Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Φέτος τα Κούλουμα η ποίηση και η φύση έχουν... άνοιξη...

Η άνοιξη, πιστή και ακριβής στο ραντεβού της και, μη ορρωδώντας προ ουδενός, κατέφθασε και πάλι με όλο της το κάλλος. Η ποίηση, και αυτή πιστή στην αποστολή της, εμπνεύσθηκε από την άνοιξη και την ύμνησε πότε με αισιοδοξία και πότε μελαγχολικά, δωρίζοντάς μας καρπούς οίστρου που πάλλουν το είναι μας και αποτυπώνουν συγκινήσεις, αξίες και μηνύματα, που οι ποιητές, ως θεματοφύλακες, διαφυλάσσουν ως κόρην οφθαλμού για την πορεία του έρημου ανθρώπου σε αυτόν τον πλανήτη.
Ευσεβής πόθος, μια άνοιξη του δίποδου ζώου που ενώ θεωρεί με οίηση ότι είναι νοήμον και ικανό για τα μέγιστα, ιχνηλατεί αυτούς τους καιρούς στα σκοτάδια.







Μυρίσαι το άριστον
IV
 Την άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω, σ' έναν Botticelli όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Έτσι και μια μέρα, τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ' ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.
Εγώ τον έχω δει από καταμεσής τής θάλασσας. 
Οδυσσέας Ελύτης 
 Ο Μικρός Ναυτίλος

Νευροεπιστήμη: 10 νέα πράγματα που μάθαμε για τον εγκέφαλο το 2018...


Ο εγκέφαλος, παρόλο που είναι το πιο ζωτικό όργανό μας, αυτό που καθορίζει το ποιοί είμαστε και τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο και τους άλλους, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα μυστήριο. Αλλά οι επιστήμονες κάνουν κάθε χρόνο νέες προόδους για την κατανόησή του.

Έτσι και το 2018 υπήρξαν ορισμένες ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις, μερικές από τις οποίες σταχυολόγησε το Live Science:
1. Βρέθηκε ένα νέο είδος νευρώνα: Είναι αρκετά ασυνήθιστο να ανακαλύπτονται άγνωστα έως τώρα εγκεφαλικά κύτταρα. Το 2018 οι νευροεπιστήμονες βρήκαν ένα τελείως νέο είδος, που ονόμασαν «νευρώνα κυνόροδο» (επειδή εμφανισιακά θυμίζει την αγριοτριανταφυλλιά). Αποτελεί περίπου το 10% του πρώτου στρώματος του νεοφλοιού, δηλαδή, ενός από τα πιο πρόσφατα μέρη στην εξέλιξη του εγκεφάλου (συνεπώς, οι μακρινοί πρόγονοί μας δεν είχαν μάλλον τέτοιους νευρώνες). Προς το παρόν, οι επιστήμονες δεν ξέρουν τι ακριβώς κάνει αυτός ο νέος νευρώνας, που συνδέεται με άλλους νευρώνες (πυραμιδικά κύτταρα), τα οποία φαίνεται να «φρενάρει» όσον αφορά τη διέγερσή τους.
2. Ο εγκέφαλος μπορεί να περιέχει βακτήρια: Οι επιστήμονες πίστευαν ότι ο εγκέφαλος ήταν ένα περιβάλλον απαλλαγμένο από βακτήρια και ότι η οποιαδήποτε παρουσία τους είναι ένδειξη κάποιας πάθησης. Όμως, για πρώτη φορά, βρέθηκαν βάσιμες ενδείξεις ότι ο εγκέφαλός μας μπορεί να φιλοξενεί αβλαβή βακτήρια, όπως ήταν ήδη γνωστό ότι συμβαίνει με άλλα μέρη του ανθρωπίνου σώματος. Η μετά θάνατον έρευνα σε 34 εγκεφάλους έφερε στο φως βακτήρια, ιδίως σε μερικές περιοχές του εγκεφάλου όπως ο ιππόκαμπος, ο προμετωπιαίος φλοιός, η μέλαινα ουσία και τα βοηθητικά αστροκύτταρα κοντά στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Οι ερευνητές έκαναν σχετική επιστημονική ανακοίνωση, αλλά δεν έχουν κάνει ακόμη επιστημονική δημοσίευση και τα ευρήματά τους πρέπει να επιβεβαιωθούν από άλλους.
3. Ο εγκέφαλος είναι μαγνητικός: Περιέχει σωματίδια που είναι δυνατό να μαγνητισθούν, αλλά οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν γιατί αυτά υπάρχουν στον εγκέφαλο ή από πού προέρχονται. Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να παίζουν κάποιο -άγνωστο έως τώρα- βιολογικό ρόλο, ενώ άλλοι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτά βρέθηκαν στον εγκέφαλο λόγω περιβαλλοντικής ρύπανσης. Το 2018, οι επιστήμονες χαρτογράφησαν -με μετά θάνατον έρευνα σε επτά ανθρώπους- τα σημεία που αυτά τα μαγνητικά σωματίδια βρίσκονται στον εγκέφαλο. Διαπιστώθηκε ότι στην πραγματικότητα αυτοί οι μικροί μαγνήτες είναι διάσπαρτοι, όπως συμβαίνει σε αρκετά ζώα. Μια κατηγορία βακτηρίων χρησιμοποιεί τα μαγνητικά σωματίδια για να προσανατολίζεται στο χώρο και μερικά ζώα πιθανώς κάνουν το ίδιο. Ίσως και ο άνθρωπος.
4. Ένας αρχαίος ιός βοηθά στην επικοινωνία μεταξύ των εγκεφαλικών κυττάρων: Είχε μολύνει τους ανθρώπους πριν πολλά χρόνια και άφησε πίσω του ένα γενετικό κώδικα που ενσωματώθηκε στο ανθρώπινο DNA. Οι επιστήμονες τώρα ανακάλυψαν ότι αυτά τα γενετικά απομεινάρια του αρχαίου ιού (ιδίως το γονίδιο Arc) παίζουν ζωτικό ρόλο στην επικοινωνία μεταξύ των εγκεφαλικών κυττάρων και μάλιστα για τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες. Επίσης, βρέθηκε ότι -για άγνωστο λόγο- προβλήματα στη λειτουργία του γονιδίου Arc συμβαίνουν συχνότερα στα άτομα με αυτισμό ή άλλες νευρολογικές διαταραχές.
5. Νέα κύτταρα σε γερασμένους εγκεφάλους: Εδώ και δεκαετίες οι επιστήμονες πίστευαν ότι, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο υπόλοιπο σώμα, στον εγκέφαλο δεν έρχονται νέα κύτταρα να αντικαταστήσουν τα παλιά που πεθαίνουν. Τώρα -με μια έρευνα στον εγκέφαλο 28 ανθρώπων που είχαν πεθάνει- βρέθηκαν βάσιμες ενδείξεις ότι ακόμη και οι γερασμένοι εγκέφαλοι γεννούν νέα κύτταρα. Η διαφορά είναι ότι σε ένα προχωρημένης ηλικίας εγκέφαλο υπάρχουν λιγότερα νέα αιμοφόρα αγγεία και λιγότερες συνδέσεις ανάμεσα στα εγκεφαλικά κύτταρα. Κατά τα άλλα, ένας εγκέφαλος ηλικιωμένου έχει την ίδια αναλογία νέων κυττάρων με εκείνη ενός νεανικού εγκεφάλου. Όμως δεν συμφωνούν όλοι οι επιστήμονες με αυτό και το θέμα χρειάζεται περαιτέρω εξέταση.
6. Το στρες μπορεί να συρρικνώσει τον εγκέφαλο: Μια μελέτη σε 2.000 υγιείς μεσήλικες έδειξε ότι όσοι είχαν υψηλότερα επίπεδα της ορμόνης του στρες κορτιζόλης, είχαν επίσης ελαφρώς μικρότερο όγκο εγκεφάλου. Επίσης, οι άνθρωποι αυτοί είχαν χειρότερες επιδόσεις στα τεστ μνήμης σε σχέση με όσους είχαν φυσιολογικά επίπεδα κορτιζόλης.
7. Ο εγκέφαλος «σβήνει» το θόρυβο των δικών μας βημάτων: Κανονικά θα έπρεπε να ακούμε το κάθε μας βήμα, όπως ακούμε των άλλων. Όμως, όπως έδειξε μελέτη σε πειραματόζωα, ο εγκέφαλος -μέσα από εξελικτικές προσαρμογές- έχει δημιουργήσει ένα είδος ηχομόνωσης, «φιλτράροντας» τα δικά μας βήματα, έτσι ώστε να μπορούμε να ακούσουμε καλύτερα αν μας πλησιάζει κανείς (θέμα ζωής ή θανάτου αν βρίσκεσαι στη ζούγκλα...). Οι επιστήμονες για πρώτη φορά ανακάλυψαν τον βιολογικό μηχανισμό: Τα κύτταρα στον κινητικό φλοιό του εγκεφάλου στέλνουν σήματα που μπλοκάρουν τον ακουστικό φλοιό, ώστε να μη στείλει τα δικά του σήματα και γίνουν έτσι αντιληπτά τα βήματά μας.
8. Τα ψυχεδελικά αλλάζουν τα ίδια τα εγκεφαλικά κύτταρα: Πειράματα σε εργαστηριακά κύτταρα και ζώα δείχνουν ότι οι εν λόγω ναρκωτικές ουσίες (LSD, MDMA ή «έκσταση» κ.ά.) μεταβάλλουν κυριολεκτικά τη δομή των εγκεφαλικών κυττάρων. Αν αυτό ισχύει και στους ανθρώπους, μπορεί να αξιοποιηθεί για τη θεραπεία διαταραχών όπως η κατάθλιψη, στις οποίες οι νευρώνες του προμετωπιαίου φλοιού τείνουν να συρρικνώνονται. Η προσθήκη ψυχεδελικών δραστικών ουσιών οδήγησε τα εγκεφαλικά κύτταρα να μεγαλώσουν και να δημιουργήσουν νέες νευρωνικές συνδέσεις με άλλα κύτταρα, μια εξέλιξη με δυνητικά θεραπευτικές δυνατότητες.
9. Ο δεύτερος εγκέφαλος στο έντερο: Εκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα ζουν στο παχύ έντερο και, επειδή λειτουργούν χωρίς οδηγίες από κάποιο εγκεφαλικό κέντρο, ονομάζονται «ο δεύτερος εγκέφαλος» ή εντερικό νευρικό σύστημα. Μια νέα έρευνα του 2018 έδειξε ότι στην πραγματικότητα αυτό ο εντερικός «εγκέφαλος» είναι αρκετά έξυπνος. Μπορεί, μεταξύ άλλων, να ενεργοποιήσει συγχρονισμένα τους νευρώνες του, ώστε να κινητοποιήσει τους μυς και να συντονίσει τη δραστηριότητά τους, προκειμένου να κάνει πράγματα όπως η απομάκρυνση των κοπράνων από το σώμα. Έως τώρα πιστευόταν ότι μόνο ο πραγματικός εγκέφαλος στο κεφάλι μπορεί να κάνει τέτοια συγχρονισμένη δράση. Μερικοί επιστήμονες εκτιμούν μάλιστα ότι ο εντερικός εγκέφαλος εξελίχτηκε πριν από εκείνον του κεφαλιού.
10. Η μεγάλη πλαστικότητα του εγκεφάλου: Η περίπτωση ενός αγοριού 11 ετών, γνωστού στη νευροεπιστήμη ως «ασθενής U.D.», δείχνει πόσο ικανός είναι μερικές φορές ο εγκέφαλος να αναπληρώνει τις απώλειές του. Από το παιδί αφαιρέθηκε πριν τέσσερα χρόνια το ένα τρίτο του δεξιού ημισφαιρίου, προκειμένου να μειωθούν οι συνεχείς επιληπτικές κρίσεις του. Παρόλο που, μεταξύ άλλων, το αγόρι έχασε το δεξί μέρος του οπτικού κέντρου του εγκεφάλου του (το οποίο μπορεί να αναγνωρίσει τα πρόσωπα), το αριστερό μέρος (που είναι καλύτερο στην επεξεργασία των λέξεων) ήλθε να αναπληρώσει την απώλεια και το παιδί καταφέρνει να αναγνωρίζει πρόσωπα όπως και οι συνομήλικοί του. Κι αυτό επειδή το εναπομείναν αριστερό μέρος του εγκεφάλου ανέλαβε να κάνει μια δουλειά του δεξιού μέρους (την αναγνώριση προσώπων) για την οποία δεν είχε την εξειδίκευση, αλλά την απέκτησε χάρη στη νευρωνική πλαστικότητά του.
     
                                                                                                         Πηγή:  www.livescience.com

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

Τα πολύτιμα όσο και βασανισμένα ελληνικά πεύκα...

Ωδή στο ελληνικό πεύκο
«…τ’ αεράκι κατεβάζει απ’ το Λυκαβηττό
μήνυμα πεύκου και κρυφομιλήματα»
(«Δρόμος της Αθήνας», Αμαλία Τσακνιά)



του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου


Tree_1~1
Ακούω, διαβάζω απόψεις-κρίσεις αρνητικές, σχόλια απαξιωτικά, για τα «βασανισμένα» πεύκα των λόφων, των βουνών και των αλσών της χώρας μας, που φυτεύτηκαν για να ‘χει πράσινο ο τόπος ο στερημένος, ο αδύναμος, μα σήμερα γνωρίζουν την απαρέσκεια και την επίκριση των συγχρόνων –οι φυτεύσεις έγιναν ως επί το πλείστον με πεύκα των ειδών χαλεπίου ή τραχείας, αλλά και του κυπαρισσιού. Πληγώνομαι με τούτα διότι συνειδητοποιώ ότι εκείνοι που τα λέγουν, πολύ αναλύουν –και …σοφά «επιστημονούν»–, μα λίγο εμβαθύνουν!  
Λέγουν ότι κακώς έγιναν τέτοιες φυτεύσεις, ότι κακώς ο τόπος αλλάχθηκε, ότι έγινε μιαν αντινομία, ότι συνετελέσθη ένα κακό στην ελληνική φύση. Η λιγοστή γνώση τού ανθρώπου και το πολύ συναίσθημα, έκαμαν σε εκείνες τις «αθώες» εποχές, την όμορφη σκέψη, τη μεγάλη πράξη –του πρασινισμού του τόπου–, μιαν οικτρή συμβολή. Διότι, τι μας παρεδόθη; Περιβάλλον φτωχό, άχαρο, χωρίς ποικιλία, χωρίς πλούτο. Πεύκα απελπισμένα, ρυτιδωμένα, στεγνωμένα, κακόμορφα, σκιές!, που διαμορφώνουν μιαν εικόνα οίκτου, παρά πνοής. Το τοπίο αποτρέπει, δεν εξυψώνει, η πτωχεία κυριαρχεί. Εισέβαλε ο άνθρωπος, μετέβαλλε, ανέτρεψε φυσικές πορείες (…και ισορροπίες), άλωσε τη φύση. Δημιούργησε περιβάλλοντα εύφλεκτα, επικίνδυνα…
Σε τούτα στέκονται, έχοντας ως γνώμονα την απόλυτη επιστημονική κρίση και την εντύπωση για το αισθητικό αποτέλεσμα, χωρίς όμως να κοιτούν την ουσία της προσπάθειας, παραβλέποντας το ωραίο που παρήχθη και –όσο κι αν το αρνούνται- απολαμβάνεται! «Ποια η φύση της Μεσογείου;», λέγουν.
«Ποια του νησιού, ποια του λόφου, ποια της πόλης, όπου το πεύκο φυτεύτηκε;  
IMG_0003
Ναι, το πεύκο αρμόζει στην μεσογειακή Ελλάδα, όχι όμως ως κυρίαρχο, όχι εκεί όπου έχει λόγο ο θάμνος, το ημίδενδρο, το φρύγανο. Και σε τελική ανάλυση, η γυμνή γη, ο βράχος, έχουν τη γοητεία τους, φτιάχνουν τα δικά τους ιδιαίτερα περιβάλλοντα. Γιατί να τα χαλάσουμε φυτεύοντας πεύκα; Και γιατί μόνον τα πεύκα; Τόσα άλλα όμορφα, της Ελλάδας φυτά έχουμε, που στο τοπικό περιβάλλον αρμόζουν. Αυτά γιατί τα ξεχνούμε;»
Ιδού μιαν τέτοια άποψη: «Αυτά τα πεύκα δημιουργούν διάφορα προβλήματα, όχι μόνο από την άποψη της ταξινομικής και της βιογεωγραφίας τους, αλλά και από την άποψη της οικολογικής αξίας τους και του ρόλου τους στη δυναμική της βλάστησης» (Quezel, 2000). Δέστε και μια δεύτερη, πιο προχωρημένη (!): «Όταν αδυνατεί ένα πευκοδάσος, αυξάνει η ετήσια βιοποικιλότητα. Η επαναλαμβανόμενη διαταραχή, αυξάνει την ποικιλομορφία. Η χρόνια διαταραχή, εάν δεν είναι σημαντική, επιδρά θετικά στην ποικιλομορφία» (Naveh and Kutiel, 1990).
Σεβαστά τα παραπάνω, και ορθά αν τα δούμε με την πραγματιστική λογική, με τη λογική της ανάλυσης και του επιστημονισμού. Όμως, ας σκεφτούμε κάπως διαφορετικά. Ας σταθούμε στην ανάγκη του τοτινού ανθρώπου. Του ανθρώπου που φύτεψε το άγριο δενδρί γιατί το είχε στερηθεί, αφού πριν το κατέστρεψε (… από ανάγκη;) και δεν το απόλαυσε. Ήθελε ένα νέο κόσμο, μια νέα ζωή, ήθελε τη σκιά της φύσης πάνω του, αυτήν που μοιραία –λόγω της σκλαβιάς του και της άτυχης ζωής του– δεν απόλαυσε. Στο πεύκο στάθηκε, γιατί ήταν δένδρο οικείο, ήταν –κατά το μάλλον ή ήττον– δένδρο του περίγυρού του. Ήταν το δένδρο που ο ίδιος κάποτε έριξε με το τσεκούρι του για να ζεσταθεί με το ξύλο του, για να φτιάξει το σπίτι του, για να σπείρει στη γη του ή να την κάμει βοσκοτόπι του.
Είχε μιαν υποχρέωση συνεπώς, που έπρεπε να εκπληρώσει, απέναντι στην ελληνική φύση. Είχε –κατά μία έννοια– αποστολή. Ήξερε ότι ο βράχος, η γυμνή κι υποβαθμισμένη γη, προέκυψαν από τις ενέργειές του, κι έπρεπε, στο μέτρο του δυνατού, να επαναφέρει, να περισώσει, ν’ αναβαθμίσει. Το πεύκο επιλέχθηκε σαν η πιο δυνατή λύση, σύμφωνα με τα μέσα και τις δυνατότητες της εποχής, για να επιτελέσει τον παραπάνω σκοπό. Στο πεύκο, ο Έλλην, έβλεπε το δένδρο, το κάθε δένδρο…
Γνώριζε (ο άνθρωπος εκείνος) ότι το πεύκο θα σταθεί στον τόπο το στερημένο, δε θα τον απορρίψει. Γνώριζε τις δυνατότητές του, τις αντοχές του, το «πείσμα του». Δεν είχε σκέψη δεύτερη συνεπώς, για κάτι άλλο. η σοφία του η λαϊκή, η γνώση του για τον κόσμο της υπαίθρου, η εμπειρική κρίση του, τον ώθησε στην επιλογή αυτή –και δεν το μετάνιωσε, αφού έφτιαξε φύση εκεί οπού το χθαμαλό, το τραχύ, το άγονο κι άστοργο τον απέτρεπαν. Είχε υποχρέωση ν’ αποκαταστήσει, να δημιουργήσει, να φτιάξει. είχε υποχρέωση μετά την υποβάθμιση. Κάτι πρωτογενές, πηγαίο, τον ωθούσε στην πράξη αυτή. Έβλεπε την προσπάθειά του ως αναγέννηση, μετά τη στασιμότητα και το σκοτάδι αιώνων.
Ήθελε νέους κόσμους, νέα τοπία, νέα περιβάλλοντα: αναβαθμισμένα, αναγεννημένα. 
Εκείνοι οι φυτευτές, είχαν όραμα: ήθελαν την προαγωγή, επεδίωκαν την προοπτική, που θα πραγματωνόταν μέσα από την αναγέννηση της ελληνικής φύσης. Στο πλαίσιο αυτό, το πεύκο αποτέλεσε το εργαλείο τής μεταλλαγής (φυσικά, αναφερόμαστε στις περιοχές της χώρας που προσδιορίζονται από την μεσογειακή βλάστηση και που το θερμόβιο ελληνικό πεύκο δύναται να έχει φυσική παρουσία, οι οποίες καταλαμβάνουν περίπου το 40% της έκτασής της –πρακτικά, φτάνουν έως εκεί όπου εξαπλώνεται η ελιά).
(Μπεκιάρη Κουλά-Τοπίο με Πεύκα)
(Μπεκιάρη Κούλα-Τοπίο με Πεύκα)
Ας δούμε τα παραπάνω στην αφήγηση του λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου, ο οποίος –ως δημοσιογράφος– αναφέρεται στην αναδάσωση του λόφου του Φιλοπάππου στις 19-11-1910, σε δημοσίευμα στον Τύπο της εποχής (το κείμενο που ακολουθεί, είναι το όμορφο ρεπορτάζ εκείνου του καιρού):
«Εγεννήθη εν δάσος. Την ώραν που επήγαιναν προς τον λόφον του Φιλοπάππου δια να τον φυτεύσουν πενήντα χιλιάδες λαού, ως μια από τας πλημμύρας που περνούν αιφνιδίως από ξηρούς τόπους και αφίνουν οπίω των πρασιάν, την ώραν εκείνην ηκούσθησαν εις την λεωφόρον της Ακροπόλεως δύο φλογέραι.
Ο λευκομάλλης επαίτης βλάχος, ο οποίος από ετών σύρει την λαλιάν του Πανός εις την πεζότητα των αθηναϊκών δενδροστοιχιών, έχυνεν ασματικόν φύσημα εις την φλογέραν του ζητών κέρματα. Πλησίον του μικρόν βλαχόπουλον έπαιζεν άλλην φλογέραν βαθυφωνοτέραν, αφίνουσαν μιαν βραχνήν στοναχήν βαρβίτου και πλαγιαύλου. Και ενώ τα δεκάλεπτα των διαβατών ερρίπτοντο επί της εξηπλωμένης εμπρός των παλαιάς καπότας, αι δύο φλογέραι βλάχων αλάλουν βαθέως και ελάλουν παραπονετικά.
Δεν ήσαν εμπρός μας δύο επαίται, αλλά δύο εξόριστοι των δασών τα οποία δεν υπάρχουν πλέον. Δεν εζήτουν δεκάλεπτα αι δύο μακραί ποιμενικαί φλογέραι, αλλ’ εζήτουν τα πράσινα βασίλεια, τα οποία κατέπιεν η φλοξ, ενοστάλγουν, εθρήνουν τα αποθανόντα. Και ήσαν οι δύο λεροί βλάχοι οι περιβαλλόμενοι με την ποίησιν της φωτεινής εκείνης εορτής, ήσαν επαίται δένδρων, φυλλωμάτων, ειδυλλίων…
(…)
Ενώ αι χιλιάδες του λαού ανήρχοντο τους λόφους, άνθη από τα αρχαία κάνηστρα των κανηφόρων ανεβλάστανον εις τον αέρα και το αρχαίον πνεύμα των πομπών και των συναγερμών εξήρχετο εις την ζωήν. Ο λαός εκίνησεν από την πόλιν δια να ίδη το δάσος γεννώμενον. Εκίνησεν από την πόλιν όπου απέθανεν η εικών του πρασίνου, την πόλιν όπου δύο δενδρύλλια υψούμενα εντός των σιδηρών φραγμών εις τους δρόμους αναπνέουν κονιορτόν. Λέγουν ότι δεν είδον ίσως αι νεώτεραι Αθήναι συναγερμόν πλήθους ως η προχθεσινή ανθρωποπλημμύρα, η οποία ενηγκαλίσθη τους λόφους λάμπουσα με απειρίαν χρωμάτων εις τον ήλιον. Επί των αρχαίων λόφων, υπό τα μεγάλα μέτωπα και τα μεγάλα νεύματα των κιόνων του Παρθενώνος, εποπτών αυστηρών, η συνάθροισις πενήντα χιλιάδων λαού ανεζωγράφησε τας αρχαίας εκκλησίας της Πνυκός, τον δήμον τον μέγαν και πανίσχυρον.
(…)
Άμφια έλαμψαν την στιγμήν εκείνην και η εκκλησία ηυλόγησε τον ναόν που εθεμελιούτο. Αι πράσιναι γραμαί εγράφοντο ολονέν επί του κιτρίνου λόφου από χείρας απλάστους και ακηλιδώτους ακόμη. Δενδρύλλια ερρίζωναν εις την γην, ομήλικα με τα παιδάρια και τα κοράσια που τα εφύτευαν, διότι μαζύ των θα αναπτυχθούν και θα ζήσουν, γενεάν φυτών με γενεάν ανθρώπων, νέος χυμός, νέον αίμα.
Εις γέρων είπε την τελευταίαν λέξιν της πανηγύρεως.
Διατί απέναντι της φυλακής τού Σωκράτους ιδρύθη το δάσος; Τούτο έπρεπε να φυτευθή απέναντι μιας φυλακής, από τα σιδηροφράγματα της οποίας να προβάλλουν βασανισμέναι αι μορφαί των εμπρηστών. Αλλά υπήρξαν ποτέ φυλακαί αυτών των κακούργων εις την Ελλάδα; Αχ! ας μη πικράνω την γλυκύτητα της πανηγύρεως. Φθάνει…»
Φυτευτές ήταν όλοι τότε, κανείς δεν έμενε αδιάφορος στη μεγαλειώδη προσπάθεια, κανείς απαθής. 
8762997
Οι δασολόγοι μάλιστα, που πρωτοστάτησαν και συνέβαλαν στις αναδασώσεις εκείνες (ο Παναγής Βαλσαμάκης, ο Νικόλαος Χλωρός, ο Κωνσταντίνος Σάμιος κ.ά.), αξίζουν ειδική αναφορά −βεβαίως, στο όλον έργο πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε την προσφορά της δασικής υπηρεσίας ως σύνολο. Περιβεβλημένοι με μιαν ιδιαίτερη ευαισθησία, απομεμακρυσμένοι από τους συλλογισμούς των τεχνοκρατών και θεριεμένοι από την ορμή της δημιουργίας, είδαν τον κόσμο της ελληνικής φύσης διαφορετικά: είδαν τη λιτή, απέριττη κι ευωδιαστή ελληνική φύση –του πεύκου, του κυπαρισσιού, της ελιάς, της δάφνης, του θυμαριού κ.ά.–, να στολίζει την Ελλάδα, χωρίς να τη «γεμίζει» –όπως συνέβαινε στη Μεσευρώπη και τη Βόρεια Ευρώπη, με τα κλειστά κι ανήλιαγα φυσικά περιβάλλοντά της.
Είδαν στο λιτό, κομψό, απλό πράσινο, την ποιοτική κι αισθητική αναβάθμιση της χώρας. Είδαν ακόμη σε αυτό, τη σωτηρία της, αφού αντέταξαν τη θαλερότητα στη ξηρότητά της και δημιούργησαν άμυνες. Οχύρωσαν το βουνό, το λόφο, την πόλη, για ν’ αλλάξουν τη μοίρα του τόπου, για να γιατρέψουν, να παιδεύσουν, να κατευθύνουν. Χάρη στις προσπάθειές τους, η βασανισμένη ελληνική φύση προστατεύτηκε –στο μέτρο του δυνατού– από τους άφρονες και κακούς Έλληνες, αναδείχθηκε, αναγεννήθηκε και ειδώθηκε ξανά (γι’ αυτούς τους φυτευτές, είχα προτείνει κάποτε να τούς στηθεί ένα μνημείο, ως φόρος τιμής για την τεράστια προσφορά τους στην αναγέννηση του φυσικού περιβάλλοντος στη σύγχρονη Ελλάδα).
Οι φυτευτές εκείνοι έφτιαξαν πίλους πρασίνου πάνω από (σχεδόν) κάθε ελληνική πόλη, από κωμόπολη και χωριό, που βρισκόταν σε λόφο ή πλαγιά, έφτιαξαν δάση περιαστικά, άλση μέσα στις ξηρές ελληνικές πόλεις, που αποτέλεσαν οάσεις–καταφύγια ζωής για τους κατοίκους τους. Περιέβαλαν ξωκκλήσια με «σεμνή» βλάστηση, έφτιαξαν δάση σε γυμνά κι υποβαθμισμένα –λόγω της υπερβόσκησης– εδάφη.
Είδαν στο λιτό, κομψό, απλό πράσινο, την ποιοτική κι αισθητική αναβάθμιση της χώρας. Είδαν ακόμη σε αυτό, τη σωτηρία της, αφού αντέταξαν τη θαλερότητα στη ξηρότητά της και δημιούργησαν άμυνες. Οχύρωσαν το βουνό, το λόφο, την πόλη, για ν’ αλλάξουν τη μοίρα του τόπου, για να γιατρέψουν, να παιδεύσουν, να κατευθύνουν. Χάρη στις προσπάθειές τους, η βασανισμένη ελληνική φύση προστατεύτηκε –στο μέτρο του δυνατού– από τους άφρονες και κακούς Έλληνες, αναδείχθηκε, αναγεννήθηκε (γι’ αυτούς τούς επιστήμονες φυτευτές, είχα προτείνει κάποτε να τούς στηθεί ένα μνημείο, ως φόρος τιμής για την τεράστια προσφορά τους στην αναγέννηση του φυσικού περιβάλλοντος στη σύγχρονη Ελλάδα).
Οι φυτευτές εκείνοι έφτιαξαν πίλους πρασίνου πάνω από (σχεδόν) κάθε ελληνική πόλη, από κωμόπολη και χωριό, που βρισκόταν σε λόφο ή πλαγιά, έφτιαξαν δάση περιαστικά, άλση μέσα στις ξηρές ελληνικές πόλεις, που αποτέλεσαν οάσεις–καταφύγια ζωής για τους κατοίκους τους. Περιέβαλαν ξωκκλήσια με «σεμνή» βλάστηση, έφτιαξαν δάση σε βράχους, σε γυμνά κι υποβαθμισμένα –λόγω της υπερβόσκησης– εδάφη.
Τα περιβάλλοντα αυτά, λειτούργησαν από ένα σημείο και πέρα ως φυσικά, διαμορφώνοντας οικοσυστήματα με οικολογική αξία, αλλά και με κοινωνική προσφορά. Σήμερα για παράδειγμα, το πευκοδάσος του Λυκαβηττού, μετά από 100 περίπου χρόνια ζωής, σε συνδυασμό με τα φρυγανικά είδη του φρυγανότοπου στον οποίον φυτεύτηκε, έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός φυσικού οικοσυστήματος, στο κέντρο μάλιστα της ελληνικής πρωτεύουσας, οπού φιλοξενούνται περισσότερα από 100 είδη αυτοφυών φυτών!
Τα πεύκα τούτα τα ελληνικά, βελτίωσαν το μικροκλίμα περιοχών, συνέτειναν στη διατήρηση της τοπικής χλωρίδας, ενσωματώνοντάς την στο νέο που δημιουργήθηκε, κι επανέφεραν την ξεχασμένη πανίδα.  Δεν απαίτησαν από τη γη, δε ζήτησαν χώμα και νερό, καθότι ολιγαρκή και λιτά ήταν, μα έδωσαν σε αυτή το ύστερό τους, ότι ημπορούσαν για την κραταίωση του γλίσχρου, του ισχνού τόπου οπού φυτεύτηκαν, κει στο όριο… Δεν πρόσβαλαν, το λοιπόν, το γύρω τους, μα έτειναν στη φύση με ρόλο αρμονιστικό. Επιπλέον, δημιούργησαν τοπία υψηλής αισθητικής, οπού, η οικεία στον τόπο, στη φυσιογνωμία και την ιστορία του βλάστηση, τον αναδείκνυε μορφοπλαστικά, δίνοντάς του τοπιακή αξία κι αισθητική ποιότητα. Διότι, το πευκοδάσος με τα ιδιαίτερα και μοναδικά χαρακτηριστικά του −την ανεμική μορφή του, την αχνή κόμη του, το λεπιδωτό κορμό του, τη μυρωδιά της ρητίνης του κ.ά.− έδινε μορφή κι άποψη στον τόπο, μυρωδιές και εικόνες, αξία και ποιότητα, κι έκαμε τα στοιχεία της φύσης σύντονά του. Αυτό μεταφορικά το απέδωσε με τον ποιητικό του λόγο ο Γιώργος Σεφέρης στο ≪Επί Σκηνής ΣΤ΄≫, αναφερόμενος στην προσφορά του πεύκου, να κρατά τη μορφή του αγέρα:
≪ Όπως τα πεύκα
κρατούν τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί ≫
Μεγάλη η προσφορά τους, το λοιπόν, πολύ το καλό τους
Ας αναλογιστούμε τούτο: το εν λόγω πράσινο είναι που κατά 80% συνιστά το πράσινο της Αθήνας σήμερα κι απολαμβάνεται από τους κατοίκους της –αλήθεια, θα θέλαμε τους λόφους του Λυκαβηττού, του Φιλοπάππου, του Στρέφη κ.ά. γυμνούς; (οποία καταδίκη για την Αθήνα…)
Κυπαρισσία
Acropolisoverviewfromiphoto_000
Είναι αυτό που στήριξε πόλεις και τις κράτησε όρθιες με το περιαστικό του τοίχος, από πλημμυρισμούς και κατολισθήσεις –βλέπε το δάσος του Κεδρηνού λόφου («Σέιχ Σου», κατά την τουρκικήν!..) στη Θεσσαλονίκη, που έσωσε την πόλη από την κακή της μοίρα: να πλημμυρίζει σε κάθε νεροποντή. Είναι αυτό που «ζωντάνεψε» τα γύρω από τις πόλεις εδάφη, που κάλυψε με το αχνό πέπλο του τη στέρηση και δημιούργησε θαλερότητα, εκεί που η απελπισιά έκαμε κάθε προσπάθεια να φαίνεται απατηλή. Είναι αυτό που δέσμευσε δημόσια εδάφη και τα διασφάλισε (ως ένα βαθμό) από τον καταπατητή, από τον ολετήρα, από τον κακό Έλληνα.
Έβλαψε δηλαδή το πεύκο πα στο βράχο της Ακρόπολης, στο βράχο της Ακροναυπλίας, στο κάστρο της Ναυπάκτου; Είμαστε βέβαιοι πως όχι. Το πεύκο στόλισε το μνημείο, εντάχθηκε αρμονικά στο ιστορικό σύνολο, συνταιριάστηκε με τον περίγυρο, αναβάθμισε το φυσικό περιβάλλον, ανέδειξε το τοπίο. Γιατί λοιπόν η επίκρισή του; Στους «πευκώνες», όπως θα έπρεπε να τους αποκαλούσαμε, αν δεν τους σαρκάζαμε!, οφείλουμε…
Ας μην αβίαστα λοιπόν τούς επικρίνουμε, ας μην τους απαξιώνουμε, ας μην τους υποβαθμίζουμε στη συνείδησή μας, καθιστώντας τους έρμα που πρέπει ν’ αποβληθεί. Πρόσφεραν και προσφέρουν, είναι μέρος της ζωής και της ιστορίας μας, είναι η δημιουργία που καθαγιάσθηκε στην ψυχή του Έλληνα, ο οποίος, αλί!, σήμερα μνημοκτονεί και τραγικά λειτουργεί.
Έτσι θα πρέπει να ιδούμε τους πευκώνες της χώρας μας, τις δημιουργίες του Έλληνα: με τα μάτια της ψυχής…


                                                                   Πηγή: www.egialos.blogspot.gr

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Ο σεβασμός στο σχολείο και παντού...

Ο σεβασμός στο σχολείο και παντού
Αν θελήσουμε να βρούμε τον ενδότερο πυρήνα της καταστατικής σύστασης του σχολείου, ως του θεμελιακού για κάθε κοινωνία και κάθε εποχή θεσμού αγωγής και μάθησης, αν αναζητήσουμε ποιο είναι το όραμά του και τι Κόσμο θέλει να δημιουργήσει, θα καταλήγαμε με τον πιο απόλυτο τρόπο στο δίδυμο αστερισμό, της αγάπης και της γνώσης, στην προαγωγή μιας κοινωνίας καθολικής αλληλεγγύης και μιας δημοκρατίας των Γραμμάτων.
Έκφραση και αδιαχώριστο στοιχείο της αγάπης και της δημιουργίας ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων είναι ο σεβασμός στον άλλο. Δεν υπάρχει αγάπη χωρίς σεβασμό ούτε σεβασμός χωρίς αγάπη. Αλλά και η γνώση και η καλλιέργεια του πνεύματος είναι και αυτοσκοπός αλλά και κρίσιμοι συντελεστές της αγάπης.
Κάθε κίνηση του σχολείου (πρέπει να) ξεκινάει και καταλήγει στην προαγωγή του σεβασμού. Ο σεβασμός στο σχολείο ή θα είναι ένα απόλυτα καθολικό σύμπαν προς κάθε κατεύθυνση ή απλά δεν θα υπάρχει. Ωστόσο, ο σεβασμός έχει δύο βασικές πηγές. Η μία εκρέει από την οικογένεια και αφορά την ουσία της διαπαιδαγώγησης των γονέων προς τα παιδιά τους. Η δεύτερη και αυτή ξεκινάει από τον κόσμο των μεγάλων και είναι υπόθεση του σχολείου, είναι ο σεβασμός των εκπαιδευτικών προς τους μαθητές ως απτό και καθημερινό δείγμα της παιδαγωγικής αγάπης. Αν ο εκπαιδευτικός δεν σέβεται το μαθητή, δεν έχει κανένα δικαίωμα να ζητήσει σεβασμό από το μαθητή προς την αφεντιά του! Τον σεβασμό τον κερδίζεις εμπνέοντας τον και όχι απαιτώντας τον. Η έννοια και το σχήμα του εκπαιδευτικού υπάρχουν με προϋπόθεση την ύπαρξη και την «παιδαγωγική αναγνώριση» του μαθητή.Συμπερασματικά, το παιδί (οφείλει να) γνωρίζει και (να) βιώνει τους δύο βασικούς θεσμούς της αγωγής, οικογένεια και σχολείο, μέσα από ένα κλίμα αγάπης και σεβασμού προς το πρόσωπό του. Μόνο έτσι καλλιεργείται ως πρώτιστη αξία, ως γεύση και πρόταγμα ζωής ο σεβασμός και όχι ως θεωρητικό τσιτάτο και ως υπονομευτική προσταγή. Φυσικά, πέραν της έμπρακτης έκφρασης του σεβασμού οφείλουμε να ερμηνεύουμε και να αιτιολογούμε το γιατί ο σεβασμός είναι το αλάτι της ζωής και ο συνεκτικός ιστός κάθε κοινωνίας. Ο σεβασμός προς τον άλλον είναι πρώτα απ’ όλα σεβασμός προς το πρόσωπο του ανθρώπου γενικά και προς το πρόσωπο το δικό μας ειδικά. Σεβόμαστε τους άλλους, γιατί είναι απότοκος του όμορφου συναισθήματος της αγάπης και γιατί επιστρέφει αυτή η ομορφιά πολλαπλασιασμένη στον εαυτό μας. Και νιώθουμε συναισθηματική πληρότητα και πνευματική έκσταση από την όλη «κίνηση» του σεβασμού.
Το παιδί πρέπει να ξεκινάει την πρωτόλεια ερμηνεία του Κόσμου μέσα από το βαθύ σεβασμό προς ό,τι το περιβάλλει και ό,τι το εμπεριέχει. Θα πρέπει να τον γευτεί στην οικογένεια και στο σχολείο αλλά θα το καταλάβει και μόνο του από τα πρώτα δικά του σκιρτήματα ανάπτυξης του συναισθήματός του στη δημιουργία της φιλίας. Ωστόσο, το παιδί είναι παιδί και ο παρορμητισμός του είναι πάντα ενεργός και χαοτικός και στη συνέχεια ως έφηβος θα περάσει από τα πεδία της αμφισβήτησης των πάντων και επομένως απαιτείται η διαρκής και συστηματική καλλιέργεια του σεβασμού.
Αν ο μαθητής δεν σέβεται το δάσκαλο και τον καθηγητή του, δεν μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά στο σχολείο, δεν μπορεί να έχει την ιερή εικόνα του μαθητή. Δεν μπορεί να διαπαιδαγωγηθεί και να αγαπήσει τον άνθρωπο ούτε και να εκπαιδευτεί και να μορφωθεί. Ο εκπαιδευτικός οφείλει να διαπαιδαγωγεί τον μαθητή στο σεβασμό σε όλους τους μαθητές και σε κάθε μαθητή ξεχωριστά. Αν υπάρχουν σκιές εχθρότητας μέσα στους κόλπους των μαθητών, η οποιαδήποτε απόπειρα αγωγής και μάθησης είναι υπονομευμένη. Ο μαθητής οφείλει να σέβεται τη λειτουργία της σχολικής αίθουσας και το σχολείο ως πνευματικό θεσμό αλλά και ως υλικό κτήριο.
Η καλλιέργεια του σεβασμού στους νέους είναι το καλύτερο προγεφύρωμα που μπορεί να δώσει το σχολείο για τη μετέπειτα ζωή τους. Η κατάκτηση μιας κουλτούρας σεβασμού είναι το καλύτερο εφόδιο για μια δημιουργική ζωή. Πού δεν εκτιμάται ως πρώτο των πρώτων προτερημάτων ο σεβασμός; Δεν είναι στην επαγγελματική μας καριέρα, στον εργασιακό μας χώρο, στις παρέες και σ’ όλες τις κοινωνικές μας λειτουργίες ένας θεμελιακός παράγοντας αξιολόγησής μας; Αλλά, και το πιο σημαντικό, δεν αισθανόμαστε την ομορφιά του εαυτού μας με έναν μοναδικά ξεχωριστό τρόπο όταν σεβόμαστε κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από κοινωνική θέση και από οικονομική δυνατότητα;Μια κουλτούρα σεβασμού καταδεικνύει τη βαθιά πίστη μας στον άνθρωπο και εκφράζει αυθεντικά το πράγματι ουμανιστικό αξιακό στερέωμά μας, είναι κατάφαση στην ίδια τη ζωή και άποψη για τη ζωή!
                   
                                                                                     
                                                               Πηγή: Νίκος Τσούλιας/alfavita.gr

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Γιάννης Μπεχράκης: Κλικ στην ανθρωπιά...


Ο Γιάννης Μπεχράκης, ένας από τους πιο πολυβραβευμένους και αγαπητούς στους συναδέλφους του φωτοειδησεογράφους του πρακτορείου ειδήσεων Reuters, πέθανε έπειτα από μακρά, άνιση μάχη με τον καρκίνο, σε ηλικία 58 ετών.
Αφού εντάχθηκε στο πρακτορείο πριν από 30 και πλέον χρόνια, ο Μπεχράκης κάλυψε συνταρακτικά γεγονότα σε όλο τον κόσμο, από τις συρράξεις στο Αφγανιστάν, στην
Αφρική, στην Τσετσενία, ως τον καταστροφικό σεισμό στο Κασμίρ ή την εξέγερση στην Αίγυπτο το 2011.
Στην επαγγελματική του πορεία, κέρδισε τον σεβασμό των συναδέλφων του αλλά και πολλών ανταγωνιστών του για την ικανότητα και το θάρρος του. Ήταν ο επικεφαλής της ομάδας του πρακτορείου που έλαβε το Βραβείο Πούλιτζερ το 2016, για την κάλυψη της κρίσης των προσφύγων.
Οι συνάδελφοί του που εργάστηκαν στο πλάι του στο πεδίο τόνισαν πως το Ρόιτερς έχασε έναν ταλαντούχο, απόλυτα αφοσιωμένο φωτοειδησεογράφο και δημοσιογράφο.
Αναφερόμενος στη ματιά και το στιλ της δουλειάς του Μπεχράκη, ο βετεράνος φωτοειδησεογράφος του Ρόιτερς Γκόραν Τομάσεβιτς σχολίασε ότι για τον εκλιπόντα, πάντα το ζητούμενο «ήταν να αφηγηθεί την ιστορία με όσο πιο άρτιο, καλλιτεχνικό τρόπο ήταν δυνατόν».
«Δεν θα συναντήσετε κανέναν εξίσου αφοσιωμένο, τόσο εστιασμένο, κάποιον που θα θυσίαζε τα πάντα για να καταγράψει την πιο σημαντική εικόνα», πρόσθεσε. Αυτή η αφοσίωση του Μπεχράκη, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960, ήταν βασικό στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ο φίλος και συνάδελφός του Βασίλης Τριανταφύλλου, που συνεργάστηκε μαζί του τριάντα χρόνια, τον περιγράφει ως «θυελλώδη» τύπο, που δεν σταμάταγε να δουλεύει, μέρα-νύχτα, ενίοτε με κίνδυνο ακόμα και για τη ζωή του, για να τραβήξει τη φωτογραφία που ήθελε.
Όταν ο Μπεχράκης δεν ήταν απορροφημένος στη δουλειά του, ήταν θερμός, αστειευόταν, συνάρπαζε τους ανθρώπους γύρω του. Ενίοτε, μπορούσε να είναι παράφορος.
«Ο Γιάννης ήταν από τους καλύτερους φωτοειδησεογράφους της γενιάς του, ήταν παθιασμένος, γεμάτος ζωή, γεμάτος ένταση στη δουλειά του και στη ζωή του», σημείωσε η Ντίνα Κυριακίδου-Κοντίνη, η οποία δουλεύει για το πρακτορείο στις ΗΠΑ. «Οι φωτογραφίες του είναι εκπληκτικές, ορισμένες είναι έργα τέχνης. Όμως ήταν η βαθιά κατανόηση των θεμάτων αυτή που τον έκανε σπουδαίο φωτοειδησεογράφο
«Η αποστολή μου είναι να σας αφηγηθώ την ιστορία, ώστε εσείς να αποφασίσετε τι θέλετε να κάνετε», είχε πει συζητώντας για το Πούλιτζερ που πήρε η ομάδα του Ρόιτερς που κάλυψε την κρίση των προσφύγων στην Ευρώπη. «Η αποστολή μου είναι να εξασφαλίσω ότι κανείς δεν θα μπορεί να πει: "δεν γνώριζα"».
Αφήνει πίσω τη σύζυγό του Ελισάβετ, την κόρη τους Ρεβέκκα και τον γιο του Δημήτρη.


Το ΔΣ της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας:
Με οδύνη πληροφορηθήκαμε πριν λίγη ώρα ότι έφυγε από κοντά μας ο αγαπημένος φίλος, συνάδελφος, δάσκαλος, ο πολυβραβευμένος φωτορεπόρτερ Γιάννης Μπεχράκης.
Τα λόγια είναι φτωχά για να εκφράσουν το μέγεθος της απώλειας για όλους εμάς που τον ζήσαμε από κοντά.
Πάντα παρών στο δρόμο, σε συρράξεις, στο προσφυγικό, πάντα εκεί όπου όλοι οι άλλοι φεύγουν και πάντα με την δικιά του μοναδική και ανεπανάληπτη ματιά.
Εκφράζουμε την απέραντη θλίψη και τα θέρμα μας συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του.
Φίλε Γιάννη καλό ταξίδι


 Η Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου
Με ανακοίνωσή της που εστάλη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής, αφού έγινε γνωστός ο θάνατος του Γιάννη Μπεχράκη, η Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου (ΕΑΞΤ) απηύθυνε «θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια, τους οικείους και τους συναδέλφους του στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters». Η ανακοίνωση:
«Νοιώθοντας συντριβή για τον αδόκητο θάνατό του, τα μέλη της ΕΑΞΤ εκφράζουν τα θερμά τους συλλυπητήρια στην οικογένεια, τους οικείους και τους συναδέλφους του στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, στο οποίο εργάστηκε και διακρίθηκε για περισσότερα από 30 χρόνια.
Για δεκαετίες ολόκληρες λίγα ήταν τα μεγάλα πολεμικά, πολιτικά, αθλητικά και κοινωνικά γεγονότα σε ολόκληρο τον κόσμο από τα οποία απουσίασε ο Γιάννης. Το να πει κανείς ότι απλώς τα κάλυψε με τον φακό του, θα ήταν πολύ φτωχό. Με τις φωτογραφίες του σφράγισε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε τα γεγονότα - από τους πολέμους σε Αφγανιστάν και Σιέρα Λεόνε μέχρι την προσφυγική κρίση και την Αραβική Άνοιξη.
Ο κατάλογος των διεθνών διακρίσεων του Γιάννη Μπεχράκη αντανακλά τόσο την ποιότητα της δουλειάς του όσο και τον προσωπικό κίνδυνο στον οποίον εξέθεσε πολλές φορές τον εαυτό του στο δημοσιογραφικό του καθήκον.
Επιγραμματικά και μόνο αναφέρουμε τα βραβεία Pulitzer το 2016, World Press Photo το 2000, Bayeux-Calvados το 2002 και τον τίτλο του Φωτογράφου της Χρονιάς από την εφημερίδα Guardian το 2015.
Πέρα από την πολυσχιδή και δημιουργική δουλειά του, ο Γιάννης ήταν ενεργό και δραστήριο μέλος της ΕΑΞΤ. Θα τον θυμόμαστε για πάντα.
"Είμαι εκεί για να καταγράφω τις καλύτερες και τις χειρότερες πλευρές της ανθρωπότητας", είπε κάποτε. Ας μείνουν αυτά τα λόγια ως παρακαταθήκη του.
Tο ΔΣ της ΕΑΞΤ»
Στο παρακάτω βίντεο περιγράφεται από τον ίδιο τον Γιάννη Μπεχράκη μια συγλονιστική  εμπειρία του, που τον έφερε μπροστά στο θάνατο. Ο Μπεχράκης τον κοίταξε κατάματα... και τον ξεπέρασε...

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

Μηνολόγιο Μαρτίου...

 Σχετική εικόνα
Ο Μάρτιος ήταν αρχικά ο πρώτος μήνας του παλιού ρωμαϊκού ημερολογίου. Ήταν αφιερωμένος στον θεό Άρη (Mars), κάτι που ταίριαζε αφού τα χρόνια εκείνα οι εκστρατείες ξεκινούσαν την άνοιξη. Η ελληνική λοιπόν ονομασία του τρίτου μήνα της χρονιάς είναι δάνειο από τα λατινικά, όπως άλλωστε και όλα τα ονόματα των μηνών.
 Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της άνοιξης, αλλά κάνει και τα τελευταία κρύα. Η γνωστή παροιμία λέει: Μάρτης, γδάρτης, παλουκοκάφτης, ενώ μια άλλη συμβουλεύει «Φύλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψεις τα παλούκια».
 Σε μια συλλογή κεφαλονίτικων γνωμικών του Δημ. Λουκάτου βρίσκουμε και μιαν άλλη παραλλαγή: Από Μαρτιού ποκάμισο κι απ’ Αύγουστο σεγκούνι.
Άστατος λοιπόν ο μαρτιάτικος καιρός. Από την ίδια συλλογή, «Μάρτης είναι νάζια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει». Για να εξηγήσουν αυτή τη μετεωρολογική διπροσωπία του Μάρτη, οι παλιοί είχαν φτιάξει μια παράδοση, ότι ο Μάρτης έχει γυναίκα πανέμορφη, αλλά κουτσή. Όποτε τη βλέπει καθιστή, χαίρεται και κάνει τον λαμπρό μαρτιάτικον ήλιο. Όποτε όμως η γυναίκα σηκώνεται, ο Μάρτης θυμάται το κουσούρι της και κατσουφιάζει. Σε μιαν άλλη παραλλαγή, ο Μάρτης έχει δυο γυναίκες, τη μια πάμφτωχη και πανέμορφη, την άλλη πάμπλουτη και άσκημη. Όποτε πηγαίνει με την όμορφη, ο καιρός είναι καλός. Γενικά, και για την αστασία του καιρού οι γυναίκες φταίνε.
Και ο ήλιος του Μάρτη καίει, λένε, οπότε κάθε πρωτομηνιά, σαν σήμερα, οι μανάδες φορούσαν στα παιδιά (ή μόνο στα κορίτσια) ένα βραχιολάκι από στριμμένες κλωστές, κόκκινη σίγουρα, ίσως και άσπρη ή άλλα χρώματα -το έθιμο ακόμα βαστάει. Κάθε πρώτη μέρα του Μάρτη αναζητούμε σε παιδικά και όχι μόνο το ασπροκόκκινο βραχιολάκι. Τα βραχιολάκια αυτά τα λέμε Μάρτηδες ή Μαρτάκια.
 Στα τέλη του Μάρτη, την τελευταία του Κυριακή, περνάμε και στη θερινή ώρα, αν και δεν ξέρουμε για πόσο ακόμα θα συνεχιστεί αυτό αφού σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης συζητιέται η κατάργηση αυτού του μέτρου. Τέλος, στις 21 Μαρτίου  έχουμε την ισημερία την εαρινή.
Να και το μηνολόγιο του πρώτου μήνα της άνοιξης, πάντα από το sarantakos.wordpress.com...

Πα  1 Ανακάλυψις της ραδιενεργείας υπό Ερρίκου Μπεκερέλ
Σα 2 Γενέσιον Αντωνίου Βιβάλντι
Κυ  3 † Νικολάου Γκόγκολ
Δε 4 Γενέσιον Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη
Τρ 5 Σωκράτους του φιλοσόφου θανάτωσις
Τε 6 Μιχαήλ Αγγέλου. Και του Κιλελέρ.
Πε  7 Αριστοτέλους του Σταγειρίτου θανή
Πα  8 Παγκόσμια ημέρα των γυναικών
Σα  9 Αναξαγόρου του φιλοσόφου
Κυ 10 † Γεωργίου Ζαμπέτα και Παγκόσμια ημέρα ασκαύλου
Δε 11 Ρωμαίου και Ιουλιέτας
Τρ 12 Άννας Φρανκ τελευτή εν τω στρατοπέδω και Σταύρου Κουγιουμτζή θανή
Τε 13 † Ίβο Άντριτς
Πε 14 Κοίμησις Καρόλου Μαρξ
Πα 15 Γενέσιον Αγγέλου Σικελιανού, του υψιπετούς
Σα 16 † Μοδέστου Μουσόργκσκι του μουσουργού
Κυ 17 Του Εθνικού Θεάτρου
Δε 18 † Οδυσσέως Ελύτη
Τρ 19 Ταφή Ανδρέου Κάλβου  «είναι γλυκύς ο θάνατος μόνον όταν κοιμώμεθα εις την πατρίδα»
Τε 20 †Κοίμησις Ισαάκ Νεύτωνος
Πε 21 Παγκόσμια ημέρα ποιήσεως αλλά και εαρινή ισημερία.
Πα 22
† Ιωάννη Βόλφγκανγκ Γκαίτε
Σα 23 Άχθου Αρούρη, του αγνώστου ποιητού
Κυ 24 † Αδαμαντίου Κοραή
Δε 25 Της Ελληνικής Επαναστάσεως
Τρ 26 † Λουδοβίκου φαν Μπετόβεν
Τε 27 Παγκόσμια ημέρα θεάτρου
Πε 28 Δημώνακτος του φιλοσόφου
Πα 29 Μαρτύριον Χαραλάμπους Κανόνη εν Χίω
Σα 30 Νικολάου Μπελογιάννη και των συν αυτώ τυφεκισθέντων
Κυ 31 Των εν Χίω υπό του Καραλή σφαγιασθέντων μυρίων

Για τραγουδάκι του Μάρτη, επιλέγουμε ένα του Λουκιανού Κηλαηδόνη, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου: "Μια Κυριακή του Μάρτη..." Με την Δήμητρα Γαλάνη...

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Αποκριές στην παλιά Αθήνα...


Μετά τους Βαλκανικούς και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επικρατούσαν μελαγχολία και κατήφεια.  Από το 1920 και για μια δεκαετία δεν γινόταν καρναβάλι στην Αθήνα, παρά μόνο αποκριάτικοι χοροί που συνδύαζαν τη φιλανθρωπία με την ψυχαγωγία. Οι Αθηναίοι του μεσοπολέμου φορώντας φράκα και τουαλέτες το είχαν ρίξει στον χορό πάνω στα παρκέ και κόντευαν να ξεχάσουν τα γλέντια στους δρόμους και στις γειτονιές. Ωσπου το 1931 το Κομιτάτο της Αποκριάς είχε την ιδέα να αναβιώσει την παλιά αθηναϊκή Αποκριά.
Στην παλιά Αθήνα, στις γειτονιές του Ψυρρή και της Πλάκας, ξαναζωντανεύει η Αποκριά του παλιού καιρού με φουστανέλες, σουραύλια, πίπιζες, ζουνάρια και φέσια καπετανέικα, λυχνάρια αθηναίικα με τα πέντε φιτίλια, με στολισμένες ταβέρνες να συναγωνίζονται ποια θα είναι η καλύτερη, με γιορτινά σπίτια αρματωμένα με χράμια, στρωσίδια του αργαλειού κι όλα τα προικιά, με κεράσματα στους μασκαράδες, τους μακαντάσηδες, τους γλεντοκόπους, με το γαϊτανάκι, την γκαμήλα, το αλογάκι, τα ρόπαλα, με θιάσους φασουλήδων, με τον ποιητή του κάρου και τις μουσικές του δήμου και της φρουράς.
Το Κομιτάτο της Αποκριάς που διοργανώνει τη μεγάλη γιορτή είναι μια μεικτή επιτροπή από τον Οργανισμό Τουρισμού, με διευθυντή τον Κοκό Μελά και τμηματάρχη τον Στέλιο Χιλιαδάκη, τον Δήμο Αθηναίων –δήμαρχος τότε ο Σπύρος Μερκούρης–, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες και κατοίκους της Πλάκας και του Ψυρρή. Για να δώσει κίνητρο προκηρύσσει χρηματικά βραβεία και επαίνους. Συναγερμός στην Πλάκα και στου Ψυρρή, που για δυο μέρες ξαναζωντανεύουν τα παλιά μεγαλεία, τα παλιά ζέφκια, οι παλιοί καημοί, οι παλιοί τύποι και τα παλιά αθηναϊκά τραγούδια.
Ταβέρνες, καφενεία και μαγειριά στολίζονται με κιλίμια, φλοκάτες και παλιά αθηναίικα ταγάρια, τσότρες, τσίτσες και φλασκιά, γλόμπους, σημαιούλες και πολύχρωμα χαρτιά. Στα τραπέζια λαδολύχναρα και τα μεγάλα αθηναϊκά λυχνάρια με τα πέντε φιτίλια και στους τοίχους κρεμιούνται φοινικόκλαδα, καριοφίλια, κουμπούρια, σπαθιά, γιαταγάνια και μαυρομάνικα μαχαίρια σταυρωτά, φέσια κόκκινα με μακριά φούντα και οι εικόνες των ηρώων του Ψυρρή και των τύπων της Πλάκας.
Η εμφάνιση των σμόκιν και των μονόκλ
Οι ταβερνόβιοι της Πλάκας και του Ψυρρή θα ανεχτούν σιωπηλά τη βεβήλωση. Μπόρα είναι, θα περάσει. Γιατί και σμόκιν θα κάνουν την εμφάνισή τους και μονόκλ και γαλλικά θ’ ακουστούν «Ον μπουά ντι ρεζινέ, μα σερ» από τους σαχλέ ολέ που πίνουν τη ρεζινέ κομμένη με σόδα. Εκεί που ίσαμε χτες έπινε ένας μονάχος του, σήμερα στριμώχνονται πενήντα. Από το αποκριάτικο γλέντι θα λείπει ο μερακλωμένος που περιφρονεί την πλάση όλη και τα έγκατα της γης, που μπορεί πάνω στο ντέρτι του «να τραβήξει τον χαλκά της γης ν’ αναποδογυρίσει το σύμπαν», ο ασίκης με το ζωνάρι, το παλικάρι κι ο γεροντόμαγκας. Αυτοί θα εμφανιστούν σε σαράντα οχτώ ώρες που θα ’χει περάσει η φουρτούνα.
Οι μεζέδες είναι ελιές θρούμπες, που οι παλιοί τις λέγανε βελάνια, στουμπιστές μπεκάτσες (δηλαδή στουμπιστά κρεμμύδια που ήταν έδεσμα των φτωχών κρασοπατέρων), μαρίδες του Φαλήρου και μπακαλιαράκια στο τηγάνι, σπιτικό ψωμί σταρένιο, σουβλιστό αρνί, κοκορέτσι και λουκάνικα. Μαζί με την κνίσα από τη σούβλα και το τηγάνι ανακατεύονται στον αέρα ήχοι από σουραύλια, νταούλια, πίπιζες, ζουρνάδες, κλαρίνα, φλογέρες, τουμπελέκια, λατέρνες, μπουζούκια, κιθάρες, μαντολίνα και κουδούνια κομπλέ, δηλαδή χορωδίες πρίμο, τενόρο, σεκόντο, βαρύτονο και μπάσο που λένε παλιά αθηναίικα τραγούδια.
Αχ για θυμήσου και για πες
πόσες με γέλασες βραδιές
και μες στα ξημερώματα
φωνές και μαχαιρώματα.
Το κρασί ρέει άφθονο, ρετσίνα και κοκκινέλι, όπως τον παλιό καιρό που οι κρασοπατέρες σταμάταγαν το πιόμα το χάραμα, όταν εμφανιζόταν ο σαλεπιτζής.
Από το γιοματάρι
φέρνε, παιδί, και κέρνα.
Βαράτε τη λατέρνα,
κάθε καημός και πόνος
ας τυλιχτεί κι ας σβήσει,
με τους καημούς αντάμα
και της ψυχής το κλάμα
μες στο ποτήρι ας σβήσει.
Οι αυλές των σπιτιών καθαρές, στολισμένες και φωτισμένες δέχονται παρέες μασκαρεμένων, γνωστών και άγνωστων, γανωμένων όπως γινόταν παλιά, και οι νοικοκυρές τους κερνάνε. Στα μπαλκόνια, τα χαγιάτια και στις αυλές απλώνονται κιλίμια, χράμια, κεντημένα στρωσίδια, μπατανίες, κουβέρτες, λαχούρια, κοντογούνια, σημαίες, σημαιούλες, βεντάλιες και επιγραφές που χαιρετούν τους διαβάτες. Στα καλάθια λουλούδια, χαρτοπόλεμος και σερπαντίνες. Οι νοικοκυραίοι ντύνονται τα καλά τους και οι γυναίκες του σπιτιού παραδοσιακές φορεσιές.
Το αδιαχώρητο σε Πλάκα και Ψυρρή
Στους δρόμους και στις ταβέρνες του Ψυρρή και της Πλάκας επικρατεί το αδιαχώρητο. Γέλια, φωνές, σκουντήματα, πειράγματα, τραγούδια, σερπαντίνες, πανζουρλισμός. Κι ανάμεσα στους γλεντοκόπους ο Πορφύρας, ο Καμπούρογλου, ο Τίμος Μωραϊτίνης, η Ελένη Παπαδάκη, ο Αιμίλιος Βεάκης κι άλλοι γνωστοί άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης.
Μέσα στην ανθρωποπλημμύρα ξεχωρίζουν οι μασκαράδες. Γενοβέφες, ιππότες, πιερότοι, κολομπίνες… Ενας Πλακιώτης έχει ντυθεί κακούργα πεθερά. Είναι πρόσφατο το άγριο φονικό του Αθανασόπουλου από την πεθερά του Αρτεμη Κάστρου. Ο Πλακιώτης ανακηρύσσεται Αρτε-Μις Πεθερά 1931.
Ο ποιητής του κάρου, μια φιγούρα με πολλά γένια, πολλά μαλλιά και μεγάλη γραβάτα, απαγγέλλει τους σατιρικούς στίχους του κι κόσμος στριμώχνεται γύρω από το κάρο για ν’ ακούσει:
Κι η παλιά εφημερίδα
που ’χε χίλιες δυο ειδήσεις,
μα και δεκαέξι φύλλα
που μπορούσες να σαστίσεις.
Με μια μόνη πενταρίτσα
είχες τέλειο ραβαΐσι.
Διάβαζες όλη τη μέρα
κι έκανες και άλλη χρήση.
Ο ποιητής του κάρου είναι φόρος τιμής στον Παναγιώτη Θεοδοσίου, έναν αμίμητο τύπο της παλιάς Αθήνας, που όταν πέρναγε με τον αραμπά και την κωμική συνοδεία του, οι νοικοκυρές, οι καταστηματάρχες, οι υπηρέτριες και τα παραπαίδια, όλοι παρατούσαν τις δουλειές τους για ν’ απολαύσουν το θέαμα. Και πίσω από τον αραμπά έτρεχαν οι γαβριάδες. Ο Θεοδοσίου δεν ήταν άνθρωπος. Ηταν κέφι.
Οι καρδιές των νοσταλγών χτυπάνε πιο γρήγορα μόλις εμφανίζεται ο Αράπης με την άσπρη σκούφια και την άσπρη ποδιά –μαύρος γνήσιος, καλός, γελαστός, με τον ίδιο ήχο φωνής και τα ίδια αστεία του– και η Γκαμήλα. Η Γκαμήλα υπήρξε το έμβλημα της αθηναϊκής αποκριάς.
Φτιαχνόταν από σαγόνι αλόγου, ξύλα, προβιές και χαλιά. Ηταν η χαρά των πιτσιρικάδων που χώνονταν από κάτω και τη ζωντάνευαν κάνοντάς τη να χορεύει, να τρέχει, ν’ αρπάζει τα καπέλα των περαστικών. Ο γκαμηλιέρης τραγουδούσε:
Πορτοκάλι ψάρεψε,
βρε κυρα-νταρντάνα.
Το γλέντι δίνει και παίρνει στα ταβερνάκια της Πλάκας και του Ψυρρή. Είναι ξημερώματα και αντί να λιγοστεύει, δυναμώνει. Στον Μωραΐτη, την υπόγεια ταβέρνα του Κοντοβαζενίτη στην οδό Αριστοφάνους, σατιρίζουν τα καλλιστεία που έγιναν πρόσφατα και που η εκλογή των διάφορων «μις Κοκκινιά», «μις Παγκράτι» κ.λπ. μέχρι βγει η «μις Ελλάς», απασχολούσε τα πρωτοσέλιδα. Βραβεύουν τη ρετσίνα του Κοντοβαζενίτη «μις Ρετσίνα» και ύστερα τη βγάζουν «μις Σταφύλιος» γιατί είναι η πιο αγνή απ’ όλες.
Μα κι η ταβέρνα του Κοντοβαζενίτη ήταν η καλύτερη απ’ όλες τις ταβέρνες του Ψυρρή. Πήρε μάλιστα και βραβείο για την ομορφιά της. Εκτός από την παλιά τοιχογραφία του Διογένη με το πιθάρι του, ο Κοντοβαζενίτης στόλισε την ταβέρνα του με οπλοθήκες ολόκληρες με καριοφίλια, γιαταγάνια, τσότρες, λυχνάρια, κατέβασε τις φωτογραφίες των διάφορων «μις» και κρέμασε εικόνες πολιτικών, έβαλε χωμάτινα πιάτα και για μεζέ είχε γουρουνίσια πηχτή.
Τις τελευταίες ώρες της τελευταίας Κυριακής της παλιάς αθηναϊκής αποκριάς ακουγόταν το δίστιχο:
Μασκαράδες και πολίται,
στις Κολώνες να βρεθείτε!
που προσκαλούσε τους γλεντζέδες να βρεθούν την Καθαρή Δευτέρα στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Και τότε μασκαράδες και πολίτες εύχονταν:
Και του χρόνου καλύτερα!
Οι εφημερίδες γράφουν
Είχε επιτυχία η αναβίωση της παλιάς αθηναϊκής αποκριάς; Δεν είχε; Οι εφημερίδες έγραψαν πολλά. Οι περισσότερες δηλαδή, γιατί υπήρξαν κι άλλες που απαξίωσαν το πανηγύρι με τηλεγραφικά κείμενα. Την καλύτερη αποτίμηση έκανε στη στήλη του ο ανεπανάληπτος Τζογές της «Βραδυνής».
Το μνημόσυνο!
Λοιπόν. Ξέρετε τι κάνανε χτες και προχτές οι Αθηναίοι στην Πλάκα και στου Ψυρρή; Δεν γιορτάσανε, κύριοι, τις απόκριες, δεν γιορτάσανε τα κάλλη της Πλάκας και του αλησμόνητου Ψυρρή, δεν ξανάζησε η Αθήνα μέσα στης Πλάκας τα στενά και κάτω από τα χαγιάτια. Δεν έγινε τίποτα το χαρμόσυνο. Ο,τι έγινε, έγινε με κλάμα, με πόνο, με παράπονο και πίκρα. Εγινε ένα μνημόσυνο της τεθνεούσης προ χρόνια Παλιάς Αθήνας. Οι καντάδες ήτανε μοιρολόγια και το κρασί που χύθηκε στα στόματά μας ήταν η «παρηγοριά». Το στόλισμα των χαγιατιών και οι χοροί, οι παλιοί οι ελληνικοί, ήτανε τα κόλλυβα. Η επιτροπή του Τουρισμού μας κάλεσε με τις μνημόσυνους προσκλήσεις της να παραστούμε ευαρεστούμενοι στο μνημόσυνο της αείμνηστης Παλιάς Αθήνας μας, την οποία τόσο προώρως επήρε ο χάρος του μοντερνισμού και ο Σπάθης ανέλαβε να μας τονίσει την επιμνημόσυνο δέηση, το «Τραγούδι της Αποκριάς», το οποίο κατασπάραξε την καρδιά μας χάρη στη μελωδία της μουσικής και μας έκανε κι αρρωστήσαμε χάρη στην αρλούμπα των στίχων της, οφειλομένων εις τον εμπνευσμένον μετα-ποιητήν κ. Χιλιαδάκην (!)
Επιμνημοσύνους ψαλμούς έψαλον πολλοί άλλοι Αθηναίοι, μεταξύ των οποίων και ο Ψυρριώτης Φλέτα κ. Πέτρος Επιτροπάκης:
Που ’σαι, μικρή Παλιά μου Αθήνα,
που ’χες θεό σου τη ρετσίνα
κι έκρυβε η γλάστρα δυο ματάκια
σαν άστρα
που πέταγαν φωτιές.
Που ’ν’ τα παλιά της Πλάκας κοριτσάκια
που σαν αφήναν το σκολειό,
τα ’βλεπες πίσω από τα κουρτινάκια
να κάθονται στον αργαλειό
και τα φαιδρά τους κι ασημένια γέλια
με μιαν ελπίδα τους γλυκιά
κι αυτά να πλέκουν εις τα κοπανέλια
στα φτωχικά τους τα προικιά.
Κι ύστερα ο άλλος σπαραχτικός επιμνημόσυνος ψαλμός της Πλάκας:
Χτίζουνε στα μπαλκόνια της
φωλιές τα χελιδόνια της
και πάνω από το Κάστρο της
τον Παρθενώνα έχει γι’ άστρο της.
Κι όταν σιγοψιχαλίζει
τα βασιλικά ποτίζει.
Ο Τζογές
Δημοσιεύτηκε στη «Στήλη του Τζογέ» τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 1931.
Σημειώσεις
• Ο Στέλιος Χιλιαδάκης ήταν τμηματάρχης του Οργανισμού Τουρισμού, ο οποίος Οργανισμός μαζί με τον Δήμο Αθηναίων, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, Ψυρριώτες και Πλακιώτες αποτελούσαν το Κομιτάτο της Αποκριάς. Ο Χιλιαδάκης έγραψε τους στίχους του Τραγουδιού της Αποκριάς και μάνι μάνι τσίμπησε το βραβείο που ήταν 1.500 δραχμές. Καθόλου λίγα!
Οπως λέει ο Τζογές, εκείνο που άξιζε από το Τραγούδι της Αποκριάς ήταν η μελοποίηση που έκανε ο Θ. Σπάθης (καθώς και η εκτέλεση που έκανε η χορωδία υπό τη διεύθυνσή του). Αλλά σώζονται μόνο οι αρλούμπες των στίχων με τους άπραγους νιους και τις βαριές κληματαριές, που βέβαια χειμωνιάτικα δεν ήταν βαριές γιατί δεν είχαν ούτε φύλλα ούτε τσαμπιά.
• Ο Φλέτα ήταν Ισπανός τενόρος που είχε έρθει στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 1931 και έδωσε ρεσιτάλ.
• Ο Πέτρος Επιτροπάκης ήταν τενόρος, γέννημα θρέμμα του Ψυρρή.



Ο ποιητής του κάρου


Της Πλάκας οι κρασοπατέρες


Η περίφημη ταβέρνα του Φάντη στην Πλάκα


                                                                   Πηγή: tetysolou.wordpress.com