Σαν φόρο τιμής προς τον μεγάλο Μηνά Χατζησάββα, τον εξαίρετο ηθοποιό που έφυγε τέτοιες μέρες πριν τρία χρόνια προβάλλεται σήμερα η ταινία παραγωγής 1989 "ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ", σε σενάριο Πέτρου Μάρκαρη και σκηνοθεσία Δημήτρη Παναγιωτάτου. Με τους ΚΑΡΥΟΦΥΛΛΙΑ ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ, ΜΗΝΑΣ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑΣ, ΝΤΙΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΔΗΣ, ΗΡΩ
ΜΟΥΚΙΟΥ, ΤΑΤΙΑΝΑ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΝΕΖΕΡ. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ (ΤΑΚΗΣ
ΜΟΣΧΟΣ)
Τρία χρόνια χωρίς τον Μηνά Χατζησάββα, ηθοποιό του θεάτρου, του
κινηματογράφου και της τηλεόρασης, από τους σπουδαιότερους της γενιάς
του. Διακρίθηκε, ακόμη, ως διηγηματογράφος και σεναριογράφος. Ο Μηνάς
Χατζησάββας γεννήθηκε το 1948, στην Αθήνα. Σπούδασε υποκριτική στη σχολή
«Le Cours Simon» των Παρισίων και στη Δραματική Σχολή του Εθνικού
Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε το 1969.
Στην πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση υποδύθηκε τον Πάρη στο «Ρήσο»
του Ευριπίδη (1965), σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη. Μία παραγωγή του
Εθνικού Θεάτρου, που παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 1965 στο Αρχαίο
Θέατρο της Δωδώνης. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τους θιάσους της
Κατερίνας Ανδρεάδη, της Αντιγόνης Βαλάκου, των Γιάννη Φέρτη και Ξένιας
Καλογεροπούλου.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του πρωτοποριακού θιάσου «Ελεύθερο Θέατρο»
(1970-71) και για περισσότερο από δέκα χρόνια βασικό στέλεχος του
«Ανοιχτού Θεάτρου» του Γιώργου Μιχαηλίδη (1984-1998). Το διάστημα
2000-2003 συνεργάστηκε με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Πάτρας, στη
συνέχεια πρωταγωνίστησε στο ελεύθερο θέατρο, ενώ την περίοδο 2010-2014
συνεργάσθηκε ξανά με το Εθνικό Θέατρο. Η τελευταία του εμφάνιση στο
θέατρο ήταν το καλοκαίρι του 2015, στο έργο «Οι Τυφλοί, ή ο ήχος των
μικρών πραγμάτων σε μεγάλο σκοτεινό τοπίο» του Μορίς Μαίτερλινκ, σε
σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Στενή υπήρξε και η σχέση του Μηνά Χατζησάββα με το αρχαίο δράμα.
Έπαιξε σε τραγωδίες και κωμωδίες στην Επίδαυρο. Υποδήθηκε, μεταξύ άλλων,
τον Ιππόλυτο στο ομώνυμο έργο του Ευριπίδη (1989), τον Βλέπυρο στις
«Εκκλησιάζουσες» (1992), τον Ιεροκλή στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, τον
Διόνυσο στις πολυσυζητημένες «Βάκχες» του Ματίας Λάνγκχοφ (1997), τον
Αγαμέμνονα στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Άντζελας
Μπρούσκου (2008), τον Δαρείο στους «Πέρσες» σε σκηνοθεσία Ντίμιτερ
Γκότσεφ (2009), ενώ συμμετείχε στις παραστάσεις «Ηρακλής μαινόμενος» του
Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού (2011), «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»
(2012) και «Αγαμέμνων» του Αισχύλου (2013).
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην αισθηματική ταινία
του Κώστα Ασημακόπουλου « Όμορφες Μέρες» (1970). Έπαιξε σημαντικούς
ρόλους σε περισσότερες από 30 ταινίες γνωστών σκηνοθετών του σύγχρονου
ελληνικού κινηματογράφου, όπως ο Βασίλης Βαφέας, η Τόνια Μαρκετάκη, ο
Νίκος Γραμματικός, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, ο Σωτήρης Γκορίτσας και ο
Αλέξανδρος Αβρανάς. Τιμήθηκε δύο φορές με το βραβείο β’ ανδρικού ρόλου
στη Θεσσαλονίκη («Lilly’s story» του Ροβήρου Μανθούλη και «Τα παιδιά του
Κρόνου» του Γιώργου Κόρρα) και μία φορά με το βραβείο α’ ανδρικού ρόλου
(«Κλειστή στροφή» του Νίκου Γραμματικού). Κύκνειο άσμα του στη μεγάλη
οθόνη ήταν η συμμετοχή του στην ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη «Ένας
άλλος κόσμος» (2015), όπου ερμηνεύει έναν ακροδεξιό, που μισεί τους
πρόσφυγες.
Η τηλεοπτική του παρουσία υπήρξε επίσης πλούσια. Το μεγάλο κοινό τον
γνώρισε 1993 δίπλα στη Μυρτώ Αλικάκη στο ερωτικό δράμα «Αναστασία», ενώ
υποδύθηκε χαρακτηριστικούς ρόλους στις σειρές «Νυχτερινό δελτίο» (1998 –
1999), «Κόκκινος κύκλος», «10η εντολή» και «Άμυνα ζώνης».
Με το ψευδώνυμο Πρόδρομος Μαυρίδης εξέδωσε τρεις συλλογές διηγημάτων,
με τους τίτλους «Σπέρμα», «Η Χαμένη» και «Δύο Σταγόνες Βροχή». Με το
ίδιο ψευδώνυμο συνεργάστηκε σε σενάρια και το 1995 τιμήθηκε με το
βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ταινία «Η Ζωή Ενάμισυ
χιλιάρικο» της Φωτεινής Σισκοπούλου.
Ο Μηνάς Χατζησάββας πέθανε στις 30 Νοεμβρίου 2015 στο νοσοκομείο
«Ευαγγελισμός», σε ηλικία 67 ετών. Είχε βεβαρημένο ιστορικό, με
καρδιολογικά προβλήματα και νοσηλευόταν στη μονάδα εντατικής θεραπείας
του αθηναϊκού νοσοκομείου από τις 23 Νοεμβρίου, έχοντας υποστεί
αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Σε μία συνέντευξη του, το καλοκαίρι του 2015 στο περιοδικό
«Αθηνόραμα», είχε σχεδόν προφητικά μιλήσει για τη ζωή και το θάνατο: «Η
ζωή μας είναι ό,τι είμαστε, τελεία και παύλα. Γι’ αυτό θέλω να δουλεύω,
να δουλεύω, να δουλεύω. Αν δεν είχα τη δουλειά μου να με κρατάει, δεν
ξέρω τι θα έκανα… Όσο έχω ακόμη δυνάμεις, ας παιδεύομαι».
Ο Κερκ Ντάγκλας, γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1916 στο Άμστερνταμ της Νέας Υόρκης. Παιδί φτωχής
οικογένειας, αναγκάστηκε από μικρός να ψάξει για δουλειά. Έκανε διάφορες
εργασίες πριν γίνει ηθοποιός και το υποκριτικό του ταλέντο έγινε άμεσα
αντιληπτό από την Αμερικανική Ακαδημία Δραματική Τέχνης της Νέας Υόρκης,
από όπου κατάφερε να πάρει και υποτροφία.
Ενώ είχε ξεκινήσει την καριέρα του ως θεατρικός ηθοποιός, κατατάχτηκε
στον στρατό στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και επέστρεψε πίσω τραυματίας.
Μετά τον πόλεμο, ασχολήθηκε και πάλι με το θέατρο, ενώ έκανε και
ραδιοφωνικά διαφημιστικά. Σκόπευε να παραμείνει θεατρικός
ηθοποιός αλλά η Λορίν Μπακόλ τον βοήθησε να πάρει τον πρώτο του
κινηματογραφικό ρόλο στην ταινία «Αμαρτωλές Γυναίκες» (The Strange Love
of Martha Ivers - 1946) του Λιούις Μάιλστοουν. Ο Ντάγκλας καθιερώθηκε ως ο «σκληρός τύπος» με την όγδοη ταινία του, τα «Φλογισμένα Πάθη» (Champion - 1949) του Mark Robson,
όπου υποδυόταν έναν εγωιστή μποξέρ. Από τότε, υποδυόταν συχνά πυκνά
τους "κακούς" χαρακτήρες. Έγινε παράλληλα ιδιαίτερα γνωστός με τους
δυναμικούς ρόλους του, ιδιαίτερα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.
Πρωταγωνίστησε επίσης σε πολλά γουέστερν αλλά και σε αρκετές πολεμικές
ταινίες, υποδυόμενος στρατιωτικούς.
Πολύ
σημαντικός ήταν και ο ρόλος του ως ο διάσημος Ολλανδός ζωγράφος Βίνσεντ
Βαν Γκογκ, στην ομώνυμη ταινία του Βιντσένζε Μινέλι, "Lust for Life"
(1956). Και ο μεγάλος σκηνοθέτης, Στάνλεϊ Κιούμπρικ όμως τον χρησιμοποίησε αποτελεσματικά, τόσο στον πολύ γνωστό μας «Σπάρτακο» (Spartacus) του 1960, όσο και στο σπουδαίο αντιπολεμικό δράμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, «Σταυροί στο Μέτωπο» (Paths of Glory), που είχε προηγηθεί το 1957.
Στην πλούσια καριέρα του ο Κερκ Ντάγκλας υπήρξε τρεις φορές υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερου Α’ Ανδρικού Ρόλου, για τις ταινίες: Champion (1949), The Bad and the Beautiful (1952) και Lust for Life (1956). Αν και δεν κέρδισε καμία φορά, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου του παρέδωσε το 1996 - με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων αξιόλογης παρουσίας στο σινεμά - ένα Τιμητικό Όσκαρ για τη συνολική του προσφορά στον χώρο της Έβδομης ΤΟ Ντάγκλας, έχει το δικό του αστέρι στη λεωφόρο του Χόλιγουντ, έχει
τιμηθεί με πολλές διακρίσεις και βραβεία, ανάμεσά τους, το Προεδρικό
Μετάλλιο της Ελευθερίας το 1981, της Γαλλικής Λεγεώνας Τιμής το 1985
και το Εθνικό Μετάλλιο Τεχνών το 2001. Το 2011, ο Κερκ Ντάγκλας, παρά τη μεγάλη του ηλικία, εμφανίστηκε στην 83η απονομή των Όσκαρ για να δώσει το Όσκαρ Καλύτερης Β' Γυναικείας Ερμηνείας - στη Melissa Leo για το φιλμ "The Fighter" - με όλους τους παρευρισκόμενους όρθιους να τον χειροκροτούν...έχνης.
Το «Φορτηγό» [Lyra, 11/1966] είναι για τους πάντες, πλέον, ένας δίσκος «τομή» για το ελληνικό τραγούδι του ’60 (και πέραν αυτού).
Αν κι έχει περάσει μισός αιώνας από τότε ο πρώτος εκείνος δίσκος του Διονύση Σαββόπουλου, που σαν χθες είχε γενέθλια, εξακολουθεί να φαντάζει μοναδικός και μόνος, ίσως γιατί κανένας άλλος 20άρης δεν έκανε ποτέ ένα τέτοιο ανατριχιαστικό ντεμπούτο, όλα τα επόμενα χρόνια – κάτι, τέλος πάντων, που να μπορεί να κοντράρει, με τη δημιουργική έννοια, εκείνο το μοναδικό και ακατάτακτο άλμπουμ.
Καμία ταμπέλα δεν ήταν εύκολη, εκείνη ειδικά την εποχή, για το «Φορτηγό» – και το «νέο κύμα», που είχε εμπνευστεί Αλέξανδρος Πατσιφάς (και η εταιρεία Lyra), έμοιαζε πολύ περιοριστικό και κυρίως ασαφές για να περιγράψει ό,τι ακουγόταν στο συγκεκριμένο άλμπουμ.
Εξάλλου, τι σχέση μπορεί να είχαν τα κομμάτια τού «Φορτηγού» με τα αξιοπρεπέστατα εν πάση περιπτώσει τραγούδια του Βιολάρη ή του Πουλόπουλου; Γιατί όλα τούτα «νέο κύμα» τα βάφτιζαν τότε…
Έχουν γραφεί τόσα πολλά για το «Φορτηγό», τις δεκαετίες που ακολούθησαν, ώστε να μην υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να προσθέσουμε (καινούρια) περισσότερα εδώ και τώρα. Οι αξίες τού δίσκου είναι προφανείς, και, πάντα, τραγούδια όπως «Οι πλανόδιοι», «Το δέντρο», «Τα πουλιά της δυστυχίας», «Οι παλιοί μας φίλοι» και όλα τα υπόλοιπα θ’ ακούγονται, κάθε φορά, σαν να είναι η πρώτη φορά.
Τι γραφόταν όμως, σε περιοδικά κι εφημερίδες, σε πρώτο χρόνο, για τα τραγούδια τού «Φορτηγού»; Έχει σημασία αυτό. Όχι για τα τραγούδια αυτά καθ’ αυτά, αλλά για την κριτική. Κατά πόσο, δηλαδή, είχε αντιληφθεί το «καινούριο» που κόμιζαν τα νέα άσματα και πόσο κοντά βρισκόταν (η κριτική) σ’ εκείνο που συνέβαινε.
Για να δούμε…
Ανοίγουμε τις ΕΙΚΟΝΕΣ (τεύχος 591, της 17 Φεβρουαρίου 1967). Στην τελευταία σελίδα κάποιος Τ. Βαλ. ψάχνει για το… φορτηγό. Η κριτική στο άλμπουμ τού Σαββόπουλου, που είχε κυκλοφορήσει τρεις μήνες νωρίτερα, είναι αλλοπρόσαλλη, καθώς ο συντάκτης δεν φαίνεται να έχει καταλάβει και πολλά πράγματα. Την μεταφέρω ολόκληρη:
«“Στην εθνική οδό, λίγο πιο έξω από τη Θεσσαλονίκη, ένα φορτηγό σε μαζεύει και ύστερα, πριν ξημερώση, σ’ αφήνει στην Αθήνα”. Αυτές είναι οι επεξηγήσεις των 12 μικρών τραγουδιών-αφηγήσεων του άλμπουμ, γραμμένες από τον συνθέτη και στιχουργό Διονύση Σαββόπουλο. Εν τούτοις με το πρώτο τραγούδι του δίσκου εκτίθενται: “Σε μια στιγμή ανάβουν τα φώτα, και η μουσική μας φέρνει τους μάγους, τους παλιάτσους με τα κόκκινα σκουφιά”. Πού είναι το φορτηγό; Ακολουθεί η “Ζωζώ η νταρντάνα”, η “Μαϊμού”, το “Δέντρο”, αλλά πουθενά το φορτηγό. Με δηκτικό, αλληγορικό ύφος ο Σαββόπουλος, με στρωτή μουσική (εκτός των εξαιρέσεων) συνοδεύει τον εαυτό του στην κιθάρα, μεταδίδοντας την εσωτερικότητα ελάσσονος τόνου των τραγουδιών του. Και “επειδή δεν είναι τραγούδια”, ο συνθέτης τα αποκαλεί “ασκήσεις φυσικής αναπνοής”».
Το πρώτο δισκάκι τού Διονύση Σαββόπουλου ήταν ένα «τεσσαράκι», ένα EP δηλαδή με τέσσερα τραγούδια, από τον Φλεβάρη του 1965. Τα εξής: «Εγερτήριο, Μια θάλασσα μικρή/ Τα πουλιά της δυστυχίας, Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» [Lyra]. Εκεί, στο οπισθόφυλλο εκείνου του δίσκου, υπήρχε ένα πρώτο κείμενο τού τραγουδοποιού, που δεν είναι πολύ γνωστό:
«Πάνε δύο χρόνια που τελειώνοντας το Γυμνάσιο στη Σαλονίκη, κατέβηκα στην Αθήνα να βρω δουλειά. Να τώρα σ’ αυτό το δίσκο τέσσερα από τα πρώτα τραγούδια μου. Δεν είναι παρά εικόνες και άνθρωποι από τη Σαλονίκη και την Αθήνα. Το Μπαχτσέ-Τσιφλίκι, η Καλαμαριά κα φυσικά όλοι οι φίλοι. Σ’ αυτό το δίσκο πολλά πράγματα θυμίζουν Ζακ Πρεβέρ, Χριστιανόπουλο, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Μπρασσένς ή Ρωμανό Μελωδό. Σ’ όλα αυτά προστίθεται η προσωπική μου ομιλία, το μεράκι μου να πούμε. Έτσι κάπως, με χίλιους επηρεασμούς, φτιάχνεται το καινούργιο τραγούδι. Είναι ζεστό, οικείο, ολοζώντανο. Έχει ένα κόμπο χαρά κι ένα κόμπο θλίψη. Πολλή πίστη και πολλή ελπίδα. Είναι τόσο μικρό όσο να χωράει ένα φιλί, και τόσο μεγάλο όσο να χωράει μια επανάσταση. Σ’ αυτό το τραγούδι, κτήμα του λαού, πιστεύω κι εγώ».
Κι ενώ είχαν κυκλοφορήσει κάμποσα από τα τραγούδια του Σαββόπουλου στις 45 στροφές, καθώς ο ίδιος γινόταν όλο και περισσότερο γνωστός στους θαμώνες των μπουάτ της Πλάκας, ο Γιώργος Μανιάτης (ο γνωστός συγγραφέας που τότε ήταν συντάκτης της «Ελευθερίας» – αν δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο του «Ο Μίδας βασιλιάς έχει αυτιά γαϊδάρου ή εκατέρωθεν της ουσίας» από το 1972 κάντε το) έγραφε στην αθηναϊκή εφημερίδα (17/4/1966) ένα… περίεργο κείμενο υπό τον τίτλο «Όσιος ή Αγύρτης; / Ο ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ / Ένας αληθινός καλλιτέχνης που κινδυνεύει να πνιγή./ Με το Χριστό ή το Βαραββά;». Ο Μανιάτης θεωρούσε, από τότε, πως ο Σαββόπουλος έτεινε προς τον συμβιβασμό. Η κριτική, αν και περνάει από ακραία «πάνω» και «κάτω» έχει ενδιαφέρον. Μεταφέρω ένα απόσπασμα:
«(…) Ο Σαββόπουλος γράφει τα τραγούδια του τη στιγμή που τα τραγουδάει. Να καλπάζη πάνω σ’ ένα σκαμνί, να γρατζουνάη απαίσια τη φτωχή του κιθάρα, να ωρύεται με βραχνή φωνή αυτά τα απαίσια τραγούδια. Αν η ζωούλα μας δεν ήταν απαίσια, θα ήταν απαίσιος. Για την ώρα είναι μοναδικός – και δεν φταίει καθόλου σε τούτο… Υπάρχει σ’ αυτόν μια ολοφάνερη σατιρική φλέβα, επιτήδεια –όμως– αφημένη ξέφραγη, ώστε να μπορή να περιλαμβάνει άσχετα ερωτικά τραγουδάκια και τελείως “ελεύθερη” και “αδέσμευτη”, ώστε να μην καταντάη “επικίνδυνη”. Έτσι ο Σαββόπουλος έγραψε τελευταία ένα απαράδεκτο τραγούδι για τους φοιτητές και ένα ακόμη ονόματι “Bιετνάμ γε-γε”… Συζητώντας μαζί του τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται, θυμήθηκε μια ωραία κουβέντα του Χατζιδάκι: “Είσαι ωραίος Σαββόπουλε και να προσέχεις μήπως χωρέσης σε καμμιά κορνίζα. Θα πούνε: Κυττάξτε, δεν είναι έκτακτος αυτός ο νέος αναρχικός; Είναι ο μόνος που έχουμε στην Ελλάδα”… Και ο Σαββόπουλος, πράγματι, τραγούδησε στο χορό της σχολής Αναβρύτων, και αγαπήθηκε πέρυσι το καλοκαίρι από τους εις Σπέτσας παραθεριστάς… Αισθάνεται πολύ ευχαριστημένος. Προσωπικά δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι τα τραγούδια που είναι περισσότερο “δικά” του, αυτά τα τραγούδια με τη σαφέστατη, πράγματι, κοινωνική παρουσίαση, είναι τελικά τέτοια που θα διασκεδάσουν μόνο την τάξη εκείνη στην οποία ο Σαββόπουλος δεν θέλει ν’ ανήκη: την αστική τάξη. Είναι έτοιμος να τραγουδήση στο σαλόνι της κυρίας τάδε και το παραδέχεται. Βαδίζει το δρόμο που δεν οδηγεί βέβαια στο να γίνη ο τραγουδιστής της τάξης αυτής, αλλά να πάψη να είναι ο τραγουδιστής του λαού (σ.σ. αυτό μοιάζει ν’ αναφέρεται σ’ εκείνο το “κτήμα του λαού”, που είχε γράψει ο Σαββόπουλος στο backcover τού πρώτου EP του). Επιδιώκει, λέει, όχι να κερδηθή, αλλά να κερδίσει τον αστό και να τον κατεβάση στη Ρουλότα (σ.σ. μπουάτ της Πλάκας). Δεν ξέρει ότι είναι το ίδιο και το αυτό.
Υπάρχει Πρεβέρ στη δουλειά του. Ακόμη και το είδος τού Μπρεχτ. Κάνει λόγο για τον Παναΐτ Ιστράτι. Αλλά ο Ιστράτι, όταν πάτησε στην Ελλάδα δεν τον αγάπησαν – τον απείλησαν. Κι αυτόν είχαν πάει να τον υποδεχτούν οι σνομπ κυρίες της αριστοκρατίας, όμως αυτός τις παραμέρισε. Η πρώτη κουβέντα που άκουσαν να λέη ήταν να πάη κατευθείαν στο σανατόριο Σωτηρία και να καταγγείλει τον τρόπο ζωής των φυματικών εκεί μέσα.(…) Ο φίλος μου Διονύσης Σαββόπουλος είναι κιόλας είκοσι δύο χρονών(…) και το έργο του μια δραματική πυκνότητα το διέπει, και ο πλούτος της χλεύης τού δίνει την παράξενη εκείνη ρωμαλεότητα.(…) Απομένει να δούμε ποια πίστη θ’ ασπαστή: του Χριστού ή του Βαραββά. Απομένει να δούμε αν θα ζήση ή αν θα πεθάνη».
Η πιο ώριμη κριτική που έγινε εκείνη την εποχή στα τραγούδια του Σαββόπουλου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της αριστεράς «επιθεώρηση ΤΕΧΝΗΣ» (τεύχος 130-132, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1965). Ένα χρόνο πριν κυκλοφορήσει το «Φορτηγό» κι ενώ κάποια από τα τραγούδια τού δίσκου είχαν τυπωθεί σε δισκάκια ο γνωστός αργότερα δοκιμιογράφος Γιάννης Μ. Καλιόρης, πρώτος απ’ όλους, πέφτει μέσα σε πολλά απ’ όσα λέει. Μεταφέρω το μεγαλύτερο κομμάτι τής 4σέλιδης κριτικής (και πάντως όχι τους στίχους των τραγουδιών που παρατίθενται), επειδή έχει διαχρονικό νόημα.
Ένας τραγουδιστής
Μια σύμπτωση οδήγησε κάποιο βράδυ τα βήματά μας στο σπίτι ενός νέου τραγουδιστή – του Διονύση Σαββόπουλου. Είναι ένας νέος είκοσι ενός περίπου έτους, ο οποίος σαν τους παλιούς εκείνους «ραψωδούς», τους περιπλανώμενους τροβαδούρους του Μεσαίωνα –που εκφράζονταν μέσα απ’ όλα τα στοιχεία τού τραγουδιού πριν το τελευταίο καταμεριστεί σε «τομείς»–, γράφει τους στίχους και τη μουσική και τραγουδάει ο ίδιος συνοδεύοντας με την κιθάρα του.
Μας τραγούδησε αρκετά απ’ τα τραγούδια του, με μια φωνή παράξενη, υπόβραχνη, μικρή σε ένταση, μοναδική ωστόσο για ν’ αποδώσει αυτήν ακριβώς την «ειδοποιό» αίσθησή τους.
«Φύγαμε από το σπίτι του Σαββόπουλου με το κεφάλι γεμάτο μελωδίες, σφυρίζοντας κάποιο σκοπό που ανελέητα είχε γαντζωθεί πάνω μας».
Ε, λοιπόν όχι, όταν φύγαμε ούτε το κεφάλι μας ήταν γεμάτο μελωδίες, ούτε μας σφηνώθηκε κανένα λάιτ-μοτίβ, απ’ αυτά που τ’ αρπάζουμε στον αέρα και δεν εννοούν να μας εγκαταλείψουν. Γιατί τα τραγούδια του δεν είναι «μελωδικά», δεν μας βομβαρδίζουν με εντυπωσιακές μουσικές φράσεις, που διαθέτοντας «μαγνητικά» σημεία αποτυπώνονται εύκολα ούτε έχουν την αυστηρά ρυθμική εκείνη σχηματοποίηση, το εξωτερικά «τακτοποιημένο» βάδισμα που κάνει ομαδικό ένα τραγούδι. Είναι από αυτά που δε μας «αρέσουν» γιατί δε χαϊδεύουν γοητευτικά την ακοή μας με γλαφυρές μουσικές αφηγήσεις, δεν μας τυλίγουν με συναισθήματα, δεν μας κατακλύζουν με συγκινήσεις ευκολοσχημάτιστες.
Τα τραγούδια αυτού του είδους είναι αδύνατο να τα οικειωθούμε σε κάποιο βάθος, με την πρώτη ακρόαση, ή με ακροάσεις ασυνειδητοποίητης προσοχής – αντιστέκονται με πείσμα σε μια τέτοια προσπέλαση. Αλλά όσες φορές τ’ ακούμε με ζωντανή προσοχή, τόσο και εξιχνιάζουμε τις αφανείς τους δυνατότητες, κι ανασύρουμε από μέσα τους τον κρυμμένο πλούτο.
Εκείνο που βασικά χαρακτηρίζει τα τραγούδια του Σαββόπουλου, είναι η οργανική σύνθεση της μουσικής και των στίχων. Πράγματι, εδώ οι στίχοι δεν είναι το πρόσχημα, ή το όχημα έστω για ν’ αναδειχτεί η μουσική ούτε πάλι προϋπάρχουν αξιολογικά απ’ αυτήν, ώστε η τελευταία να είναι απλώς ο αγωγός για την μετάδοση κάποιας δικής τους ενέργειας. Το καθένα απ’ τα δύο αυτά στοιχεία μπορεί και λειτουργεί μόνο μέσα στην ενότητά του με το άλλο. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η σύλληψη του νοήματος ή ενός μηνύματος αν θέλουμε, είναι ταυτόχρονα «εννοιολογική» και μουσική.
Έτσι το λεπτόσαρκο μέλος, δεν μπορούμε να το φανταστούμε αυθύπαρκτο, λ.χ. σε διασκευή για σκέτη ορχήστρα, γιατί δεν έχει εκείνη την πληθωρικότητα που θα του επέτρεπε να αναλυθεί και να ανασυσταθεί εμπλουτισμένο, μέσα από την ενορχήστρωση ή την πολυφωνία – αναδείχνεται μόνο στο βαθμό που αποτελεί σάρκα των συγκεκριμένων στίχων, ακριβώς γιατί η σύλληψή τους εκπορεύτηκε, ευθύς εξ αρχής και ταυτόχρονα, από κάποια κοινή συγκινησιακή αφετηρία.(…)
Λέξεις με τραχιά αφή, με «άηθες ήθος», μπολιάζονται μέσα τους, κομίζοντας όχι τη γυμνή χυδαιότητα, ή την ακαλαισθησία τους, αλλά το θάνατο μιας ήδη τραυματισμένης απ’ τη βαναυσότητα των ανθρώπινων σχέσεων λυρικής αίσθησης, την ασεβή σπίλωση κάποιας παρθενικής συνείδησης του κόσμου. Λέξεις όπως «νταρντάνα», «σωματική ανάγκη», «νταβατζής», «βλαστημάει», έρχονται απροσδόκητα, κοφτά, ν’ αντιπαραταχθούν σαρκαστικά για να υπενθυμίσουν τα ρήγματα στην «αρμονία» του κόσμου μας και την ασάφεια της ανθρώπινης ύπαρξης.
Θα επιχειρήσουμε ένα τόλμημα: να παραθέσουμε τους στίχους μερικών τραγουδιών. Με αυτό είναι σίγουρο πως τα τραγούδια θα αδικηθούν, έτσι αποσαρκωμένα απ’ τη μουσική τους. Όμως θα το αποτολμήσουμε, όχι γιατί είναι φορείς μιας αυθύπαρκτης ποιητικής αξίας, αλλά γιατί μας εισάγουν, από μιαν ορισμένην άποψη, στο κλίμα και τη σκόπευση της όλης προσπάθειας.
Τα τραγούδια μπορούμε να τα σχηματοποιήσουμε σε τρεις κύκλους:
Ο πρώτος, με θέματα και αλληγορίες που ανάγονται σ’ ένα σαφέστερο κοινωνικό προβληματισμό, απηχεί, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών, μακρινές μνήμες από τα τραγούδια και τις αλληγορίες του Μπρεχτ ή του Πρεβέρ, αλλά έχει πιο κοντινή συγγένεια με τις προσπάθειες παρόμοιων τραγουδιστών-ραψωδών στις άλλες χώρες, όπως είναι ο Μπόμπι Ντάιλαν (σ.σ. εννοεί Μπομπ Ντύλαν), o Ζωρζ Μπρασσέν και είναι όλο αυτό το κύμα που ονομάζεται Φολκ Ρόουλ (σ.σ. εννοεί folk-rock). Απ’ αυτόν τον κύκλο παραθέτουμε δύο δείγματα, απ’ τα οποία το πρώτο, που τιτλοφορείται «Ήλιε, ήλιε αρχηγέ», αποτελεί διασκευή σχετικού ποιήματος του Πρεβέρ(…).
Το δεύτερο –το πιο ενδιαφέρον ίσως της σειράς– έχει τον τίτλο «Μια στιγμή ειρήνης» (σ.σ. πρόκειται για το τραγούδι «Σωματική ανάγκη» που ακούστηκε στο άλμπουμ «10 Χρόνια Κομμάτια» το 1975) και η κεντρική του ιδέα αναπτύσσεται σατιρικά χρωματισμένη μέσα από την εύστοχη παρωδία (…).
Το τρίτο, με περισσότερη «απόκρυψη», απεικονίζει ένα όραμα θρυμματισμένο που ξανασυναρμολογείται κομμάτι-κομμάτι μέσα από άγρυπνες καρδιές, και έχει τον αποκαλυπτικό αλλά και πολύ παρελθούσης χρήσεως κραυγαλέο τίτλο: «Ο οδηγητής» (σ.σ. «Το δέντρο»). .
Από μιαν άποψη ο προβληματισμός εδώ είναι «παρελθούσης χρήσεως» («μιλούσε αυτός που οδηγούσε», «της νίκης μας οδηγητή»), εκτός και αν τον οδηγητή τον νοήσουμε σαν το ευρύτερο και απροσωποποίητο εκείνο όραμα, που συνενώνει και κινητοποιεί τους αγωνιζόμενους ανθρώπους.
Στο δεύτερο κύκλο, ο προβληματισμός εμπλουτισμένος με δραματικό σαρκασμό, προσπαθεί να εισδύσει σε κάποιες άλλες πλευρές της «ανθρώπινης κατάστασης» παρουσιάζεται πιο «φιλοσοφημένος» μέσα από εικόνες που κινούνται σε εσωτερικότερο κλίμα. Πρόκειται για τη σειρά των «πλανοδίων»: Την περιοδεύουσα πόρνη, τους κλόουν και ταχυδακτυλουργούς του τσίρκου, τη μαϊμού του γύφτου και τους ηθοποιούς των «μπουλουκιών» – υπάρξεις που πραγματοποιούν τον προσωπικό τους θρίαμβο μέσα στον ασυνείδητο ψυχικό μαζοχισμό μιας διαπόμπευσης, η οποία έχει γίνει γι’ αυτούς ζωτική αυταπάτη, θρίαμβος θλιβερός που λίγο-πολύ κυκλοφορεί στο αίμα όλων μας.(…)
Ο τρίτος κύκλος χρωματίζεται λυρικά – είναι τα ερωτικά τραγούδια, απ’ τα οποία παραθέτουμε δύο. Το πρώτο είναι και το πιο «μελωδικό», το πιο γνωστό κι «εμπορικό» απ’ όλα, καθώς όπως μας εξήγησε ο συνθέτης σε κάθε δίσκο του που περιλαμβάνει 4 τραγούδια, το ένα πρέπει να είναι για λόγους κυκλοφοριακούς εύληπτα μελωδικό. Φυσικά, εδώ ξεφεύγουμε από το προηγούμενο ύφος κι έχουμε να κάνουμε με καθαρά ελαφρό τραγούδι – οπωσδήποτε όμως πολύ ευχάριστο, όταν βέβαια το τραγουδάει ο ίδιος, κι όχι όταν το ακούμε σε κάποιας τουρκογύφτικης τεχνοτροπίας εκτέλεση, που κυκλοφορεί παράλληλα (σ.σ. εννοεί εκείνη του Κώστα Χατζή – άστοχη και άδικη κριτική). Ο τίτλος του είναι «Χορός» (σ.σ. «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη»). (…)
Το δεύτερο, στο ίδιο περίπου στυλ, ονομάζεται «Η Συννεφούλα». (…) Και πάλι επαναλαμβάνουμε ότι δεν πρόκειται για ποιήματα με αυτοδυναμία, αλλά για στιχουργήματα τραγουδιών και σαν τέτοια πρέπει να κριθούν. Αν θελήσουμε να τα δούμε διαφορετικά, σίγουρα θα τ’ αδικήσουμε – θ’ ανακαλύψουμε κοινοτοπίες και αφέλειες, κάποτε μερικά φραστικά κλισέ ή φανταχτερές εικόνες, πού και πού επιφωνήματα ή εκφράσεις που θυμίζουν παλιό μελόδραμα, περιττολογίες ίσως, και χασμωδίες. Όμως ως περιεχόμενο τραγουδιού, ως επίτευγμα στο σύνολο των στοιχείων του (με κάποια ποιοτική κλιμάκωση των τραγουδιών μεταξύ τους), αλλά κυρίως ως σκόπευση, κομίζει για τη χώρα μας την αρχή από κάτι καινούριο – κι αυτό είναι που κάνει την όλη προσπάθεια να ξεχωρίζει θετικά.
Πηγή: «Ο Σαββόπουλος στην Λύρα» 11/1997
Ας κλείσουμε αυτή την αναφορά στα 50χρονα τού «Φορτηγού» με μια δισκογραφία τού Διονύση Σαββόπουλου γύρω από ’κει:
1. Εγερτήριο, Μια θάλασσα μικρή/ Τα πουλιά της δυστυχίας, Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη – EP, Lyra LE 2020 – 1965 2. Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας, Οι δεκαπέντε/ Το δέντρο (Ο οδηγητής), Συννεφούλα – EP, Lyra LE 2029 – 1965 3. Εγερτήριο (Ήλιε ήλιε αρχηγέ)/ Μια θάλασσα μικρή – single, Lyra LS 1053 – 1965 4. Τα πουλιά της δυστυχίας/ Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη – single, Lyra LS 1061 – 1965 5. Οι δεκαπέντε/ Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας – single, Lyra LS 1079 – 1965 6. Το δέντρο (Ο οδηγητής)/ Συννεφούλα – single, Lyra LS 1080 – 1965 7. Η Ζωζώ/ Τα κορίτσια που πηγαίνουν δύο-δύο – single, Lyra LS 1219 – 1966 8. Βιετνάμ γιε-γιε/ Οι παλιοί μας φίλοι – single, Lyra LS 1220 – 1966 9. Φορτηγό – LP, Lyra XLP 3225 – 1966
Με την παρουσίαση της επικής ταινίας "1900", παραγωγής 1976 το ιστολόγιο τιμά τον μεγάλο Μπερνάντο Μπερτολούτσι.
Η ταινία ποταμός του Μπερτολούτσι (έχει διάρκεια πάνω από πέντε ώρες)
αφηγείται την πορεία, μέσα από τις πρώτες πέντε δεκαετίες του αιώνα μας,
της ιταλικής αγροτιάς και πιο ειδικά των χωρικών της μεγάλης πεδινής
περιοχής της Εμίλια, όπου η σοσιαλιστική ιδέα είναι βαθιά ριζωμένη από
παλιά, μέσα από την παράλληλη ιστορία δύο νέων που γεννήθηκαν την
πρωτοχρονιά του 1900, σε γειτονικά σπίτια: ο γιος ενός τσιφλικά και ο
γιος ενός κολίγα...Η ταινία είναι και στο https://www.youtube.com/watch?v=e6MF0jHMqPI το α' μέρος της και στο https://www.youtube.com/watch?v=e6MF0jHMqPI το β΄ μέρος...
Δεν υπάρχει λάτρης του κινηματογράφου που να μην έχει βρεθεί κάποια στιγμή της ζωής του σημαδεμένος από μια ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.
Το σινεμά του Ιταλού auteur εντυπωσιάζει με την αρτιότητα της
αισθητικής του, ενώ ο ίδιος κατείχε την ικανότητα να δημιουργεί με
ζηλευτή ικανότητα εικόνες συντριπτικής δύναμης, εξελίσσοντας διαρκώς το
στιλ του είτε υπέγραφε ανθρώπινα δράματα είτε θεαματικά ιστορικά έπη. Ο μεγάλος σκηνοθέτης έφυγε την τελευταία εβδομάδα του Νοέμβρη, αφήνοντας τεράστιο κενό στον παγκόσμιο σινεμά... Ο
γεννημένος στην Πάρμα το 1941 σκηνοθέτης άρχισε σε ηλικία 15 ετών να
γράφει ποίηση και διηγήματα τα οποία τον κέντρισαν την προσοχή του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ο οποίος και εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο. Λίγο αργότερα ο Παζολίνι τον προσέλαβε ως βοηθό σκηνοθέτη στην πρώτη του ταινία «Ακατόνε» (1961) και έτσι ο 20χρονος Μπερνάρντο έκανε τα πρώτα του βήματα στον κινηματογράφο.
«Ο Κονφορμίστας» (1970)
Ο Μπερτολούτσι άνηκε στη γενιά των σκηνοθετών που έζησαν την
άνθιση του ιταλικού σινεμά στα ‘60s, μιας εποχής στην οποία οι
ριζοσπαστικές ιδέες για την τέχνη και την πολιτική πολύ συχνά
ταυτίζονταν. Ήταν η περίοδος στην οποία ο νεαρός σκηνοθέτης έψαχνε το
προσωπικό του ύφος, με αξιοσημείωτη την ταινία «Πριν την Επανάσταση»
(1964), το οποίο και τελειοποίησε στο πρώτο του αριστούργημα «Ο Κονφορμίστας» (1970).
Σε
αυτήν την ταινία ο ανοιχτά πολιτικοποιημένος Μπερτολούτσι, εμπνευσμένος
από το μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια, ασκεί μια στοχευμένη κριτική
στο φασιστικό παρελθόν της Ιταλίας, ενώ την ίδια στιγμή παραδίδει
μαθήματα κινηματογραφικής δεξιοτεχνίας με τα αρχιτεκτονικής ακρίβειας
στημένα κάδρα του που κόβουν την ανάσα. Αυτή ήταν η πρώτη ηχηρή ένδειξη
του φοβερού του ταλέντου.
«Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» (1972)
Δεν άργησε πολύ να προκαλέσει ξανά αίσθηση, καθώς δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το «Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι».
Η ωμή, σαρκική σχέση του Μάρλον Μπράντο και της Μαρία Σνάιντερ
βρίσκεται στο επίκεντρο μιας τολμηρής ταινίας που εξερευνά τα πιο
σκοτεινά σημεία του ανθρώπινου ψυχισμού. Ο Μπερτολούτσι βρέθηκε στο
επίκεντρο σκανδάλου αμέσως μετά την κυκλοφορία της ταινίας, καθώς στην
περιβόητη σκηνή του βουτύρου η 19χρονη τότε Σνάιντερ δεν ήταν πλήρως
ενημερωμένη για την ακριβή δράση της σκηνής, γεγονός που έφερε σε
αμφισβήτηση τη συναίνεσή της σε όσα διαδραματίζονται. Ο ίδιος ο
σκηνοθέτης καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 μηνών, ενώ η ταινία κυκλοφόρησε
ξανά το 1978.
«1900» (1976)
Η φήμη του Μπερτολούτσι εκτοξεύθηκε με την αμέσως επόμενη ταινία του, το επικών διαστάσεων «1900» (1976).
Έχοντας στη διάθεσή του ένα all-star cast που περιλάμβανε ονόματα όπως ο
Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ, ο Ιταλός μαέστρος παρέδωσε
μαθήματα ιστορίας υπό μια μαρξιστική οπτική γωνία και καθιερώθηκε ως ένα
από τα κορυφαία ονόματα του σινεμά.
«O Τελευταίος Αυτοκράτορας» (1987)
Ήταν η ταινία που κέντρισε το ενδιαφέρον κάθε μεγάλου
παραγωγού και το 1987 ο Μπερτολούτσι έγινε ο πρώτος που ταξίδεψε στην
Απαγορευμένη Πόλη της Κίνας για να γυρίσει τον «Τελευταίο Αυτοκράτορα».
Η ταινία, όπως προδίδει ο τίτλος της, αναπαριστά τη ζωή του τελευταίου
Κινέζου αυτοκράτορα και έφτασε να αποσπά 9 βραβεία Όσκαρ (ταινίας,
σκηνοθεσίας, διασκευασμένου σεναρίου, φωτογραφίας, σκηνικών, κοστουμιών,
ήχου, μοντάζ, πρωτότυπης μουσικής).
«Κλεμμένη Ομορφιά» (1996)
Ο Μπερτολούτσι είχε πλέον φτάσει στην κορυφή και το
μόνο που είχε να κάνει έκτοτε ήταν να αφοσιωθεί στην ποίηση, την πρώτη
του αγάπη, αλλά με απόλυτα κινηματογραφικό τρόπο. Το κατάφερε στην
απόλυτα ρομαντική «Κλεμμένη Ομορφιά» (1996), όπου κινηματογραφεί τη Λιβ Τάιλερ σαν ένα ποίημα εν κινήσει, και την τελευταία του εξαιρετική ταινία του «Ονειροπόλους» (2003).
Μάικλ
Πιτ, Εύα Γκριν και Λουί Γκαρέλ ενσαρκώνουν το ελεύθερο πνεύμα του Μάη
του ‘68, της ακομπλεξάριστης σεξουαλικότητας και της νεανικής ορμής. Οι
«Ονειροπόλοι» έχουν αντέξει απροσδόκητα στο χρόνο και αποτελούν σημείο
αναφοράς για πολλούς σύγχρονους σινεφίλ, αποδεικνύοντας την ικανότητα
του Μπερτολούτσι να επανεφευρίσκει διαρκώς το αφηγηματικό του ύφος και
να μη μένει στάσιμος.
«Οι Ονειροπόλοι» (2003)
Η τελευταία του ταινία ήταν το άνισο «Εγώ και Εσύ»
(2012), ενώ ένα χρόνο αργότερα ο ίδιος προήδρευσε της κριτικής
επιτροπής του φεστιβάλ Βενετίας, απονέμοντας το Αργυρό Λιοντάρι στο
«Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά. Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι «έφυγε» σε ηλικία 77 ετών, μετά από πολυετείς περιπέτειες με την υγεία
του. Θα τον θυμόμαστε για πάντα όμως για την αγέραστη κομψότητα των
εικόνων του, οι οποίες έκαναν τόσους και τόσους να ερωτευτούν τον
κινηματογράφο...
Ο Δεκέμβριος ή Δεκέμβρης είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του
ημερολογίου μας, παρόλο που το όνομά του παραπέμπει ολοφάνερα στον
αριθμό δέκα, decem. Για την ανακολουθία φταίνε οι Ρωμαίοι -διότι τα
ονόματα των μηνών, όλα, είναι δάνειο από τα λατινικά. Το παλιό ρωμαϊκό
μηνολόγιο άρχιζε από τον Μάρτιο και ο Decem-ber ήταν ο δέκατος μήνας.
Όταν αργότερα μεταρρυθμίστηκε το ημερολόγιο και μπήκαν στις δυο πρώτες
θέσεις ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος, η αντιστοιχία χάλασε και ο
Δεκέμβρης είναι πλέον δωδέκατος.
Ο Δεκέμβρης λαϊκά λέγεται και Γιορτινός -και όχι άδικα: είναι ο μήνας
με τις πολλές γιορτές, ξεκινώντας από τα Νικολοβάρβαρα (4-6 Δεκεμβρίου)
και καταλήγοντας στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά -και ενδιάμεσα
έχουμε επίσης την Άννα, τον Σπύρο, τον Λευτέρη, τον Διονύση και την
Αναστασία. Να είναι σύμπτωση οι τόσες γιορτές στον σκοτεινότερο μήνα της
χρονιάς, όπου η μέρα βρίσκεται στα μικρότερά της;
Ο Δεκέμβριος είναι από τους μήνες που έχουν δώσει το όνομά τους σε
γεγονότα -εννοώ βέβαια τα Δεκεμβριανά, τις συγκρούσεις του Δεκέμβρη του
1944 στην Αθήνα. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε πρόσφατα και για τα όσα
ακολούθησαν τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το 2008
από την οποία φέτος κλείνουν δέκα χρόνια. Δεκεμβριστές λέγονται οι
επαναστάτες που πήραν μέρος στην αποτυχημένη εξέγερση του Δεκεμβρίου
1825 στην τσαρική Ρωσία.
Από το sarantakos.wordpress.com να το μηνολόγιο του Δεκέμβρη...
Σα 1
Παγκόσμια ημέρα κατά του AIDS και γενέσιον Ιωάννου Συκουτρή
Κυ 2
Αντιφώντος του σοφιστού, Μαρίας Καλογεροπούλου της καλλιφώνου και Διονυσίου Σαββόπουλου της νιότης μας
Δε 3
† Αυγούστου Ρενουάρκαι γενέσιον Νίνου Ρότα του μουσουργού
Τρ 4
Ο Θωμάς Έδισον εφευρίσκει τον ηλεκτρικόν λαμπτήρα
Τε 5
Θεοφίλου Μόζαρτ τελευτή
Πε 6
Νικολάου Μύρων και των Διοσκούρων, προστατών των πλοϊζομένων και Αλεξάνδρου Γρηγοροπούλου αναίρεσις
Πα 7
Των τριών Χαρίτων
Σα 8
Δάμωνος και Φιντίου· και Ιωάννου Λένον του πολυκλαύστου αναίρεσις
Κυ 9
Ιωάννου Βοκκακίου και της Ανθρωπίνης Κωμωδίας του
Δε 10
Των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τελευτή Άλκη Αλκαίου του στιχουργού
Τρ 11
Γενέσιον Μαξίμου Γκόρκι
Τε 12
Διογένους του Κυνός
Πε 13
Γαλιλαίου ταπείνωσις και Μέντη Μποσταντζόγλου τελευτή
Πα 14
Ανάληψις Απολλωνίου του Τυανέως εκ του ιερού της Δικτύννης
Σα 15
Αναξαγόρου του φιλοσόφου
Κυ 16
Τελευτή Κωνσταντίνου Βάρναλη, ποιητού των Μοιραίων
Δε 17
† Δημητρίου Σαραντάκου του συγγραφέως και Σίμωνος Μπολιβάρ του ελευθερωτού
Τρ 18
Του χορού του Ζαλόγγου
Τε 19
Προμηθέως καθήλωσις επί του Καυκάσου
Πε 20
Της εν Επιδαύρω πρώτης Εθνοσυνελεύσεως
Πα 21
Χειμερινόν ηλιοστάσιον
Σα 22
Ησιόδου του Ασκραίου και των Έργων και Ημερών αυτού
Κυ 23
Κρυσταλλοτριόδου της θαυματουργού γενέσιον
Δε 24
Λουδοβίκου Αραγκόν τελευτή
Τρ 25
Γέννησις Ιησού του Ναζωραίου, Ορφέως και Μίθρα
Τε 26
Σωτηρίας Μπέλλου της υμνωδού
Πε 27
Πινδάρου του Θηβαίου
Πα 28
Κινηματογράφου γέννησις
Αα 29
Γενέσιον Παύλου Καζάλς
Κυ 30
Ίδρυσις Σοβιετικής Ενώσεως
Δε 31
Εφεύρεσις του τηλεσκοπίου
Να κι ένα τραγούδι για τον Δεκέμβρη...Ο καβαφικός Δεκέμβρης του 1903 μελοποιημένος από τον Σωκράτη Μάλαμα: