύμφωνα με την περιγραφή του Βελλούδιου, που όντας αξιωματικός στη Ναυτική Αεροπορία – ήταν ο πρώτος που πέταξε στο Αφιόν Καραχισάρ – έστελνε τους άνδρες του να συγκεντρώνουν πληροφορίες για τους Καλικάντζαρους από όλη την Ελλάδα.
.
Τι κάνουν;

kalikantzaroi 5
Οι καλικαντζαραίοι τρέφονται κυρίως με τροφή ακάθαρτη όπως σκουλήκια, βατράχια, φίδια, ποντικοί κ.ά. εκτός από το Δωδεκαήμερο που επιλέγουν να φάνε τα γλυκά εδέσματα και το κρέας, τα οποία κλέβουν από τους ανθρώπους ή μέσα από τα σπίτια τους.
_________
Όταν ανέβουν στην επιφάνεια το Δωδεκάμερο, κάνουν οτιδήποτε μπορείτε να φανταστείτε!
Όντας χιλιάδες, διασκορπίζονται παντού!
Όταν νυχτώσει, αρχίζουν να τριγυρίζουν στην εξοχή και στους μύλους, κατεβαίνουν στις κατοικημένες περιοχές μήπως και μπουν στα σπίτια. Αλίμονο σ’ όποιον συναντήσουν νυχτιάτικα! Δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί!
____
Εμφανίζονται μπροστά του με διάφορες μορφές και προσπαθούν να τον τρομάξουν ή βλάψουν με όποιο τρόπο μπορούν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, καβαλικεύουν στους ώμους του, χορεύουν ολόγυρά του κι άλλα πολλά.
Μάλιστα, λένε ότι αν σε συναντήσουν στο δρόμο, κάθονται στους ώμους σου και σε ρωτάνε:
«Στούππος ή μόλυβος».
Αν απαντήσεις στούππος, γίνεται ελαφρύς και κάθεται πάνω σου μέχρι να τον μεταφέρεις σπίτι σου, όπου δεν πειράζει κανέναν και αφήνεται να τον δέσεις με σπαρτόβουρλο,
ενώ αν απαντήσεις μόλυβος, ο καλικάντζαρος βαραίνει και μένει πάνω σου μέχρι να σε συντρίψει.
_______
Λέγεται, επίσης, ότι ανεβαίνουν στους ώμους των ανθρώπων που συναντούν τη νύκτα και προσπαθούν να τους πνίξουν αν δεν αποκριθούν σωστά σε ότι ερωτηθούν.
Κατ΄ άλλους τους παρασύρουν σε χορό που, όμως, τους καλούς χορευτές τους ανταμείβουν ή κατ΄ άλλους παίρνουν τη μιλιά σε όποιον μιλήσει κατά τη συνάντηση μαζί τους.
_____
Χορεύουν και τραγουδούν, πάνε στους μύλους όπου πειράζουν τους μυλωνάδες, σκορπάνε το αλεύρι και τους αναγκάζουν να τους φτιάξουν πίτες.
Κάποιες φορές είναι ευγνώμονες προς τους σπιτονοικοκύρηδες και τους στέλνουν προϊόντα απ’ τα οποία έχουν μεγάλη έλλειψη.
Μανία τους να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές.
Κατεβαίνουν στα σπίτια των ανθρώπων από την καπνοδόχο, γι’ αυτό και τα τζάκια είναι αναμμένα όλο το δωδεκαήμερο και έχουν πολύ φωτιά, γιατί τη φοβούνται πολύ.
________
Εκτός από την καπνοδόχο, όμως έχουν την ικανότητα να μπορούν να μπουν από τις κλειδαρότρυπες ή από κάτω από τις πόρτες.
Αν καταφέρουν να μπουν, αρχίζουν ν’ ανακατεύουν και να μπερδεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους, προσπαθούν να μαγαρίσουν τα φαγητά τους, αρπάζουν ενδύματα, κάνουν ζημιές «βασανίζουν τις ακαμάτρες… γι΄ αυτό τα κορίτσια το 40ήμερο προσπαθούν να φτιάξουν όσο γίνεται πιο πολύ γνέμα» (Σάμος) ή σκορπούν το αλεύρι, τη τέφρα από το τζάκι τη «δωδεκαμερίτικη» ή «καλικαντζαρίσια» ή «τη στάχτη που δεν άκουσε το εν Ιορδάνη» και που θεωρείται ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση.
___
Επιπλέον, τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα.
Για να τους διώξουν οι νοικοκυρές, λένε ότι τους κυνηγούν με πυρωμένα δαυλιά.
Λέγεται, επίσης, πώς όταν ψήνουν οι νοικοκυρές τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι, οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στις καπνοδόχους και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία, γιατί έχουν την δυνατότητα να τεντώνουν τα άκρα τους όσο θέλουν, και ζητούν ή βουτούν ότι υπάρχει στο τηγάνι.
_____
Είναι πολύ ευκίνητοι, ανεβαίνουν στα δένδρα, πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια, κάνοντας μεγάλη φασαρία. Και ότι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν!
Σε μερικά μέρη λέγεται ότι τους καλικάντζαρους τους συνοδεύει η μάνα τους η «Καλικατζαρού» που τους «ορμηνεύει» τι να πειράξουν.
Σε κάποια νησιά λένε οι καλικάντζαροι έρχονται με τις γυναίκες τους ή μόνο οι γυναίκες τους οι «καλικαντζαρίνες»!
Και προκειμένου οι νοικοκυραίοι να αποφύγουν ένα τέτοιο συρφετό ρίχνουν στα κεραμίδια κομμάτια από χοιρινό*, το οποίο είναι η αδυναμία τους, ειδικά το παστό του ( το λίπος ), ή λουκάνικα ή ξηροτήγανα!
.
*Αυτό, γιατί όλη αυτή την περίοδο μέχρι τα Χριστούγεννα οι αγρότες στα χωριά έθρεφαν χοιρινά, των οποίων το κρέας πάστωναν ή έφτιαχναν λουκάνικα ή άλλα καπνιστά εδέσματα, με σκοπό να έχουν κρέας μέχρι το Πάσχα, τουλάχιστον, οπότε και ετοίμαζαν αρνί.
__________
Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι, καβγατζήδες, δίγνωμοι, ο ένας λέει ναι, ο άλλος όχι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μια δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση.
Όταν ξεκινάν να πάνε κάπου, ο ένας τρέχει, ο άλλος στέκει, μαλώνουν στο δρόμο και ποτέ δε φτάνουν εκεί που πάνε, ή φτάνουν παράκαιρα.
Λόγω των παραπάνω, πιστεύεται πώς αν και είναι κακοί και πονηροί, δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η μεγάλη τους επιθυμία.
_______
Το μόνο που κάνουν είναι να τους πειράζουν, να τους ενοχλούν ή να τους φοβίζουν, μιας και είναι μωροί και ευκολόπιστοι. Γι’ αυτό και οι γυναίκες ακόμα τους περιπαίζουν, τους βρίζουν και τους λένε σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες κ.λ.π.
Μένουν έξω όλη νύχτα μέχρι και την αυγή.
Για να καταλάβουν πότε είναι ώρα να φύγουν, μιας και πρέπει να μην υπάρχει αρκετό φως ακόμα, υπάρχουν τρία λαλήματα πετεινών που προειδοποιούν.
Κατά το πρώτο λάλημα του πετεινού, ο οποίος είναι μαύρος, γιατί είναι ακόμη μεσάνυκτα, δε φεύγουν, κατά το δεύτερο , το οποίο είναι από κόκκινο πετεινό, γιατί αρχίζει να γλυκοχαράζει, ετοιμάζονται και κατά το τρίτο που λαλεί άσπρος πετεινός, γιατί ξημερώνει, αποχωρούν.
.
Ποιοι γίνονται καλικάντζαροι σύμφωνα με το λαό μας;;
kalikantzaroi 6
Η προέλευση αυτών των πλασμάτων είναι, σύμφωνα με διάφορες ελληνικές δοξασίες, οι άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλλόμενοι σε δαιμόνια∙ γίνονται, δε, καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτισθούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη, ή κατά τους Σιφναίους όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν.
Στη Μακεδονία: όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει από τον Σατανά.
________
Κατ’ άλλους, καλικάντζαροι γίνονται τα παιδιά που γεννιούνται ανήμερα των Χριστουγέννων. Γιατί τότε σημαίνει πως η σύλληψή τους έγινε του Ευαγγελισμού, την ίδια μέρα με τη σύλληψη του Χριστού, πράγμα που για κάθε χριστιανό είναι αμάρτημα βαρύτατο.
Για να εμποδίσουν ένα τέτοιο παιδί να γίνει καλικάντζαρος, το δένουν απ’ το χέρι της μητέρας του με μια σκορδοπλεξούδα ή με ψαθόσκοινο. Έτσι δεν μπορεί να φύγει μαζί τους.
_______
Ή του καίνε τα νύχια των ποδιών, γιατί καλικάντζαρος χωρίς νύχια δεν γίνεται.
Σε κάποιες περιοχές πιστεύουν ότι δεν υπάρχουν καλικατζαρίνες, γι’ αυτό τα κορίτσια που γεννιούνται ανήμερα των Χριστουγέννων, λένε πώς γίνονται στρίγγλες.
Στην Αντίσσα της Λέσβου λένε πώς τα παιδιά που γεννιούνται τη μεγάλη βδομάδα των Χριστουγέννων, οπότε γεννιέται κι ο Χριστός, αν δε βαφτιστούν ως τα Φώτα, γίνονται Καλκατζαρέλια, δηλαδή μικροί Καλικάντζαροι.
Γι’ αυτό τα βαφτίζουν ανήμερα τα Φώτα, ακόμα και χωρίς παπά.
.
Και δε φοβούνται πια μη γίνουν Καλικάντζαροι, γιατί βαφτίζονται μέσα στ’ αγιασμένα νερά, που είναι κείνη τη μέρα σαν τ’ άγιο μύρο.
Επιπλέον, πιστεύουν ότι καλικάντζαροι γίνονται και οι πεθαμένοι που δεν τους έψαλλε παπάς και δεν θυμιάστηκε, γι’ αυτό και βρικολακιάζουν. Έτσι, πάλι στην ίδια περιοχή, τους βάζουν μαζί από ένα εικόνισμα και δεν βρικολακιάζουν.
___
Μια άλλη άποψη είναι ότι οι καλικάντζαροι δεν υπάρχουν και ότι απλά είναι επινόηση των πρώτων χριστιανών, που είχαν σκοπό, με αυτό τον τρόπο, να προκαλέσουν τη φρίκη και το δέος στους αβάφτιστους και στους αδιάλλακτους.
___
Απόδειξη αυτού είναι ότι οι Καλικάντζαροι εγκαταλείπουν τις στέγες των σπιτιών την παραμονή των Φώτων, που γίνεται ο μικρός αγιασμός.
.
Με τον καιρό όμως οι Καλικάντζαροι έγιναν στη συνείδηση του λαού «χαριτωμένα δαιμονάκια», που δεν προκαλούν φρίκη. Δεν αφήνουν, όμως, ευκαιρία να μην πειράξουν τους ανθρώπους τις δώδεκα μέρες που κρατά η δράση τους.
.
Τρόποι αποφυγής
kalikantzaroi 7
Ο άνθρωπος, όπως για όλα τα κακά, έτσι και γι’ αυτό προσπάθησε να βρει μια λύση.
Εφηύρε, λοιπόν, πολλούς τρόπους για να διώξει τους καλικαντζαραίους και είναι οι εξής:
 
• Οι καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά, επομένως όταν έχουμε αναμμένο το τζάκι, δεν μπαίνουν από την καπνοδόχο.
—-
• Άλλος ένας τρόπος είναι το κόσκινο, το οποίο τοποθετείται είτε στο τζάκι είτε πίσω από την πόρτα και καθυστερεί τον καλικάντζαρο, διότι εκείνος αρχίζει να μετρά τις τρύπες μέχρι την αυγή, οπότε και αναγκάζεται να φύγει.
—–
• Ο αγιασμός είναι άλλο ένα αποτρεπτικό μέσο! Οι καλικάντζαροι τον φοβούνται πολύ, γι’ αυτό και φεύγουν στα Φώτα, όπως κι όταν ραντισθεί το μέρος με αγιασμό.
——
• Κάτι άλλο που δεν μπορούν να αντέξουν είναι η θέα αναμμένου κεριού από τον Επιτάφιο.
—–
Το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού θεωρείται ότι τους διώχνει.
—-
Επίσης, φοβούνται τα καμμένα ξύλα, δαυλιά και κούτσουρα.
—–
Η απαγγελία του “Πάτερ ημών” τρεις φορές λένε ότι λειτουργεί και αυτό ως αποτρεπτικό μέσο, αφού το απεχθάνονται.
—–
• Επιπλεόν, το κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες (παλιοτσάρουχου),
η εμφανής επίδειξη χοιρινού οστού,
τα περίαπτα (χαϊμαλιά, φυλαχτά) πίσω από τη πόρτα,
το μαυρομάνικο μαχαίρι (αθαμέ) και
το αναμμένο δαυλί τους διώχνουν.
—–
• Άλλοι τρόποι είναι να κρεμάσουμε το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, να κάψουμε αλάτι ή ένα παλιοπάπουτσο στη φωτιά κι ο καπνός κι οι κρότοι απ’ το αλάτι θα τους διώξουν μακριά.
——
• Άλλοι δένουν στο χερούλι της πόρτας μια τούφα λινάρι.
Ώσπου να μετρήσει ο καλικάντζαρος τις ίνες του λιναριού, αφού είναι μωρός και ανόητος, έφτασε το ξημέρωμα κι όπου φύγει-φύγει.
—-
• Παλιά, οι νοικοκυραίοι που ζούσαν στα χωριά, σκέπαζαν το χοιρινό, το αγαπημένο τους κρέας, με σπαράγγια. Το σπαράγγι όταν είναι ακόμα φρέσκο, είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν όμως παλιώσει γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος. Έτσι σκέπαζαν με αυτό, εκτός από το χοιρινό και τα λουκάνικα, καθώς επίσης και οτιδήποτε άλλο είχε σαν πρώτη ύλη το χοιρινό, ώστε να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι.
———
Ένα ακόμα όπλο εναντίων των καλικαντζάρων είναι το λιβάνι. Το σιχαίνονται και γι’ αυτό οι νοικοκυρές θυμιατίζουν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήνουν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι καθ΄ όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου.
——-
• Τέλος, υπάρχουν και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό, που βάζουμε ακόμα και σήμερα στα σπίτια μας, τέτοιες μέρες, είναι η κρεμμύδα.
Η Χρυσοβασιλίτσα, όπως αλλιώς τη λένε, ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, βγάζει φύλλα τέτοια εποχή, και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. 
Σαν το φως που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.

Μηνολόγιο Ιανουαρίου...

Αποτέλεσμα εικόνας για ιανουαριοσ 2018
  Καινούργιος χρόνος αλλά και καινούργιος μήνας: Ο Ιανουάριος, ή Γενάρης, ή Καλαντάρης, ή Καλαντάρς (Ποντιακά), είναι ο πρώτος μήνας του πολιτικού έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο. Και να το μηνολόγιό του:


Δε   1 Της πρασίνης τσόχας
Τρ  2 Έναρξις αγώνος ανυπακοής και μη βίας υπό Μαχάτμα Γκάντι
Τε  3 † Κοίμησις Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, συγγραφέως των ταπεινών
Πε   4 † Νικολάου Γύζη τελευτή
Πα   5 Γενέσιον Σωκράτους του φιλοσόφου
Σα   6 Εφεύρεσις τηλεγράφου υπό Μορς
Κυ 7 Ανακάλυψις των δορυφόρων του Διός υπό Γαλιλαίου
Δε  8 † Γαλιλαίου τελευτή και Ναπολέοντος Λαπαθιώτη αυτοκτονία
Τρ  9 † Θεοφίλου Καΐρη του μεγάλου διδασκάλου τελευτή
Τε 10 Νίκη Θρασυβούλου κατά των τριάκοντα τυράννων
Πε 11 Γενέσιον Νικολάου Καββαδία του μαρκονιστή και αυτοκτονία Ααρών Σβαρτς του διαδικτυομάρτυρος
Πα 12 Γενέσιον Σπυρίδωνος Λούη του μαραθωνοδρόμου
Σα 13 Το «Κατηγορώ» του Αιμιλίου Ζολά
Κυ 14 Της Αλκυόνης· και τελευτή Γρηγορίου Ξενοπούλου του Ζακυνθίου
Δε 15 Γενέσιον Ιωάννου Ποκελέν ή Μολιέρου, ηθοποιού και συγγραφέως
Τρ 16 † Ευστρατίου Αναστασέλλη του σκωπτικού
Τε 17 Γενέσιον Βενιαμίν Φραγκλίνου
Πε 18 Γενέσιον και τελευτή Βασιλείου Τσιτσάνη, λαϊκού μουσουργού
Πα 19 Γενέσιον Εδγάρδου Άλλαν Πόε
Σα 20 † Κοίμησις Χρήστου Καπράλου
Κυ 21 Των τριών Λάμδα (Βλαντιμίρ Λένιν,  Ρόζα Λούξεμπουργκ, Καρλ Λίμπκνεχτ)
Δε 22 Γενέσιον Λόρδου Βύρωνος, του φιλέλληνος ποιητού
Τρ 23 Γενέσιον Αντωνίου Γκράμσι
Τε 24 † Αμεδαίου Μοντιλιάνι
Πε 25 Γενέσιον Γεωργίου Ζαμπέτα, του μεγάλου διασκεδαστού και θανή Θεόδωρου Αγγελόπουλου επί των επάλξεων
Πα 26 Του Ολοκαυτώματος
Σα 27 † Κοίμησις Ιωσήφ Βέρντι
Κυ 28 † Κοίμησις Θεοδώρου Δοστογέφσκι
Δε 29 † Θανή Αλεξάνδρου Πούσκιν, του ποιητού
Τρ 30 † Μεθοδίου Ανθρακίτου, του διαφωτιστού
Τε 31 † Αλεξάνδρου Υψηλάντου τελευτή

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Η πρώτη μέρα του χρόνου στη ζωγραφική...



 

Πρωτοχρονιά σήμερα και να δεκαεπτά από τους διασημότερους πίνακες ζωγραφικής με θέμα τους τι άλλο; Την πρώτη μέρα του έτους!

Εξώφυλλο για το “The Savoy”, της 1ης Ιανουαρίου 1896 – Aubrey Beardsley – 1895


Ευτυχισμένο το νέο έτος – Jenny Nyström


Η πρώτη μέρα της χρονιάς – Konstantin Gorbatov –


Πρωτοχρονιάτικη γιορτή – Αντρέι Πέτροβιτς Ριαμπουσκίν
Πρωτοχρονιάτικες ευχές – Αγόρι σε καλάθι – Jenny Nyström


Πρωτοχρονιά στο Νέο Άμστερνταμ – George Henry Boughton – 1870


Πρωτοχρονιά στην Chinatown του Σαν Φρανσίσκο – Theodore Wores – 1881

 
Η παρέλαση της Πρωτοχρονιάς – Κορνέλιος Κρίγκχοφ – 1871


Παραμονή Πρωτοχρονιάς στον παππού – Friedrich Ortlieb – 1873


Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο σκυλοχωριό – Cassius Marcellus Coolidge


Πρωτοχρονιά – Χένρι Μόσλερ – 1888


Πρωτοχρονιάτικη νυκτωδία στη Νέα Υόρκη – Childe Hassam – 1892


Το χιόνι της πρωτοχρονιάς – Eric Ravilious – 1938


Παλιός και νέος χρόνος. Ημερολόγιο του 1905 – Κωνσταντίνος Σόμοφ – 1904


Το παλάτι της Στοκχόλμης την παραμονή Πρωτοχρονιάς 1779 – Pehr Hilleström – 1779


Εσπερινός, Παραμονή Πρωτοχρονιάς -Spenlove – 1905


Το πρωτοχρονιάτικο δώρο – Richard Ansdell – 1851

                                                                                                            
                                                                                                              Πηγή: antikleidi.com

Καλή Χρονιά!

Αποτέλεσμα εικόνας για καινούργιος χρόνος 2018
 Καλή Χρονιά με υγεία, ευτυχία, δημιουργία και πρόοδο!      Χρόνια Πολλά!