Ώσπου μια νύχτα του Σεπτέμβρη 1941, ιδρύθηκε το ΕΑΜ. Και σήμανε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Νέοι στο νου και στην καρδιά το φτιάξανε. Όταν οι παλαιοί πολιτικοί, κηρύχνοντας υποταγή, ξαπλώθηκαν στις πολυθρόνες, απ' όπου δε σηκώθηκαν, παρά μαζί με τα στρατεύματα του Σκόμπι στην άφιξή τους στην πρωτεύουσα...Άνθρωποι του λαού, που πόναγαν τον πόνο του, ίδρυσαν το ΕΑΜ. Εκείνο το ΕΑΜ που, για πρώτη φορά στην ιστορία του κακόμοιρου τούτου τόπου, κατάφερε να ενώσει την Ελλάδα. Να ενωθούν μες στο ΕΑΜ οι Έλληνες , σαν να' τανε η οικογένειά τους. Και να διαφοροποιηθούν μες στο ΕΑΜ οι Έλληνες , σαν να' ταν ένα απέραντο μορφωτικό σκολειό του γένους. Σαν τ' αποξεραμένο τούβλο που περιμένει και ρουφά τη βροχή, δέχτηκε ο ελληνικός λαός το πατριωτικό εγερτήριο. Κι αρχίζει αυτοστιγμεί το πανηγύρι. Άλλοι που την είδαν καλύτερα, θα μιλήσουν για την επαρχία μας, για κείνη τη λαμπάδα τη φλεγόμενη κι όμως μηδέποτε καιόμενη, που στάθηκε η ελληνική ύπαιθρος στην περίοδο της κατοχής. Γι' αυτήν, που έδωσε τον αντάρτη του βουνού, τον αχεριώνα της για κατάλυμα, την τελευταία φούχτα καλαμπόκι της, το τελευταίο μουλάρι της στον διασυμμαχικόν αγώνα. Αυτή, που έδωσε την τραγωδία του Δίστομου, τη φρίκη των Καλαβρύτων, και το Καρπενήσι. Το Καρπενήσι κάηκε συνέχεια 3 φορές από τους γερμανοτσολιάδες. Όταν λευτερωθήκαμε και κατέβαιναν τον Οχτώβρη οι εαμίτες από τα βουνά στην πρωτεύουσα, το Καρπενήσι δεν υπήρχε πια. Είχανε στήσει οι κάτοικοί του κομμάτια λαμαρίνες κι ήταν χωμένοι κάτω - κει. Κι είχανε κατά οικογένειες στημένες δυο κοτρώνες, κι απάνω κει εμαγειρεύανε. Κι ήτανε τα τσαντήρια εκείνα τόσο χαμηλά, που δεν στηνόντουσαν ολόρθοι. Κι ήτανε εκείνη την ημέρα κατακλυσμός βροχή, κι επλέγανε όλα μέσα στα νερά, σαν να ταξίδευε ο Νώες με την Κιβωτό του. Μια σεβαστή κυρία στρατηγού μάς το΄λεγε: " Ήταν να φρίξεις, όταν από κάτω εκεί έβλεπες τους ανθρώπους αυτούς να γελούνε! Μας φώναζαν ζήτω η ελευθερία, ζήτω το ΕΑΜ, κι είχαν κουράγιο, σε τέτοια αθλιότητα, να μπορούν να γελούνε!..." Αυτή ήταν η Εαμική επαρχία μας κατά την κατοχή, αυτή η ίδια, μ' όσα κι αν συκοφαντούν, παραμένει και σήμερα. Εμείς εδώ είχαμε τότε τη μάχη της Αθήνας και των συνοικισμών της. Καισαριανή, Καλλιθέα, Κοκκινιά, Δουργούτι, Γκύζη, Περιστέρι, Κολωνός, Παγκράτι, Βύρωνας, κι όλες οι συνοικίες μας και τα μικροσοκάκια. Στο κέντρο της Αθήνας βασίλευε ο καταχτητής και τα κοπέλια του. Γύρω τριγύρω ωστόσο απ' το Λυκαβηττό, απ' ανατολή σε δύση, πέρα - πέρα σ' όλη την έχταση των κυκλικών συνοικισμών μας, ζούσε ένας κόσμος πολύ αλλιώτικος. Δεν έπαιζαν αυτοί με δόγματα. Δε νοιάζονταν για αξιώματα. Δεν είχανε καιρό για χάσιμο. Δυο λέξεις μόνο ξέρανε: Λευτεριά - Αγώνας! Και τον φορτώσανε στους ώμους τους. Στο κέντρο της Αθήνας, το αμαρτωλό εκείνο κέντρο, τη μισή αυτή σπιθαμή της Ελληνικής γης, όπου κυλιέται η κοσμικότητα κι οι λοιπές αρετές της, κι όπου φευγαλέα πατώντας το κάθε ξένη προσωπικότητα θάρρεψε τάχα μου πως γνώρισε απ' άκρου σ' άκρου την ψυχή της Ελλάδας ( ενώ η Ελλάδα είν' άλλη ), στο κέντρο της Αθήνας βγαίναν οι μεγαλόσχημες φυλλάδες υμνώντας τον καταχτητή, οι περισσότερες που γουργουρίζοντας σαν πυρωμένοι διάνοι, κυκλοφορούν ομοίως και σήμερα. Στ' απόμερα δρομάκια της Αθήνας, στις γωνιές, στο σκοτάδι, διασταυρώνουνταν οι αγωνιστές του παράνομου τύπου μας. Γύρω τριγύρω τους εβούιζαν τα χαφιεδολόι και τα μπλόκα. Στο κέντρο της Αθήνας οι έμποροι του θανάτου μας χαχάνιζαν , στο σύμπαν, κι αποταμιεύοντας το αίμα της ζωής μας στις κασετίνες των μπιζού. Στ' απόμερα δρομάκια της Αθήνας , ακούστε τι γινότανε. Ήταν Λαμπρή του ' 42. Στο σπίτι ενός καρχαρία, που λεγόταν Πεζάς, παρουσιάστηκαν στο τραπέζι γερά τα ψημένα αρνιά, και για να κάμουνε εντύπωση τους είχαν σύρμα στο λαιμό, για να κουνούνε το κεφάλι τους σαν να ' ταν ζωντανά. Δεν είχαν άλλο τίποτα, ν' απασχολήσουνε τη φαντασία. Μέσα σε σπίτι αγωνιστών δυο - τρεις μαζεύτηκαν κι εκεί να γιορτάσουν. Μάτισαν τα λεφτά τους σε ηρωικούς συνδυασμούς. Όσο περνούσε η ώρα ο άντρας του σπιτιού κοίταζε μ' αγωνία το ρολόι του: " Αν δεν έρθουνε σε 5 λεφτά, δυο φίλες χάθηκαν απόψε", λέει. Τα 5 λεφτά πέρασαν, και κάναν τάχα πως γιορτάζανε, και κανείς δε μιλούσε γι' αυτές που δεν ερχόνταν. Όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκανε, ήτανε σαν ν' αντίκριζες νεκρούς από τον τάφο. " Κολλήσαμε σ' όλες τις κεντρικές εκκλησίες, είπανε. Αύριο στη λειτουργιά, θα διαβάσει ο κόσμος τις προκηρύξεις. Τα φέραμε όμως ζόρικα. Σωθήκαμε μόνο απ' τη γούνα που φόραγε επίτηδες μια από μας. Κι όταν μάς ρίξαν στη Μητρόπολη, οι χωροφύλακες το φως απάνω μας, τους ακούμε να λένε: δεν τις βλέπεις με γούνα; άντρα περιμένουνε". Γύριζες και τις κοίταγες! Κολλώντας έντυπα του αγώνα μας, πέρασαν τη Λαμπρή. Κι όμως ήταν ωστόσο τόσο νέες κι όμορφες, τόσο γνωστές κοπέλες μέσα στην Αθήνα... Την ίδια εκείνη ώρα τα ψημένα αρνιά όλων των κυρίων Πεζάδων μας, κουνούσαν θριαμβευτικά απάνω στα τραπέζια τους, τ' αδειανά τους κεφάλια. Οι ιδιοχτήτες τους είναι που λέγονταν από τότε "πατριώτες". Οι ίδιοι είναι που λέγουνται "πατριώτες" και σήμερα. Οι κοπέλες που κολλούσαν τα έντυπα , λέγουνται τώρα " κουκουέδες ". Ύστερα στο κέντρο της Αθήνας συντάσσονταν κατεβατά και στέλνονταν στο εξωτερικό, να κρύψουν την αλήθεια, να στραβώσουν τα πράματα, να δυσφημήσουν, να πομπέψουν αγνούς αγώνες και πολεμιστές. Στ' απόμερα δρομάκια της Αθήνας, στις νύχτες, στο σκοτάδι, ανάμεσα στις σφαίρες, ξυστά δίπλα στο εχτελεστικό απόσπασμα, οι ηγέτες του ΕΑΜ συνεδριάζουν.
Το κείμενο είναι απόσπασμα από το έργο της Μέλπως Αξιώτη, Απάντηση σε 5 ερωτήματα που εκδόθηκε το 1945 για πρώτη φορά σε 6000 αντίτυπα από τις εκδόσεις " Μαρή και Κοροντζή" στη σειρά " Ελληνικά Θέματα " ( Κατοχή - Αντίσταση - Εμφύλιος ). Όπως σημειώνεται στη δεύτερη έκδοσή του " Η Απάντηση εξαντλήθηκε μέσα σε 15 μέρες ακριβώς. 6000 αντίτυπα. Δεν πρόφτασε να φτάσει ούτε στον Πειραιά. Φαινόμενο πρωτοφανές στις ελληνικές εκδόσεις. Αυτό δείχνει τη δίψα του σημερινού κοινού για κάθε έντυπο που του μιλεί για τον αντιφασιστικό του αγώνα". Μετά την έκδοση αυτού του βιβλίου η Μέλπω Αξιώτη βρέθηκε στην προσφυγιά. Οι εκδόσεις Κέδρος εξέδωσαν την Απάντηση τον Σεπτέμβριο του 1974 ως ελάχιστο φόρο τιμής στην " μεγάλη ελληνίδα πεζογράφο που σ' όλη της ζωή αγωνίστηκε για ό,τι πιο άξιο και πιο δύσκολο δόθηκε στον άνθρωπο: τη λευτεριά." Στην έκδοση αυτή του 1974 σημειώνεται επίσης ότι " δίνεται απάντηση σε πέντε βασικά ερωτήματα. Ουσιαστικά μια απάντηση σ' όλους αυτούς που, συνειδητά ή όχι, προσπάθησαν, μεταχειριζόμενοι και τα πιο ανήθικα μέσα, να " βρομίσουν " τον μεγαλειώδη εκείνο αγώνα του λαού μας ενάντια στους ξένους εισβολείς και τους ντόπιους προδότες"
Σαν χθες πριν από 79 χρόνια (4/1/1943) οι Γερμανοί κατακτητές
εκτελούσαν τον Γέρζι (Γεώργιο) Ιβανόφ και τους Έλληνες συνεργάτες του.
Οι Ναζί είχαν επικηρύξει με 2 εκατομμύρια δραχμές, έναν από τους σπουδαιότερους (αν
όχι τον σπουδαιότερο) σαμποτέρ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Πολωνός
υπεραθλητής του Ηρακλή, που μεγάλωσε και αγάπησε την Ελλάδα, έπεφτε
νεκρός, αφού πρώτα προσπάθησε για μια ακόμη φορά να ξεφύγει. Μια ριπή
τον τραυμάτισε στο πόδι, οι δήμιοι του, τον έδεσαν σε ένα στύλο και τον
εκτέλεσαν. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, πρόλαβε να φωνάξει ένα
ζήτω για τις δυο πατρίδες του: Την Ελλάδα και την Πολωνία.
Μαζί με τον Ιβανόφ, οι κατακτητές εκτελούσαν και τους Έλληνες
συνεργάτες του. Είχαν συλληφθεί στο σπίτι του Ιωάννη Κοντόπουλου, μετά
από προδοσία κι αφού οι ναζί αναζητούσαν λυσσασμένα τους υπεύθυνους για
το σαμποτάζ στο εργοστάσιο Μαλτσινιώτη, που στοίχισε δεκάδες ή και
εκατοντάδες ακόμα, χαλασμένα αεροπλάνα κι ενώ η Λουτβάφε προσπαθούσε να
υποστηρίξει την στρατιά του Ρόμελ στην Βόρειο Αφρική.
Ένα κορυφαίο σαμποτάζ στα χρονικά της ελληνικής αντίστασης (αλλά και
ολόκληρου του ΒΠΠ), για πολλούς ανώτερο -σε τελικό αποτέλεσμα- από την
ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, η οποία βεβαια είχε μεγαλύτερο
συμβολικό χαρακτήρα και έγινε από ένοπλες αντιστασιακές ομάδες (ΕΛΑΣ και
ΕΔΕΣ) σε συνεργασία με Βρετανούς σαμποτέρ.
Στην περίπτωση της ΠΥΡΚΑΛ (αυτό ήταν το εργοστάσιο Μαλτσινιώτη) το
σαμποτάζ που οργάνωσε ο Ιβανόφ και ανέλαβαν να το κάνουν πράξη οι
ΕΑΜίτες εργάτες (εκτελέστηκαν ένα μήνα αργότερα στην Καισαριανή) έγινε
μέσα στην πόλη, κάτω από την μύτη των ναζί, που δεν καταλάβαιναν πως οι
κινητήρες των αεροπλάνων Junkers Ju 87 και Stuka, παρουσίαζαν
ανεπανόρθωτες βλάβες, λίγο μετά την απογείωση τους.
Μια συναρπαστική ιστορία,
που αγγίζει τα όρια του μύθου, θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο σενάριο
μιας κινηματογραφικής ταινίας, είναι όμως ολότελα αληθινή και σχεδόν
λησμονημένη, όπως ολόκληρο το έπος της ελληνικής αντίστασης στην
γερμανική κατοχή.
Ο ατρόμητος υπεραθλητής
Όταν εκτελέστηκε ο Γεώργιος Ιβανόφ, η Ιβανώφ όπως τον μάθαμε στην
Ελλάδα (με την ορθογραφία της εποχής) , ήταν 32 ετών. Κι είχε προλάβει
να ζήσει δέκα ζωές. Γεννημένος στη Βαρσοβία από τον κόμη Βλαδίμηρο
Ιβανόφ, αξιωματικού του τσαρικού στρατού και της Λεονάρντα Σαϊνόβιτς.
Αργότερα η μητέρα του γνώρισε τον Ιωάννη Λαμπριανίδη, τον οποίο (μαζί με
τον γιο της) ακολούθησε στην Θεσσαλονίκη το 1926.
Φωτογραφία από έκθεση αφιερωμένη στον Γεώργιο Ιβανόφ.
INTIME NEWS
Ο ευρυμαθής νεαρός γράφτηκε στο γαλλικό Λύκειο της πόλης, έμαθε
ελληνικά και γαλλικά (ενώ ήδη μιλούσε πολωνικά και ρωσικά) και
διακρίθηκε αμέσως για την έφεση του στα σπορ. Ως αθλητής του Ηρακλή
διέπρεψε στην κολύμβηση και στο πόλο, ένα άθλημα που υπηρέτησε και σαν
φοιτητής στο Βέλγιο. Στο πανεπιστήμιο του Louvain σπούδασε
γεωπόνος-μηχανικός, κολυμπούσε σαν τορπίλη, ενώ έπαιζε πόλο σε ομάδα της
Βαρσοβίας, φτάνοντας να πάρει τη θέση του φουνταριστού στην Εθνική
Πολωνίας.
Μετά το Βέλγιο, βρέθηκε στο Παρίσι όπου συνέχισε με μεταπτυχιακές
σπουδές στο Ινστιτούτο Αποικιακής Γεωπονίας και εν τέλει επέστρεψε στην
Ελλάδα. Βλέποντας τους Ναζί να καταλαμβάνουν και τις δυο πατρίδες του,
φούντωσε μέσα του η φλόγα της ελευθερίας. Όταν μάλιστα φιλοξενεί στο
σπίτι του μέλη πολωνικών αντιστασιακών οργανώσεων, μπαίνει στο μυαλό του
η ιδέα να βρεθεί μαζί τους στη Μέση Ανατολή. Η οικογένεια του αντιδρά,
αλλά ο ριψοκίνδυνος και ατρόμητος Ιβανόφ, φεύγει μια μέρα, πρώτα για την
Αθήνα και στη συνέχεια για την Παλαιστίνη, όπου παρουσιάζεται στον
πολωνικό στρατό.
Η αθλητική του υποδομή, ωστόσο, σε συνδυασμό με τις γλώσσες που
μιλούσε τον είχαν μετατρέψει σε ιδανικό πρότυπο για μυστικό πράκτορα.
Την εκπαίδευση του αναλαμβάνει η βρετανική SOE (Special Operations
Executive) και στις 13 Οκτωβρίου 1941 το αγγλικό υποβρύχιο Thunderbolt
τον αποβιβάζει στην ακτή ανάμεσα σε Άγιο Ανδρέα και Νέα Μάκρη. Η
αποστολή του είναι να οργανώσει αντιστασιακές ομάδες και να κάνει όσα
σαμποτάζ μπορεί. Αποδεικνύεται λαβράκι, αφού πρώτα λίγο έλειψε όλα να
καταστραφούν. Ένας παιδικός του φίλος τον προδίδει στους Γερμανούς, που
τον συλλαμβάνουν. Ο Ιβανόφ, δραπετεύει, επικηρύσσεται με 500.000
δραχμές, καταφέρνει όμως να βρει ανθρώπους εμπιστοσύνης και να ξεκινήσει
την έδρα του.
Έρχεται σε επαφή με τον Ιωάννη Κοντόπουλο και τον Βασίλη
Μαλιόπουλο. Αμφότεροι αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού, που είχαν
ιδρύσει την Οργάνωση Αντίσταση Γένους κι οι οποίοι του παρέχουν στέγη
και πληροφορίες. Ο Ιβανόφ πιάνει δουλειά στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά με το
όνομα Κυριάκος Παρίσσης και αρχίζει τις παράτολμες ενέργειες του.
Στις 14 Μαρτίου 1942, ημέρα που υπογράφηκε το "κατοχικό δάνειο"
(η κλοπή δηλαδή 200 και πλέον εκατομμυρίων μάρκων, που υποχρεώθηκε να
πληρώσει η Ελλάδα στους κατακτητές, δανεικά και αγύριστα, φυσικά) ο
Ιναβόφ ανατινάζει το υποβρύχιο U-133, έξω από την Σαλαμίνα.
Τον Μάιο, κάνει δολιοφθορά στο ισπανικό ατμόπλοιο San Isidore,
που έκανε λαθρεμπόριο για λογαριασμό των Γερμανών. Το πλοίο βυθίζεται
στο λιμάνι του Πειραιά. Τρεις μήνες μετά, τοποθετεί μια μαγνητική νάρκη
σε άλλο υποβρύχιο (U-372) το οποίο βυθίζεται στη συνέχεια από τους
συμμάχους. Η είδηση ότι την Αθήνα προγραμμάτιζε να επισκεφθεί ο Μπενίτο
Μουσολίνι, τον κινητοποιεί να ετοιμάσει τη δολοφονία του Ντούτσε. Το
πλήρως επεξεργασμένο σχέδιο δεν μπαίνει ποτέ σε εφαρμογή, αφού ο Ιταλός
δικτάτορας δεν έρχεται ποτέ στην Ελλάδα.
Ήδη, όμως, έχει ξεκινήσει μια άλλη δολιοφθορά, που έμελλε να
είναι ένα από τα μεγαλύτερα σαμποτάζ που έγιναν στην κατακτημένη Ευρώπη.
Άγαλμα του Ιβανόφ στη Θεσσαλονίκη.
INTIME NEWS
Εκεί κοντά στον Υμηττό...
Το εργοστάσιο Μαλτσινιώτη, η ΠΥΡΚΑΛ δηλαδή, είναι ένας εμβληματικός
χώρος για τον Υμηττό. Εκεί εργάστηκε η πλειοψηφία των κατοίκων της
περιοχής, πριν και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τρεις από τις
τέσσερις αδερφές της μητέρας μου πέρασαν την πύλη, που στέκει ακόμη,
μισογκρεμισμένη λίγο πριν την πλήρη απαλλοτρίωση του χώρου για την
μετεγκατάσταση εννιά Υπουργείων, όπως ορίζεται από το νέο "σχέδιο
αναβάθμισης" (λέμε τώρα) της περιοχής.
Οι αδερφοί Μαλτσινιώτη πουλούσαν όπλα και φυσίγγια στο Μοναστηράκι το
1887, ένα χρόνο αργότερα μετακόμισαν στο Ψυχικό και το 1890 αγόρασαν
την γνωστή σε όσους μένουν στον δήμο Υμηττού-Δάφνης, έκταση.
Ο ανταγωνισμός με το "Ελληνικό Πυριτιδοποιείον ΑΕ" ήταν πολύ έντονος.
Ένας πόλεμος δηλαδή για τις παραγγελίες υλικού από το κράτος, που
σταμάτησε μόνο όταν έγινε η συγχώνευση και ο μετασχηματισμός τους σε
Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου. Στην αρχή
χρησιμοποιούνταν τα αρχικά ΕΕΠΚ και ΕΠΚ, μετά καθιερώθηκε το ΠΥΡΚΑΛ.
Ακόμη, όμως, κι όταν η εταιρεία πέρασε στα χέρια του Πρόδρομου
Μποδοσάκη-Αθανασιάδη, οι Υμηττιώτες αναφέρονταν πάντα στο εργοστάσιο
Μαλτσινιώτη. Το εργοστάσιο και ολόκληρο το υλικό του παραδόθηκε αύτανδρο
στους ναζί (ανυπολόγιστης αξίας το συνολικό κόστος) όταν η σβάστικα
ανέβηκε στην Ακρόπολη. Ο Μποδοσάκης είχε προλάβει να αποχωρήσει από την
κατεχόμενη Ελλάδα, με τους Γερμανούς να δίνουν προτεραιότητα στην
επισκευή των κινητήρων των αεροπλάνων, που χρησιμοποιούσαν στις
επιχειρήσεις τους στην Β.Αφρική.
Οι κατακτημένοι Έλληνες δεν θα σκύψουν εύκολα το κεφάλι. Οι
αντιστασιακές οργανώσεις ξεπηδούν γρήγορα, με κορυφαία βέβαια το Εθνικό
Απελευθερωτικό Μέτωπο. Το ΕΑΜ οργανώνει ένα πρωτοφανές δίκτυο και από
ένα σημείο και μετά βρίσκεται παντού. Το εργοστάσιο Μαλτσινιώτη δεν θα
μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Ο Γιώργος Κολλημένος από τον Βύρωνα και
ο Αυρύλιος Βαρκάδος πρωτοστατούν για την δημιουργία του ΕΑΜικου πυρήνα.
Με αυτόν θα έρθει σε επαφή η ομάδα του Γιώργου Ιβανόφ, ώστε να
ολοκληρωθεί το σαμποτάζ μέσα στο εργοστάσιο. Λέγεται, χωρίς να έχει
εξακριβωθεί αν πρόκειται για αλήθεια ή μύθο, ότι ο Ελληνοπολωνός
σαμποτέρ, σύχναζε σε ένα καφενεδάκι, έξω από την κεντρική πύλη,
ρακένδυτος και φορώντας πλε γυαλιά, υποδυόμενος έναν Αρμένιο άστεγο. Με
αυτή την μεταμφιέση, υποτίθεται ότι οργάνωσε το σχέδιο της δολιοφθοράς.
Τι έριχναν στους κινητήρες
Οι ΕΑΜιτες εργάτες μαζί με τους συνοδοιπόρους τους ξεκινούν το
σαμποτάζ, που για αρκετό καιρό είναι ένα άλυτο μυστήριο για τους
Γερμανούς. Με ένα σχεδόν μαγικό τρόπο, ενώ φαινομενικά οι κινητήρες των
αεροπλάνων περνούσαν τον ποιοτικό έλεγχο, άρα ήταν έτοιμοι να
συναρμολογηθούν στα Γιούνγκερ και τα Στούκας, στην ουσία είχαν
προγραμματιστεί να καταστραφούν με την απογείωση του αεροσκάφους!
Η Λεονάρδα Λαμπριανίδου ανιψιά του Γιώργου Ιβανόφ είχε διηγηθεί πριν
από τρία χρόνια στα "Νέα" ότι οι σαμποτέρ έριχναν στον κινητήρα
ρινίσματα σιδήρου, ο οποίος δεν μπορούσε να εντοπιστεί στον έλεγχο πριν
παραδοθούν οι κινητήρες προς χρήση.
Ο παλαίμαχος κομμουνιστής Νίκος Καραθάνος στο βιβλίο "ιστορία της αντίστασης 1940-45" διηγήθηκε την δική του εκδοχή: "Στου
Μαλτσινιώτη οι σύντροφοί μας είχαν σκεφτεί να βάλουν σε πράξη μια
μέθοδο σαμποτάζ: να καταστρέφουν τον κινητήρα, όταν το αεροπλάνο πετάξει
για δοκιμή μ’ αυτόν τον κινητήρα και κάνει ελιγμό ή στροφή. Όλα τα
αεροπλάνα κάνουν δοκιμή στροφής, ανάστροφης που λένε.Ρίχνανε
λοιπόν μέσα στον κινητήρα μετά τον ποιοτικό έλεγχο και λίγο πριν την
συναρμολόγηση παξιμάδια(μεταλλικό εξάρτημα που βιδώνει γύρω από μια
βίδα).
Τα γερμανικά στούκας ήταν τα θύματα του σαμποτάζ
ASSOCIATED PRESS
Τα παξιμάδια αυτά επειδή είναι βαριά, όταν λειτουργεί το αεροπλάνο
σε ευθεία πλεύση βρίσκονται στο κάτω μέρος, στο κόρτερ, όταν όμως
αναποδογυριζόταν το αεροπλάνο γύριζαν προς τα πάνω, τα άρπαζε ο
στροφαλοφόρος, ο άξονας κι έτσι ο κινητήρας έσπαζε. Με αυτόν τον
τρόπο έκαναν πολλά σαμποτάζ, κατέστρεψαν 65 κινητήρες με αποτέλεσμα να
πέσουν πολλά εχθρικά αεροπλάνα και να χαθούν δεκάδες Γερμανοί αεροπόροι,
αλλά τελικά τους ανακαλύψανε, τυχαία. Ένα αεροπλάνο δεν καταστράφηκε
και οι Γερμανοί βρήκαν μέσα στον κινητήρα τα παξιμάδια που είχαν ρίξει
οι δικοί μας"
Η Ιωάννα Τσάτσου, στο εμβληματικό της βιβλίο-ημερολόγιο "φύλλα
κατοχής", φιλοξενεί την αφήγηση της μητέρας του Ηλία Αλεβιζάκη, ενός εκ
των πρωταγωνιστών του σαμποτάζ: "Αυτές τις
μέρες μια μουντή ανησυχία βασίλευε στο επιταγμένο εργοστάσιο του
Μαλτσινιώτη. Οι Γερμανοί ήταν ανάστατοι. Οι κινητήρες αεροπλάνων που
κατασκεύαζε το εργοστάσιο δε λειτουργούσαν κανονικά. Ο Ηλίας Αλεβιζάκης
μαζί με τον Βασίλη Ιωαννίδη και τον Βαρκάδο, και οι τρεις εργάτες,
πήγαιναν το πρωί στη δουλειά τους με το στόμα γεμάτο μεταλλικά θρύμματα.
Αυτά τα θρύμματα τα φυσούσαν μέσα στις μηχανές των αεροπλάνων. Τα
αεροπλάνα έπεφταν ή δεν ξεκινούσαν. Οι κινητήρες καταστρέφονταν.
Οι Γερμανοί έψαχναν με πείσμα να βρουν την
αιτία του κακού. Είχαν λύσει πάνω από τριάντα κινητήρες για να
βεβαιωθούν πως σε όλους έβρισκαν τα ίδια τριμμένα ελάσματα. Ο Αλεβιζάκης
γνώριζε πως θα τον έπιαναν και μπορούσε να φύγει. Λάτρευε όμως τη μάνα
του. Την αγαπούσε και τη λυπότανε. Την έβλεπε κάθε μέρα να παλεύει μόνη
της ,από τα ξημερώματα, για τα πέντε ανήλικα αδέρφια του. Έτρεμε μη της
συμβεί κακό. Λίγες μέρες έκανε τον άρρωστο. Μα όταν πήγαν να τον πιάσουν
παραδόθηκε"
Η έκταση του σαμποτάζ ήταν πολύ μεγάλη. Δεν έχει εξακριβωθεί ο
αριθμός των αεροσκαφών που κατέπεσαν, γίνεται λόγος ακόμη και για 400
χαλασμένα αεροπλάνα, είναι όμως αλήθεια ότι οι Γερμανοί θορυβήθηκαν και
ανακάλυψαν το τι είχε συμβεί από ένα τυχαίο γεγονός.
Η δεύτερη προδοσία
Στο μεταξύ οι κατοχικές αρχές έχουν ανεβάσει την επικήρυξη του Ιβανόφ
σε 2 εκατομμύρια δραχμές. Δυο αδέρφια που είχαν προσφέρει καταφύγιο
στον Ελληνοπολωνό, τον καταδίδουν στην Γκεστάπο.
Ο συγγραφέας και ιστορικός Απόστολος Κοκόλιας γράφει: "Καθυστερημένα
οι Γερμανοί, στις 8 Σεπτεμβρίου 1942, ανακάλυψαν τη δολιοφθορά και
εντόπισαν τους δράστες. Συνέλαβαν στο σπίτι του Ιωάννη Κοντόπουλου τους
Γ.Ιβανόφ, Αυρ.Βαρκάδο, Βασ.Ιωαννίδη, Ηλία Αλεβιζάκη, Μπουλαντέρη,
Βασ.Μαλλιόπουλο, το γιατρό Δημ.Γιαννάτο και τον Καζάκο, τους πέρασαν από
στρατοδικείο και τους εκτέλεσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Τους
Ιβανόφ (ενώ προσπαθούσε πάλι να αποδράσει) στις 4/1/43 και τους
υπόλοιπους στις 6/2/43. Αργότερα εκτέλεσαν και τη σύζυγο του Γιαννάτου,
Μαριάννα.
Όσους απ' αυτούς εργάζονταν στου Μαλτσινιώτη τους πέρασαν πρώτα
από στρατοδικείο που στήθηκε μέσα στη μεγάλη αίθουσα του μηχανουργείου
του εργοστασίου και το παρακολούθησαν υποχρεωτικά για παραδειγματισμό
όλοι οι εργάτες, ακόμα και από άλλα παρόμοια εργοστάσια"
Ανίκητος, μέχρι το τέλος
Ο Ιβανόφ αντιμετώπισε με περισσό θάρρος την καταδίκη του σε θάνατο
από τους Γερμανούς. Ακόμη κι όταν οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα,
εκεί όπου σχεδόν όλοι αποδέχονται το τέλος, αυτός προσπάθησε να
αποδράσει! Ζήτησε από τον ιερέα που συνόδευε τους μελλοθάνατους να του
δέσει τα κορδόνια, που οι Γερμανοί τα ήθελαν σε όλους λυμένα ώστε να μην
μπορούν να τρέξουν.
Όταν ο παπάς τα έδεσε και καθώς με ένα ταχυδακτυλουργικό τρόπο έβγαλε
τις χειροπέδες (κόλπο που είχε μάθει στην εκπαίδευσή του από την SOE)
επιτέθηκε στους φρουρούς και άρχισε να τρέχει προς τον μαντρότοιχο του
Σκοπευτηρίου. Ένας από τους στρατιώτες κατάφερε να τον τραυματίσει στο
πόδι. Η παρέμβαση του ιερέα προς τον επικεφαλής του εκτελεστικού
αποσπάσματος και η υπενθύμιση "δεν εκτελούνται ποτέ τραυματίες" έπεσε
στο κενό. "Αυτός πρέπει να πεθάνει" είπε ο Γερμανός και ο Ιβανόφ
εκτελέστηκε δεμένος σε ένα στύλο. Μόνο έτσι μπορούσαν να τον νικήσουν οι
ναζί.
Το γραμματόσημο των πολωνικών ταχυδρομείων για τον Γιώργο Ιβανόφ
EUROKINISSI
Τον Γιώργο Ιβανόφ έχουν τιμήσει τόσο η Ελλάδα όσο και η Πολωνία (αλλά
και η Αγγλία) με ειδικές εκδηλώσεις. Ο Ηρακλής ονόμασε το κλειστό
γυμναστήριο του συλλόγου σε Ιβανόφειο, ενώ διοργάνωσε αρκετές φορές τα
Ιβανόφεια, αθλητικούς αγώνες στη Θεσσαλονίκη. Τον περασμένο Ιούνιο, με
αφορμή τα 200 χρόνια από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, τα
πολωνικά ταχυδρομεία κυκλοφόρησαν ένα συλλεκτικό γραμματόσημο προς τιμήν
του ήρωα της αντίστασης.
Παρά την σιωπή της επίσημης Πολιτείας για πολλά χρόνια, η μνήμη των τριών αγωνιστών του εργοστασίου, παραμένει ζωντανή.
Η Ιωάννα Τσάτσου στα "Φυλλα Κατοχής" περιγράφει το δραματικό τέλος και την σκληρή πραγματικότητα της κατοχής: "Έγινε
η δίκη των τριών παλικαριών στις πέντε του Φλεβάρη, μπροστά σ’ όλο το
προσωπικό του εργοστασίου για παραδειγματισμό. Η απόφαση θεωρήθηκε
τελεσίδικη την ίδια μέρα. Χτες το πρωί τους τουφέκισαν. Πολλοί είναι
εκείνοι που μένουν χωρίς προστάτη με όλες αυτές τις εκτελέσεις. Με τη
χτεσινή, μένει έρημη η μάνα του Αλεβιζάκη, με πέντε ανήλικα. Του
Ιωαννίδη η γυναίκα, το παιδί, η μάνα, η αδερφή κι ένας αδερφός με
κρυοπαγήματα. Του Βαρκάδου, η άρρωστη μητέρα".
Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί. Και ταυτόχρονα υπερβατικοί ήρωες. Σαν τα
άλλα παιδιά του Υμηττού, τους τρεις ΕΠΟΝιτες (Δημήτρης Αυγέρης,
Κωσταντίνος Φολτόπουλος και Θάνος Κιοκμενίδης) που ένα χρόνο αργότερα
έγραφαν την δική τους ιστορία.. Η εφτάωρη μάχη για να μην πέσει η
αποθήκη πυρομαχικών του ΕΛΑΣ στα χέρια των 200 Γερμανών και
ταγματασφαλιτών που πολιορκούσαν το μικρό σπίτι, το κάστρο του
Υμηττού...
Πηγές: Εφημερίδα "Τα Νέα": Γεώργιος Ιβανώφ: ο ήρωας σαμποτέρ της Αντίστασης
Bluearena.gr: Γ.Ιβανώφ: Κορυφαίος σαμποτέρ, ήρωας δύο λαών
Vironasipolimas.blogspot.com: 'Ηρωες στη σκιά του Γοργοπόταμου
Εφημερίδα Επικοινωνώ: Απόστολος Κοκόλιας: Το σαμποτάζ των αεροπλάνων/ Ιωάννα Τσάτσου: Φύλλα κατοχής
Ο σαραντατριάχρονος υφασματέμπορας Μισέλ Φάις, η
γυναίκα του, η τριανταοκτάχρονη Κλάρα, τα τρία παιδιά τους (η
δεκαεπτάχρονη Νταίζη, ο δεκαεξάχρονος Ινο, ο ενδεκάχρονος Εντμόντ) αλλά
και η μητέρα του, η εβδομηνταεπτάχρονη Ρίβκα (Ρεβέκκα), αναπαύονται στον
βυθό του σκοτεινού Δούναβη.
Το βράδυ
της 3ης Μαρτίου 1943 συγκεντρώθηκαν, μαζί με 1.200 Εβραίους της Δράμας,
σε καπναποθήκες της πόλης από τους Βούλγαρους κατακτητές. Με τρένα
προωθήθηκαν, μαζί μ’ άλλους Ελληνοεβραίους της Κεντρικής Μακεδονίας, στη
Νότια Βουλγαρία, στο λιμάνι του Λομ, στις όχθες του Δούναβη. Εκεί
μεταβιβάζονται από τους Γερμανούς σε ποταμόπλοια, με δηλωμένο προορισμό
τη Βιέννη και αδήλωτο (και ανεπίστρεπτο) το στρατόπεδο Τρεμπλίνκα της
Πολωνίας. Το ποταμόπλοιο, όπου βρίσκονται τα έξι μέλη της οικογένειας
Φάις (ουγγροεβραϊκής καταγωγής που εγκαταστάθηκαν στη Βόρεια Ελλάδα περί
το 1530 από τη Βουδαπέστη) βυθίζεται από τους ναζί.
Οχι,
δεν είναι αρχή κάποιου ιστορικού χρονικού ή μυθοπλαστικής αφήγησης.
Είναι μια γυμνή οικογενειακή μνήμη. Κατάσαρκη. Κάτι ανάμεσα σε ενοχικό
τραύμα και συλλογικό εφιάλτη. Καθώς η απώλεια του κοσμοπολίτη θείου
Μισέλ και της οικογένειάς του, λατρεμένου αδελφού του πατέρα μου,
σφράγισε ως βλέμμα ζωής και γραφής αυτόν που «σήκωσε» το όνομά του.
Αν
στην επιφάνεια αυτού του κειμένου αποτυπώνεται η Παγκόσμια Ημέρα Μνήμης
Θυμάτων Ολοκαυτώματος (27 Ιανουαρίου), στον βυθό του αναδεύεται εκείνη η
ζώνη της μνήμης, όπου τα όρια ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο
αίσθημα χάνονται, όπως ανάμεσα στη λήθη και τη μνημονική έκρηξη. Ισως
γι’ αυτό ο μνημονικός μετασχηματισμός ενός αδιανόητου μεγέθους
εγκλήματος στην ευρωπαϊκή ιστορία, τόσο ψυχρά μεθοδευμένου και
«εργαστηριακά» εκτελεσμένου (που συμπεριλαμβάνει, εκτός από Εβραίους,
αντιφρονούντες, αιχμαλώτους πολέμου, Τσιγγάνους και ομοφυλόφιλους)
αποδεικνύεται τόσο ζωτικός, δύσβατος και διαφεύγων (εξ ου και
αντιστέκεται σε ποικίλες εργαλειοποιήσεις του παρόντος).
Εν τέλει, μήπως εκτός από επιζώντες του Ολοκαυτώματος, υπάρχουν και «επιζώντες» της ολοκαυτωματικής μνήμης;
Το ρολόι της πόλης έδειχνε δυο και τριαντατέσσερα λεπτά, και το
ημερολόγιο 13 Δεκεμβρίου 1943, όταν στον λόφο Καπή πάνω από τα Καλάβρυτα
ήχησε το πρώτο από τα τρία μυδραλιοβόλα. Όταν και τα τρία έπαψαν, 700
άτομα - σχεδόν όλος ο ανδρικός πληθυσμός της πόλης - είχαν εκτελεσθεί.
Οι Καλαβρυτινοί δεν είχαν γεννηθεί για να γίνουν ήρωες, η άδικη θυσία
τους όμως στο βωμό του ναζισμού που έβαψε την πορεία προς την
Απελευθέρωση με αίμα, τους κατέστησε ήρωες.
Η περιοχή των Καλαβρύτων και της Αιγιαλείας είχε αναπτύξει ισχυρή αντιστασιακή δράση, ήδη από τις αρχές του 1943. Ο
γερμανικός στρατός της Βέρμαχτ άρχισε να ανησυχεί για το επαναστατικό
κλίμα, το οποίο ενδυναμωνόταν συνεχώς και θέλησε να το περιορίσει με μια
οργανωμένη εκκαθαριστική επιχείρηση που θα περιλάμβανε βομβαρδισμούς,
πυρπολήσεις και εκτελέσεις.
Στη Μάχη της Κερπινής στις 17 Οκτωβρίου 1943, η νίκη των ανταρτών ήταν μεγάλη. Είχαν καταφέρει να αιχμαλωτίσουν 80 περίπου Γερμανούς στρατιώτες εκτελώντας τους. Αυτή ήταν και η αφορμή...
Τα γερμανικά στρατεύματα ξεκίνησαν από τρεις ελληνικές πόλεις, την
Τρίπολη, το Αίγιο και την Πάτρα, με τελική κατεύθυνση τα Καλάβρυτα,
καίγοντας, λεηλατώντας και καταστρέφοντας ολοκληρωτικά τα γειτονικά χωριά που συναντούσαν στο δρόμο τους.
Ρογοί, Κερπινή, Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Κάλανο, Βλασία, Μάνεσι
Σαραδί, Μάζι, κ.ά., καθώς και η Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και Μονή
Ομπλού νότια της Πάτρας, τυλίχθηκαν στις φλόγες και μέτρησαν νεκρούς.
Στις 9 Δεκεμβρίου 1943, οι Γερμανοί μπήκαν στα Καλάβρυτα. Πολλοί
κάτοικοι των Καλαβρύτων, είχαν εγκαταλείψει το χωριό από το φόβο για τα
αντίποινα. Οι Γερμανοί όμως κάλεσαν τους Καλαβρυτινούς να επιστρέψουν,
με την διαβεβαίωση ότι δεν θα πειραχτεί κανείς. Μάλιστα, ο Γερμανός
Διοικητής Ebersberger έδωσε το λόγο της στρατιωτικής του τιμής για να
κατευνάσει τους ανήσυχους και φοβισμένους κατοίκους. Αφού προχώρησαν
αρχικά στην πυρπόληση των σπιτιών που ανήκαν σε αντάρτες και στην
αναζήτηση των Γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής, στις 12
Δεκεμβρίου ετοίμαζαν την αναχώρησή τους.
Στις 13 Δεκεμβρίου όμως, νωρίς το πρωί, κατέφθασε στην κωμόπολη δύναμη του τακτικού γερμανικού στρατού. Οι
καμπάνες της κεντρικής Εκκλησίας ήχησαν και οι Γερμανοί αξιωματικοί
διέταξαν όλους τους κατοίκους να συγκεντρωθούν στο δημοτικό σχολείο της
κωμόπολης, έχοντας μαζί τους μία κουβέρτα και τρόφιμα μιας ημέρας.
Στα σκαλοπάτια του σχολείου έγινε
ο διαχωρισμός με τα γυναικόπαιδα να παραμένουν στο σχολείο, ενώ όλος ο
ανδρικός πληθυσμός ηλικίας άνω των 14 χρονών οδηγήθηκε σε φάλαγγες στην
κοντινή Ράχη του Καπή (στο «χωράφι του Καπή»). Το χωράφι αυτό
ήταν μια επικλινής τοποθεσία σε σχήμα αμφιθεάτρου από το οποίο κανείς
δεν μπορούσε να γλιτώσει, ενώ παράλληλα είχε πλήρη θέα της πυρπόλησης
και καταστροφής των περιουσιών και των σπιτιών του χωριού. Λίγες ώρες αργότερα, ριπές πολυβόλων έριχναν στο έδαφος τα σώματα των άτυχων Καλαβρυτινών.
Την ώρα που οι άντρες έπεφταν νεκροί, τα γυναικόπαιδα παγιδεύτηκαν στο
δημοτικό σχολείο, το οποίο είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Ο καπνός που
έπνιγε την ατμόσφαιρα τους έδωσε τη δύναμη να σπάσουν την πόρτα και να
ξεχυθούν στα αιματοκυλισμένα Καλάβρυτα...
Αν και πέρασαν 77 χρόνια, ποτέ δεν ξέχασαν.
Από τους υπεύθυνους αξιωματικούς που διέταξαν τη σφαγή, μόνο ο Φέλμυ καταδικάστηκε στην Νυρεμβέργη,
στην λεγόμενη δίκη των στρατηγών της ΝΑ Ευρώπης, και εξέτισε τρία
χρόνια στην φυλακή για μια πράξη που δεν διέταξε και δεν γνώριζε, είχε
όμως διατάξει γενικώς παρόμοια «μέτρα εξιλασμού». Ο Λε Σουίρ πέθανε
αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1955 και κηδεύτηκε στην γενέτειρά του στην
Βαυαρία με πλήρεις στρατιωτικές τιμές. Ο Εμπερσμπέργκερ πέθανε στο
Ανατολικό Μέτωπο. Ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972 σε ηλικία
67 ετών. Ο Νταίνερτ πέθανε στην Αυστρία το 1979 σε ηλικία 64 ετών.
Κανείς τους δεν λογοδότησε ενώπιον της Δικαιοσύνης...
Πηγή: tvxs.gr
Απο το Μουσείο του Καλαβυτινού Ολοκαυτώματος και τη Μηχανή του Χρόνου το παρακάτω φιλμ που μεταφέρει ανάγλυφα τα γεγονότα της εποχής...
Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιΐα 1940-1941,Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, 4η έκδοση Ο Άγγελος Τερζάκης από το 1940 και ως τη λήξη του πολέμου υπηρέτησε στο Αλβανικό Μέτωπο. Έγραψε το βιβλίο αυτό είκοσι χρόνια μετά και σε αυτό εξιστορεί προσωπικές εμπειρίες και συναισθηματικές αντιδράσεις.
" Το
βιβλίο αυτό εδώ προβάλλει αξιώσεις στην αυστηρότερη ιστορική αλήθεια όχι
όμως και στην ιστορική πληρότητα. Δεν είναι σύνθεση επιστημονική.
Γραμμένο εξάλλου από άνθρωπο που είχε την τύχη ν' αναπνεύσει τον τραγικό
αέρα του μετώπου, αποκρούει με περιφρόνηση κάθε βέβηλη φαντασία, κάθε
αδιάκριτη ανάμειξη του μυθιστορηματικού. Η εκστρατεία του 1940 - 41
είναι από μόνη της πολύ πλούσια σε περιεχόμενο για να χρειάζεται τη
συμπλήρωση της σκηνοθεσίας. Ωστόσο,
αυτή η εκστρατεία, που όλη τη λένε " το Έπος", έχει τούτο το παράδοξο:
πως είναι ένα έπος άγνωστο· Θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές,
στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο ψυχολογικό και ιστορικό απροσδόκητο,
δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα
γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων: Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα
του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου,
του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της
Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο
σημαντικά, κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο αρχείο προτού
μνημειωθεί. Όχι
πως δεν υπάρχουν ιστορίες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Υπάρχουν, και
αξιόλογες. Αλλά εκείνο που λείπει είναι ένα βιβλίο δίχως αξιώσεις,
προσιτό στον μέσο αναγνώστη, τον ανειδίκευτο στα στρατιωτικά, στα
διπλωματικά, και που να διαβάζεται άνετα. Δεν
ξέρω αν μπόρεσα να το δώσω. Πρέπει να πω ότι θέλησα να προλάβω προτού
αποχωρήσει από τη ζωή η γενιά των μαχητών και χαθεί έτσι ανεπανόρθωτα η
άχνα των ανθρώπων που έκαμαν την Ιστορία. Γιατί την Ιστορία την
συνθέτουν πάντοτε δύο στοιχεία, που ο χρόνος τ' αποχωρίζει: μια σειρά
γεγονότα κι ένα άρωμα εποχής. Το πρώτο, τα γεγονότα, μπορείς να τ'
αποκαταστήσεις κι ύστερα από αιώνες. Το δεύτερο όχι· χάνεται, πετάει
μαζί με τη στιγμή. Ακόμα κι εκείνοι που το ένιωσαν - όπως και όσο νιώθει
κανένας το παρόν - ακόμα κι αυτοί χάνουν την αίσθησή του όταν το πάρει ο
άνεμος του Χρόνου. Δεν
ισχυρίζομαι πως μπόρεσα να αιχμαλωτίσω ή ν' ανακαλέσω το άρωμα της
μεγάλης για την πατρίδα μας στιγμής που σημειώθηκε ξαφνικά στο φθινόπωρο
του 1940. Έκαμα μόνον ό,τι μπορούσα για να μάθουν τα παιδιά των
Ελλήνων, οι ερχόμενες γενιές, πως η ελευθερία είναι πάθος ιερό και πως
γι' άλλη μια φορά, καταμεσής στον εικοστό αιώνα, έδωσε τη μάχη της σ'
αυτό εδώ το χώμα, που μας έχει θρέψει." ( Άγγελος Τερζάκης)
...Ενώ
στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας δινόταν η μάχη του Καλπακιού και του
Καλαμά, η Πίνδος γινόταν σκηνή απέραντη και σκυθρωπή ενός άλλου
δράματος, με κρίσιμη σημασία. Σύμπλεγμα
πολυδαίδαλο, τραχύ, από στεγνό βράχο και δασωμένες ρεματιές, πριονωτές
ράχες, κυματερά κορφοβούνια και βαθύσκιωτα ρουμάνια, πλαγιές πηγμένες
στο έλατο, την οξυά, η Πίνδος έχει πρόσωπο λεβέντικο με πάνω του τη
σφραγίδα του μυθικού και του αιώνιου. Είναι
ένα συγκρότημα από βουνά, που ριζώνει κατάσαρκα στον ελληνικό κορμό και
κλαδώνεται από τα βορειοδυτικά στα νοτιοανατολικά, κάπου εκατόν πενήντα
χιλιόμετρα μάκρος. Χταπόδι τεράστιο, κουβάρι από μυώνες, πλοκάμια
καβαλικευτά, μπερδεμένα, πλάθει τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής χερσονήσου.
Για να κατέβεις βιαστής από τον βορρά, να χτυπήσεις τις πύλες της
χώρας, πρέπει τον κόμπο τούτο να τον λύσεις. Δύσκολο πολύ. Κοιτάς τα
καταράχια όπου κατρακυλάει το μαύρο έλατο, τις λαγκαδιές που βουίζουν
μυστικά μέσα στην άχνα της απεραντοσύνης, και το μάτι σου θολώνει. Τα
χωριά σωπαίνουν κουρνιασμένα στις βουνοπλαγιές, σαν όρνια. Ψηλά στα
ουρανοθέμελα πυργώνονται απανωτά, άσωστες οι βουνοκορφές. Στις χαρακιές
τους ασημίζει σαν κρεμασμένο τέλι η νεροσυρμή, γκρεμίζεται σε σκοτεινά
φαράγγια. Σαν έρθει το πρώτο χιόνι, όλος αυτός ο γιγάντιος κόσμος
παραχώνεται, γίνεται απέραντος άσπρος τάφος, όλο μυστήριο και σιωπή.
Τότε, μήτε η αρκούδα, το αγριογούρουνο ή ο λύκος δεν ξεθαρρεύονται
μακριά από τις μονιές τους. Μονάχα ο άνεμος θερίζει δρασκελώντας τα
διάσελα, κυρίαρχος σαν Χάρος. Για να
παραβιάσουν την Πίνδο οι Ιταλοί, κι ας μην περίμεναν αποφασισμένη
ελληνική αντίσταση, είχαν διαλέξει μια μονάδα τους από τις πιο
επίλεκτες: τη Μεραρχία Τζούλια των Αλπίνων. Ήταν ενισχυμένη με ιππικό,
Βερσαλλιέρους, σχηματισμούς μελανοχιτώνων κι Αλβανών. Με διοικητή της
τον στρατηγό Μάριο Τζιρότι, η Τζούλια, επιστρατευμένη από καιρό, είχε
μεταφερθεί στην Αλβανία τον Απρίλη του 1939.Είχε ασκηθεί στον ορεινό
πόλεμος, ήταν απόλυτα κατατοπισμένη στη διαμόρφωση και στις συνθήκες του
Μετώπου της Πίνδου, ανάλογα συγκροτημένη, λαμπρά εφοδιασμένη. Η
εισβολή της θα γινόταν με πέντε φάλαγγες, πέντε βέλη καλά ζυγιασμένα,
έτσι που να χτυπήσουν κατάκαρδα την Ελλάδα: Τη Φάλαγγα Τολμέτσο στο
αριστερό της μεραρχίας, στη σειρά ύστερα την Τζεμόνα, την Τσιβιντάλε, τη
Βιτσέντσα και τέλος της Ακουίλα στο δεξί.. Ένα άλλο τμήμα της Τζούλια,
μοιρασμένο σε τέσσερις ακόμα μικρές φάλαγγες, θα τόξευε στη βόρεια άκρη
του τον ελληνικό υποτομέα, ανάμεσα στα υψώματα Κιάφα και Καταφύκι. Αποστολή
της Τζούλια ήτανε να εισχωρήσει ταχύτατα στα ορεινά περάσματα της
Πίνδου, να κατέβει στο Μέτσοβο, να τσακίσει στα δύο τη ραχοκοκαλιά του
Ελληνικού Μετώπου και ν' αποκόψει τις δυνάμεις της Ηπείρου από της
Δυτικής Μακεδονίας. Απέναντι
στον επίφοβο αυτόν εχθρό, η ελληνική άμυνα είχε ν' αντιτάξει ένα
σχηματισμό ισχνό: το Απόσπασμα Πίνδου. Διοικητής του ο συνταγματάρχης
Κωνσταντίνος Δαβάκης. Δύο χιλιάδες άντρες από εδώ, δεκαπέντε χιλιάδες
από εκεί. Το Απόσπασμα Πίνδου είχε να καλύψει ένα μέτωπο από τριάντα
πέντε χιλιόμετρα φάρδος σ' ευθεία γραμμή. Η άγρια ορεινή διαμόρφωση του
εδάφους, αν ευνοούσε την ελληνική άμυνα, πολλαπλασίαζε όμως και το
μάκρος του μετώπου που είχε να καλύψει. Η
αμυντική οργάνωση της περιοχής ήταν εντελώς πρόχειρη, καμωμένη βιαστικά
μέσα στους τελευταίους μήνες, από τότε που ανέλαβε τη διοίκησή του ο
Δαβάκης. Χωρίς πιστώσεις αρκετές στη διάθεσή του, αναγκάστηκε - καθώς
στο μέτωπο της VIII ο Μαυρογιάννης - να ζητήσει την εθελοντική εργασία
των χωρικών, για να γίνουν κάποια στοιχειώδη οχυρωματικά έργα. Αλλά κι ο
οπλισμός, ο ιματισμός, τα πυρομαχικά του αποσπάσματος ήταν ελάχιστα.
Διέθετε δύο εν όλω όλμους· τηλεφωνική γραμμή που να συνδέει τα τμήματα
μεταξύ τους δεν υπήρχε άλλη από τη μία και μόνη πολιτική γραμμή από
Εφταχώρι σε Κόνιτσα, με τις δευτερεύουσες μικροδιακλαδώσεις της· οι
περισσότεροι αξιωματικοί ήταν έφεδροι δίχως πείρα. Στο κατώφλι του
χειμώνα, που εκεί απάνω είναι από την πρώτη στιγμή απάνθρωπος, με τέτοια
δυσαναλογία σ' αριθμό, μέσα, με το βάρος της τεράστιας ευθύνης απέναντι
στο σύνολο του μετώπου και στη χώρα, την ανεπιστράτευτη ακόμα, που
περίμενε πίσω ακάλυπτη, ο αγώνας που είχε ν' αντιμετωπίσει το Απόσπασμα
Πίνδου έπαιρνε τη μορφή αποστολής απελπισμένης. Η 28η
Οκτωβρίου ανέτειλε εκεί απάνω με καιρό κρύο, βροχερό. Στα δύο
συντάγματα, 8ο και 9ο, που αποτελούσαν τη Μεραρχία Τζούλια, είχε δοθεί
από τον στρατηγό Τζιρότι διαταγή που έλεγε: " Η
πρόθεσις μου είναι να επιτευχθή η προχώρησις μέχρι των θέσεων εις α
ευρίσκονται οι εχθρικοί καταυλισμοί, χωρίς να δυνηθώσι τα εχθρικά
στοιχεία, τα εγκατεστημένα δια την φρούρησιν των συνόρων, να σημάνωσι
συναγερμόν. Όθεν επιβάλλεται όπως η πρώτη ενέργεια δια την δημιουργίαν
των ρηγμάτων μελετηθή εκ των προτέρων και οργανωθή μέχρι των ελαχίστων
λεπτομερειών. Ιδιαιτέρως
επιβάλλει να καθορισθώσι: Στοιχεία εντεταλμένα την εξουδετέρωσιν των
σκοπών. Στοιχεία εντεταλμένα την αποκοπήν των τηλεφωνικών
γραμμών.Στοιχεία εντεταλμένα την κατάληψιν των ελληνικών φυλακίων και
την σύλληψιν των φρουρών των. Τα διάφορα στοιχεία δέον να εκλεγώσι
μεταξύ των ικανωτέρων ανδρών δι' εκάστην αποστολήν. Εν συνόψει, η δράσις
εις εκάστην των διεξόδων δέον να διεξαχθή δι' ολίγων δυνάμεων και μετά
της μεγίστης ταχύτητος. Ουσιώδης συντελεστής ο αιφνιδιασμός". Η
εισβολή είχε αρχίσει, όπως και στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας, προτού
φέξει, πριν τελειώσει δηλαδή η διορία που όριζε το τελεσίγραφο. Αν, κατά
μέσον όρο, οι ιταλικές φάλαγγες είχαν παραβιάσει τη μεθόριο στις πέντε η
ώρα, σε κάποια φυλάκια της Πίνδου οι αιφνιδιασμοί εκδηλώθηκαν πολύ
πριν.Το φυλάκιο 22 λόγου χάρη, πάνω από το Ασημοχώρι, χτυπήθηκε γύρω στη
μία μετά τα μεσάνυχτα. Οι ακρίτες αυτοί της ελληνικής γης, δεν είχαν
προλάβει ακόμα να μάθουν πως αρχίζει πόλεμος, να καταλάβουν τι
συμβαίνει. Σημειώνεται εδώ μια αντίφαση που και μόνη της χαρακτηρίζει το
ήθος του αντιπάλου. Ενώ η ηγεσία του είχε διακηρύξει πως δεν περίμενε
σοβαρή αντίσταση, ενώ μ' αυτήν ακριβώς την πεποίθηση είχε κατηχήσει τα
στρατεύματά της, στην πράξη ακολουθούσε μια τακτική, που απέναντι σ'
αντίπαλο ανύποπτο δείχνει ψυχολογία δολοφονική. Άνοιξαν
καταπάνω στα φυλάκια φωτιά με πολυβόλα και χειροβομβίδες. Οι φρουρές,
ξαφνιασμένες, αμυνόμενες όπως όπως, άρχισαν να συμπτύσσονται προς τη
γραμμή αντιστάσεως. Για να κλονίσουν το ηθικό των λιγοστών αυτών
ανθρώπων, οι Ιταλοί τους φώναζαν ελληνικά πως τάχα στην Αθήνα έγινε
επανάσταση, πως ο Μεταξάς έπεσε, πως η νέα κυβέρνηση συμμάχησε με τον
άξονα και να παραδοθούν. Τα καλώδια των τηλεφώνων είχαν φροντίσει να τα
κόψουν αποβραδίς κι έτσι οι επικεφαλής των ελληνικών τμημάτων δεν
μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τη διοίκησή τους. Ωστόσο, σε πολλά
σημεία, η αντίσταση κατόρθωσε ν' αναχαιτίζει τον εχθρό. Το φυλάκιο 25,
στα δεξιά του Γράμμου, αμύνεται ως το μεσημέρι και ύστερα αποσύρεται να
πάρει θέση στην κύρια γραμμή αντιστάσεως. Στ' αριστερά του κεντρικού
υποτομέως, το εκεί ελληνικό τμήμα αγωνίζεται στα υψώματα Καρδάρι και
Στενό, ώσπου δίχως πυρομαχικά πια μπροστά στον κίνδυνο να κυκλωθεί,
αναγκάζεται να συμπτυχθεί στην Πυρσόγιαννη. Στο κέντρο, όπου εκδηλώνεται
η κύρια προσπάθεια των Ιταλών, τα ελληνικά τμήματα συμπτύσσονται προς
τη Βούρμπιανη, ενώ άλλα υποχωρούν ανατολικότερα, ως το χωριό Θεοτόκος.
Στα υψώματα Σταυρός και Κιάφα, ισχυρές ιταλικές δυνάμεις με πυροβολικό
και όλμους πιέζουν τον εκεί ελληνικό λόχο, που αγωνίζεται ως τις δύο
μετά το μεσημέρι, ύστερα υποχωρεί στην Αετομηλίτσα κι από εκεί στο ύψωμα
Πέτρα Μούκα. Εδώ, η κάμψη ήταν επικίνδυνη. Στην Κιάφα όμως η εκεί
διμοιρία δεν λυγίζει, μάχεται ως τη νύχτα, και τότε ανεβαίνει να πιάσει
την κορυφή του υψώματος, 2.398 μέτρα. Στον αριστερό υποτομές, όπου οι
Ιταλοί εκδηλώθηκαν μόλις στις πέντε τ' απόγευμα, οι δύο ελληνικοί λόχοι
της Καστάνιανης και της Μόλιστας κρατάνε τις θέσεις τους ως τη νύχτα. Στον
κεντρικό υποτομέα, ωστόσο, η κατάσταση έπαιρνε μορφή πολύ σοβαρή. Η
κατάληψη από τους Ιταλούς του Σταυρού τους άνοιγε τον δρόμο προς την
Αετομηλίτσα και τη Λυκόρραχη, ενώ απειλούσε με αποκοπή, στ' αριστερά,
τους λόχους της Βούρμπιανης και της Πυρσόγιαννης. Ο Δαβάκης αναγκάστηκε
να διατάξει σύμπτυξη σε νέα γραμμή. Ο καιρός ήταν άσχημος πολύ. έπεφτε
βροχή βαριά· στην κατασκότεινη μέσα νύχτα οι άντρες των ελληνικών
τμημάτων, που είχανε πολεμήσει ολημερίς νηστικοί, βάδιζαν τώρα
μουσκεμένοι, ξεθεωμένοι. Στο ποτάμι, τον Σαραντάπορο, το παγωμένο νερό
τούς ανέβαινε ως τη μέση. Τα βαρυφορτωμένα με πολυβόλα και πυρομαχικά
μουλάρια έχαναν πόδι στις κακοτοπιές, στο σκοτάδι, γλίστραγαν και
γκρεμίζονταν κάτω σε βαθιές χαράδρες. Ο Δαβάκης, για να τονώσει το ηθικό
των βασανισμένων τμημάτων του, σκέφτηκε να στείλει στους διοικητές
τους, νύχτα στις εννιά η ώρα, μια διαταγή που έλεγε πως έρχονται τέσσερα
τάγματα αύριο να τους ενισχύσουν κι αυτός θα κάνει αντεπίθεση με τις
εφεδρείες. Ούτε τάγματα βρίσκονταν πουθενά ούτε εφεδρείες. Απεναντίας,
τα μέσα διαβιβάσεων δεν λειτουργούσαν καλά, πληροφορίες σωστές για τα
τμήματα που πολεμούσαν ο Δαβάκης δεν μπορούσε να έχει, με το τμήμα της
Αετομηλίτσας κάθε επικοινωνία είχε κιόλας κοπεί, τα πυρομαχικά είχαν
τελειώσει. Αναγκάστηκε ο Δαβάκης να μαζέψει όσα βρίσκονταν στους
ημιονηγούς, στους μαγείρους και στους γραφείς και τα έστειλε στους
λόχους της Πυρσόγιαννης και της Αετομηλίτσας. Ζήτησε κι από τους
χωριάτες της Πίνδου να φέρουν τα ζώα τους, για να κουβαλάνε τρόφιμα και
πολεμοφόδια στον στρατό. Τα
έφεραν. Ύστερα έπιασαν μόνοι τους, γέροι, γριές, κορίτσια, γυναίκες,
παιδιά, να ζαλώνονται τα πολεμοφόδια, όπως σε λίγο θα ζαλωθούν και τους
τραυματίες, να σκαρφαλώνουν άκρη άκρη σε γκρεμούς, κάτω από τη βροχή,
μέσα στο σκοτάδι.Έτσι θα χαραχτούν στη μνήμη του έθνους, στο θρύλο, θα
γίνουν όραμα συμβολικό, λιτανεία που πάει να καταθέσει το βαρύ τάξιμο
στο θυσιαστήριο της λευτεριάς....(απόσπασμα).
Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιΐα 1940-1941,Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, 4η έκδοση
10 Ιουνίου 1944, η ημέρα που ξεκληρίστηκε το Δίστομο
Το ολοκαύτωμα του Διστόμου υπήρξε «μία από τις χειρότερες ωμότητες ολόκληρου του πολέμου», σημειώνει ο ιστορικός Mark Mazower, ενώ ο George Werhly κάνει λόγο για "σκηνές φρίκης και σαδισμού". Πέντε πράγματα για την φρικτή ημέρα της 10ης Ιουνίου του 1944.
Ήταν Σάββατο πρωί, στις 10 Ιουνίου του 1944, όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην κωμόπολη του Διστόμου, του νομού Βοιωτίας. Αυτή η μέρα έμελλε να μείνει στην ιστορία ως μία από τις πιο ειδεχθείς σφαγές αμάχων από τις Γερμανικές δυνάμεις.
"Μια ειδυλλιακή πατρίδα ήταν αυτός ο τόπος και για τους 1.800 ανθρώπους που τον Ιούνιο του 1944 ζούσαν μέσα και γύρω από το χωριό. Όμως, στις 10 Ιουνίου όλα άλλαξαν με κτηνώδη τρόπο.
Στρατιώτες των SS μπήκαν στο χωριό και δολοφόνησαν άνδρες, γυναίκες, ακόμη και πολλά παιδιά. Ήταν μια βάρβαρη, αιμοσταγής πράξη, ανεξήγητη ακόμη και μέχρι σήμερα", αναφέρουν σε ρεπορτάζ της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD δύο Γερμανοί δημοσιογράφοι που επισκέφτηκαν το χωριό και μίλησαν με τους απόγονους των εκτελεσμένων αλλά και με όσους γλίτωσαν τη θηριωδία.
Στο ρεπορτάζ τους οι δημοσιογράφοι μεταφέρουν μνήμες της Ελένης Σφουντούρη, που επέζησε ως 12χρονο κορίτσι, μόνο και μόνο επειδή οι στρατιώτες δεν την πήραν είδηση.
«Έβγαλαν όλους έξω από το σπίτι, με αυτόματα τους σκότωσαν, το μυαλό της μητέρας μου πιτσίλισε τον δρόμο, τη βρήκε η γιαγιά μου» θυμάται με έντονη συναισθηματική φόρτιση.
"Οι Γερμανοί στρατιώτες σφαγίασαν ακόμη και βρέφη, έκοψαν στήθη γυναικών."
Με αφορμή την επέτειο των 75 χρόνων από την κτηνώδη σφαγή στο Δίστομο, ας δούμε πέντε πράγματα που πρέπει να γνωρίζουμε για τη σκοτεινή εκείνη μέρα.
1. Σφάγιαζαν με τόση μανία που δεν ξεχώριζαν γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους
Το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944, ξεκίνησε από τη Λιβαδειά προς την Αράχοβα μία φάλαγγα Γερμανών, στα πλαίσια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων που έκαναν σε όλη τη Στερεά Ελλάδα. Λεηλατώντας το Δίστομο, κατευθύνθηκαν προς το χωριό Στείρα, όπου υπολόγιζαν ότι κατά την άφιξή τους θα αιφνιδίαζαν τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Ωστόσο, ο αιφνιδιασμός ήταν των Γερμανών, αφού δέχτηκαν επίθεση από λόχο ανταρτών, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν, με σημαντικές απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες.
Θεωρώντας λοιπόν ότι για αυτή την επίθεση ευθύνονταν οι κάτοικοι του Διστόμου που ειδοποίησαν τον ΕΛΑΣ, επέστρεψαν στο Δίστομο και επιδόθηκαν σε μία πρωτοφανή θηριωδία. Άρχισαν τη σφαγή όσων κατοίκων έβρισκαν στο χωριό, με τόση μανία που δεν ξεχώριζαν ούτε τα γυναικόπαιδα, ούτε τους ηλικιωμένους. Βίαζαν τις γυναίκες πριν τις σκοτώσουν, έκαιγαν τα σπίτια του χωριού,αποκεφάλισαν τον ιερέα.
2. Νεκροί του Διστόμου
Κρανία θυμάτων της σφαγής στο Δίστομο
Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν στα επίσημα έγγραφα συνολικά τους 228, εκ των οποίων 117 γυναίκες, 111 άντρες και ανάμεσά τους ήταν και 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων.
Η μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Ελβετού George Wehrly, που έφτασε στο Δίστομο λίγες μέρες μετά τη σφαγή, κάνει λόγο για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή, ενώ ανέφερε ότι νεκροί βρίσκονταν παντού, ακόμα και κρεμασμένοι πάνω σε δέντρα.
3. Η φωτογραφία - σύμβολο της απώλειας
Τον Οκτώβρη του '44, τέσσερις μήνες μετά την κτηνωδία, ο Ουκρανός φωτογράφος Ντμίτρι Κέσερ βρέθηκε στο Δίστομο και απαθανάτισε τους εναπομείναντες κατοίκους που προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους.
Εκεί, μεταξύ άλλων, φωτογράφισε τη μαυροφορεμένη Μαρία Παντσίκα. Η φωτογραφία ξεχώρισε αφού η έκφραση στο πρόσωπο της Μαρίας αποτύπωνε τρομερά τον πόνο της απώλειας, του πόνου και της φρίκης. Δημοσιεύτηκε δίπλα σε άρθρο Γερμανικής εφημερίδας με τίτλο "Τί έκαναν οι Γερμανοί στην Ελλάδα" και λεζάντα που έγραφε "Η Μαρία Παντίσκα ακόμη θρηνεί 4 μήνες μετά τη δολοφονία της μητέρας της από τους Γερμανούς στη σφαγή στο ελληνικό χωριό Δίστομο”.
4. Ο Γερμανός επικεφαλής της σφαγής, Hans Zampel
Ο Hans Zampel, ο επικεφαλής της σφαγής, μετά το τέλος του πολέμου συνελήφθη στο Παρίσι και εκδόθηκε από τις Γαλλικές αρχές στην Ελλάδα για το έγκλημα του Διστόμου. Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων.
Στην πορεία ζητήθηκε η μεταφορά του στην Γερμανία για τις εκεί έρευνες όπου και παρέμεινε. Σύμφωνα με πληροφορίες δεν αντιμετώπισε ποτέ τις συνέπειες των πράξεών του.
Γκράφιτι με θέμα την σφαγή στο Δίστομο, σε τοίχο στην Αθήνα
5. Θανάσης Παπούλιας, νόμιζε ότι σκότωσε τον Zampel
9 χρόνια μετά την ανείπωτη σφαγή, ο Θανάσης Παπούλιας που από το '34 είχε ενταχθεί στο διωκόμενο Κ.Κ.Ε., πήρε την απόφαση να πάρει εκδίκηση εκτελώντας εν ψυχρώ τον Zampel, πριν την έκδοσή του στη Γερμανία.
«Φεύγουν όλοι. Από το κελί μου βλέπω τον Τσάμπελ που περπατούσε με ένα πακέτο χαρτιά και ένα κουτί γλυκά. Μόνος του. Τρέχω στο μπάνιο. Παίρνω το σίδερο και του βγαίνω μπροστά. Τον αρπάζω από τον ώμο, του δίνω μια σπρωξιά και την ώρα που έπεφτε σηκώνω το σίδερο και με όση δύναμη έχω του το κατεβάζω στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Πέφτει στο χώμα με ανοιγμένο στα δύο το κεφάλι του», περιγράφει ο Παπούλιας σε συνέντευξή του.
Όταν τον ρώτησαν γιατί τον χτύπησε είπε απλά "για το Δίστομο".
Από τότε – όπως ανέφερε – άρχισε το μαρτύριό του.Τον οδήγησαν στην απομόνωση ως ψυχοπαθή και έκανε απεργία πείνας για 10 ημέρες.
Μέχρι το '76 νόμιζε πως είχε σκοτώσει τον Zampel.
76 χρόνια μετά.. Κανείς δεν ξεχνά το μαρτυρικό χωριό, το τοπίο φρίκης και πόνου, ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα του φασισμού. 76 χρόνια μετά και εξακολουθούμε να ανακαλούμε τις θηριωδίες του ναζισμού.
«Έφυγε» από τη ζωή σήμερα Δευτέρα σε ηλικία 98 ετών, ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και της Αριστεράς Μανώλης Γλέζος. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση άφησε την τελευταία του πνοή στις 13.15 λόγω καρδιακής ανεπάρκειας.
Σε στενό οικογενειακό κύκλο λόγω των απαγορεύσεων για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορονοϊού, θα πραγματοποιηθεί η κηδεία του Μανώλη Γλέζου, όπως ανακοίνωσε η οικογενειά του μέσω ανακοίνωσης. Ταυτόχρονα, στην ανακοίνωση η οικογένεια Γλέζου παρακαλεί αντί στεφάνου να γίνει δωρεά στη Βιβλιοθήκη Νίκου Ν. Γλέζου στ’ Απεράθου.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της οικογένειας Μανώλη Γλέζου
«Ο αγαπημένος μας σύζυγος, πατέρας και παππούς, o αγωνιστής Μανώλης Γλέζος έφυγε σήμερα Δευτέρα 30 Μάρτη από την ζωή. Η οικογένειά του ευχαριστεί θερμά τη Διοίκηση, το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του Νοσοκομείου ΝΙΜΤΣ, στο οποίο είχε νοσηλευτεί πολλές φορές στο παρελθόν, καθώς και τη Διοίκηση, το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του Νοσοκομείου ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, για τις άοκνες προσπάθειές τους, τις τελευταίες μέρες της ζωής του.
Η κηδεία του Μανώλη Γλέζου, λόγω των περιορισμών που ισχύουν, θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο. Γνωρίζουμε ότι οι σκέψεις των ανθρώπων που τον γνώρισαν στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, των φίλων του, των συναγωνιστών του, των συγγενών του και των συγχωριανών του, τον συντροφεύουν. Η οικογένεια παρακαλεί αντί στεφάνου να γίνει δωρεά στη Βιβλιοθήκη Νίκου Ν. Γλέζου στ’ Απεράθου (Τράπεζα Εurobank, Αρ. Λογαριασμού: 0026-0244-12-0201196948 IBAN GR6202602440000120201196948)». Λίγα λόγια για τον Μανώλη Γλέζο
Ο Μανώλης Γλέζος γεννήθηκε στην Απείρανθο της Νάξου στις 9 Σεπτεμβρίου του 1922. Ο πατέρας του Νικόλαος Γλέζος (1892-1924) ήταν δημόσιος υπάλληλος και δημοσιογράφος, ενώ η μητέρα του Ανδρομάχη Ναυπλιώτου (1894-1967) καταγόταν από την Πάρο. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο.
Το 1935 ήλθε στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, δουλεύοντας παράλληλα ως φαρμακοϋπάλληλος. Το 1940 πέτυχε στην ΑΣΟΕΕ. Ήταν ακόμη στα μαθητικά θρανία όταν οργάνωσε την πρώτη του αντιφασιστική ομάδα το 1939 για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς και την αποτίναξη της δικτατορίας του Μεταξά. Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος του 1940 ζήτησε να καταταγεί εθελοντής, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν του επετράπη.
Στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής ανέπτυξε έντονη απελευθερωτική δράση μέσα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ, του ΕΑΜ Νέων και της ΕΠΟΝ. Το Μάη του 41 κατέβασε μαζί με τον Απόστολο Σάντα τη χιτλερική σημαία από την Ακρόπολη - προκαλώντας τον παγκόσμιο θαυμασμό- και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Δέκα μήνες αργότερα, συνελήφθη μαζί με τον Σάντα από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε ένα μήνα στις φυλακές Αβέρωφ, όπου βασανίστηκε απάνθρωπα, με αποτέλεσμα να προσβληθεί από φυματίωση πολύ βαριάς μορφής. Το 43 συνελήφθη από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και παρέμεινε φυλακισμένος τρεις μήνες. Στις 1944 συνελήφθη από συνεργάτες των αρχών κατοχής και παρέμεινε στις φυλακές επτάμισι μήνες, απ' όπου δραπέτευσε το Σεπτέμβρη.
Μετά την απελευθέρωση έπιασε δουλειά στο “Ριζοσπάστη” και από τον Αύγουστο του 1947 έως το κλείσιμο της εφημερίδας ανέλαβε αρχισυντάκτης, εκδότης και διευθυντής. Το 1948 συνελήφθη και παραπέμφθηκε συνολικά σε 28 δίκες για αδικήματα Τύπου. Καταδικάστηκε σε διάφορες ποινές, από τις οποίες μία φορά σε θάνατο, τον Οκτώβριο του 1948. Άλλη μία φορά καταδικάστηκε σε θάνατο, το 1949 για παράβαση του Γ' Ψηφίσματος. Οι θανατικές καταδίκες δεν πραγματοποιήθηκαν, ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης. Το 1950 οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια και τελικά αποφυλακίστηκε τον Ιούλιο 1954.
Πρώτη φορά βουλευτής Αθηνών εξελέγη το 1951 με την ΕΔΑ, αν και φυλακισμένος. Μετά την αποφυλάκισή του εκλέχτηκε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ και ανέλαβε οργανωτικός γραμματέας της. Τον Δεκέμβριο του 1956 ανέλαβε τη διεύθυνση της “Αυγής”. Αυγή». Το 1958 συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπίας και καταδικάστηκε. Αποφυλακίστηκε το 1962, ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις της ελληνικής και της διεθνούς κοινή γνώμης. Στις εκλογές του 1961 εξελέγη και πάλι βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ, παρά το γεγονός ότι και πάλι βρισκόταν στη φυλακή.
Αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 συνελήφθη μαζί με άλλους πολιτικούς ηγέτες και κρατήθηκε στου Γουδή, στο Πικέρμι, στη Γενική Ασφάλεια, στη Γυάρο, στο Παρθένι Λέρου και τέλος στον Ωρωπό, απ' όπου αποφυλακίστηκε το 1971. Συνολικά, ο Μανωλης Γλέζος καταδικάστηκε 28 φορές για την πολιτική του δραστηριότητα, από τις οποίες τρεις φορές σε θάνατο και παρέμεινε στις φυλακές 11 χρόνια και 5 μήνες και άλλα 4 χρόνια και έξι μήνες. Παρέμεινε, δηλαδή, κρατούμενος (φυλακή και εξορία) 16 χρόνια σε όλη τη ζωή του. Το 1968 καταδίκασε την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, αποκόπτοντας έτσι τους δεσμούς του με το ΚΚΕ.
Μετά τη Μεταπολίτευση εργάστηκε για την ανασυγκρότηση της ΕΔΑ, της οποίας διετέλεσε γραμματέας ως το 1985 και πρόεδρος από το 1985 έως το 1989. Παράλληλα, συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Το 1981 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών, το 1984 ευρωβουλευτής και το 1985 βουλευτής Β' Πειραιά.
Στις δημοτικές εκλογές του 1986 εξελέγη κοινοτάρχης Απειράνθου, του χωριού όπου γεννήθηκε, και εισήγαγε τον θεσμό της Άμεσης Δημοκρατίας στη λήψη και την εκτέλεση των αποφάσεων. Στις νομαρχιακές εκλογές του 2002 κατήλθε επικεφαλής του συνδυασμού «Ενεργοί Πολίτες» για τη διευρυμένη Νομαρχία Αθηνών-Πειραιώς, που υποστηρίχθηκε από τον Συνασπισμό και εξελέγη νομαρχιακός σύμβουλος, ενώ ο συνδυασμός του συγκέντρωσε το 11% των ψήφων. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Πάρου, επικεφαλής του συνδυασμού «Κίνηση Ενεργών Πολιτών Πάρου».
Επέστρεψε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 2012, όταν στις διπλές εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου εκλέχτηκε βουλευτής Επικρατείας με τον ΣΥΡΙΖΑ. Στις 25 Μαΐου του 2014 εξελέγη ευρωβουλευτής με το ΣΥΡΙΖΑ - με βασική αποστολή να κάνει γνωστό στην Ευρώπη το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων στην Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ τον πλήγωσε όταν το 2015 αναγκάστηκε να υπογράψει το τρίτο Μνημόνιο- κι έκτοτε του ασκούσε κριτική, ενίοτε σκληρή. Ωστόσο, όπως είχε πει ο Νίκος Βούτσης, για τον Μανώλη Γλέζο, «ως πολιτικός της Αριστεράς είναι ένας πολιτικός που εκπέμπει την ανάγκη για ηγεμονία, για σύνθεση, για ενότητα, για συνύπαρξη, όχι για διχασμό».
Στην ομιλία του εκείνο το καλοκαίρι του 2017 ο ήδη 95χρονος Μανώλης Γλέζος έλεγε στους συντρόφους του: «θα σας κυνηγάει η ύπαρξή μου, για να κάνετε αυτό που πρέπει να κάνετε! Μη νομίζετε ότι θα γλιτώσετε από μένα ποτέ».
Ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. ... Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943, πριν 76 χρόνια από σήμερα, δυνάμεις της «Βέρμαχτ»
σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε
αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.
Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες
των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση
από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να
ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά
την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής
(20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί
στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.
Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση
Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την
περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την
εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης
Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον
υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).
Ο γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί
την εκτέλεση των 78 γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους
άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον
του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών
κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους
έλληνες αμάχους.
Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές
δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από
την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν
χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους
πολίτες και μοναχούς.
Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό
κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι
στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα
ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα
Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην
πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των
γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.
Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον
πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των
13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ
τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε
τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον
άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι
Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο
13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα
πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το
σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο
ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού
αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.
Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των
Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη
στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η
φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε
την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού
καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της
«Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν
και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και
απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.
Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν
λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των
Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο
Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο
κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι
(1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο
της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα,
αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος. Στις 18 Απριλίου του 2000, ο
τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες
Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη
του για την τραγωδία. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του
γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.
Ο
πόλεμος της Αλβανίας ήταν ο πρώτος σταθμός της θύελλας και το πρώτο
εργαστήριο της μετάλλαξης του έθνους και της κοινωνίας. Ήταν ένας
πόλεμος του εικοστού αιώνα, από εκείνους που καμιά πτυχή της κοινωνίας
δεν αφήνουν αλώβητη. Γενική επιστράτευση ανθρώπων, οικονομίας, θεσμών
και μηχανισμών. Και διάχυτη έντονη συλλογική εμπειρία. Ένα σχολείο
καινοτομιών που από μόνο του ανέτρεπε τις προπολεμικές παγιωμένες
καταστάσεις και συνήθειες. Μια ανατρεπτική διαδικασία. Και από αυτή την
εμπειρία ξεκινά ουσιαστικά η ιστορία μας. Οι
αλλαγές που ο πόλεμος προκάλεσε άρχιζαν από την κορυφή. Η τότε πολιτική
και στρατιωτική ηγεσία βρέθηκε στη θέση του συντονιστή μιας γιγαντιαίας
προσπάθειας που αφορούσε το σύνολο των πόρων και των δυνάμεων του
έθνους. Οι βιομηχανικές μονάδες της χώρας, από τα υφάσματα ως τα
μηχανουργεία και από τις μονάδες τροφίμων ως τα είδη εμαγιέ,
στρατεύθηκαν για την παραγωγή των ειδών που ο πόλεμος απαιτούσε. Ακόμα
και το πιο απλό είδος, τα πέταλα των αλόγων για παράδειγμα, ήταν κρίσιμο
στους καιρούς εκείνους και η επάρκειά του, η παραγωγή του απαιτούσε μια
κεντρική πρόβλεψη έναν ακριβή σχεδιασμό, μια προσεκτική κατανομή των
πρώτων υλών και των καθηκόντων. Η ιδέα του συγκεντρωτικού κράτους και
της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας είχε τονιστεί ιδιαίτερα στην
περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, που ήθελε τον εαυτό του πιστό
αντίγραφο των κορπορατιστικών - φασιστικών καθεστώτων. Ο πόλεμος
υλοποίησε αυτές τις προσδοκίες με τρόπο φυσικά απρόσμενο και ξένο προς
τις καθεστωτικές προθέσεις. Εκείνο όμως που η κοινωνία διδάχθηκε μέσα
στις συγκυρίες αυτές ήταν ο συντονισμός και η πειθαρχία σε σχέδια και
αποφάσεις που οδηγούσαν από κάπου ψηλά την ενιαία, συλλογική προσπάθεια. Αυτός ο
συντονισμός ξεπερνούσε συχνά τις δυνατότητες και του πιο συγκεντρωτικού
κρατικού μηχανισμού. Στην ύπαιθρο, για παράδειγμα, όπου η επίταξη
περισσότερων από 200.000 κτηνών και η επιστράτευση των ανδρών έκανε
προβληματική τη συνέχιση των αγροτικών παραγωγικών δραστηριοτήτων.
Πολλές κοινότητες χρειάστηκε να ανακαλύψουν νέους τρόπους συνεργασίας
ανάμεσα στα εναπομείναντα μέλη τους, νέους τρόπους αλληλοϋποστήριξης και
καταμερισμού των εργασιών.Η ομαδική εργασία έγινε συχνά κανόνας και η
επικοινωνία των ανθρώπων πήρε διαστάσεις που δύσκολα θα μπορούσε κανείς
να φανταστεί λίγους μήνες πριν. Και επιπλέον πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός
των δραστήριων μελών της κοινωνίας και διασπάρθηκαν οι αρμοδιότητες και
οι επιδεξιότητες. Οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι γυναίκες μοιράστηκαν
τις εργασίες που οι επιστρατευμένοι άνδρες άφησαν πίσω τους. Η εμπειρία
αυτή μετέβαλε τους αγροτικούς μικρόκοσμους. Εισήγαγε μεγαλύτερα ποσοστά
του πληθυσμού στην παραγωγική διαδικασία αλλά και στη διαδικασία λήψης
αποφάσεων. Μπορούμε να μιλήσουμε για ενοποίηση των τοπικών αυτών
κοινωνιών αλλά και για εκδημοκρατισμό τους. Για διεύρυνση δηλαδή του
κάτω τμήματος της τοπικής ιεραρχίας και τη συμμετοχή περιθωριακών ως
τότε ομάδων στα κοινά. Στις
πόλεις ακόμα, μέσα από την πρωτόγνωρη αυστηρή πειθάρχηση σε κανόνες
πολέμου κοινούς σε όλους τους ανθρώπους, η αίσθηση συμμετοχής σε μια
κοινή περιπέτεια, σε κοινούς κινδύνους, σ' έναν αναγκαίο συντονισμό
έμαθε τους ανθρώπους να λειτουργούν σαν ομάδες, πέρα από οποιονδήποτε
κρατικό καταναγκασμό. Η ώρα της συσκότισης ήταν απ' όλους σεβαστή,
ειδικά όταν στον ουρανό ακουγόταν το απειλητικό βουητό των αεροπλάνων. Ο
ήχος της σειρήνας ή της καμπάνας έφερνε μαζί του μηνύματα προφανή, που
αφορούσαν το σύνολο των ανθρώπων. Η οργάνωση των ατομικών κινήσεων και
επιλογών με άξονα γενικότερα ΄δεδομένα έγινε ισχυρή κοινή αντίληψη. Η
διάρθρωση του στρατού συγκροτούσε έναν επιπλέον χώρο ανάδειξης του
συλλογικού. Η επιστράτευση γινόταν σε τοπική, γεωγραφική βάση και οι
μονάδες που έφθαναν στο μέτωπο ήταν συγκροτημένες συνήθως από ανθρώπους
που κατάγονταν από την ίδια περιοχή. Σε πολλές περιπτώσεις, στα
συντάγματα ή στα τάγματα, γνωρίζονταν οι φαντάροι αναμεταξύ τους από τον
καιρό της ειρήνης κιόλας. Αποτελούσαν ένα τμήμα, ένα απόσπασμα της
τοπικής κοινωνίας και η εμβάπτισή τους στη σκληρή, συλλογική πολεμική
περιπέτεια έφτιαχνε δεσμούς που είχαν άμεσο αντίκτυπο στις κοινότητες
που άφησαν πίσω τους. Στο μέτωπο και στα μετόπισθεν η ελληνική κοινωνίας
περνούσε μέσα από διεργασίες ενοποίησης. Κοινοί
κίνδυνοι, κοινή αντιμετώπιση τους, σπάσιμο του καθημερινού, των
ασχολιών του καιρού της ειρήνης, έξοδος σε δραστηριότητες καινοφανείς,
εμπειρίες στην επιβίωση, στον πόλεμο, στα όπλα. Ένα πολύμορφο εργαστήριο
θα τολμούσαμε να πούμε, προπαρασκευαστικό για την πολυκύμαντη συνέχεια.
Όλες αυτές οι εμπειρίες μάθαιναν στους ανθρώπους να υποδέχονται το
καινούργιο, την αλλαγή, να την εφευρίσκουν όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο.
Πόσοι προπολεμικοί δεσμοί, ιεραρχίες, ανάγκες, προτεραιότητες δεν
έσπασαν μέσα σ' αυτό το ολοένα και πιο επικίνδυνο περιβάλλον. Πολύμορφοι
φόβοι, ανησυχίες, ενθουσιασμοί και ελπίδες συνέπαιρναν τους ανθρώπους
δίνοντας διαστάσεις ξένες ως τότε στη ζωή τους. Από τους έξι αυτούς
πολεμικούς μήνες της Αλβανίας άρχισε να κτίζεται η διαθεσιμότητα των
πολλών για συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι. Στον γύρω τους κόσμο σε
τελευταία ανάλυση, που, όμως, ήταν τόσο ενοποιητικά και ριζοσπαστικά
ισχυρός. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, θα λέγαμε, χωρίς δισταγμό, ότι το πιο
σημαντικό μάθημα αυτού του σχολείου των εμπειριών θα ονομαστεί ο
θάνατος, το τέλος του καθημερινού, του προβλέψιμου, του
επαναλαμβανόμενου στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό και η μνήμη
των παλαιών κυριαρχείται τόσο έντονα από αυτές τις εμπειρίες. Στα
βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας βάθαιναν αυτές οι διεργασίες. Ο χώρος
είχε τον πρώτο λόγο εδώ. Οι λεκάνες, οι στενές κοιλάδες που
σχηματίζονται ανάμεσα στους θεόρατους ορεινούς όγκους αποτελούσαν
μικρογραφίες κόσμων ολόκληρων και η ανθρώπινη δραστηριότητα και παρουσία
τις γέμιζε έντονα, συχνά ασφυκτικά. Ταυτόχρονα, οι κλίσεις του εδάφους
έκαναν την κίνηση σύνθετη, γεμάτη μαιάνδρους και πισωγυρίσματα, και
μάκραιναν τις αποστάσεις, κάνοντας την αίσθηση της απώλειας και της
απομόνωσης ισχυρή. Οι γύρω ορίζοντες στενοί, κυριαρχούσαν από ψηλά στους
χώρους και το μάτι μεγέθυνε τις προσιτές εμπειρίες , τα όσα συνέβαιναν
στην οθόνη της απέναντι πλαγιάς. Τίποτα πιο πέρα. Οι λόχοι των 150 -200
ανθρώπων και των ανάλογων και απαραίτητων ζώων μπορούσαν στις συνθήκες
αυτές να λειτουργήσουν όπως σε άλλες συνθήκες θα λειτουργούσαν
συντάγματα, να απλωθούν σε κάθε πτυχή και γωνιά του ορατού περίγυρου και
να γεμίσουν τον στενό μικρόκοσμο του κάθε περάσματος, κάθε κοιλάδας,
κάθε χωριού. Εκεί που ολόκληρος στρατός πολεμούσε, τα δικαιώματα του
στενού ανθρώπινου κύκλου, στα όρια της παρέας, της συντροφιάς, της
παλιάς συμμορίας, αναδεικνύονταν με τον πιο ισχυρό τρόπο. Με άλλα λόγια,
ο πόλεμος εκεί δεν έγινε ποτέ μια απρόσωπη, αποξενωτική δραστηριότητα. Τις Τις
μικρές αυτές ενότητες τις χώριζαν εκτεταμένοι ορεινοί όγκοι όπου
δέσποζαν με το ύψος τους αναρίθμητες κορυφές. Για να τις διασχίσει
κανείς στον καιρό της ειρήνης έπρεπε να ακολουθήσει τις στενωπούς, τον
ρου των ποταμών ή να αναρριχηθεί στα μεταξύ τους διάσελα, σε εντυπωσιακό
κι αυτά υψόμετρο. Στον καιρό του πολέμου δεν έφθανε αυτό. Η κίνηση
γινόταν αδύνατη χωρίς τον έλεγχο των κορυφών, των πιο ψηλών σημείων.
Ελάχιστοι αντίπαλοι, σκαρφαλωμένοι σ' αυτές με κάποιο αυτόματο όπλο,
μπορούσαν να ακινητοποιήσουν πολλαπλάσιους εχθρούς στις κάτω διαβάσεις.
Αυτά τα υψόμετρα, αυτές οι κορυφές ήταν στον αλβανικό πόλεμο το μήλον
της Έριδος ανάμεσα στους αντιπάλους. Οι αναμεταξύ τους μικρόκοσμοι, τα
χωριά, τα περιβόλια τους, οι κοιλάδες και τα διάσελα ήταν τα μικρά, αλλά
και τόσο αποφασιστικά έπαθλα της αναμέτρησης αυτής. Μέσα
σ' αυτές τις συνθήκες το "πολλοί" ή το "λίγοι" δεν είχε παρά σχετική
σημασία. Οι μικρόκοσμοι των βουνών μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι όταν ο
μεγάλος αριθμός κυριαρχούσε σ' αυτούς. Ο εφοδιασμός δεν μπορούσε να
ακολουθήσει αποτελεσματικά μέσα από τις δύσκολες υποχρεωτικές διαδρομές
του, ενώ η υπερβολική πυκνότητα των στρατευμάτων αύξανε δυσανάλογα τις
απώλειες στις εκτεθειμένες κοιλάδες ή στις στενές κορυφές. Η χρυσή τομή
επιβλήθηκε από τα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν πόλεμος των
μικρών μονάδων, των διμοιριών, των λόχων, σπανιότερα των ταγμάτων. Το
πυροβολικό σκαρφάλωνε σε ουλαμούς των δύο πυροβόλων, πολύ σπάνια μια
πυροβολαρχία βρισκόταν συγκεντρωμένη. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στις
συνθήκες αυτές έγιναν μάχες από εκείνες που τα εγχειρίδια των
στρατιωτικών προβλέπουν. Με πυρά φραγμού, με κυλιόμενη βολή που να
οδηγεί τις εφόδους των συνταγμάτων. Η χειροβομβίδα και η λόγχη έδιναν
τις λύσεις. Και φυσικά οι στρατιώτες μάθαιναν τον πόλεμο στη μικρή
διάσταση, την περίπου προσωπική αναμέτρηση. Μια
από τις πλέον κρίσιμες αναμετρήσεις του πολέμου, η αντεπίθεση που
οδήγησε στην ανακατάληψη της Γκραμπάλας και στο σταμάτημα της ιταλικής
προέλασης προς τα Ιωάννινα, ήταν υπόθεση ενός ενισχυμένου λόχου με μία
διμοιρία πολυβόλων για υποστήριξη. Υπόθεση 250 ως 300 ανθρώπων δηλαδή.
Στην άλλη μεριά των οροσειρών, στην περιοχή της Φούρκας, η πεισματική
σύγκρουση της κορυφής Τσούκας ήταν υπόθεση δύο λόχων, ενός ελληνικού και
ενός ιταλικού. Πολλούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1941, όταν οι
δυνάμεις των αντιπάλων στο αλβανικό μέτωπο έφθαναν πλέον τους
εκατοντάδες χιλιάδες πολεμιστές, η έκβαση των συγκρούσεων παρέμενε ακόμα
υπόθεση μικρών σχηματισμών. Στην εαρινή επίθεση των Ιταλών, στον πιο
κρίσιμο τομέα, στα υψώματα 731 και 717, η έκβαση των είκοσι περίπου
επιθέσεων και αντεπιθέσεων κρίθηκε από αναμετρήσεις λόχων και ουλαμών,
χωρίς ποτέ η συνολική δύναμη των εμπλεκομένων να υπερβαίνει τα δύο
τάγματα την ημέρα. Σ' αυτόν τον πόλεμο ο πολλαπλασιασμός των μαχόμενων
σήμαινε τον πολλαπλασιασμό των μικρών αναμετρήσεων, ακριβώς όπως η
μορφολογία της περιοχής κατακερμάτιζε το χώρο σε πλήθος μικρές ενότητες.
Σ' αυτές, το κάθε τάγμα, λόχος ή διμοιρία μπορούσαν να δώσουν τη δική
τους αυτόνομη μάχη. Για τη
δύσκολη περίοδο που θα ακολουθούσε αυτή η εξάμηνη εμπειρία είχε τη δική
της αξία. Από τη μια ήταν η πεποίθηση των ανθρώπων που την έζησαν ότι
μπορούσαν να κινηθούν ανεξάρτητοι και αυτόνομοι και στις πλέον αντίξοοες
συνθήκες. Να επιλύσουν, αυτοί και ο μικρός κύκλος των γνωστών τους, και
πιο δύσκολα και περίπλοκα προβλήματα. Δεν έγιναν περισσότερο θαρραλέοι ή
ανδρείοι, επειδή οι λέξεις αυτές ελάχιστα ως τίποτα σημαίνουν. Έμαθαν
όμως να παίρνουν πρωτοβουλίες, να μετέχουν σε όσα άμεσα τους αφορούν, να
αυτοσχεδιάζουν, να ενεργούν. Να κρίνουν, με άλλα λόγια. Ο μικρός τους
πόλεμος, πέρα από πλούσιες αναμνήσεις, τους άφησε και ιδιόμορφα εφόδια
για τη συνέχεια.
Από το
βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη Από την ήττα στην εξέγερση. Ελλάδα: Άνοιξη
1941 - Φθινόπωρο 1942. Εκδόσεις ο Πολίτης, Αθήνα 1993 Επειδή
το βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένο και δυσεύρετο , ο αναγνώστης που
ενδιαφέρεται να μάθει σχετικά με αυτήν την περίοδο μπορεί να διαβάσει το
άλλο βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων… Ο
πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα
2009. Η
σχέση ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι ότι ο Γιώργος Μαργαρίτης δούλεψε
σχεδόν από την αρχή το παλιό βιβλίο και δημιούργησε ένα νέο, με πολλές
αλλαγές. «Σε
αυτή, τη νέα του μορφή, ίσως ετούτο το πόνημα μπορεί να εκληφθεί ως
εισαγωγή σε μια ιστορία της Αντίστασης, ή μάλλον σε μια ιστορία της
Ελλάδας στα δραματικά χρόνια της κατοχής και του πολέμου. Οι ιδέες που
αναπτύσσονται σε αυτό, μπορεί να συμβάλουν στη διατύπωση ερμηνευτικών
σχημάτων για τις εξελίξεις και τα γεγονότα της περιόδου. Για το λόγο
αυτό, άλλαξε και ο τίτλος στο εξώφυλλο» αναφέρει ο συγγραφέας στο
σημείωμα που προτάσσει και έχει τον τίτλο «Για τον Άγγελο». Πρόκειται
για τον Άγγελο Ελεφάντη, εκδότη του περιοδικού Ο Πολίτης, με παραίνεση
του οποίου δημιουργήθηκε το πρώτο βιβλίο. Το νέο αυτό βιβλίο είναι
αφιερωμένο στη μνήμη του. *Ο πίνακας του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη Πηγή: ofisofi.blogspot.com