Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

"Στο ΚΕΘΕΑ, ο γιος μου ένιωσε ξανά περήφανος που τον εκτιμούν"...




Αποτέλεσμα εικόνας για ναρκωτικά στα σχολεία 

Η ιστορία της χρήσης των ναρκωτικών είναι μια ιστορία που συνδέθηκε σχέδον από τις απαρχές της με την καταστολή. Τα ναρκωτικά είναι, ακόμα και σήμερα, ουσίες που διακινούνται παράνομα και αυτή η ιδιότητά τους έρχεται παραδοσιακά να στιγματίσει και όσους προχωρούν στη χρήση τους. Η ταυτότητα του τοξικοεξαρτημένου συνδέεται έντονα με προκαταλήψεις, φοβίες και ταυτόχρονα παντελή αδιαφορία να παρουσιαστεί η δική τους οπτική, να πουν τη δική τους πλευρά της ιστορίας. Εξάλλου, το ζήτημα της εξάρτησης από τα ναρκωτικά χτίστηκε πάνω σε έναν ηθικό πανικό που κυριάρχησε στα ΜΜΕ ιδίως της δεκαετίας του ‘80. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια, για να εκαθιδρυθούν οι πρώτες συστηματικές προσπάθειες αντιμετώπισης του φαινομένου.
Το νησί που έψαχνε ο Οδυσσέας μετά από τις αμέτρητες περιπέτειές του έγινε και το όνομα για την πρώτη κλειστή θεραπευτική κοινότητα της Ελλάδας. Ήταν τα τέλη του 1983, όταν ο ψυχίατρος Φοίβος Ζαφειρίδης πρότεινε ένα σχέδιο θεραπευτικών κοινοτήτων στα πρότυπα της Ελβετίας και της Γερμανίας και μαζί έναν χώρο απεξάρτησης στον τότε Υπουργό Υγείας Γιώργο Γεννηματά. Το αίτημα του γίνεται παραδόξως πραγματικότητα. Έτσι, οι πρώτοι επτά χρήστες μαζί με το προσωπικό εγκαθίστανται σε ένα ακίνητο εκτός πυκνού αστικού ιστού στη Σίνδο της Θεσσαλονίκης. Η κοινότητα ονομάστηκε ‘Ιθάκη’ και ως χώρος επιλέχθηκε ένα μέρος το οποίο από τις αρχές του 1950 φιλοξενούσε, υπό την αιγίδα της Φρειδερίκης, φτωχά παιδιά.
H ‘Ιθάκη’ δείχνει την ανθρώπινη πλευρά της εξάρτησης από τα ναρκωτικά προσθέτοντας έναν διαφορετικό λόγο για την ποινικοποιημένη εξάρτηση. Καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, πολιτικοί αρχίζουν να κοιτούν στα μάτια το πρόβλημα. Το 1986 έρχεται ο δίσκος ‘Στο δρόμο για την Ιθάκη’ με τη συμμετοχή του Γιώργου Σωτηρόπουλου, του Κώστα Τουρνά, του Λάκη Παπαδόπουλου, του Αντώνη Βαρδή, του Άγγελου Σκορδίλη  και του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Την ίδια χρονιά η ΕΡΤ βγάζει σε σκηνοθεσία Νίκου Παπαθανασίου τη σειρά ‘Ναρκωτικά’ που γνωρίζει τρομερή επιτυχία. Και τα δύο έγιναν για την ενίσχυση της ειδικής θεραπευτικής κοινότητας ‘Ιθάκη’ φτιαγμένα μάλιστα σε μια περίοδο που το προσωπικό βίωμα ενός τοξικοεξαρτημένου ήταν ταμπού. Η ελληνική κοινωνία βρίσκει μπροστά της μια διαφορετική εκδοχή, μια πιο ανθρώπινη πλευρά της εξάρτησης.Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΕΘΕΑ
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 1987 ιδρύεται επίσημα με τον νόμο 1729/1987 και με τίτλο ‘Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων κι άλλες διατάξεις’, καθώς προβλέπεται στο άρθρο 26, το Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων με τον χρόνο παραμονής σε αυτόν να θεωρείται χρόνος έκτισης ποινής για όσους συλλαμβάνονται για χρήση ναρκωτικών. Το ΚΕΘΕΑ θεωρείται εξαρχής Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου που βρίσκεται πάντα υπό την εποπτεία του αρμόδιου Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας.H αποστολή του ΚΕΘΕΑ είναι η πρόληψη της χρήσης ουσιών, η θεραπεία, η επαγγελματική κατάρτιση και η ένταξη των εξαρτημένων ατόμων, η έρευνα και η εκπαίδευση στον τομέα των εξαρτήσεων, η συμβολή στον σχεδιασμό και την εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα Ναρκωτικά.
Μετά από 32 χρόνια αδίακοπης λειτουργίας, στο ΚΕΘΕΑ ανήκουν πλέον -εκτός βέβαια από την ΙΘΑΚΗ- πολλά ακόμα θεραπευτικά προγράμματα. Το Κέντρο απευθύνεται σε όσους αντιμετωπίζουν διάφορες μορφές εξάρτησης πέραν της χρήσης ναρκωτικών ουσιών: το αλκοόλ, ο τζόγος ή το διαδίκτυο. Παρέχονται τόσο συμβουλευτικές όσο και θεραπείες αποκατάστασης, με ιδιαίτερη έμφαση στο ότι αυτές είναι ‘στεγνές’, γίνονται δηλαδή χωρίς υποκατάσταση ή φάρμακα. Βάση της διαδικασίας είναι η παροχή ενός δομημένου, ασφαλούς και υποστηρικτικού περιβάλλοντας για τον εξαρτημένο και η ταυτόχρονη δραστηριοποίησή του εντός της κοινότητας στην οποία βρίσκεται. Το ΚΕΘΕΑ είναι ένας οργανισμός όπου η αλληλεγγύη ξεφεύγει από την απλή συνθηματολογία και γίνεται πυρηνικό και απαραίτητο στοίχειο για την ίδια την ύπαρξή του. Και αυτό ισχύει για όποια κοινότητα και αν μιλάμε.
Μια από αυτές είναι η ΔΙΑΒΑΣΗ. Η ΔΙΑΒΑΣΗ απευθυνόταν και απευθύνεται σε χρήστες που είναι σε ανοιχτό πρόγραμμα, δηλαδή που συνεχίζουν τη ζωή τους και ακολουθούν είτε το πρωινό είτε το βραδινό πρόγραμμα.Αποτέλεσμα εικόνας για κεθεα διαβαση 

 Συνήθως αφορά νέους ανθρώπους που συνοδεύονταν από τους γονείς τους. Το πρόγραμμα ‘Οικογένειας’ στη ΔΙΑΒΑΣΗ είναι ένα μοντέλο (λειτουργεί κατά βάση στη Μεσόγειο) που δίνει ιδιαίτερη σημασία στο περιβάλλον του τοξικοεξαρτημένου. Αν θέλει ο χρήστης ή αν θέλει η οικογένεια -χωρίς να είναι απαγορευτικό το ένα για το άλλο (συχνά πηγαίνουν και οικογένειες χωρίς να έχει κάνει ακόμα το βήμα ο χρήστης)- πηγαίνει στη ΔΙΑΒΑΣΗ και εντάσσεται σε μια ομάδα αυτοβοήθειας, “παρέα” όπως την ονομάζουν. Εκεί μαθαίνει τι είναι η χρήση και ποιες συμπεριφορές φέρνει μαζί της. Μπαίνει στη θέση του άλλου και ο άλλος μπαίνει στη θέση του.
Μέσα από τη λογική αυτή, μαζί με τους εξαρτημένους εντάσσονται σε παρέες και τα μέλη του στενού περιβάλλοντος του χρήστη. Χωρίζονται έτσι σε ομάδες ή παρέες (αν θέλετε) γονέων, αδερφών και συντρόφων, προκειμένου να μοιραστούν τα βιώματά τους, να αλλάξουν οι ίδιοι και μέσα από την αλλαγή τους αυτή να βοηθήσουν την διαδικασία απεξάρτησης των δικών τους ανθρώπων. Η ΔΙΑΒΑΣΗ είναι μια από τα καλύτερα παραδείγματα για να καταλάβει κανείς τη λειτουργία του ΚΕΘΕΑ. Γι’αυτό και την επισκέφτηκα.
  Όταν μπήκαμε σε ένα πολύ όμορφο νεοκλασικό στην Κυψέλη, προκειμένου να συναντήσουμε τους ανθρώπους της ΔΙΑΒΑΣΗΣ, μιας από τις πολλές κοινότητες του ΚΕΘΕΑ, ανεβήκαμε τις σκάλες και βρήκαμε έναν πραγματικά πολύ ζεστό χώρο με ξύλινο πάτωμα και διακριτική αισθητική. Μέσα του ήταν έξι γυναίκες διαφόρων ηλικιών και με περίμεναν. Άλλες πολύ άνετες, άλλες λίγο πιο αγχωμένες.  Μας καλωσόρισαν με ένα ακριβώς όσο πρέπει ζεστό και φιλικό χαμόγελο. Μεταξύ τους αντάλλαζαν αστεία ανθρώπων που μοιάζουν να ξέρουν καλά ο ένας τον άλλο.
Όταν αρχίσαμε να προσαρμοζόμαστε στον χώρο, είδαμε μπροστά μας για ακόμα μια φορά πόσο εκτός πραγματικότητας μπορούν να φαντάζουν όλα εκείνα για τα οποία ακούς από ανθρώπους που κουνάνε το δάχτυλο χωρίς να έχουν ιδέα για τι μιλάνε. Στο ΚΕΘΕΑ βρήκαμε, λοιπόν, 6 καλοντυμένες γυναίκες που είχαν όλες για τον ένα και τον άλλο τρόπο μια διαφορετική σχέση με την πιο βαριά ίσως περίπτωση εξάρτησης, τα ναρκωτικά. Και η εικόνα τους έδειχνε από την αρχή πόσο εκτός πραγματικότητας είναι αυτό το κλισέ που λέει ότι για να έχεις θέμα με τα ναρκωτικά πρέπει αναγκαστικά να προέρχεσαι από μια διαλυμένη οικογένεια που δεν νοιάζεται, από κακές παρέες και συντρόφους, από μια απλά στιγμή χρήσης. Κι όμως, ό,τι και αν σας λέει ο κύριος με το υψωμένο δάχτυλο, τα ναρκωτικά και η εξάρτηση από αυτά είναι μια ιστορία πολύ πιο σύνθετη.
Η ΔΙΑΒΑΣΗ και γενικότερα το ΚΕΘΕΑ είναι ένας ζωντανός τρόπος, για να δεις πόσο εκτός πραγματικότητας είναι όλα τα χιλιοπαιγμένα κλισέ. Οι άνθρωποι με τους οποίους μίλησα, πολλές φορές κατά την αφήγηση του βιώματός τους, έσπασαν τη φωνή τους, συγκινήθηκαν ξαναζώντας όσο μίλαγαν τον γολγοθά που πέρασαν με τους αγαπημένους τους ανθρώπους. Ακόμα και στις περιπτώσεις που όλα αυτά ήταν πολλά χρόνια πίσω, η συναισθηματική ένταση ήταν ακόμα εκεί. Είχαν, βλέπετε, και αυτή την ευγένεια στο πρόσωπο που έχουν συνήθως οι άνθρωποι εκείνοι που έχουν περάσει πολλά. Και πραγματικά πέρασαν, ώστε δεν έχει δικαίωμα να τους κατηγορήσει ότι δεν νοιάστηκαν. Δεν μπορούμε καν να φανταστούμε το πόσο νοιάστηκαν.
Όταν κάτσαμε στο στρογγυλό τραπέζι, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να συστηθούμε. Ίσως είναι ένας από τους πιο γνώριμους τρόπους, προκειμένου να ανοιχτούν.
Μίνα: Καλησπέρα λέγομαι Μίνα. Είμαι γονιός εδώ στη ΔΙΑΒΑΣΗ. Ήρθα για την κόρη μου τον Φεβρουάριο του 2011. Μετά από 3,5 χρόνια, η κόρη μου αποφοίτησε, ολοκλήρωσα και εγώ. Παρέμεινα όμως στο Πρόγραμμα Οικογένειας, αφού εκπαιδεύτηκα, και συντονίζω ομάδες γονέων.
Μυρτώ: Είμαι η Μυρτώ. Είμαι στη Διάβαση από το 2001. Ο αδερφός μου αποφοίτησε το 2003. Εγώ παρέμεινα και είμαι leader από το 2004 μέχρι σήμερα. Είμαι στα Αδέρφια.
Κατερίνα: Είμαι η Κατερίνα. Είμαι μητέρα και ήρθα τον Φεβρουάριο του 2016 για τον γιο μου. Ήμουν στους Ανεξάρτητους Γονείς, γιατί ο γιος μου δεν έμπαινε. Το τελευταίο διάστημα όμως πείστηκε και τους τελευταίους μήνες είναι και αυτός μέσα στην κοινότητα.
Παρασκευή: Είμαι η Παρασκευή. Είμαι υπεύθυνη στην Ηπια Παρέμβαση, στο Πρόγραμμα Οικογένειας. Είμαι 23 χρόνια στο ΚΕΘΕΑ και έχω μέρος της εποπτείας για τα αδέρφια, τους γονείς και τους συντρόφους.
Aλίκη: Είμαι η Αλίκη. Εργάζομαι στο ΚΕΘΕΑ και είμαι υπεύθυνη στο τμήμα Εντατικής Παρέμβασης.
Μαριάννα: Είμαι η Μαριάννα. Ήρθα εδώ πέρα το 2018 για τον σύντροφό μου, χώρισα μαζί του και τώρα είμαι εδώ για τον αδερφό μου.
  
Η Θεραπευτική Διαδικασία της ΔΙΑΒΑΣΗΣ
Το πρώτο πράγμα που θέλαμε να μάθουμε ήταν ως προς τη θεραπευτική διαδικασία. Ρώτησα, λοιπόν, την Αλίκη, την Παρασκευή και τη Μυρτώ για τον ρόλο τους στη ΔΙΑΒΑΣΗ και τον τρόπο που αυτή λειτουργεί χωρίς υποκατάσταση και με έμφαση στις οικογενειακές σχέσεις.
Αλίκή: H ΔΙΑΒΑΣΗ είναι ένα κέντρο εξωτερικής θεραπείας, δηλαδή κάποιος δεν παραμένει μέσα. Λειτουργούμε κατά κάποιον τρόπον σε αντίθεση με τα κλειστά προγράμματα. Η ΔΙΑΒΑΣΗ δέχεται ανθρώπους άνω των 21 που έχουν μια κάποια δουλεία ή δραστηριότητα, μπορούν να υποστηριχθούν εδώ κάποιες ώρες και παράλληλα να είναι στις άλλες δραστηριότητές τους (φοίτηση, εργασία, κτλ). Πολλοί άνθρωποι επιλέγουν τη ΔΙΑΒΑΣΗ γιατί τους αρέσει ακριβώς αυτό.
Παρασκευή: Στη ΔΙΑΒΑΣΗ πιστεύουμε ότι η χρήση ενός ανθρώπου είναι το σύμπτωμα το οποίο εκφράζεται για διάφορους λόγους. Είναι ένα σύνθετο ψυχοκοινωνικό φαινόμενο. Για αυτόν τον λόγο, θέλουμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους και θεραπευτικά και εκπαιδευτικά. Πιστεύουμε ότι δεν αφορά μόνο τον εξαρτημένο αλλά όλο το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει. Έχουμε τη συστημική προσέγγιση σε αυτό το κομμάτι και βοηθάμε και την οικογένεια, τους συντρόφους και τους φίλους. Πιστεύουμε ότι η προσωπική αλλαγή έστω και σε ένα άτομο στην οικογένεια μπορεί να έχει επίδραση και στον ίδιο τον χρήστη. Αυτό το έχουμε δει και σε ανθρώπους που είναι εδώ αλλά δεν έχουν πείσει ακόμα τα παιδιά τους.
Μυρτώ: Ένας συγγενής ενός ανθρώπου με εξαρτήσεις μπορεί να πει στην αρχή ότι έρχεται στον ΚΕΘΕΑ για τον αδερφό του. Θα δει όμως ότι έρχεται και για τον εαυτό του. Με την πάροδο των θεραπειών καταλαβαίνεις ότι δεν είναι κίνητρο μόνο ο αδερφός σου ή ο φίλος σου κτλ. Εξάλλου, οι οικογένειες ενός μέλους που έχει μπλέξει με ναρκωτικά, ακόμα και αν δεν έχουν μπλέξει οι ίδιοι, έχουν πνιγεί μέσα από το πρόβλημά τους. Ως συγγενής μπαίνεις σε μια φάση που μπαίνεις και δεν το καταλαβαίνεις. Μπορεί να έχεις συνηθίσει κάποιες κατάστασεις και συμπεριφορές και να τις θεωρείς φυσιολογικές χωρίς να είναι. Ακόμα και αν έχουν περάσει πολλά χρόνια. Αναμφίβολα χρειάζονται και αυτοί βοήθεια.

Πώς μπήκατε εδώ; Χρειάστηκε κάποια γραφειοκρατική διαδικασία;

Ένα από τα βασικότερα θετικά πράγματα που έχει το ΚΕΘΕΑ και εν προκειμένω η ΔΙΑΒΑΣΗ είναι ότι είναι δημόσιο, δωρεάν και δεν σε μπλέκει σε άπειρες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Όταν μάλιστα ρώτησα αν υπάρχουν κάποια κριτήρια ως προαπαιτούμενα για να μπεις σε ένα πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ, όλες γέλασαν και η Αλίκη μου τόνισε ότι “δεν υπάρχει κανένα. Στο ΚΕΘΕΑ δεχόμαστε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο, την κοινωνική τάξη, το επάγγελμα, κτλ”.
Στη συνέχεια απευθύνθηκα και προς τα υπόλοιπα μέλη του τραπεζίου, ακριβώς για να μάθω γι’αυτές τις πρώτες μέρες τους αλλά και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθήσει κανείς, για να μπει κανείς σε πρόγραμμα.
Μίνα: Ως διαδικασία ήταν πάρα πολύ εύκολη. Πήρα ένα τηλέφωνο στην Γραμματεία και έκλεισα ραντεβού μέσα σε δύο μέρες. Προσωπικά, ένιωσα πολύ μεγάλη ασφάλεια, γιατί ήταν πολύ δύσκολο αυτό που βίωνα και κρατούσε πάρα πολύ χρόνο. Μετά το πρώτο ραντεβού, απέκτησα κίνητρα, για να καταλάβω κάποια πράγματα πιο καθαρά. Να μιλήσω εγώ η ίδια στο παιδί μου και να ορίσω τα πράγματα ως γονιός. Τότε όλα πήραν τον δρόμο τους. Η κόρη μου ήρθε άμεσα και ξεκινήσαμε παράλληλα σχεδόν τη διαδικασία. Εκείνη στην κοινότητα και εγώ στο πρόγραμμα.
Μαριάννα: Εμένα με παρότρυνε η μητέρα του συντρόφου μου να έρθω στο πρόγραμμα για οικογενειακή υποστήριξη. Όταν ήρθα εδώ, άρχισα να σκέφτομαι πώς θα αντιμετωπίσω και τη χρήση του αδερφού μου. Παραμένω στην παρέα των Συντρόφων, γιατί με βοηθάει πάρα πολύ. Η διαδικασία είναι πιο δύσκολη ως διαδικασία εσωτερική. Κατά τα άλλα, δεν με δυσκόλεψε τίποτα γραφειοκρατικό.
Κατερίνα: Όταν βρήκα κάποια πράγματα που με προβλημάτισαν, κάποια καλαμάκια, πήρα αμέσως τηλέφωνο στη ΔΙΑΒΑΣΗ, για την οποία μας είχε μιλήσει μια φίλη. Το ραντεβού κλείστηκε αμέσως για την επόμενη μέρα με την Αλίκη. Ήμασταν κομμάτια. Μας είπαν ότι το πρώτο πράγμα που έπρεπε να πούμε στον γιο μας ήταν ότι το ξέρουμε ότι κάνει χρήση. Αμέσως κλείσαμε ραντεβού για τα σεμινάρια. Δεν υπήρξε καμία γραφειοκρατία και καμία απολύτως δυσκολία. Τίποτα. Απλώς ήταν μια γροθιά στο στομάχι γιατί είδαμε την πραγματικότητα της χρήσης, την οποία δεν βλέπαμε και δεν την είχαμε κατανοήσει. Είδαμε επίσης την ανάγκη να δράσουμε, να σταματήσουμε να κλαίμε και να κάνουμε αυτά που έπρεπε να κάνουμε.

Η Καθημερινότητα μέσα σε ένα Πρόγραμμα Απεξάρτησης

Aπό τη στιγμή, που γίνεται το πρώτο βήμα, τα πράγματα μπαίνουν σε μια σειρά. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι τα δύσκολα πέρασαν. Οι συγγενείς των εξαρτημένων μπαίνουν μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας του ΚΕΘΕΑ, καταλαβαίνουν τις αρχές του και μετά προσφέρουν και κερδίζουν πράγματα μέσα από σκληρή δουλειά. Η διαδικασία απεξάρτησης του ανθρώπου τους, μπαίνει για τα καλά μέσα στη ζωή και τη ρουτίνα τους.
Μίνα: Όταν ξεκίνησε όλο αυτό, ξεκίνησε με τη θεραπευτική ομάδα των γονιών. Μπαίνοντας σιγά-σιγά στο κλίμα. Στην αρχή ερχόμουν μια φορά την εβδομάδα για δύο ώρες. Όταν κατάλαβα πώς λειτουργεί το κομμάτι της αυτοδιαχείρισης, κατάλαβα ότι εδώ όλοι μαζί λειτουργούσαμε το πρόγραμμα σε εθελοντική βάση. Υπήρχαν δηλαδή ομάδες εργασίας που μπορούσαν να φροντίσουν το σπίτι, τη γραμματεία, τις ανάγκες που υπήρχαν στο Πρόγραμμα της Οικογένειας ή των Παιδιών. Εντάχθηκα σε αυτές. Όλο αυτό έχει μια εξέλιξη που είναι και θεραπευτική ταυτόχρονα. Αυτά που άκουγα στο θεραπευτικό κομμάτι, άρχισα να τα βιώνω στην πράξη. Όσα κάναμε εδώ, όσα δημιουργούσαμε, με βοήθησαν να αρχίσω εγώ να αλλάζω ως άνθρωπος. Να καταλαβαίνω ποιος είναι ο σωστός τρόπος συμπεριφοράς, ο σεβασμός και άρχισα να προσεγγίζω με καλύτερο τρόπο το ίδιο μου το παιδί, η σχέση με το οποίο είχε χαθεί λόγω της κρίσης που ζούσαμε. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι που έπρεπε να διαχειριστώ. Όλο αυτό που μάθαινα εδώ ήταν να καταλάβω την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης.
Κατερίνα: Εδώ καταλάβαμε ότι έπρεπε να δυναμώσουμε. Έπρεπε να σταματήσουμε να κάνουμε πράγματα που πήγαιναν τον γιο μας πίσω. Δεν κάνουν βλέπετε υποτροπές μόνο τα παιδιά. Να εμπεδώσουμε εκείνα που μας έδιναν οι leaders. Ήταν δύσκολο γιατί ο γιος μας δεν ήταν μαζί. Δεν έμενε μαζί μας. Κάναμε και εμείς λάθη, γιατί μας έτρεχε και αυτό με συνεχείς ανατροπές. Τα καταφέραμε όμως με τη βοήθεια της παρέας και της leader μας μετά από 2,5 χρόνια. Αυτό έγινε, όταν ουσιαστικά τον βγάλαμε για λίγο από τη ζωή μας, παρόλο που αυτό μας πόνεσε πάρα πολύ. Αλλά αυτό είναι η σκληρή αγάπη. Είναι εκείνη που βγάζει το παιδί σου από τη χρήση. Αυτή που του λες ότι δεν σε θέλω με τη χρήση. Συνειδητοποιήσαμε όμως ότι τον γιο μας τον θέλαμε ζωντανό. Σε αγαπάω πάρα πολύ αλλά δεν σε θέλω χρήστη. Έπρεπε να πονέσουμε πάρα πολύ και να αλλάξουμε πραγματικά. Το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι οι χρήστες.Μόνοι μας δεν θα μπορούσαμε να καταφέρουμε τίποτα.
Μαριάννα: Όταν ήρθα εδώ, ο σύντροφός μου ήταν ήδη στη διαδικασία της αποτοξίνωσης, στη φάση της επανένταξης. Η χρήση είναι ένα σύμπτωμα. Γύρω της υπάρχουν κάποιες συμπεριφορές που τις υιοθετούν και τις αναπαράγουν αυτοί οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πριν από αυτή. Έπρεπε να βρω και εγώ μια ισορροπία, να υιοθετήσω κάποιες συμπεριφορές και να μάθω πράγματα πολύ βασικά που δεν γνώριζα. Αυτό με βοήθησε πολύ να δω και τη χρήση στην οικογένεια. Δεν είναι καθόλου εύκολο να βάλεις ταμπέλα σε μια τέτοια κατάσταση. Σημαίνει ότι την αποδέχεσαι. Συνεχίζω, λοιπόν, γιατί αντιλήφθηκα και πράγματα για τη χρήση του αδερφού μου. Πλέον βάζω και τα όρια στην οικογένεια.
Παρασκευή: Θα σας πουν και οι ίδιοι οι άνθρωποι ότι μέχρι να έρθουν εδώ είχαν προσπαθήσει με πάρα πολλούς τρόπους να αλλάξουν τα πράγματα. Χωρίς επιτυχία. Αυτό που μάλλον έχουμε ως συμπέρασμα είναι ότι κανείς μόνος του δεν μπορεί να καταπολεμήσει την εξάρτηση. Οποιαδήποτε μορφή. Χρειάζεται να καταλάβει ο καθένας που βρίσκεται, πώς επικοινωνεί με τους άλλους, πώς διευκολύνει τους άλλους να παραμένουν σε χρήση μέσα από τον ρόλο του. Αυτό είναι που λέμε σκληρή αγάπη. Το λέμε έτσι, επειδή ο καθένας μας πρέπει να κάνει πολύ βαθιές υπερβάσεις, για να μπορει να βοηθήσει το άτομο να σταματήσει να κάνει χρήση. Όταν λέμε για όρια, μιλάμε για τα  προσωπικά μας όρια. Το πρόγραμμα εδώ είναι βασισμένο στην αυτοβοήθεια και στην αλληλεγγύη με την έννοια ότι εμείς είμαστε τρία άτομα θεραπευτικό προσωπικό. Μόνο με την εθελοντική προσφορά των ανθρώπων μπορούμε να το λειτουργήσουμε. Καθετί μας αφορά και τίποτα δεν αφορά μόνο τους άλλους. Τίποτα δεν αφήνουμε να το ορίζει κάποιος άλλος. Αν πάρεις εσύ την κατάσταση στα χέρια σου, τότε μόνο μπορείς να φύγεις από τη χρήση.
Αλική: Ούτως ή άλλως το θεραπευτικό μοντέλο με το οποίο στηρίζεται όλο το ΚΕΘΕΑ και η θεωρία πίσω από τις θεραπευτικές κοινότητες είναι αυτό της αυτοβοήθειας και της αλληλεγγύης. Όποιος μπαίνει μέσα στην κοινότητα του ΚΕΘΕΑ, μαθαίνει από την πρώτη στιγμή ότι στον ΚΕΘΕΑ υπάρχουν άνθρωποι που θα τον στηρίξουν, που ξέρουν γιατί έχουν το ίδιο βίωμα, τις ίδιες αναμνήσεις, τις ίδιες καταβολές κατά μια έννοια, ως προς το βίωμα της χρήσης.
Μυρτώ: Πολύ συχνά οι χρήστες αδυνατούν να καταλάβουν ότι έχουν θέμα. Μπορεί να έχουν μια σύριγγα δίπλα τους και ακόμα να σου λένε ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τα ναρκωτικά. Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι να κατανοήσουν ότι έχουν πρόβλημα. Το επόμενο βήμα είναι να πας εκεί. Και ξέρεις αυτό το δεύτερο βήμα δεν γίνεται για να σωθείς. Δεν λειτουργεί έτσι, όταν είσαι χρήστης. Δεν θεωρείς ότι είσαι για σωτηρία. Τα κίνητρα της πρώτης επαφής μπορεί να είναι οτιδήποτε: Μπορεί να σε έχει πιάσει η αστυνομία και να θες χαρτί, μπορεί να πιέστηκες από τους γονείς σου, μπορεί να είναι γιατί κουράστηκες και θες να βρεις το φως.
Όταν πας εκεί ξεκινάει ένα άλλο ταξίδι. Ο χρήστης πρέπει να βρει ένα κίνητρο που να αφορά τον ίδιο. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και για τις οικογένειες. Το να βρουν κίνητρο. Γιατί καταλαβαίνετε πόσο επίπονη διαδικασία είναι να πηγαίνεις τόσο συχνά και να βοηθάς σε κάποια δουλειά κτλ στο ΚΕΘΕΑ. Είναι πολύ σκληρό αυτό που κάνεις. Πρέπει να κάτσεις και να δεις τι πήγε στραβά και από τη δική σου πλευρά. Δεν μπορείς να κάτσεις με τις βεβαιότητες που είχες. Ένας αδερφός μπορεί να έχει κουραστεί πολύ και να έχει ταλαιπωρηθεί απίστευτα πολύ από όλη αυτή τη διαδικασία.


Πώς λειτουργεί το μοντέλο της αυτοβοήθειας για τους χρήστες;

Το ΚΕΘΕΑ, στο μεγαλύτερο μέρος της λειτουργίας του, στηρίζεται στην αλληλεγγύη και στην αυτοβοήθεια. Η παρουσία των επαγγελματιών υγείας και των επιστημόνων υπάρχει αλλά δεν είναι στο επίκεντρο. Περισσότερο δρουν συμβουλευτικά. Πώς όμως ένα τέτοιο μοντέλο δρα τόσο αποτελεσματικά μέσα στην εποχή της πλήρους εξειδίκευσης;
Μυρτώ: Είναι ένα μοντέλο που λέει ότι ένας μη επαγγελματίας υγείας, που έχει όμως μια εμπειρία με τις εξαρτήσεις, μπορεί να βοηθήσει πολύ περισσότερο έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη σε σχέση με κάποιον που έχει μεν τις ακαδημαϊκές γνώσεις αλλά δεν έχει περάσει από αυτά τα στάδια. Γενικά στη χρήση υπάρχει μια πολύ γερή σχέση υποτίμησης ως προς τους υπόλοιπους. Έχεις μάθει να ζεις με αυτό. Αν πάνε δηλαδή σε έναν ψυχιάτρο, επιστήμονα που έχει σίγουρα τις γνώσεις κτλ, η πρώτη αντίδραση θα είναι να τον υποτιμήσουν. “Ρε φίλε, εσύ το διάβασες, εγώ το ζω”. Η πρώτη αντίδραση έιναι η άμυνα, ότι εσύ δεν το ξέρεις πραγματικά. Σπάει λοιπόν έτσι στις κοινότητες είναι ένας τέτοιος τσαμπουκάς. Ξέρεις ότι απέναντί σου έχεις ανθρώπους που ξέρουν. Δεν θα πεις 5 ψέματα, όπως στις άλλες περιπτώσεις, και θα ξεμπερδέψεις. Δεν είσαι ο μόνος που ξέρει, που θεωρεί ότι μπορεί να τουμπάρει τους άλλους λέγοντας μερικά πολύ καλά ψέματα. Αυτό είναι σκληρό αλλά έχει και μια ίντριγκα. Ότι εδώ δεν είναι όπως εκεί έξω. Εδώ ξέρουν.
Κατερίνα: Εκείνο που πάντα με εντυπωσιάζει. Αυτό που κατακτά ο γιος μας μέσα στην κοινότητα είναι η εκτίμηση. Τον κάνει να αισθάνεται σημαντικός. Να βλέπει ότι τον εκτιμά ας πούμε ο θεραπευτής του, ένα μέλος της κοινότητας, ο οποιοσδήποτε. Υπάρχει και μια εξέλιξη στην ανάθεση ρόλων. Γίνεται υπεύθυνος για πράγματα. Εκεί που είχε πάει και ήταν ο καινούργιος, αυτός τον οποίον φρόντιζαν, σιγά-σιγά η παρέα του, τα άλλα παιδιά που είναι δίπλα του, εκεί που τον έβαζαν στις φτερούγες τους, τον βοήθησαν να αποκτήσει τις δικές του. Τον κάνει αυτό να νιώσει σημαντικός. Κερδίζει την αυτοεκτίμησή του. Αποκτά με έναν πολύ ωραίο τρόπο νέο ρόλο. Γίνεται αυτός που θα βοηθήσει. Τον βοηθούν για να βοηθήσει. Έρχεται ο γιος μου και μου λέει με μεγάλη χαρά ότι τον εκτιμάει ο τάδε. Νιώθει πολύ περήφανος.
Μαριάννα: Μόνο και μόνο που κοιτάς έναν άνθρωπο που ξέρεις ότι έχει περάσει ένα κοινό βίωμα παίρνεις θάρρος. Το βλέπεις μπροστά σου να γίνεται. Είναι και ένα θετικό παράδειγμα για σένα.


Ο εξαρτημένος βρίσκει έναν ρόλο που η κοινωνία αρνούνταν να του δώσει

Ο κοινωνικός στιγματισμός και οι οπτικές που βλέπουν τον εξαρτημένο ως εγκληματία ή ως άρρωστο με μια ασθένεια αθεράπευτη προφανώς και δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την ίδια τη ζωή των εξαρτημένων αλλά και των οικογενειών τους που δυσκολεύονται να προχωρήσουν επικυρώνοντας το πρόβλημα. Στη ΔΙΑΒΑΣΗ έχουμε μια ακριβώς αντίστροφη διαδικασία. Οι εξαρτημένοι βρίσκουν ρόλους που η κοινωνία τους αρνούνταν τοποθετώντας τους στο περιθώριό της, σε μια κατάσταση ζωντανού-νεκρού του οποίου η εξάρτηση είχε άρει όλα τα δικαιώματα και τις ευθύνες.
Αλίκη: Πολλές οικογένειες δυσκολεύονται να κάνουν αυτό το πρώτο βήμα, να περάσουν το κατώφλι του ΚΕΘΕΑ. Πιστεύουν ότι με το να έρθουν επικυρώνουν το πρόβλημα. Πολύ συχνά έχω ως παράδειγμα γονείς να έρχονται σε πρώτη συνάντηση, να προσπαθούν να με πείσουν ότι το παιδί τους είναι ένα πάρα πολύ καλό παιδί. Ο καθένας ξέρει το παιδί του και ξέρει όλα αυτά τα κρυμμένα καλά του στοιχεία. Γνωρίζοντας τον άνθρωπό του, λοιπόν, δεν θέλει να σχηματίσει η κοινωνία και ο περίγυρός του μια λάθος εντύπωση, ότι ο άνθρωπός τους είναι κάτι ιδιαίτερο, κάτι κακό. Το ξέρουν ότι δεν ισχύει. Υπάρχει, λοιπόν, κάποιες φορές μια δυσκολία να προσεγγίσει κανείς ένα πρόγραμμα λόγω αυτού του στίγματος.
Μίνα: Το δικό μου παιδί ήταν στο περιθώριο της ζωής. Πρακτικά είχε χάσει τη ζωή της. Είχε παρατήσει τις σπουδές της, δεν μπορούσε να στεριώσει σε δουλειά, δεν μπορούσε να έχει εισόδημα. Όλο αυτό της είχε πλήξει την αυτοπεποίθηση. Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι, ερχόμενη εδώ, άρχισε μετά από πολύ καιρό να καταλαβαίνει ότι έχει αξία ο εαυτός της, ότι είχε πολλά κομμάτια να καλλιεργήσει. Άρχισε να εκτιμάει και τον εαυτό της αλλά και το περιβάλλον. Στη χρήση, ο χρήστης απομονώνεται από την κοινωνία και η κοινωνία στιγματίζει τον χρήστη αλλά και την οικογένεια. Και εγώ ήρθα εδώ γεμάτη ενοχές, αισθανόμενη άσχημα που η κόρη μου έπεσε στα ναρκωτικά. Το πρώτο συναίσθημα όμως που μου ήρθε εδώ είναι ότι δεν είμαι μόνη μου, ότι μοιράζομαι το συναίσθημα και με άλλους ανθρώπους. Το μόνο κριτήριο είναι ότι είμαστε όλοι στο ίδιο καζάνι, στο ίδιο πρόβλημα. Το νιώθουμε και οι γονείς και τα παιδιά. Φεύγει το στίγμα.
Παρασκευή: Το ΚΕΘΕΑ γενικότερα δεν αντιμετωπίζει τον χρήστη ως άρρωστο. Πιστεύουμε ότι κάθε άτομο που είναι στη χρήση έχει μια επιλογή: είτε να είναι εκεί είτε να φύγει. Ένας άνθρωπος που είναι σε χρήση δεν εξαφανίζει τα καλά του στοιχεία. Αυτά ίσως η χρήση να τα κάνει να κοιμούνται, να παγώνουν. Όταν έρχονται οι άνθρωποι εδώ, προσπαθούμε να τους το δείξουμε. Να δείξουμε ότι εδώ έρχονται για μια δεύτερη ευκαιρία, έχουν μια επιλογή. Aυτή είναι η βασική μας διαφορά με τα προγράμματα υποκαταστάτων. Γι’αυτό και δεν τους αντιμετωπίζουμε ψυχιατρικά, παρά μόνο αν παραστεί ανάγκη. Εμείς, λοιπόν, όταν βλέπουμε τον άνθρωπο ότι μπορεί, προσπαθούμε να του ενσταλλάξουμε μια ελπίδα. Προσπαθούμε ακριβώς να τον πείσουμε ότι μπορεί.

Η απρόσωπη φιγούρα, η ένεση και το σκοτεινό σοκάκι

Για αυτό το στίγμα και για τον τρόπο που αναπαρίστανται οι τοξικοεξαρτημένοι προφανώς και έχουμε ευθύνη και εμείς, τα media. Η εικόνα του σοκακιού και των ενέσεων μέσα στα σοκάκια είναι ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται παραδοσιακά το ζήτημα των ναρκωτικών. Στις κλασικές εικονογραφήσεις, οι σκοτείνες φιγούρες δεν έχουν πρόσωπα παρά μόνο μια σήριγγα στο χέρι και ένα σκυμμένο κεφάλι. Ρώτησα, λοιπόν, ή καλύτερα ζήτησa μια εναλλακτική εικονογράφηση, μια άλλη οπτική από τους ανθρώπους που έζησαν το πρόβλημα από μέσα. Τι εικόνα θα έβαζαν για ένα θέμα σχετικό με το ΚΕΘΕΑ;
Κατερίνα: Η εικόνα της σήριγγας και όλο αυτό το κομμάτι σκοτεινιάζει λίγο την πραγματικότητα. Το σκοτάδι υπάρχει αλλά πρώτα από όλα είναι προσωπικό τους. Μπορεί να είναι λειτουργικοί, να έχουν οικογένεια αλλά ταυτόχρονα να βιώνουν το σκοτάδι. Η χρήση πλέον υπάρχει παντού. Στο σπίτι μας, στο διπλανό μας σπίτι. Εγώ το ΚΕΘΕΑ θα το παρομοίαζα, όπως έκανε και ένας φίλος μου από την παρέα των Παράλληλων Γονιών, ως τη στιγμή που πνιγόμουν, κάποιος μου έδειξε την ακτή. Εκεί που ένιωθες ότι βυθίζεσαι, τότε έρχεται το ΚΕΘΕΑ και σου δείχνει ότι υπάρχει λύση, υπάρχει ελπίδα.
Μαριάννα: Πριν το ΚΕΘΕΑ απέφευγα να κοιτάξω στα μάτια τον σύντροφό μου, τον αδερφό μου. Εγώ, λοιπόν, θα έβαζα δύο ανθρώπους να κοιτιούνται στα μάτια. Αυτή η καθαρότητα, αυτή η επικοινωνία, η ειλικρίνεια και η αμεσότητα θα μπορούσε να αποτυπωθεί με έναν τέτοιον τρόπο στο δικό μου το μυαλό.
Μίνα: Τον χώρο που βρήκα εδώ θα τον παρομοίαζα με ένα μονοπατι, δύσβατο μεν αλλά ένα μονοπάτι που τελικά οδηγεί στο φως. Το έζησα το σκοτάδι, υπήρξε μέσα στο σπίτι μου. Το ΚΕΘΕΑ και η ΔΙΑΒΑΣΗ ήρθαν απλά και μου έδειξαν ότι με πολλή προσπάθεια, κάπου εκεί στην άκρη υπάρχει το φως.
Μυρτώ: Υπάρχουν βέβαια τα σοκάκια, υπάρχουν οι σκοτεινοί δρόμοι και οι σήριγγες. Υπάρχουν και μας απασχολούν. Κάνουμε δράσεις σε αυτούς ακριβώς τους χώρους. Είμαστε εδώ και είμαστε και γι’αυτούς τους ανθρώπους. Το θέμα είναι ότι πια τα ναρκωτικά δεν είναι αυτό μόνο. Πλέον τα ναρκωτικά αφορούν και πολύ φωτισμένους χώρους, λαμπρά πρόσωπα και την υψηλή κοινωνία.
Παρασκευή: Είναι εικόνες που αποτρέπουν να ονοματίσουν, να κάνουν την παραδοχή ότι ο δικός μου άνθρωπος έχει πρόβλημα. Θεωρούμε ότι το πρόβλημα είναι εκεί και όχι στο σπίτι μου. Βεβαίως υπάρχει. Αυτό είναι όμως ένα ποσοστό και δεν είναι καν το μεγαλύτερο. Χρήστες υπάρχουν παντού. Μπορεί να είναι μάλιστα καταξιωμένοι στον χώρο τους. Μπορεί να είναι φοιτητές. Το θέμα της χρήσης, λοιπόν, δεν είναι μόνο εκεί. Δεν είναι μόνο στα σκοτεινά σοκάκια. Δεν αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο.

Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της Κυβέρνησης

 Αποτέλεσμα εικόνας για κυβέρνηση Κυρ. Μητσοτάκη Με μια Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) που προωθήκε στο Τεύχος A’ 145/30.09.2019, ορίζεται η αλλαγή του τρόπου σύνθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΕΘΕΑ που μέχρι τώρα οριζόταν μετά από εκλογή των ίδιων των μελών του ΚΕΘΕΑ. Σύμφωνα με την ΠΝΠ πλέον ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και πέντε τακτικά μέλη δεν εκλέγονται αλλά διορίζονται από το Υπουργείο Υγείας. 

Ταυτόχρονα, παύει η άμισθη και εθελοντική σύνθεση του Συμβουλίου και αντικαθίσταται με την έμμισθη πλήρη απασχόληση του Πρόεδρου και την πλήρη ή μερική του Αντιπροέδρου και των μελών. Αυτή η αλλαγή σύμφωνα με τον Υπουργείο γίνεται για τη διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του οργανισμού, “χωρίς να μειωθεί ούτε ένα ευρώ από την επιχορήγησή του”.

Το επίμαχο άρθρο το βρίσκουμε στο ΦΕΚ ως εξής: “Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και πέντε (5) τακτικά μέλη διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, και πρέπει να είναι καταξιωμένα και αναγνωρισμένα πρόσωπα του οικονομικού και επιστημονικού χώρου του ιδιωτικού τομέα ή της δημόσιας διοίκησης που μπορούν με τις γνώσεις και την πείρα τους να συμβάλλουν αποτελεσματικά στην επίτευξη των σκοπών του οργανισμού”.
Το Υπουργείο επιμένει να διαβεβαιώνει πως δεν θα αλλάξει τίποτα ως προς την ίδια τη λειτουργία και την ευαίσθητη αποστολή του ΚΕΘΕΑ. Παρόλα αυτά, τα μέλη του Κέντρου αλλά και η Αντιπολίτευση, εκφράζουν τις έντονες διαφωνίες τους με το περιεχόμενο της ΠΝΠ και με την απουσία οποιουδήποτε διαλόγου πριν τη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Γιατί έγινε αυτή η αλλαγή και γιατί θεωρεί το ΚΕΘΕΑ ότι δεν του ταιριάζει;
Παρασκευή: Κανείς επισήμως δεν μας έχει απαντήσει γιατί γίνεται αυτή η αλλαγή. Αυτό έχει παραξενέψει πολύ κόσμο και όχι μόνο του ΚΕΘΕΑ. Γιατί να μπούμε και εμείς σε μια ΠΝΠ. Δεν υπήρξε ποτέ θέμα χρηστής διοίκησης. Δεν έχει ακουστεί τίποτα. Έλεγχοι γίνονται συνεχώς και ούτως ή άλλως. Δύο άτομα του Συμβουλίου ήταν ούτως ή άλλως από το Υπουργείο. Το δικό μας Διοικητικό Συμβούλιο εκλεγόταν από το προσωπικό, τους ανθρώπους που ήταν προς το τελείωμα της θεραπείας τους και τους Συλλόγους Γονέων. Εξέλεγαν ανθρώπους που ήταν κοντά μας, ανθρώπους που είχαν την ίδια φιλοσοφία με μας ως προς την εξάρτηση μόνο. Δεν εννοώ πολιτικά. Στα Διοικητικά μας Συμβούλια, έμπαιναν άνθρωποι από διάφορα κόμματα και πολιτικούς χώρους. Με την αλλαγή του διοικητικού μοντέλου, χάνουμε τη δυνατότητα να πούμε όχι σε διάφορους ανθρώπους που μπορεί να μην ταιριάζουν μαζί μας. Καταλαβαίνω γιατί είναι δύσκολο να το καταλάβεις, αν είσαι έξω από αυτό. Η ίδια η κοινοτική λειτουργία του ΚΕΘΕΑ είναι δύσκολα κατανοήσιμη. Δεν μπορούμε να το δώσουμε με έναν καλύτερο τρόπο. Είμαστε ανοιχτοί να έρθουν να μας γνωρίσουν, να καταλάβουν τι πρεσβεύουμε. Νιώθουμε ότι δεν έχουμε τίποτα δικό μας, αν δεν το δώσουμε πίσω.
Με αυτή την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, χάνουμε και το προνόμιο να είμαστε χώρα-σύμβουλος του ΟΗΕ για ζητήματα ναρκωτικών. Έχουν στείλει επιστολές διεθνείς οργανισμοί και επιστήμονες. Δεν μπορεί μια χώρα να είναι σύμβουλος, αν έχει ένα κομμάτι κρατικού μοντέλου στην απεξάρτηση.
Αλίκη:  Όπως είπες πριν πολύ εύστοχα, στο ΚΕΘΕΑ δίνουμε ρόλους. Δίνουμε ρόλους στους εξαρτημένους που μπορεί να μην τους είχαν καν φανταστεί. Ακριβώς γιατί το κοινωνικό στίγμα τους τοποθετεί σε μια θέση που είναι λίγο περιθωριακή. Από μόνο του το γεγονός ότι οι θεραπευόμενοι στο ΚΕΘΕΑ -από κάποιο σημείο της θεραπείας τους και μετά- εκλέγουν το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο, είναι ένας ρόλος ακόμα που αποκτούν, μια ευθύνη που είναι πάρα πολύ σημαντική. Αυτό θα χαθεί με έναν τέτοιο τρόπο. Τον έλεγχο πάντως τον έχουμε ήδη. Ελεγχόμαστε κάθε χρόνο από ορκωτούς λογιστές, τα οικονομικά του είναι ανοιχτά και δημοσιευμένα. Δεν υπάρχει καμία τρύπα όλα αυτά τα χρόνια.
Μίνα: Ο έμμισθος σταματάει πρώτα από όλα να είναι εθελοντής. Μιλάω τώρα ως εθελόντρια από το 2014. Ο εθελοντισμός στηρίζεται ακριβώς πάνω σε αυτό. Στο να θες να είσαι εκεί. Ο εθελοντισμός βέβαια σου δίνει και πράγματα. Δεν σου παίρνει μόνο. Σου δίνει. Το να διορίζονται άνθρωποι, το νιώθω τελείως ξένο με τη λειτουργία του ΚΕΘΕΑ. Νιώθω ότι δεν ταιριάζει εδώ. Εδώ έχουμε όλοι ρόλους: είτε είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, είτε είμαστε θεραπευτές, εθελοντές. Σε όποια βαθμίδα και να είμαστε, μετράει η γνώμη μας το ίδιο. Είναι απίστευτα σημαντικό αυτό. Δυστυχώς, φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνεται με ένα έμμισθο Διοικητικό Συμβούλιο.
Κατερίνα: Ως προς αυτό που λένε για τη χρηστή διοίκηση θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Χθες είχα Γραμματεία. Πήρε, λοιπόν, η Αλική έναν φάκελο και τον καταγράψαμε. Ακόμα και αυτόν. Δύο χαρτιά φωτοτυπίας χρησιμοποιούμε και τα καταγράφουμε και αυτά. Μου έκανε τεράστια εντύπωση αυτή. Αν δεν μπεις εδώ μέσα, αν δεν παρακολουθήσεις τι γίνεται στο πρόγραμμα εδώ, στις δομές, δεν μπορείς να το καταλάβεις. Βλέπω ότι χάνεται η ουσία του ΚΕΘΕΑ. Ίσως η λογική τους πηγαίνει περισσότερο στην ελεγχόμενη χρήση, στο υποκατάστατο και όχι στο στενό πρόγραμμα. Έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ. Και μιλάω ως γονιός. Για ποιον λόγο δεν ξέρω. Αλήθεια. Απλά ανησυχώ και δεν καταλαβαίνω γιατί να αλλάξει η πολιτική του ΚΕΘΕΑ αφού προσφέρει τόσο πολλά. Σε καθημερινό επίπεδο....

                                                                                                    Πηγή: oneman.gr

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Όσο κυλάει το δηλητήριο μέσα μας: Συνέντευξη απεξαρτημένου χρήστη ναρκωτικών...


Σε συνέχεια του θέματός μας, που αναπτύχθηκε στην προηγούμενη ανάρτηση, ακριβώς από κάτω,με τον τίτλο Βιοαφήγηση τοξικοεξαρτημένου για μία ζωή χωρίς ελπίδες και όνειρα, παρουσιάζουμε σήμερα μία ακόμα συγκλονιστική ιστορία ζωής από το πολύτιμο εγκληματολογικό υλικό του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη Μαγγανά.

Να σημειωθεί ότι η εργασία υπό τον τίτλο  «Η ΧΡΗΣΗ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ», εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Εγκληματολογία» για το ακαδημαϊκό έτος 2018-19, στο μάθημά του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Α. Μαγγανά, με τίτλο «ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΘΕΝΤΩΝ», από τον κ. Θωμά Πεσλή.
Ο κ. Πεσλής αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην εισαγωγή του: «Στην παρούσα εργασία κρίθηκε σκόπιμο να πραγματοποιηθεί μία συνοπτική εξέταση για το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης και της διαδικασίας απεξάρτησης. Για τον σκοπό αυτό δεν επιλέχθηκε η βιβλιογραφική ανασκόπηση αλλά κρίθηκε σκοπιμότερο να πραγματοποιηθεί μία συνέντευξη ατόμου, το οποίο ήταν χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών και τελικά κατόρθωσε να απεξαρτηθεί. Συγκεκριμένα επιλέχθηκε αυτού του είδους η προσέγγιση του ζητήματος των ναρκωτικών, καθώς θεωρήθηκε ότι είναι πιο ωφέλιμο να παρουσιασθούν κάποια γεγονότα και κάποιες καταστάσεις που σχετίζονται με την εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες και την απεξάρτηση από αυτές, από ένα άτομο που βίωσε αυτές τις εμπειρίες το ίδιο και έτσι να καταφέρουμε να προβούμε σε κάποια συμπεράσματα.
Η παρούσα συνέντευξη έχει ακολουθήσει τη γραμμική ανάπτυξη, καθώς ο συνεντευξιαζόμενος ξεκινά χρονολογικά από την παιδική του ηλικία, στη συνέχεια κάνει λόγο για το πώς ξεκίνησε τη χρήση των ναρκωτικών ουσιών και ακολούθως μιλά για το στάδιο της απεξάρτησής του, μέχρι και την τωρινή του κατάσταση. Ο συνεντευξιαζόμενος είναι ένα άτομο, το οποίο γνωρίζω προσωπικά εδώ και πολλά χρόνια, ανήκει στο φιλικό μου περιβάλλον και πολλές φορές μου έχει διηγηθεί ιστορίες και παρόμοια περιστατικά και συμβάντα από την ζωή του. Ο […] είναι 40 ετών, ενώ ήταν χρόνια χρήστης και εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες και κυρίως από την ηρωίνη. Συγκεκριμένα ξεκίνησε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών στην ηλικία των δεκαπέντε με δεκαέξι ετών, ενώ από τα δεκαεννέα και μετά ξεκίνησε να κάνει συστηματική χρήση ηρωίνης. Έκανε πολλές προσπάθειες να απεξαρτηθεί και το κατόρθωσε τελικά πριν από δέκα χρόνια».
Μέσα από τις περιγραφές του συνεντευξιαζόμενου, διαπιστώνουμε τον εφιαλτικό κόσμο στον οποίο καταλήγει το εξαρτημένο από ουσίες άτομα αλλά και τον Γολγοθά στον οποίο αναγκαστικά μπαίνει και η οικογένεια του εξαρτημένου ατόμου. Αν και ο συνεντευξιαζόμενος εξαρχής αναφέρεται σε πολύ «κακές σχέσεις» με τον πατέρα του, βλέπουμε στην πορεία ότι υπάρχει ένα νοιάξιμο, με τον πατέρα να αναζητά τον γιο στις πιάτσες των ναρκωτικών, να βγαίνει ο ίδιος να αγοράσει τη δόση από τον τρόμο για το τι μπορεί να πάθει ο γιος του, να τον κλειδώνει στο σπίτι και να του δίνει χρήματα για να μη κλέψει για τη δόση. Ασφαλώς, με κανέναν από αυτούς τους τρόπους δεν μπορεί ο γονιός να βοηθήσει το παιδί του, όπως τονίζουν οι ειδικοί επιστήμονες, αλλά τελικά οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι η απουσία ενδιαφέροντος των γονέων που επιτείνει το πρόβλημα, αλλά -θα λέγαμε- η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας, η αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων -και το κυριότερο- η αδυναμία διαχείρισης κρίσεων μέσα στην οικογένεια την περίοδο που αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα αξιοσημείωτα προβλήματα. Όλα αυτά τα στοιχεία προκαλούν, με τη σειρά τους, σοβαρές δυσλειτουργίες στους κόλπους της οικογένειας (έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στην έννοια των «δυσλειτουργικών οικογενειών» ) που, ιδίως στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας η οποία υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς, πρέπει να διερευνηθούν περισσότερο και να αναζητηθούν πιο αποτελεσματικές λύσεις.
Είναι αναγκαία η έγκαιρη παρέμβαση, καθώς ειδικά στην περίοδο της εφηβείας ο νέος θέλει να ξεπεράσει τα όρια, να δοκιμάσει τις προσωπικές του αντοχές, είναι ριψοκίνδυνος, έχει άγνοια κινδύνου και δύναται να οδηγηθεί στα άκρα. Επομένως, σε αυτή την ήδη δύσκολη περίοδο της ζωής, με τις σωματικές αλλαγές και τις έντονες ψυχικές διακυμάνσεις που υφίσταται, εάν οι γονείς αδυνατούν να διαχειριστούν με τρόπο αποτελεσματικό τις εντάσεις και οι καταστάσεις που βιώνονται στο σπίτι εκτροχιάζονται, είναι σκόπιμο οι γονείς να απευθυνθούν σε έναν ειδικό, να ζητήσουν βοήθεια και στήριξη, εγκαίρως, ώστε να μη χάσουν το παιδί τους σε δρόμους αδιέξοδους.
Δυστυχώς, όπως διαπιστώνεται, όταν πια ο νέος οδηγηθεί στα σκοτεινά μονοπάτια των εξαρτήσεων, είναι πολύ πιο δύσκολο να βγει, γιατί «αιχμαλωτίζεται» όχι μόνο το κορμί αλλά κυρίως το μυαλό. Συνεπώς, είναι πολύ σημαντικό να ενισχυθεί η πρόληψη κατά των εξαρτήσεων και βέβαια να δοθεί πολύ μεγάλη έμφαση στην προστασία της ανηλικότητας, γιατί ο «κόσμος των εξαρτήσεων» είναι μία από τις μεγαλύτερες φυλακές της ψυχής, όπως συμπεραίνουμε και από τα λόγια του συνεντευξιαζόμενου: «Μακάρι να μην το ζήσει αυτό κανείς,  γιατί όταν τελειώσει αυτό το συναίσθημα έρχονται άλλα πολύ χειρότερα […]. Δεν έχεις όρεξη να βγεις έξω, να πας μία βόλτα, να δεις τους φίλους σου, να κάνεις το οτιδήποτε άλλο, ακόμα και να βρεις μία κοπέλα ή να κάνεις σεξ. Όχι, όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, δεν θες τίποτα άλλο και ειδικά άμα μάθεις την πρέζα. Σε νοιάζει μόνο να πίνεις, να πίνεις και να πίνεις. Μπορείς να έχεις μόνο πρέζα κι ας μην έχεις και φαΐ; Ε, τότε είσαι καλά. Η μόνη σου σκέψη και η μόνη σου έγνοια είναι πότε θα έρθει η ώρα για να πιείς.
Όταν κυλάει μέσα σου το φαρμάκι, δεν θες τίποτα άλλο».
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
  • Καλησπέρα [..]. Θα ήθελα αρχικά να σε ευχαριστήσω που δέχθηκες να μου δώσεις αυτήν τη συνέντευξη, προσφέροντας έτσι την ευκαιρία σε μένα αλλά και σε άλλους συμφοιτητές μου να πληροφορηθούμε για ένα θέμα που απασχολεί έντονα την κοινωνία, την τοξικοεξάρτηση, μέσα από τις εμπειρίες ενός ανθρώπου που το βίωσε όλο αυτό και κατάφερε να απεξαρτηθεί. Εάν σου κάνω κάποια ερώτηση που θα σε φέρει σε δύσκολη θέση ή που δεν θέλεις να μου απαντήσεις, να μου το πεις, όπως επίσης κι αν οποιαδήποτε στιγμή νιώσεις άβολα, να μου το πεις και να μη συνεχίσουμε. Εγώ θα ήθελα, αν μπορείς να σταθείς λίγο στο πώς πέρασες στη χρήση αυτών των ουσιών, το στάδιο δηλαδή αυτό της ζωής σου. Επιπλέον, να μου πεις εάν εσύ θεωρείς ότι ευθύνεται περισσότερο κάτι, κάποιο γεγονός ή περιστατικό ή κάποιο άτομο, που ξεκίνησες τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και τέλος να σταθείς περισσότερο στο στάδιο της απεξάρτησής σου, αν αυτό ήταν κάτι εύκολο, αν δυσκολεύτηκες, αν σε βοήθησε κάτι συγκεκριμένο και γενικά κατά πόσο αυτό είναι εφικτό και εύκολο για έναν χρόνιο χρήστη.
Καλησπέρα Θωμά. Νιώθω τιμή και χαρά που μπορώ να περιγράψω την ιστορία μου. Μην αγχώνεσαι, μπορώ να συζητήσω άνετα για το θέμα αυτό, το ξέρεις, και δεν έχω θέμα να σου απαντήσω σε ό,τι και αν με ρωτήσεις. Το έχω αποδεχτεί τελείως, είναι ένα κομμάτι της ζωής μου που μισώ και απεχθάνομαι, που δεν ξεχνώ όμως. Εγώ όσες φορές διηγούμαι την ιστορία μου θέλω να δείχνω από τη μία τις τρομερές συνέπειες των ναρκωτικών και να αποτρέπω όποιον μπορώ από το να κάνει κάτι παρόμοιο και από την άλλη θέλω να δείχνω πόσο δυνατοί είμαστε και πως άμα θέλουμε πραγματικά μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα, όσο δύσκολα και αν είναι. Και εγώ περισσότερο θέλω να σταθώ στην απεξάρτησή μου και να σου πω τι με βοήθησε και πώς τα κατάφερα. Πάνε περίπου δέκα χρόνια που έχω απεξαρτηθεί και πλέον είμαι λειτουργικός, δουλεύω κανονικά και συζώ με τη γυναίκα που αγαπώ. Σίγουρα η απεξάρτηση δεν είναι κάτι εύκολο, αλλά τα κατάφερα, γι’ αυτό σου είπα ότι είμαστε πολύ δυνατοί κι εάν πραγματικά θέλουμε μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Θα ξεκινήσω βέβαια να σου πω κάποια πράγματα για μένα και πώς οδηγήθηκα στα ναρκωτικά και θα φτάσω και στην απεξάρτηση.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα […] και συγκεκριμένα [αναφορά στην περιοχή] με τους δύο μου γονείς [ακριβή αναφορά στην οικογένεια]. Μικρός τον περισσότερο χρόνο τον περνούσα με την μητέρα μου, η οποία δεν δούλευε, ενώ ο πατέρας μου ήταν [αναφορά στο επάγγελμα πατέρα] και συνήθως έλλειπε τα πρωινά από το σπίτι. Τον πατέρα μου θα τον χαρακτήριζα ως ιδιαίτερα καταπιεστικό και αυταρχικό. Είχε το στιλάκι του στρατού, «θα κάνετε ό,τι πω εγώ», συνεχώς αυτό που έκανε ήταν να απαγορεύει και να διατάζει και γενικά αρπαζόταν εύκολα. Η μητέρα μου, από την άλλη, ήταν ένα άβουλο ον, ποτέ δεν έπαιρνε θέση για τίποτα, ό,τι και αν ήταν αυτό. Από μικρός που ήμουν θυμάμαι τον πατέρα μου να μου φωνάζει, να μου απαγορεύει να κάνω πράγματα, να νευριάζει, να με τιμωρεί. Κάποιες φορές με χτύπαγε κιόλας, δεν με έκανε μαύρο στο ξύλο αλλά το χέρι του θα το σήκωνε να μου δώσει καμία. Και εγώ από την άλλη δεν ήμουν ένα ήρεμο παιδί γενικά, ήμουν ζωηρός – εξάλλου παιδί ήμουν. Ήθελα να παίξω, να κάνω πράγματα και δεν είχα κάποιον να ασχοληθεί σοβαρά μαζί μου. Όσο μεγάλωνα, οι τσακωμοί και οι διαφορές με τον πατέρα μου γίνονταν όλο και μεγαλύτεροι. Θυμάμαι καθημερινά να τσακωνόμαστε και να βριζόμαστε και συχνά να με αποκαλεί «άχρηστο», αλλά και όταν δεν με αποκαλούσε αυτό μου έδειχνε ότι νιώθει για μένα με τον τρόπο του. Καλός μαθητής δεν ήμουν, όχι. Δεν ασχολούμουν καθόλου με τα μαθήματά μου και να σου πω την αλήθεια κανείς από τους γονείς μου δεν με έκανε από μικρό να ασχοληθώ με αυτά. Παρ’ όλα αυτά όσο μεγάλωνα, όλο και μου «χτύπαγαν» τους χάλια βαθμούς που είχα.
Στα δεκαπέντε με δεκαέξι μου άρχισα να κάνω την επανάστασή μου. Έφευγα από το σπίτι τα απογεύματα και πολλές φορές γυρνούσα αργά το βράδυ, παρά τους άγριους τσακωμούς με τον πατέρα μου. Η παρέα μου ήταν διάφορα παιδιά της περιοχής στην ηλικία μου, αλλά και μεγαλύτερα. Γυρνούσαμε θυμάμαι [αναφορά σε περιοχή], κάναμε βόλτες με μηχανάκια, καθόμασταν μέχρι αργά στις πλατείες και πίναμε, τσακωνόμασταν με άλλες παρέες και γενικά δεν θα μπορούσα να πω πως ήμασταν τα καλύτερα παιδιά. Όχι, δεν κάναμε χοντρά πράγματα, αλλά γενικά νομίζαμε ότι εμείς είμαστε και άλλος κανείς, ήμασταν αντιδραστικοί, μιλούσαμε άσχημα, δεν δείχναμε σε κανέναν σεβασμό και όποιος αντιδρούσε μπορεί να άρπαζε και μερικές. Όπως είπα, πολλές φορές μαζευόμασταν σε πλατείες και πίναμε μπύρες συνήθως, ενώ όλοι μας σχεδόν είχαμε αρχίσει και καπνίζαμε. Κάποια μέρα από αυτές ένας από την παρέα έβγαλε ένα τσιγάρο… και δεν μιλώ για κανονικό τσιγάρο. Όλοι με τη μαγκιά που είχαμε τότε, θέλαμε να δοκιμάσουμε, όπως και κάναμε. Το θεωρούσαμε μεγάλη μαγκιά τότε βλέπεις και το τσιγάρο και το ποτό, πόσο μάλλον αυτό. Από τότε δύο με τρείς φορές τη βδομάδα όλα τα παιδιά δίναμε κάτι από το χαρτζιλίκι μας στους μεγαλύτερους που είχαν πρόσβαση και μας έφερναν λίγο μαύρο και καπνίζαμε. Εκείνη την περίοδο θυμάμαι σπίτι γινόταν χαμός. Τσακωνόμουν κάθε μέρα πολύ άσχημα με τον πατέρα μου, με απειλούσε ότι δεν θα με άφηνε να μπω στο σπίτι ή και ότι θα με έδιωχνε. Το μόνο που έκανε ήταν συνεχώς να μου φωνάζει. Εμένα όμως δεν με ένοιαζε τίποτα. Είχα την παρέα μου και περνούσα τέλεια και δεν υπολόγιζα τίποτα, ούτε άμα γυρίσω αργά ή λιώμα και σκοτωθώ με τον πατέρα μου, ούτε αν βγω, ενώ μου έχει πει να μην το κάνω, ούτε να ανοίξω έστω και λίγο ένα βιβλίο. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν η παρέα μου.

Μόλις ήρθε η ώρα να πάω στο Λύκειο, αφού δεν ξέρω καν πώς τελείωσα το Γυμνάσιο, ο πατέρας μου μού είπε, αφού δεν τα παίρνω έτσι και αλλιώς, να πάω στο νυχτερινό Λύκειο ή στο ΕΠΑΛ και να πάρω μία ειδικότητα, ενώ παράλληλα να δουλεύω σε μία δουλειά το πρωί και να μη γυρίζω όλη μέρα στους δρόμους. Εγώ φυσικά και δέχτηκα, αφού γενικά το σχολείο δεν με ενδιέφερε καθόλου και όσον αφορά τη δουλειά σκέφτηκα ότι θα έχω και ένα χαρτζιλίκι να είμαι πιο άνετος.
Εκείνη ήταν και η εποχή που έχασα τελείως τον δρόμο μου. Στην αρχή έπιασα δουλειά ως [αναφορά στη δουλειά του]. Ξεκίνησα να πηγαίνω κανονικά στην αρχή για δουλειά το πρωί και το βράδυ σχολείο και ο πατέρας μου ήταν πλέον πιο ήσυχος καθώς νόμιζε ότι πια δεν γύρναγα άσκοπα κάνοντας αλητείες, όπως έλεγε. Έλα όμως που αυτό δεν κράτησε για πολύ. Εγώ, εκμεταλλευόμενος την όλη κατάσταση, μπορούσα να αλωνίζω πλέον ελεύθερος. Στη δουλειά δεν ήμουν τυπικός καθόλου, έπαιρνα το μηχανάκι και χανόμουν, πήγαινα βόλτες, για καφέ και το αφεντικό μου απειλούσε πως θα με διώξει αλλά εμένα δεν μου καιγόταν καρφί. Στο σχολείο δεν πήγαινα σχεδόν καθόλου και όταν πήγαινα αράζαμε απ’ έξω με την παρέα μου. Εκείνη την εποχή ξεκινήσαμε να ξεφεύγουμε, ενώ οι καινούργιες μου παρέες ήταν περισσότερο μέσα στα κόλπα. Πλέον το τσιγαριλίκι ήταν η καθημερινότητά μας, ενώ σιγά σιγά ξεκινήσαμε να δοκιμάζουμε και διάφορα χάπια και τριπάκια, LSD κυρίως, μπούμπλε και διάφορα άλλα. Τα χάπια ήταν διαφορετικά από το χασίς, μας έστελναν τελείως και ήμασταν μόλις παιδιά. Μαζευόμασταν, πηγαίναμε σε πάρτι ή σε διάφορα κλαμπ κυρίως [αναφορά σε περιοχή] και πίναμε αλκοόλ, κάναμε χασίς και παίρναμε χάπια… όλα μαζί.
Τα πράγματα γρήγορα έγιναν χειρότερα. Στη δουλειά σταμάτησα να πηγαίνω, ενώ την τελευταία φορά που πήγα κράτησα τα λεφτά του ταμείου και απλά δεν ξαναπάτησα, ενώ στο σχολείο δεν ξαναπήγα.
Οι γονείς μου με έβλεπαν συνεχώς να γυρίζω κομμάτια στο σπίτι και οι καβγάδες ήταν μεγάλοι. Για τη δουλειά δεν τους είχα πει. Ο πατέρας μου έφευγε νωρίς από το σπίτι και δεν έβλεπε αν σηκωνόμουν να πάω στη δουλειά, που του έλεγα ότι πάω, ενώ στη μάνα μου της έλεγα ότι τα έχω κανονίσει με το αφεντικό και να μην πει τίποτα στον πατέρα μου γιατί θα γίνει χαμός. Όλο αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ. Ο πατέρας μου έμαθε από το αφεντικό μου τι είχα κάνει και σπίτι έγινε χαμός. Με χτύπησε, με έβριζε, με ρωτούσε που έχω μπλέξει και γυρίζω κάθε βράδυ μεθυσμένος… και πού να ήξερε ότι δεν ήμουν απλά μεθυσμένος… και φώναζε στη μάνα μου που με καλύπτει. Εκείνο το βράδυ θυμάμαι έφυγα και δεν γύρισα καν σπίτι, πράγμα το οποίο ξεκίνησα να κάνω όταν τσακωνόμασταν άσχημα, πολύ συχνά δηλαδή.
Εκείνη την εποχή πραγματικά δεν με σταματούσε πλέον τίποτα, το μόνο που ήθελα ήταν να βγω να πιώ, να κάνω μαύρο και αν υπάρχει και κανα χάπι. Επειδή ο πατέρας μου δεν μου έδινε συχνά χαρτζιλίκι λόγω της όλης κατάστασης, έκανα και κάποιες περιστασιακές δουλείες, όπως [αναφορά σε δουλειά], αλλά γενικά πουθενά δεν καθόμουν, αφού ήθελα να είμαι ελεύθερος. Κάθε βράδυ πλέον γυρνούσαμε [αναφορά σε περιοχές]. Εκεί βρίσκαμε ό,τι θέλαμε.
Ένα βράδυ από αυτά θυμάμαι να φεύγουμε από [αναφορά σε περιοχή], μαζί με δύο φίλους μου, έχοντας ψωνίσει κάνα δυο τσιγάρα και λίγα χάπια, και θα πηγαίναμε να βρούμε την υπόλοιπη παρέα. Τότε πέρασε μπροστά μας ένα περιπολικό και σταμάτησε και βγήκαν δύο μπάτσοι – έτσι μιλάω εγώ μη με παρεξηγείς. Μας πλησίασαν και μας ρώτησαν πού πάμε και τι κάνουμε. Εμείς όλο μαγκιά αλλά και με φόβο, αφού ξέραμε τι έχουμε πάνω μας, είπαμε ότι πάμε μία βόλτα. Τότε οι μπάτσοι μας πήραν τις ταυτότητές μας και μας έψαξαν. Εγώ έτρεμα, γιατί στην τσέπη του μπουφάν μου είχα αυτά που είχαμε αγοράσει. Όταν έβαλε τα χέρια του ο μπάτσος μέσα, τα βρήκε και μου είπε τι είναι αυτά ρε μαλ…, δίνοντάς μου ένα κατακέφαλο που ακόμα το θυμάμαι. Τότε μας έβαλαν χειροπέδες και μας έβαλαν στο περιπολικό. Όσο ήμασταν στο περιπολικό, μας έλεγαν ότι θα πάμε στο Τμήμα και αύριο στον Εισαγγελέα και πως θα τιμωρηθούμε πολύ αυστηρά γι’ αυτά που είχαμε και εμείς και οι γονείς μας. Θυμάμαι ακόμα πόσο φοβισμένοι ήμασταν όλοι, μας είχε φύγει όλη η μαγκιά που είχαμε ξαφνικά και μυξοκλαίγαμε όλοι, ενώ παρακαλάγαμε τους μπάτσους να μας αφήσουν και λέγαμε ότι δεν θα το ξανακάνουμε. Εγώ μάλιστα αυτό το έλεγα κι από μέσα μου, έλεγα ότι αν ξεμπλέξω από αυτό δεν θα ξανακάνω τέτοια μαλ…, είχα χ… πάνω μου.
Μετά από λίγο ο μπάτσος σταμάτησε κάπου σε μία ερημιά και μας κατέβασε κάτω, ενώ εμείς ήμασταν όλοι τρομοκρατημένοι γιατί δεν ξέραμε τι θα γίνει. Τότε αυτός που με είχε χτυπήσει ρώτησε αν αυτά που είχα πάνω μου ήταν μόνο δικά μου. Εγώ δεν μίλησα, ακόμα και αν αυτά δεν ήταν μόνο δικά μου, δεν μίλησαν όμως και οι άλλοι. Τότε αυτός μας κοίταξε και μας ρώτησε πόσο χρονών είμαστε και εμείς του είπαμε ότι είμαστε από δεκαέξι μέχρι δεκαοχτώ. Αυτός μας είπε ότι σε τέτοια ηλικία θα έπρεπε να κοιτάμε τα μαθήματά μας, να γυμναζόμαστε και να έχουμε καμιά γκόμενα και όχι να κάνουμε αυτές τις μαλ… και άρχισε να μας λέει ότι αν ξεκινήσαμε από τόσο μικροί αυτά αν συνεχίσουμε θα καταστραφούμε.
Στη συνέχεια μας ρώτησε ποιος μας τα πουλάει αυτά. Επέμενε να του πούμε για να τον κανονίσει, όπως έλεγε, τον μαλ… που δίνει τέτοια πράγματα σε μικρά παιδιά, αλλά εμείς του λέγαμε συνεχώς πως δεν τον ξέρουμε και ότι πρώτη φορά αγοράσαμε. Αυτός φυσικά και δεν μας πίστεψε αλλά ξαφνικά μας λέει: «κοιτάξτε να δείτε τι θα γίνει. Θα σας τη χαρίσω και θα σας αφήσω να φύγετε, γιατί είστε μικρά παιδιά και δεν είναι καλό να μπλέξετε με τέτοιες ιστορίες και θέλω να πιστεύω πως από εδώ και πέρα θα σταματήσετε να κάνετε αυτές τις μαλ… και θα ασχοληθείτε με άλλα πράγματα. Πρώτη και τελευταία φορά, άμα σας ξαναβρώ με τέτοια πράγματα δεν θα σας τη χαρίσω ξανά».
Εμείς τότε του είπαμε «ναι, ναι» και αρχίσαμε να δίνουμε το λόγο μας, ενώ αυτός μας είπε « δεν μπορώ να πω ότι σας πιστεύω αλλά αν συνεχίσετε, πιστέψτε με, μία μέρα θα με θυμηθείτε και θα μετανιώσετε που δεν με ακούσατε, αν συνεχίσετε κακό του κεφαλιού σας». Εκείνη την ώρα πήρε αυτά που είχε βρει πάνω μου και τα πέταξε σε έναν υπόνομο, λέγοντας ότι εκεί είναι η θέση τους. Στη συνέχεια μας έβαλε ξανά στο περιπολικό και μας άφησε κοντά στα σπίτια μας, λέγοντάς μας ξανά ότι δεν θα μας την ξαναχαρίσει και να τον ακούσουμε. Εμείς βγήκαμε από το περιπολικό και περπατήσαμε διστακτικά μέχρι να φύγουν, ενώ μόλις έφυγαν κοιταχτήκαμε όλοι μαζί και δεν πιστεύαμε αυτό που είχε γίνει, δεν πιστεύαμε πως την γλυτώσαμε.
Μόλις πέρασε λίγο η ώρα και αφού είχε γυρίσει πάλι η μαγκιά μας, αρχίσαμε να βρίζουμε αυτούς τους μπάτσους, να τους κοροϊδεύουμε και να λέμε συνέχεια τον παλιομ… πέταξε τα πράγματα που είχαμε αγοράσει και είχαμε πληρώσει τόσα λεφτά και ότι τώρα δεν είχαμε τι να κάνουμε. Εγώ ξέχασα ό,τι σκεφτόμουν στο περιπολικό, ότι δηλαδή δεν θα ξαναέκανα κάτι τέτοιο και φυσικά δεν άκουσα αυτόν τον μπάτσο και όπως μας είχε πει τον θυμήθηκα πολλές φορές, πολλές φορές σκέφτηκα ότι τότε θα έπρεπε να είχα σταματήσει και ακόμα το σκέφτομαι και το μετανιώνω.
Ο καιρός περνούσε, λοιπόν, και εμείς μπαίναμε ολοένα και μέσα στα κόλπα, δεν σταματούσαμε πουθενά. Θα ήμουνα 18 περίπου με 19 όταν δοκίμασα πρώτη φορά κοκαΐνη και ηρωίνη. Από τότε ξεκίνησα να κάνω συχνή χρήση ηρωίνης και ένιωθα λες και αυτό το ναρκωτικό είχε φτιαχτεί για μένα. Σιγά σιγά η χρήση έγινε καθημερινή και στη συνέχεια πολλές φορές μέσα στη μέρα. Δεν θα σας πω πολλά πράγματα για την εξάρτησή μου, όχι γιατί δεν θέλω να μιλήσω για αυτή αλλά γιατί θεωρώ πως πάνω κάτω όλοι ξέρουν και πόσο κακό σου κάνουν αυτά τα πράγματα, όλοι έχουν ακούσει ιστορίες και όλοι έχουν δει την κατάντια των ναρκομανών, είναι κάτι γνωστό.
  • Αν μπορείς όμως, πες μας κάποια πράγματα για την εξάρτησή σου και τις εμπειρίες σου το διάστημα αυτό, καθώς πιστεύω ότι είναι διαφορετικό τα όσα ακούει ή βλέπει απλά κάποιος καθημερινά από το να λαμβάνει τις εμπειρίες και τα βιώματα ενός ατόμου που το έζησε όλο αυτό.
Ναι, ναι φυσικά και θα σου πω κάποια πράγματα κι αυτό γιατί θέλω να πω, να δείξω και να τονίσω πόσο άσχημη ήταν η κατάσταση που βίωσα και που πολλοί άλλοι βιώνουν καθημερινά και πόσο κακό σου κάνουν αυτές οι μαλ…. Πιο πολύ όμως θέλω να σταθώ στο κομμάτι της απεξάρτησής μου, στο πόσο δύσκολο ήταν, στο τι με βοήθησε αλλά και στο πόση δύναμη κρύβουμε τελικά μέσα μας και πραγματικά μπορούμε να καταφέρουμε ό,τι θελήσουμε. Όπως σου είπα, λοιπόν, ξεκίνησα από πολύ μικρή ηλικία να κάνω συστηματική χρήση ηρωίνης. Έπαιρνα βέβαια ό,τι σε ναρκωτικό έβρισκα γενικά, αλλά η κύρια χρήση που έκανα ήταν αυτή της ηρωίνης. Στην αρχή την έκανα σνιφαριστή, από τη μύτη, καθώς μου φαινόταν κάπως να τρυπιέμαι, αλλά στη συνέχεια έγινα ο κλασικός πρεζάκιας που τρυπιόμουν παντού, τρυπιόμουν με τον καιρό όπου έβρισκα φλέβα, μέχρι και εκεί που…φαντάζεσαι. Οι γονείς μου άργησαν να το καταλάβουν σχετικά, ήταν εξάλλου στον κόσμο τους και ο πατέρας μου ήξερε μόνο να προκαλεί καβγάδες. Όταν το κατάλαβαν και όταν το έμαθαν έγινε χαμός. Θυμάμαι πιάστηκα στα χέρια με τον πατέρα μου, πλέον σήκωνα και εγώ το χέρι μου και δεν υπολόγιζα τίποτα. Μέρα νύχτα θυμάμαι ξεσηκώναμε τη γειτονιά και όλοι πλέον ήξεραν ότι είμαι ένας πρεζάκιας. Θυμάμαι να γυρνάω λιώμα, να με περιμένει ο πατέρας μου και να πλακωνόμαστε, να φωνάζουμε και να σπάμε όλο το σπίτι, να με βλέπουν οι γείτονες και να με κοιτάνε φοβισμένοι, ξέρεις, όπως κοιτάνε όλοι τους πρεζάκηδες, να κοιμάμαι στα σκαλιά της πολυκατοικίας και να με μαζεύει ο πατέρας μου, να με κλείνει έξω από το σπίτι και εγώ να τα σπάω όλα. Πολλές φορές βέβαια προσπαθούσε να με κλειδώσει μέσα στο σπίτι για να μη βγω και πάρω τη δόση μου. Νόμιζε ότι έτσι θα απεξαρτηθώ. Μάλλον είχε δει πολλές ταινίες. Εγώ το μόνο που σκεφτόμουν πλέον ήταν αυτό, τίποτε άλλο.
Η πρέζα με έστελνε, με ταξίδευε, τα ξέχναγα όλα βλέπεις. Τότε νόμιζα πως είναι η μόνη διέξοδος. Σιγά σιγά ήμουν συνέχεια μαστουρωμένος και ήθελα να νιώθω συνεχώς αυτή την αίσθηση, ένιωθα τέλεια. Όπως σου είπα είχα την αίσθηση ότι αυτό το ναρκωτικό είχε φτιαχτεί αποκλειστικά για μένα, ήταν το ναρκωτικό μου που με έκανε να νιώθω τέλεια […]. Μακάρι να μην το ζήσει αυτό κανείς, γιατί όταν τελειώσει αυτό το συναίσθημα έρχονται άλλα πολύ χειρότερα […]. Δεν έχεις όρεξη να βγεις έξω, να πας μία βόλτα, να δεις τους φίλους σου, να κάνεις το οτιδήποτε άλλο, ακόμα και να βρεις μία κοπέλα ή να κάνεις σεξ. Όχι, όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, δεν θες τίποτα άλλο και ειδικά άμα μάθεις την πρέζα. Σε νοιάζει μόνο να πίνεις, να πίνεις και να πίνεις. Μπορείς να έχεις μόνο πρέζα κι ας μην έχεις και φαΐ; Ε, τότε είσαι καλά. Η μόνη σου σκέψη και η μόνη σου έγνοια είναι πότε θα έρθει η ώρα για να πιείς.
Όταν κυλάει μέσα σου το φαρμάκι, δεν θες τίποτα άλλο. Το εννοώ. Πραγματικά δεν μπορείς να το φανταστείς όλο αυτό. Όταν μάθεις το φαρμάκι αυτό θα είναι η μόνη σου κ…. Ένας πρεζάκιας, ό,τι και να του δώσουν εκείνη την ώρα που θέλει τη δόση του, θα προτιμήσει αυτή. Ας του δώσουν την πιο όμορφη γυναίκα, δεν θα την κοιτάξει καν, ας του δώσουν σπίτια, αμάξια, λεφτά, πολλά λεφτά και από την άλλη του δώσουν μία δόση, αυτός θα πάρει τη δόση, γιατί εκείνη την ώρα το μόνο που σκέφτεται είναι να κυλήσει το φαρμάκι μέσα του. Δεν θα σκεφτεί καν ότι με τα περισσότερα λεφτά θα πάρει περισσότερες δόσεις, όχι, τόσο «καμένος» είναι. Θα πάρει τη μία και θα ταξιδέψει ο μαλ… Και σιγά σιγά θα θες παραπάνω, μεγαλύτερες δόσεις και πιο πολλές μέσα στη μέρα, σιγά σιγά δεν θα σου είναι αρκετή.
Τι θες να σου πω; Για τις συνέπειες; Αν δεν πεθάνεις, θα είσαι πρεζάκιας, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, γιατί μία φορά υγεία δεν έχεις και ούτε φυσιολογικός άνθρωπος είσαι. Γίνεσαι ένας μαλ… 20 κιλά που δεν μπορείς καν να περπατήσεις, μόνιμα είσαι μέσα στη βρομιά, γιατί δεν σε νοιάζει καν να ασχοληθείς με τον εαυτό σου, ακόμα και τα μέσα να έχεις. Μπορεί να κολλήσεις τόσες αρρώστιες και να πεθάνεις γενικά ανά πάσα στιγμή από overdose, από σκάρτο πράμα ή από διαφορές με εμπόρους ή άλλους πρεζάκηδες που σε καθαρίζουν για πλάκα. Εξάλλου ένα πρεζάκι είσαι μόνο. Εγώ αρρώστιες δεν κόλλησα πάλι καλά. Πάλι καλά που όσο μαλ… και να ήμουν και όσο και να ‘χα το μυαλό μου μόνο στην πρέζα δεν χρησιμοποιούσα σύριγγες άλλων, δεν το έκανα ποτέ και άλλαζα κιόλας σύριγγες. Μπορείς να πεις ότι ήμουν μυαλωμένος πρεζάκιας (γελάει).
Πήγα όμως και γύρισα τρεις φορές. Τρεις φορές έπεσα σε κωματώδη κατάσταση και πραγματικά γλύτωσα την τελευταία στιγμή, αφού με μετέφεραν στο νοσοκομείο.Τις δύο φορές μάλιστα με μετέφεραν αστυνομικοί που με βρήκαν σχεδόν πεθαμένο στο πεζοδρόμιο, ενώ την τρίτη φορά κλείστηκα στην τουαλέτα ενός τρένου και με πήραν χαμπάρι όταν σταμάτησε στην [αναφορά στην περιοχή] και με πήγαν πάλι στο νοσοκομείο. Στην [αναφορά στην περιοχή] θυμάμαι μάλιστα είχα συγγενείς και πολύ κοντινούς μάλιστα. Παρ’ όλα αυτά δεν ήρθε κανείς να με μαζέψει ή να έρθει απλά στο νοσοκομείο να δει αν πέθανα ή όχι.
Κανείς από τους συγγενείς δεν με ήθελε, νόμιζαν ότι θα τους κάνω κακό, θα τους κλέψω, θα τους κολλήσω αρρώστιες και γενικά όλα αυτά που νομίζει ο κόσμος για τους χρήστες. Μόνο λίγοι συγγενείς με αντιμετώπιζαν με αγάπη, ένιωθα ότι δεν ντρεπόταν για μένα και δεν με φοβούνταν, με έβαζαν σπίτι τους και δεν έκρυβαν κάθε πράγμα, όπως άλλοι, για να μην τα κλέψω, με αγκάλιαζαν και με φιλούσαν και μου είχα σταθεί πολλές φορές που είχα βρεθεί σε απόγνωση και δεν είχα κανέναν να με στηρίξει, ούτε τους δικούς μου τους γονείς. Μία τέτοια οικογένεια ήταν αυτή του [αναφορά σε συγγενικό πρόσωπο], που παρά το γεγονός μάλιστα ότι ζούσαν σε επαρχία, αντιδρούσαν κάθε φορά που πήγαινα εκεί όπως σας είπα και μου άνοιγαν το σπίτι τους, όπως έκαναν και για τους άλλους συγγενείς, δεν με αντιμετώπιζαν διαφορετικά. Αυτός ο [αναφορά σε συγγενικό πρόσωπο], όταν συνέβη αυτό [αναφορά σε μέρος] κι έμαθε τι έγινε ήταν ο μόνος που έτρεξε να με δει. Ήρθε στο νοσοκομείο, ρώτησε τους γιατρούς για την κατάστασή μου, έμεινε μαζί μου και μετά με πήρε και με πήγε στο σπίτι του, στο σπίτι που έμενε με την κοπέλα του που δεν την ήξερα καν. Το έκανε αυτό χωρίς να σκεφτεί τι θα πει αυτή, πώς θα αντιδράσει, να ντραπεί για μένα κ.λπ..
Ένας πρεζάκιας ήμουν. Έμεινα εκεί μία μέρα, με φρόντισε, μου έπαιρνε συνέχεια να φάω και την επόμενη μέρα μου αγόρασε το εισιτήριο της επιστροφής, μιας που εγώ δεν είχα ούτε δέκα λεπτά πάνω μου, μου πήρε πάλι κάτι να φάω και να πιώ και έβγαλε και μου έδωσε πενήντα ευρώ. Το θυμάμαι σαν τώρα […]. Στην αρχή δεν τα δέχτηκα, ήξερα ότι τα βγάζει δύσκολα πέρα, επέμενε όμως να τα πάρω και έτσι έκανα. Άλλωστε δεν είχα στον ήλιο μοίρα. Μου είπε να προσέχω και ότι δεν ήθελε να βρεθώ ξανά σε αυτή τη φάση. Του είπα ότι θα έκανα προσπάθεια τώρα που θα γυρνούσα να ξεκόψω και απλά όταν γύρισα [αναφορά σε περιοχή] το πενηντάρικο που μου είχε δώσει καταλαβαίνεις που το ξόδεψα όλο. Όταν είσαι στην πρέζα χάνεις τους πάντες, κανείς δεν σε θέλει, ούτε και οι πιο στενοί συγγενείς, μπορεί ούτε και οι γονείς σου, δεν έχεις στην ουσία φίλους, δεν έχεις τίποτα. Κανείς δεν θέλει να συναναστραφεί μαζί σου, όλοι σε φοβούνται, νομίζουν ότι ή θα τους κλέψεις ή θα τους κάνεις κακό ή θα τους κολλήσεις τίποτα και η αλήθεια είναι πως δεν έχουν και πάντα άδικο. Οι φίλοι σου είναι μόνο πρεζάκηδες και αυτοί στην ουσία δεν είναι φίλοι. Θέλω να πω κάτι όμως και μπορεί να σου ακουστεί λίγο οξύμωρο. Μέσα από αυτή τη φάση της ζωής μου κατάφερα να δω ποιοι είναι αυτοί που πραγματικά αξίζουν, ποιοι με αγαπάνε πραγματικά και ποιοι νοιάζονται για μένα και ήταν αυτοί που δεν με εγκατέλειψαν ακόμα και όταν ήμουν σε αυτή την κατάσταση.
  • Να σε ρωτήσω κάτι. Ήσουν χρόνια χρήστης, όπως είπες, λεφτά για τη δόση σου που έβρισκες, αφού δεν δούλευες; Ισχύει αυτό που πιστεύει όλος ο κόσμος ότι ένα εξαρτημένο άτομο θα κάνει τα πάντα για να πάρει την δόση του και ότι θα προβεί εύκολα σε κλοπές ή σε άλλες τέτοιες πράξεις;
Αν ισχύει λέει… Εννοείται ότι ισχύει! Όπως σου είπα, ο πρεζάκιας, ο χρήστης, όπως θες πες τον, το μόνο πράγμα που σκέφτεται είναι η δόση του, τρελαίνεται άμα δεν την πάρει και ναι, είναι ικανός να κάνει πραγματικά τα πάντα για να την πάρει. Και όταν λέω τα πάντα, εννοώ τα πάντα. Ναι, και εγώ είχα κάνει μικροκλοπές, το παραδέχομαι, δεν είχα κάνει τραβηγμένα πράγματα βέβαια. Βλέπεις ο πατέρας μου μπορεί να αντιδρούσε όπως αντιδρούσε αλλά συνήθως μου έδινε κάποια λεφτά, προφανώς για να μην μπλέξω αλλού για να πάρω τη δόση μου. Κάποιες φορές βέβαια δεν μου έδινε τίποτα και δεν με άφηνε καν να γυρίσω σπίτι, τότε ναι, έκανα κάποιες μικροκλοπές. Άσε που ό,τι είχα και δεν είχα το είχα πουλήσει, όπως και πολλά πράγματα από το σπίτι. Επίσης, άλλες φορές, όταν έφευγε ο πατέρας μου, φοβέριζα τη μάνα μου και μου έδινε ό,τι λεφτά είχε. Ο πρεζάκιας θα κάνει τα πάντα, να ξέρεις, για να πάρει τη δόση του και θα βρει τον τρόπο, είναι πολυμήχανος. Θυμάμαι άλλοι, που δεν είχαν και τελείως κανέναν, έκλεβαν κάθε μέρα, μέχρι και ληστείες έκαναν, τους είχαν πιάσει και πολλές φορές αλλά σιγά το πράγμα. Ο πρεζάκιας το μόνο που φοβάται όταν τον πιάνουν είναι το πόσο θα κάτσει μέσα και δεν θα μπορεί να πιεί, αυτό τον τρελαίνει. Οι κοπέλες θυμάμαι γινόντουσαν πόρνες και κάποιοι τις εκμεταλλευόταν πραγματικά για ψίχουλα. Το ίδιο να ξέρεις συνέβαινε και με άντρες χρήστες από κάποιους άλλους που είχαν αυτά τα γούστα. Δεν θα σου πω αναλυτικά τι κάνει κάποιος για να πάρει τη δόση του, γιατί θα μιλάμε μέχρι αύριο. Γενικά μπορεί να κάνει οτιδήποτε μπορείς να φανταστείς για να βρει λεφτά και να πάρει τη δόση του.
Ας μιλήσουμε καλύτερα για την απεξάρτηση, ένα πολύ δύσκολο κομμάτι που οι περισσότεροι το θεωρούν ακατόρθωτο, όπως το θεωρούσα και εγώ. Εγώ προσπάθησα πάρα πολλές φορές να απεξαρτηθώ, πήγα σε πολλά προγράμματα, έκανα προσπάθεια μόνος μου, αλλά πάντα μετά από ένα διάστημα ξανακυλούσα. Αυτό είναι και το δυσκολότερο, να μην ξανακυλήσεις. Είσαι πολύ ευάλωτος όταν βγεις από αυτά τα πράγματα, δεν είσαι καλά ούτε σωματικά αλλά ειδικά ψυχικά είσαι διαλυμένος, «τρως φρίκες», πέφτεις σε κατάθλιψη, θες να αυτοκτονήσεις, το μυαλό σου τρελαίνεται και κάνει παιχνίδια και η σκέψη σου πάντα γυρίζει εκεί, στη χρήση. Γενικά είσαι πολύ ευάλωτος, δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου και να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου μετά από αυτό, απογοητεύεσαι εύκολα από το κάθε τι και με την πρώτη δυσκολία θες να βρεις ξανά τη λύση και τη διέξοδο σε αυτό το πράγμα που έχεις μάθει, σε αυτό που μπορεί να σε λυτρώσει παροδικά.
Εμένα, όπως σου είπα, πολλές φορές με κλείδωνε στο σπίτι ο πατέρας μου για να μη βγω και πάρω τη δόση μου και απεξαρτηθώ έτσι. Νόμιζε ότι ήταν τόσο εύκολο. Όταν το έκανε αυτό και με πιάνανε τα στερητικά μου γινόμουν αγρίμι, έσπαγα όλο το σπίτι, ούρλιαζα, τους χτυπούσα, μέχρι που κατάφερνα και έβγαινα και έπαιρνα τη δόση μου. Ο πατέρας μου μπορεί να ήταν ότι ήταν και ναι πιστεύω ότι έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτή μου την κατάληξη οι γονείς μου, αλλά ήταν πολλές φορές που στενοχωριόμουν γι’ αυτούς και έλεγα πως δεν τους αξίζει όλη αυτή η κατάσταση. Δεν αξίζει σε κανέναν γονιό να βλέπει το παιδί του σε αυτή την κατάσταση και να υπάρχει στο σπίτι γενικά αυτή η κατάσταση. Θυμάμαι τον πατέρα μου πολλές φορές να έχει πάει αυτός να μου πάρει τη δόση μου για να με προστατέψει και να μη βγω έξω στη βρομιά, όπως έλεγε και μπλέξω και αλλού ή κολλήσω τίποτα. Ήταν μαλ… αλλά έπεσε στα σκ… μαζί μου. Άλλες φορές βέβαια αγανακτούσε και με κλείδωνε, όπως είπα και πριν, έξω από το σπίτι. Έχω περάσει και πάρα πολλές μέρες στον δρόμο, χωρίς να έχω γυρίσει καθόλου σπίτι. Τις πρώτες μέρες κανείς δεν με έψαχνε, μετά από κάποιες μέρες όμως ο πατέρας μου έβγαινε σε αυτά τα παλιομέρη που σύχναζα και με αναζητούσε. Σαν πατέρας, όπως είναι λογικό, όπως και να είχα γίνει και όποια και να ήταν η σχέση μας φοβόταν και νοιαζόταν για μένα. Για να συνεχίσω, πολλές φορές κατάφερα να σταματήσω να παίρνω ναρκωτικά, κάποιες φορές μάλιστα και με απλό κλείδωμα στο σπίτι. Κατάφερνα, δηλαδή, και ξεπερνούσα τα στερητικά μου, έλα όμως που δεν ήταν τόσο απλό όλο αυτό και πάντα ξαναέπεφτα. Εκεί είναι όλη η μαγκιά να ξέρεις.
  • Εκείνο το διάστημα, που ήσουν εξαρτημένος δηλαδή, ήθελες να απεξαρτηθείς και δεν μπορούσες ή σου άρεσε η χρήση και δεν ήθελες να βγεις από όλο αυτό; Εξήγησέ το μας λίγο αυτό αν μπορείς.
Θα σου πω… Τον πρώτο καιρό που αρχίζεις και κάνεις συστηματική χρήση και που ξεκινάει η εξάρτηση είσαι σχετικά καλά και αυτό μπορεί να είναι και ένα διάστημα που ξεπερνάει και τον χρόνο πολλές φορές, αναλόγως την εξάρτηση. Και τι θέλω να πω με αυτό. Το πρώτο διάστημα νιώθεις ωραία με τη χρήση και είσαι και σχετικά λειτουργικό άτομο, μπορείς να δουλέψεις για παράδειγμα κάπου, μπορείς να συναναστραφείς με άλλα άτομα και σε κάποιες φορές μάλιστα και ευκολότερα από πριν αρχίσεις να κάνεις χρήση, λίγοι θα το πάρουν χαμπάρι, μπορεί να έχεις μία κοπέλα, να έχεις όρεξη να βγαίνεις για καφέ ποτό ή βόλτα και γενικά μπορείς να κάνεις σχεδόν τα πάντα.
Μετά από κάποιο διάστημα όμως ξεκινά η κατάσταση που σου περιέγραψα παραπάνω, όλα περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από την πρέζα και τίποτα άλλο. Πέρα από αυτό αποξενώνεσαι από όλους, είναι γενικά ότι σου περιέγραψα παραπάνω, μία χάλια κατάσταση. Εσύ, ναι, το αντιλαμβάνεσαι όλο αυτό, ξέρεις ότι είσαι βρόμικος, κοιμάσαι στον δρόμο, ξεβράκωτος πολλές φορές, ξέρεις ότι όλοι σε κοιτάνε περίεργα, πονάς, κρυώνεις, κάνεις εμετούς, κοιμάσαι και ξυπνάς κάπου που δεν ξέρεις πως πήγες, δεν θυμάσαι τίποτα, κάνεις κακά πράγματα και σου κάνουν κακά πράγματα… νομίζεις αρέσει σε κανέναν αυτό; Σιγά σιγά ναι, μπορεί να πεις ή να σκεφτείς ότι όλο αυτό πρέπει να σταματήσει και να αρχίσεις να ζεις και εσύ σαν φυσιολογικός άνθρωπός. Άλλοι μπορεί να οδηγηθούν σε αυτή τη σκέψη και μέσα από κάποιο περιστατικό που τους συνέβη, ότι πήγαν για παράδειγμα να πεθάνουν, ότι τους εγκαταλείπουν όλοι και δεν θέλουν να τους δουν ούτε οι γονείς ή τα αδέρφια τους και πολλά άλλα τέτοια. Ζηλεύεις ανθρώπους που περνάνε απλά από μπροστά σου και κάνουν απλά πράγματα που εσύ δεν μπορείς να κάνεις, που είναι φυσιολογικοί. Το θέμα είναι ότι αυτό δεν το σταματάς τόσο απλά. Θες όμως να το σταματήσεις, ναι…το θες, θες να βγεις από αυτόν τον ξεπεσμό, απλά… δεν μπορείς τόσο εύκολα, όλα πλέον σε αυτό σε γυρίζουν και σωματικά αλλά και ψυχικά. Μπορεί να ξεπεράσεις τα σωματικά, αλλά το μυαλό σου συνέχεια εκεί θα σε οδηγεί, μόνο αυτό θα σκέφτεται. Και να ξέρεις κάτι που δεν θα στο πουν πολλοί. Αυτή η σκέψη δεν περνάει ποτέ, όσα χρόνια και να είσαι απεξαρτημένος… πάντα θα σκέφτεσαι τη χρήση, πάντα θα σκέφτεσαι την πρέζα, πώς χαλάρωνες και πως ένιωθες και πως τα ξέχναγες όλα και ζούσες στον δικό σου κόσμο. Και αυτό θα γίνεται πιο εύκολα όταν βιώνεις μία δύσκολη κατάσταση και εκεί θα φανεί πόσο δυνατός είσαι. Πάντως να ξέρεις, η απεξάρτηση δεν είναι «το έκανα και τέλος, είμαι καθαρός έναν μήνα, δύο, έναν χρόνο και άρα δεν θα ξαναπάρω», η απεξάρτηση είναι μία μάχη καθημερινή που την κάνεις πλέον για όλη σου τη ζωή.
Εγώ προσπάθησα πολλές φορές να απεξαρτηθώ. Πέρα από αυτά που έκανα μόνος μου, όπως σου είπα, πήγα και σε διάφορα προγράμματα […]. Άλλες φορές τα παρατούσα αμέσως και άλλες, λαμβάνοντας και κατάλληλη αγωγή, είχα μείνει αρκετό καιρό εκτός και τελικά ξαναέπεφτα. Πήγα μάλιστα μέχρι και στο εξωτερικό, με έστειλε ο πατέρας μου, επειδή αυτά τα προγράμματα λέγαν πως είναι πιο αποτελεσματικά. [Αναφορά σε χώρα] πήγα συγκεκριμένα σε ένα πρόγραμμα που λέγαν ότι ήταν το καλύτερο και για το οποίο βέβαια έδινες αρκετά χρήματα. Δεν ήμουν αποφασισμένος όμως και τον πρώτο μήνα το έσκασα και άρχισα να γυρίζω στους δρόμους μίας πόλης που δεν ήξερα και που ούτε και τη γλώσσα ήξερα, και παρ’ όλα αυτά βρήκα και πήρα πρέζα. Ε, όπως ήταν λογικό με βρήκαν και με έστειλαν πίσω στην Ελλάδα. Το μεγαλύτερο διάστημα έπειτα που έκατσα εκτός ήταν περίπου ενάμιση χρόνος. Ήμουν ξανά σε ένα πρόγραμμα […] και το προσπαθούσα όταν γνωρίστηκα με μία κοπέλα, η οποία ήταν και αυτή πρώην χρήστρια και κάναμε σχέση.
Στην αρχή όλα ήταν καλά και εγώ δέθηκα αρκετά πάνω της, ήταν το στήριγμά μου, αφού ένιωθα πλέον κενό και με την κοπέλα αυτή άρχισε να έχει νόημα η ζωή μου. Με καταλάβαινε, ένιωθα πως ήξερε τι περνάω και πλέον άρχισα να νιώθω πως ήμουν ένας φυσιολογικός άνθρωπος και πως μπορώ να το σταματήσω όλο αυτό. Θα σου πω κάτι…ο πρεζάκιας, όταν προσπαθεί να απεξαρτηθεί, είναι λες και παλεύει μέσα σε μία τρικυμία, κολυμπάει, κολυμπάει χωρίς να ξέρει τι γίνεται, είναι όλα θολά για αυτόν, κολυμπάει και απλά θέλει να σωθεί. Μπορεί να μην τα καταφέρει και τελικά να πνιγεί και να ξαναπέσει στην πρέζα, μπορεί όμως και να βρει έναν βράχο και να πιαστεί και να καταφέρει, αφού ανεβεί και κρατηθεί από αυτόν, να σωθεί. Χρειάζεται ένα στήριγμα ο πρεζάκιας στην προσπάθειά του αυτή τις περισσότερες φορές. Για να συνεχίσω, λοιπόν… όλα στην αρχή πήγαιναν καλά. Όταν είπα στους γονείς μου ότι έχω μία κοπέλα, χαρήκαν απίστευτα, «άντε ρε παιδί μου, μπράβο», μου έλεγαν, «πάρε τη ζωή στα χέρια σου» και άλλα τέτοια.
Όταν όμως τους είπα ότι ήταν και αυτή πρώην χρήστρια άρχισαν και πάλι τη γκρίνια… «και τι τη θες αυτή;», «να βρεις μία φυσιολογική κοπέλα», «αυτή θα σε ρίξει πάλι σε αυτά», κ.λπ. Δηλαδή τι περίμεναν να βρω; Ποια θα με κοιτούσε εμένα τότε; Και έλεγαν έτσι για την κοπέλα, τον γιο τους δεν τον κοιτούσαν όμως, ούτε σκέφτονταν τι θα πουν οι γονείς της άλλης κοπέλας για μένα. Μη στα πολυλογώ προχώρησα με αυτή την κοπέλα, μείναμε μαζί και αρραβωνιαστήκαμε. Βέβαια οι γονείς μου δημιουργούσαν προβλήματα, αλλά δεν με ένοιαζε. Μέχρι που ξαφνικά η κοπέλα έμεινε έγκυος. Χαρά εμείς, χαρά οι γονείς μου, χαρά και οι δικοί της γονείς. Και όλα πήγαιναν καλά… Έλα όμως που προέκυψε μία επιπλοκή και η κοπέλα απέβαλε. Τότε θυμάμαι όλοι στράφηκαν εναντίον μου, μέχρι και η ίδια η κοπέλα που νόμιζα πως με αγαπούσε, «ε πρεζάκιας δεν ήσουν, είσαι άρρωστος, δεν μπορείς να κάνεις παιδιά, δεν έχεις δυνατό σπέρμα πια» και άλλες τέτοιες ανοησίες. Τόσος κόσμος προσπαθεί καθημερινά να κάνει παιδιά και δεν μπορεί, δεν έφταιγε η χρήση για αυτό. Οι δικοί μου από την άλλη κατηγορούσαν την κοπέλα για τον ίδιο λόγο και πάει λέγοντας. Εγώ όμως δεν μπόρεσα να ανεχτώ τα λόγια και τη συμπεριφορά της κοπέλας που νόμιζα ότι με αγαπούσε και έφυγα. Ε, αυτό ήταν… Μετά από όλο αυτό το μόνο πράγμα που σκέφτηκα ήταν η πρέζα και παρά το γεγονός ότι ήμουν τόσο καιρό έξω ξαναέπεσα. Αυτήν τη φορά ήταν πραγματικός ξεπεσμός θυμάμαι, έπινα δίχως αύριο και δεν με ένοιαζε τίποτα, είχα απογοητευτεί τελείως από τη ζωή και δεν με ένοιαζε μέχρι και να πεθάνω, έλεγα και τι κατάλαβα που ξέκοψα.
Σιγά σιγά συνειδητοποίησα όμως ότι δεν άξιζε όλο αυτό και θυμόμουν πόσο ωραία ένιωθα πριν που είχα μία φυσιολογική ζωή και που μπορούσα να κάνω απλά πράγματα και έκανα ξανά την προσπάθειά μου. Ήμουν πάλι αρκετούς μήνες καθαρός, βρήκα μία δουλειά για λίγες ώρες, έβγαινα για καφέ με κάτι φίλους και με τα ξαδέρφια μου και το πάλευα όσο μπορούσα μέσα στο μυαλό μου να μην ξαναπέσω στα σκ.. και τελικά τα κατάφερα. Θα μου πεις τώρα ο βράχος που μας έλεγες πριν δεν ήρθε; Ναι, ήρθε… Γνώρισα πάλι μία κοπέλα, με την οποία μάλιστα είμαι ακόμα μαζί και από τότε συζούμε και της χρωστάω όλη μου τη ζωή. Η αλήθεια είναι ότι ήμουν πολύ αποφασισμένος, αλλά δεν ξέρω με σιγουριά να σου πω αν θα κατάφερνα να μην ξαναπάρω. Με αυτήν όμως το κατάφερα. Ήξερε για μένα και μου είχε ξεκαθαρίσει τη θέση της πως εάν ξαναπάρω έστω και μία φορά θα έφευγε και το ήξερα πως θα το έκανε.
Άρχισα όμως και εγώ να νιώθω ωραία και δεν με ένοιαζε πια μόνο η πρέζα, είχα έναν άνθρωπο να συνεννοούμαι, να περνάω ωραία και να με αγαπάει. Η κοπέλα αυτή δεν είχε σχέση με τα ναρκωτικά και αυτό μου άρεσε και μένα περισσότερο. Ήταν μία κοπέλα που δεν είχε σχέση με αυτά και παρ’ όλα αυτά με καταλάβαινε και δεν με κατέκρινε, με αποδέχτηκε και με αγαπούσε, πράγμα που δεν είχαν κάνει μέχρι και οι δικοί μου άνθρωποι. Οι γονείς μου ούτε αυτή την κοπέλα την ήθελαν. Αυτήν τη φορά, γιατί αυτή ήταν χωρισμένη με παιδί. Όλα τους πείραζαν. Έμενα και πάλι δεν με ένοιαζε, έφυγα και μείναμε μαζί, όπου από ένα σημείο και πέρα δεν μιλούσα καν με τους γονείς μου, καθώς την είχαν προσβάλλει πολλές φορές και εγώ δεν μπορούσα να το ανεχτώ όλο αυτό. Από τότε είχα χρόνια που δεν μιλούσα με τους γονείς μου, ούτε στις γιορτές στο τηλέφωνο, μέχρι πρόσφατα που με πήρε ο πατέρας μου και μου ζήτησε βοήθεια για ένα πρόβλημα […] που αντιμετώπιζε η μάνα μου και πήγα και τον βρήκα. Αλλά μη φανταστείς τυπικές σχέσεις έχουμε από τότε.
Για να γυρίσω στο θέμα μας όμως, από τότε είμαι καθαρός και τώρα που μιλάμε συμπληρώνω κάπου στα δέκα χρόνια, ενώ έχω τη δουλειά μου και κάνω ό,τι κάνει γενικά ο κάθε άνθρωπος. Πολλές φορές δυσκολεύτηκα βέβαια και ακόμα δυσκολεύομαι και κάποιες φορές, δεν θα στο κρύψω, ότι σκεφτόμουν να ξαναπάρω. Δεν το έκανα όμως, δεν το ήθελα αυτό. Ήξερα ότι η […] θα με εγκαταλείψει, αλλά και πέρα από αυτό δεν το ήθελα κι εγώ για μένα,δεν ήθελα να ξανακαταλήξω έτσι, μου άρεσε η ζωή, πριν δεν ζούσα και μετανιώνω για αυτά τα χρόνια που άφησα και πήγαν χαμένα.
Συνοψίζοντας, τα συναισθήματα που μας δημιουργεί και αυτή η εξιστόρηση μίας πονεμένης «ζωής» (δεν ξέρω, ειλικρινά, πώς αλλιώς να την χαρακτηρίσω, γιατί αυτοί οι άνθρωποι πονάνε στο κορμί και στην ψυχή, ως απόρροια της εξάρτησης) ενός νέου ανθρώπου είναι, αναμφίβολα, πολύ δυνατά. Είναι όμως η πολύ σκληρή πραγματικότητα συνανθρώπων μας που χάνουν με τρόπο βίαιο ελπίδες και όνειρα, όσο το “φαρμάκι” κυλάει μέσα τους.  Παιδιά και έφηβοι που ξεκινούν να παίρνουν ουσίες θεωρώντας ότι η χρήση είναι «μαγκιά», καταλήγουν κουρέλια στους δρόμους, να μην μπορούν καν να σταθούν στα πόδια τους, πόσο μάλλον να κάνουν τα απλά και όμορφα πράγματα της καθημερινότητας, να πιούν έναν καφέ με τους φίλους τους, να έχουν μία σχέση, να είναι παραγωγικοί και δημιουργικοί.
Ωστόσο,  σε αυτές τις τρυφερές και ευαίσθητες ηλικίες στις οποίες κατά κανόνα ξεκινούν τη χρήση, είναι σαφές ότι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος του προβλήματος και την πολυπλοκότητά του. Επίσης, «το τι θα πει η παρέα» είναι για τους έφηβους πολύ πιο σημαντικό και αυτή είναι μία ακόμα καίρια πτυχή του θέματος που πρέπει να μας απασχολήσει και να την αντιμετωπίσουμε. Είναι επομένως απαραίτητο να υπάρξει μία ολοκληρωμένη προσέγγιση του θέματος, με έμφαση στην πρόληψη, από το Δημοτικό ακόμα, με τέσσερεις βασικούς στόχους: πρώτον, με την κατάλληλη για αυτές τις ηλικίες ενημέρωση, δεύτερον, με projects και άλλες σχετικές δράσεις ώστε να αντιληφθούν τη σοβαρότητα του προβλήματος από πολύ μικρές ηλικίες, τρίτον, με το να δίνονται από την εκπαιδευτική κοινότητα και τους γονείς ισχυρά κίνητρα σε κάθε μαθήτρια και σε κάθε μαθητή να γνωρίσει τις θετικές πλευρές του εαυτού του και να στραφεί νωρίς σε άλλους δρόμους, όπως τον αθλητισμό, την τέχνη και οτιδήποτε δίνει έμπνευση για ζωή και δημιουργική δράση και τέταρτον, με το να εστιάσει η Πολιτεία στο πλαίσιο της αντεγκληματικής της πολιτικής στις δυσλειτουργίες μέσα στις οικογένειες που σχετίζονται άμεσα με την πορεία που ακολουθεί ο έφηβος, την εγκατάλειψη των σχολικών σπουδών, χρήση ουσιών και εμπλοκή με ποινικό νόμο.
Ότι τα ναρκωτικά είναι ένας εφιαλτικός δρόμος, πολλές φορές χωρίς επιστροφή, πρέπει να γίνει αντιληπτό από πολύ νωρίς και οι βιοαφηγήσεις ανθρώπων που βρέθηκαν «εγκλωβισμένοι» στον κόσμο των εξαρτήσεων, όσο σκληρές κι αν είναι, αποτυπώνουν την πραγματικότητα που πρέπει να ειπωθεί στα παιδιά μας.
            Πηγή:  Αγγελική Καρδαρά* / postmodern.gr


          *Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Βιοαφήγηση τοξικοεξαρτημένου για μία ζωή χωρίς ελπίδες και όνειρα...



Στο τέλος του προηγούμενου μήνα, η 26η Ιουνίου έχει καθιερωθεί ως «Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών και της Παράνομης Διακίνησής τους». Αποτελεί μία πολύ σημαντική μέρα αφύπνισης, ευαισθητοποίησης και ασφαλώς ενημέρωσης όλων μας για τη μάστιγα των ναρκωτικών που σκοτώνει με τρόπο βίαιο τα όνειρα παιδιών, εφήβων, νέων και όσων μπαίνουν στον σκοτεινό δρόμο της εξάρτησης. Όπως, δυστυχώς, διαπιστώνουμε τους τελευταίους μήνες μέσα από τη διεξαγωγή της επαναληπτικής έρευνάς μας στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος «Φυλακή και Γλώσσα», η εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες συνδέεται αναπόσπαστα με τον δρόμο της παρανομίας και έχει ως κατάληξη τη φυλακή ή τον θάνατο. Έναν θάνατο αργό και τρομακτικό.
Ένας υψηλός αριθμός αποφυλακισμένων που μας έχει παραχωρήσει συνέντευξη για την έρευνά μας, εξηγεί το πώς η πρώιμη εγκατάλειψη των σχολικών σπουδών και η έλλειψη υποστηρικτικού οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος οδηγεί, σε πολύ νεαρή ηλικία -στην ευαίσθητη εφηβική ή ακόμα και προ-εφηβική περίοδο της ζωής τους- στον δρόμο της παρανομίας και των εξαρτήσεων. Παράλληλοι, αρκετοί αποφυλακισμένοι επισημαίνουν ότι το να βρεθεί το εξαρτημένο από ουσίες άτομο στη φυλακή θεωρήθηκε από το ίδιο «αναγκαία λύση», ώστε να μην πεθάνει από τις ουσίες στον δρόμο, τελείως μόνο και αβοήθητο. Ο τρόμος, δηλαδή, του θανάτου και της εξαθλίωσης των ναρκωτικών οδήγησε σε ένα ακόμα αδιέξοδο, αυτό της φυλακής…
Πρόκειται αναμφισβήτητα για μία πολύ σκληρή πραγματικότητα, που όμως αποτελεί την εφιαλτική καθημερινότητα για πολλούς συνανθρώπους μας, οι οποίοι κυριολεκτικά βουλιάζουν στην εξάρτηση και σε δρόμους χωρίς επιστροφή, εάν δεν βοηθηθούν με τρόπο ουσιαστικό και αποτελεσματικό. Σε αυτό το τόσο δύσκολο και πολύπλοκο κομμάτι που αφορά τη στήριξη, την απεξάρτηση, την επανένταξη, δεν θα μπω με το παρόν άρθρο. Θα τονίσω ότι το πιο σημαντικό και πολύτιμο βήμα που πρέπει να γίνει, ο πιο υψηλός στόχος που πρέπει να επιτευχθεί από την οργανωμένη Πολιτεία, είναι η ενίσχυση της πρόληψης κατά των εξαρτήσεων, ώστε τα παιδιά μας να μείνουν μακριά από τα ναρκωτικά και τις εξαρτήσεις.
Τις τελευταίες ημέρες είμαστε σε επικοινωνία με τον Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη  Μαγγανά, συζητώντας το πολύ σοβαρό αυτό θέμα, με τις πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις. Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον μελέτησα από το πολύτιμο εγκληματολογικό υλικό του, μία ακόμα εργασία που θεωρήσαμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε και να διαβαστεί από το ευρύ κοινό. Κι αυτό, γιατί πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να κατανοήσουμε όλοι μας τι σημαίνει ο εφιάλτης των ναρκωτικών και των εξαρτήσεων. Πώς «ζουν» αυτοί οι άνθρωποι, πώς καταλήγουν χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδα, χωρίς τίποτα, χειρότερα και από τα κουρέλια, στους δρόμους της παρανομίας και των εξαρτήσεων, περιμένοντας τον θάνατο. Η βιοαφαγήση που ακολουθεί, από την οποία λόγω της ιδιαιτερότητας του θέματος έχουν αφαιρεθεί αρκετά στοιχεία, ομολογώ ότι με σόκαρε με το μέγεθος του πόνου, της μοναξιάς και της βαθιάς απελπισίας που έρχονται, μεταξύ άλλων, ως απόρροια των εξαρτήσεων.
Να σημειωθεί εδώ ότι η εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Εγκληματολογία» για το ακαδημαϊκό έτος 2018-19, στο μάθημά του Ομ. Καθηγητή Α. Μαγγανά με τίτλο «ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΘΕΝΤΩΝ», από τον κ. Σταύρο Ρένεση.
Όπως επισημαίνει ο ερευνητής στον πρόλογο, «στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας ακολουθεί συνέντευξη – αφήγηση προσωπικών εμπειριών ημεδαπού άνδρα, ο οποίος από νεαρή ηλικία είχε εθιστεί στις ναρκωτικές ουσίες και ιδιαίτερα στην ηρωίνη. Αναφέρει προσωπικά γεγονότα και την πρώτη επαφή με τις ναρκωτικές ουσίες που τον σημάδεψαν και καθόρισαν όλη την μετέπειτα ζωή του. Εξιστορεί τους κινδύνους στους οποίους υποβλήθηκε για τα ναρκωτικά και το πόσες φορές έφτασε κοντά στο θάνατο. Αναλύει τα συναισθήματά του στη διάρκεια των χρόνων αλλά τονίζει με έμφαση τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η στήριξη από την οικογένεια και τα οικεία πρόσωπα στον αγώνα προκειμένου να καταφέρει κάποιο άτομο να απεξαρτοποιηθεί από τα ναρκωτικά. Τέλος μας μεταφέρει τις εντυπώσεις του από το κράτος πρόνοιας, την υποτιθέμενη αλληλεγγύη που εισέπραξε στις δεκάδες προσπάθειας να ξεφύγει από την μάστιγα των ναρκωτικών. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ένα πρωινό σε μία καφετέρια κοντά στην γειτονιά του».
Διαβάζοντας, με μεγάλη προσοχή, τη βιοαφήγηση αναρωτιέμαι εάν υπάρχει χειρότερος εφιάλτης από αυτόν που περιγράφεται ακολούθως…
«Η καθημερινότητα μου είναι αυτή δυστυχώς. Δεν έχω κάποια ελπίδα η όνειρο για το μέλλον. Απλά βλέπω τον χρόνο να κυλά γύρω μου και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Να συμμετάσχω, να γνωρίσω να ανήκω κάπου, εντάξει ανήκω στην κατηγορία των ναρκομανών αλλά μόνο εκεί».
ΒΙΟΑΦΗΓΗΣΗ
  • Σε ευχαριστώ πολύ που δέχτηκες να μοιραστείς τις προσωπικές σου στιγμές μαζί μας. Όποτε νιώθεις έτοιμος, μπορείς να ξεκινήσεις. Να ενημερωθούν και οι νέοι για τη μάστιγα των ναρκωτικών.
Καλημέρα, χάρηκα που με κάλεσες να μιλήσουμε. Να ακούσουν τα νέα παιδιά τι μπορεί να σου συμβεί αν μπλέξεις με τα ναρκωτικά. Χάνονται τα όνειρα σου.
Θα μεταφέρω όλη την ιστορία της ζωής μου, να γίνει πλήρως αντιληπτό πώς έμπλεξα και πώς είχα ξεκινήσει, με φιλοδοξίες και όνειρα. Γεννήθηκα [αναφορά στον τόπο καταγωγής] από γονείς [αναφορά στο επάγγελμα].
[Αναφορά σε πολύ κοντινό του πρόσωπο μέσα στην οικογένεια] με πρόσεχε αρκετά όταν ήμουν μικρός και πάντα ενδιαφερόταν για εμένα. Με τους γονείς μας δεν είχαμε μεγάλη επαφή, όλη την ημέρα την περνούσαν στη δουλειά που απαιτεί χρόνο και πολύ κόπο. Κατάκοποι γυρνούσαν το βράδυ στο σπίτι, πού χρόνος να ξεκουραστούν! Στο σχολείο δεν ήμουν ιδιαίτερα καλός μαθητής, ίσα που περνούσα τις τάξεις. Μου άρεσε να φεύγω με τους φίλους μου από το σχολείο και να πηγαίνουμε στα διπλανά χωριά με τα μηχανάκια, να κάνουμε βόλτες και πλάκες. Εφηβικά χρόνια, ανέμελες στιγμές χωρίς άγχος, από τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Δυστυχώς δεν διάβαζα να μορφωθώ, να αποκτήσω γνώσεις. Μέτριος μαθητής, όπως σου είπα, ίσα που κατάφερνα να περνάω τις τάξεις. Μου άρεσαν οι γνωριμίες οι κοπάνες και οι βόλτες.
[..]
Μην φανταστείς όμως τίποτε σπουδαίο, ποδοσφαιράκι παίζαμε στις καφετέριες, μπύρες και βόλτες να κοιτάζουμε τη θάλασσα. Απλά πράγματα που όμως είχαν μεγάλη σημασία. Αλλά να τονίσουμε πως έως τότε δεν είχα επαφή με τα ναρκωτικά, το μόνο που ήξερα ήταν ότι αρκετοί από το χωριό καλλιεργούσαν χασίς και για αυτό είχαν πάει οι περισσότεροι φυλακή ως καλλιεργητές. Θυμάμαι ήταν απομονωμένοι στο χωριό, δεν τους έκανε ο περισσότερος κόσμος παρέα φοβούμενος μη στοχοποιηθεί ότι είχε επαφές με τους χασισοκαλλιεργητές. Όταν τελείωσα το λύκειο με πολύ κόπο, αποφάσισα να κατέβω στην Αθήνα να βρω μία δουλειά και να προσπαθήσω να πετύχω τα όνειρα μου, είχα αρκετά όνειρα και ήμουν χαρούμενος που θα πήγαινα στην Αθήνα. Δεν είχα ιδιαίτερο φόβο καθώς ήμουν σίγουρος ότι θα τα καταφέρω. Την κυνηγούσα τη δουλειά, ήμουν νέος δυνατός, νόμιζα ότι μπορούσα να κατακτήσω όλο τον κόσμο. Όταν τελικά ήρθα στην Αθήνα, αρχικά εγκαταστάθηκα στο σπίτι της [αναφορά σε συγγενικό πρόσωπο] που ζούσε με τον άντρα της σε ένα μικρό διαμέρισμα [αναφορά στην περιοχή]. Καλή η [αναφορά στο συγγενικό πρόσωπο], με αγαπούσε πολύ αλλά και αυτή του μεροκάματου, δεν είχε πολλές ανέσεις. Ο άντρας της όμως δεν με ήθελε, δυσφορούσε, φαινόταν στο βλέμμα του όταν γυρνούσα κατάκοπος από […] που δούλευα ως κουβαλητής έως αργά τη νύχτα. Δεν θα το πιστέψεις, αλλά ήμουν αρκετά υπερήφανος και μετά από 10 μέρες αποφάσισα να αποχωρήσω από το σπίτι [..]. Μάλιστα κάποια χρήματα που είχα μαζέψει από τη δουλειά, της τα έδωσα για να την βοηθήσω.
Συνέχισα να δουλεύω, αλλά σπίτι για να περάσω τη νύχτα δεν είχα βρει ακόμα. Μία νύχτα σκέφτηκα να πάω σε ένα μπαρ να περάσει λίγο η ώρα ώσπου να κοιμόμουν σε κανένα παγκάκι προσωρινά μέχρι να βγάλω αρκετά χρήματα για να πιάσω ένα μικρό σπίτι. Ήσυχο μαγαζί κάπου [αναφορά στην περιοχή] με μία πολύ εντυπωσιακή γυναίκα να φτιάχνει τα ποτά. [Αναφορά στα χαρακτηριστικά της], ο καθένας θα μπορούσε να την ερωτευθεί. Ήμουν σίγουρος ότι όλοι οι πελάτες πήγαιναν για να δουν αυτή στο μαγαζί. Όση ώρα έμεινα, όλοι σχεδόν οι πελάτες την ρωτούσαν τι ώρα σχολούσε, πότε θα την ξαναέβλεπαν και διάφορα άλλα τέτοια.
Μόλις μου έφερε το ποτό, μου έπιασε κουβέντα και αρχίσαμε να μιλάμε. Μου άρεσε πολύ και ήμουν κατενθουσιασμένος. Περνούσαμε πολύ όμορφα και μιλήσαμε για αρκετή ώρα όταν και μου πρότεινε να με φιλοξενήσει σπίτι της μιας και δεν είχα και που να μείνω. Τότε νόμιζα ότι έπιασα το πρώτο λαχείο. Πού να ήξερα ότι αυτός θα ήταν ο μεγαλύτερος εφιάλτης μου. Έμενε σε μία ωραία περιοχή [αναφορά στην περιοχή]. Ερωτευθήκαμε, ήμασταν συνέχεια μαζί, την σκεφτόμουν όλη μέρα όταν ήμουν στη δουλεία και το βράδυ πήγαινα και την έβλεπα στο μαγαζί. Ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής μου. Δυστυχώς όμως όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος.
Ένα βράδυ ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, όταν με ρώτησε αν ήθελα να την βρούμε και αλλιώς. Δυσκολεύτηκα να καταλάβω και γέλασε και στη συνέχεια μου εξήγησε ότι εννοούσε σκόνη, ηρωίνη. Στην αρχή της απάντησα ότι δεν χρειαζόμασταν τέτοιες ουσίες και ότι περνούσαμε καλύτερα μόνοι μας. Επέμενε όμως και υποστήριζε ότι δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, όπως χαρακτηριστικά μου έλεγε μόνοι οι χαζοί και οι αδύναμοι πάθαιναν εξάρτηση και εθισμό. Εμείς, έλεγε χαμογελώντας, θα το ελέγχαμε.
Από εκείνη τη νύχτα ξεκίνησε το μαρτύριο μου που με οδήγησε σε αυτή την κατάσταση. Αν είχα αρνηθεί, αν είχα φύγει, μπορεί να είχα γλιτώσει. Αυτά τα ερωτήματα με απασχολούν ακόμα και τώρα, πώς θα ήταν η ζωή μου δηλαδή αν δεν είχα γνωρίσει την […]. Αυτή μου έδειξε από πού να αγοράζω τη σκόνη, πώς να την σνιφάρω [..], φαινόταν ότι είχε ξανακάνει, είχε μία σχετική εμπειρία. Πολλές φορές στο σπίτι της έρχονταν και άλλα άτομα. Γυναίκες ημίγυμνες, άντρες που μου έμοιαζαν ότι δεν ήταν και πολύ καλά, σαν να ήταν σε αφασία, κάπνιζαν, μουσική δυνατή με τις ώρες. Την πρώτη φορά που έκανα ηρωίνη την θυμάμαι ακόμα και τώρα. […] Ήταν το φτιάξιμο που μου έχει μείνει. Εγώ την έβρισκα σνιφάροντας που λένε, δεν έχω χτυπήσει ποτέ ενδοφλέβια ένεση, ήξερα ότι είναι πολύ επικίνδυνο και δεν ήθελα να πεθάνω. Στην αρχή νομίζαμε όντως ότι το ελέγχαμε, δεν ήμασταν εξαρτημένοι, […] και δεν είχα θέματα να μην μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι, μπορούσα να περπατήσω. Η [..] υπερέβαλλε πολλές φορές, έκανε αρκετά, δεν μπορούσε να συνεχίσει από κάποια στιγμή και μετά στη δουλειά. Την έδιωξαν λέγοντας της ότι πρεζόνια δεν θέλουν. Στεναχωρήθηκε, φώναζε τσακωνόμασταν γιατί της έλεγα να το ελαττώσει. Η κοπέλα που με είχε οδηγήσει στα ναρκωτικά πέθανε δυστυχώς μετά από λίγο καιρό, μου στοίχισε πολύ, τα βρίσκαμε, ήταν δικός μου άνθρωπός. Έκλαιγα από το πρωί έως το βράδυ. Έφυγα από το σπίτι της, ούτε και ξέρω τι απέμεινε από εκείνη τη γειτονιά. Δεν ξαναπήγα ποτέ.
Τότε όμως άρχισα και ανησυχούσα, φοβόμουν μην πάθω τα ίδια. Αποφάσισα να κόψω τα ναρκωτικά και στράφηκα προς τους γονείς μου, πήγα στο χωριό και τους είπα ότι έχω μπλέξει με τα ναρκωτικά. Η υποδοχή δεν ήταν αυτή που περίμενα. Πίστευα ότι θα έδειχναν κατανόηση και θα προσπαθούσαμε μαζί να ξεπεράσουμε το πρόβλημά μου. Εντάξει χρήματα για κλινικές δεν υπήρχαν, το ήξερα, αλλά φανταζόμουν ότι θα είχα κάποια βοήθεια ψυχολογική, ένα στήριγμα ώστε να προσπαθήσουμε να λύσουμε το πρόβλημα. Ο πατέρας μου θύμωσε πολύ, δεν τον κακολογώ, είχε προσπαθήσει πολύ και είδε τον γιο του να μπλέκει στα ναρκωτικά. Με έδιωξε από το σπίτι και μου είπε να μην ξαναπατήσω στο χωριό, με είπε πρεζόνι που με στεναχώρησε αρκετά.
[…]
Γι’ αυτό αποτραβήχτηκα, επέστρεψα πάλι στην Αθήνα. Η μάνα μου όμως έκλαψε πολύ και πάντα ήταν στο πλευρό μου. Μου έστελνε κρυφά χρήματα στην Αθήνα. Μου μετέφερε και τα νέα της οικογένειας […]. Οπότε νοίκιασα μία τρύπα [αναφορά στην περιοχή], υπόγειο στην ουσία αλλά έβρισκα την ηρεμία μου. Εκεί πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου.
[…]
Ποτέ όμως δεν έχω προκαλέσει κακό.
[…]
Ο πατέρας μου ήμουν σίγουρος ότι συναίνεσε να μου στέλνει χρήματα, καθώς φοβόταν μήπως πάνω στην ανάγκη μου για τη δόση μου προκαλέσω κάποιο κακό, χτυπήσω η τραυματίσω κάποιον. Πιστεύω με είχε ξεγράψει από παιδί του. Ποτέ δεν μιλούσαμε στο τηλέφωνο, έως και τώρα δεν έχουμε μιλήσει, ρωτούσε μόνο τη μάνα μου αν θέλω κάτι και περισσότερα χρήματα.[…]
Με την αστυνομία δεν είχα ποτέ πρόβλημα, κάποιες φορές με οδηγούσαν στο Τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων, αν και με ήξεραν αλλά δεν παραπονιόμουν. Περίμενα εκεί έως ότου μου πουν μπορείς να φύγεις.
[…]
Να σου πω για εμπόρους που ταλαιπωρούσαν εμάς τα πρεζόνια, μας χτυπούσαν ή δεν μας έδιναν τη δόση μας. Οι […] ήταν πολύ σκληροί, μας εκμεταλλευόταν και πολλές φορές βασάνιζαν κορίτσια που ήταν χρήστες. Σε ένα τέτοιο σκηνικό γνώρισα και την κοπέλα που ήμουν μαζί της πολλά χρόνια. Ένα όμορφό κορίτσι από [αναφορά στον τόπο καταγωγή της], την [αναφορά στο όνομά της].
Νεαρή κοπέλα, όμορφη ήρθε και αυτή για ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας. Είχε να αντιμετωπίσει άλλα ζητήματα πιο σοβαρά στην πατρίδα της. Έχασε οικογένεια, αδέρφια, λυπήθηκα πολύ όταν μου τα είχε πει. Ήμουν στο […] ένα μεσημέρι όταν την πρωτογνώρισα. Δυστυχώς έγινε ναρκομανής η […]. Αρχικά όπως καταλαβαίνεις, για να εξασφαλίσει φαγητό και μία στέγη έδινε το κορμί της. Δυστυχώς για να ελέγχεται πιο εύκολα αυτοί που την έκαναν κουμάντο της έδιναν ηρωίνη, έγινε πρεζόνι γρήγορα. Οπότε όταν είδα ένα τέτοιο κορίτσι να αναγκάζεται να πηγαίνει σεξουαλικά με κάθε λογής ανθρώπους, μόνο και μόνο για να πάρει τη δόση της στενοχωρήθηκα. Πιάστηκε η καρδιά μου με τη μεταχείριση που της έκαναν. Σκουπίδι κυριολεκτικά. Τότε την πλησίασα, μιλήσαμε και κατάφερα και την έπεισα να έρθει σπίτι μου. Να ζήσει σαν άνθρωπος, να κάνει ένα μπάνιο, να έχει ένα πιάτο φαγητό. Τα στοιχειώδη και όχι να κοιμάται στα παγκάκια. Πίστεψέ με, δεν προσπάθησα να της την πέσω, ξέρεις επειδή σου έκανα μία χάρη πρέπει να πας μαζί μου. Τίποτα δεν της ζήτησα αλλά με το καιρό ήρθαμε κοντά, τραβάμε το ίδιο λούκι, οπότε τα βρίσκαμε, νοιαζόταν ο ένας για τον άλλον. Νομίζω περάσαμε ωραία χρόνια με την [..]. Βγαίναμε την πίναμε παρέα, κάναμε βόλτες… Όταν δεν είμασταν καλά, μέναμε σπίτι, δεν σηκωνόμουν από το κρεβάτι.
Για κακή τύχη όμως η κοπέλα δεν είχε χαρτιά για να παραμένει στη χώρα, κρυβόμασταν και, όποτε βλέπαμε αστυνομία, πηγαίναμε μακριά για να μην μας κάνουν κανένα τυχαίο έλεγχο.
[…]
Έτσι λοιπόν μία μέρα μία κλούβα του Αλλοδαπών σταμάτησε πολλούς στην Αθήνα και όσους δεν είχαν χαρτιά τους πήρε μέσα. Μαζί και τη δικιά μου. Περίμενα για ώρες σπίτι και δεν είχε έρθει, φοβήθηκα και πίστεψα ότι κάπου θα έγινε τίποτα και θα την σκότωσαν. Βγήκα στο δρόμο ρωτώντας να μάθω τι συμβαίνει, τουλάχιστον να μάθω, κάποιος να μου πει. Ένας […] μου είπε ότι είχε γίνει πέσιμο από το Αλλοδαπών και είχαν πάρει και την […]. Στεναχωρήθηκα, είχα δεθεί μαζί της, την έψαξα συνέχεια και ακόμα την ψάχνω. Δεν ξέρω πού μπορεί να είναι. Δεν ήξερα και πώς να την αναζητήσω όμως, επίθετο δεν ήξερα, στοιχεία γονέων, τίποτα, μόνο το μικρό της αλλά με αυτό δεν μπορούσα να βγάλω άκρη.
Είχα γίνει ράκος εκείνη την περίοδο και το έριξα στην πρέζα. Έπαιρνα φουλ, απορώ πώς δεν πέθανα. Δεν κατάφερα να την βρω με αποτέλεσμα να γυρνάω σαν πρεζόνι εκείνη την περίοδο. Εκεί ήρθε και η σύλληψη από την αστυνομία, μη φανταστείς για μικροποσότητα, αλλά έμαθα τη διαδικασία, αποτυπώματα, φωτογραφίες και στο αυτόφωρο στην Ευέλπιδών. Έμεινα και στα κρατητήρια στη Γ.Α.Δ.Α. μερικές μέρες, πολύ βρόμα εκεί, πολλά άτομα στριμωγμένα σε μικρούς χώρους, όλοι στοιβαγμένοι μαζί ανεξάρτητα γιατί ήσουν μέσα, δολοφόνοι, κλέφτες διαρρήκτες ακόμα και μικρά παιδιά είδα. Ευτυχώς δεν έμεινα για μεγάλο διάστημα, την επομένη με πήρανε από εκεί. Το επόμενο πρωί στα δικαστήρια με άφησε αμέσως ο Εισαγγελέας αφού μου αναγνώρισε ότι κάνω χρήση μόνο και δεν πουλάω ναρκωτικά και ξεμπέρδεψα σχετικά γρήγορα.
[…]
Ένα βράδυ που παρατηρούσα τα βαποράκια […], με πήρε χαμπάρι ένας […] και πήγε να με σκοτώσει, έβγαλε ένα μαχαίρι και μου το έβαλε στο λαιμό ζητώντας να μάθει αν είμαι χαφιές των μπάτσων. Πραγματικά φοβήθηκα, νόμιζα ότι θα με καθάριζε εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν τρομοκρατήθηκα και με ήρεμη φωνή του είπα ότι απλά ήθελα να δω πού είναι η πρέζα ώστε αν ήμουν σε στέρηση να ερχόμουν απευθείας σπίτι του και να μην τον έψαχνα στους δρόμους. Δεν ξέρω αν με πίστεψε, αλλά εκείνη τη φορά την γλίτωσα με κάποιες μπουνιές στο πρόσωπο. Τυχερός ήμουν.
[…]
Στη συνέχεια και μην μπορώντας να προμηθεύομαι τα ναρκωτικά από την πιάτσα [αναφορά σε περιοχή] φοβούμενος μην με αναγνωρίσουν αποφάσισα να τα παίρνω από την πηγή απευθείας. Έτσι κάθε πρωί έπαιρνα τον ηλεκτρικό […]. Μετά πήγαινα με το λεωφορείο [αναφορά σε περιοχή] για να παίρνω τη δόση μου από […]. Αυτό ήταν το λεωφορείο του τρόμου. Πολλοί ναρκομανείς ήταν σε άθλια κατάσταση, έπεφταν στο πάτωμα, βογκούσαν από τους πόνους, πολλές φορές ενοχλούσαν και τους υπόλοιπους επιβάτες. Μανάδες με παιδιά,  ήταν κρίμα αλλά αυτό είναι το θέμα με τα ναρκωτικά, ότι χάνεις τον έλεγχο, δεν είσαι ο εαυτός σου και πολλές φορές μπορεί να κάνεις πράγματα που θα μετανιώσεις. Όπως σου είπα, πηγαίναμε πολλοί για τον ίδιο σκοπό, δεν ήμουν μόνος.
[…]
Στη συνέχεια παίρναμε πάλι το δρόμο του γυρισμού με το γνωστό λεωφορείο και επιστρέφαμε […]. Κάνοντας τόσα δρομολόγια εκεί [αναφορά σε περιοχή] είδα ότι υπάρχει χρήμα και οι αλλοδαποί ήταν λιγότεροι. Αποφάσισα να ζητιανεύω στα φανάρια από το πρωί καθημερινά έως αργά το απόγευμα για να φεύγω για [αναφορά σε περιοχή] για τη δόση μου. Αυτό που με βοηθούσε είναι ότι προσπαθούσα να φοράω καθαρά ρούχα, να έχω κάνει ένα μπάνιο, και πάντα να είμαι ευγενής και αξιοπρεπής όσο μπορούσα, ζητούσα αν μπορούσαν να με βοηθούσαν οικονομικά. Παραδόξως αν και δεν πίστευα ότι θα έπιανε, έβγαζα χρήματα. Υπήρχαν τζιπ που σταματούσαν άνοιγαν το παράθυρο και μου έδιναν 50 Ευρώ. Δεν το πίστευα. Τότε όταν υπήρχαν αυτές οι στιγμές, έφευγα κατευθείαν για […] και έπαιρνα όσες περισσότερες δόσεις μπορούσα. Έκανα πολύ ηρωίνη εκείνη την περίοδο, δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι, έτρεμαν τα κόκαλα μου και οι μυς μου. Πάνω στην ταραχή μου μία μέρα έχασα την ταυτότητα μου, ήταν δύσκολο να βγάλω καινούρια καθώς μεταξύ των δικαιολογητικών ήταν και ένας μάρτυρας που έπρεπε να πάω μαζί μου στο τμήμα, ποιος να δεχόταν να υπογράψει για εμένα. Δεν ήθελε κανείς.
[…]
  • Πες μας αν εκεί στα φανάρια είχες κανένα απρόοπτο συμβάν.
Ναι, θα τα πω όλα. Εκεί στο φανάρι εμφανίστηκε ένας […] εριστικός πολύ, έτοιμος να τσακωθεί με τον κόσμο όταν δεν ήθελαν να του δώσουν χρήματα. Στις γυναίκες οδηγούς φώναζε και κολλούσε το κεφάλι του στο παράθυρο του αυτοκινήτου, προκειμένου να τις εξαναγκάσει να του δώσουν χρήματα. Βλέποντας αυτά τσακωθήκαμε αμέσως, του είπα να φύγει αλλά ήταν πιτσιρικάς και με χτύπησε στο πρόσωπο, έβγαζα πολύ αίμα, πήγα στο νοσοκομείο γιατί είχε πρηστεί η μύτη μου. Μου κάνανε ράμματα και γύρισα σπίτι αργά το βράδυ. Την επομένη που πήγα στο φανάρι με περίμενε και είχε φέρει και δύο φίλους του μαζί […]. Δεν πλησίασα κοντά καθώς ήξερα ότι θα με χτυπούσαν. Τους έβλεπα από μακριά ότι κάθονταν στο πεζοδρόμιο και την έπιναν δίπλα στους περαστικούς. Άσχημες καταστάσεις. Αναγκάστηκα να φύγω και να μετακινηθώ σε άλλο σημείο για να μην έχω μπελάδες και φασαρίες. Ήθελα μόνο να βγάζω κανένα φράγκο για να πηγαίνω να πίνω την δόση μου.
Δουλειά δεν προσπάθησα να βρω ποτέ, ποιος θα με έπαιρνε άλλωστε στην εργασία του! Εντάξει λογικό το βρίσκω να μη με θέλουν. Εδώ υπάρχουν τόσα παιδιά με γνώσεις που έχουν τελειώσει πανεπιστήμια και δεν μπορούν να βρουν δουλειά. Οπότε λογικό το βρίσκω να μη με θέλει κανείς.
Η καθημερινότητα μου είναι αυτή δυστυχώς. Δεν έχω κάποια ελπίδα η όνειρο για το μέλλον. Απλά βλέπω τον χρόνο να κυλά γύρω μου και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Να συμμετάσχω, να γνωρίσω να ανήκω κάπου, εντάξει ανήκω στην κατηγορία των ναρκομανών αλλά μόνο εκεί. Στο πρόγραμμα για απεξάρτηση προσπάθησα να μπω αρκετές φορές αλλά τα παρατούσα σύντομα. Αν δεν έχεις κάποιον να σε στηρίζει, μία οικογένεια να σου δώσει κουράγιο τις δύσκολες μέρες δεν μπορείς να τα καταφέρεις. Αν έχεις λεφτά, ίσως κάτι καταφέρεις και γλιτώσεις από τον κόσμο των ναρκωτικών. Τώρα όλοι οι υπόλοιποι είμαστε καταδικασμένοι.
Νομίζω είμαστε αδιάφοροι για την κοινωνία και το κράτος. Θα εξυπηρετούσε το κράτος να εξαφανιζόμαστε. Γι’ αυτό πολλές φορές μας κυνηγάνε, βάζουν την αστυνομία δηλαδή να μας σπρώχνει από την μία περιοχή στην άλλη.
[…]
Τίποτα, δεν υπάρχει κράτος πρόνοιας να σε βοηθήσει, να σε στηρίξει να προσπαθήσει να βρει μία λύση. Είμαστε παρατημένοι να ζούμε στο περιθώριο της κοινωνίας περιμένοντας να πεθάνουμε. Αυτό με τρομάζει και με στεναχωρεί όταν θα το μάθει η μάνα μου ότι πέθανα, πόσα να αντέξει και αυτή η μάνα! Στα άλλα κράτη δείχνουν κάποια αλληλεγγύη, υπάρχουν προγράμματα για τους ναρκομανείς, σου συμπεριφέρονται καλύτερα και πιο ανθρώπινα δεν κοιτούν να σε κρύβουν από τον κόσμο.
Λες και είμαστε εγκληματίες, άρρωστοι είμαστε βοήθεια θέλουμε. Μήπως αυτοί οι πλούσιοι είναι καλύτεροί μας, με τις μίζες, τις κομπίνες τους έχουν βγάλει τόσα χρήματα. Μη νομίζεις… βλέπουμε τι γίνεται με την κρίση, λυπηρά πράγματα, οικογένειές να ψάχνουν στα σκουπίδια για ένα κομμάτι φαγητό. Δεν ξέρω πού θα καταλήξει αυτή η κατάσταση, αλλά μάλλον δεν θα ζω για να το διαπιστώσω. Για εσένα το λέω που είσαι νέος και έχεις όλο το μέλλον μπροστά στα πόδια σου. Για το μόνο πράγμα που είμαι υπερήφανος είναι ότι έως τώρα δεν έγινα ποτέ βαποράκι. Ξέρεις για να εξασφαλίσω μεγαλύτερη δόση να δεχτώ να πουλάω ναρκωτικά σε παιδιά, σχολεία και γενικά όποιον το είχε ανάγκη. Έπινα και πίνω για την πάρτη μου αλλά είμαι χαρούμενος ότι ποτέ δεν έδωσα τον θάνατο σε άλλον άνθρωπο.  Είδες τελικά και ένα πρεζόνι μπορεί να έχει κάποιες αξίες και πιστεύω.   
Προβληματίζομαι εντόνως για το πώς να ολοκληρώσω το σημερινό μας θέμα. Πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να σχολιάσω κάτι άλλο, νιώθω θλίψη και πόνο για ό,τι συμβαίνει γύρω μας, δίπλα μας, σε συνανθρώπους μας που είναι εξαρτημένοι από ουσίες. Θα ήθελα μόνο να εκφράσω την ελπίδα ότι η πρόληψη κατά των εξαρτήσεων θα ενισχυθεί, ώστε η νεολαία -το μέλλον αυτού του τόπου- να ζήσει με αξιοπρέπεια και να μπορέσει να σχεδιάσει ένα καλύτερο αύριο.   

Πηγή: Αγγελική Καρδαρά*/ postmodern.gr

 *Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.