Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Δυο σχολικά πειράματα για τον ρατσισμό: "Το πείραμα της κούκλας" και "καστανοί ή γαλανομάτηδες"

Screen-Shot-2014-09-06-at-1.57.59-PM-288x300-1Το πείραμα της Κούκλας του Clark (1939) ήταν ένα πείραμα που έκανε ο Kenneth Clark και η γυναίκα του Mamie στο οποίο ζητούσαν από αφρικανικής καταγωγής παιδιά να διαλέξουν ανάμεσα σε μια μαύρη και σε μία άσπρη κούκλα. Οι κούκλες ήταν ίδιες εκτός από το χρώμα του δέρματος τους αλλά τα περισσότερα παιδιά έβρισκαν ότι η άσπρη ήταν ομορφότερη. Το 1954 στη δίκη που έμεινε γνωστή ως “Brown v Board of Education” το πείραμα βοήθησε στο να πείσει το Αμερικάνικο Ανώτερο Δικαστήριο ότι “χωριστά αλλά ίσα” σχολεία για αφρικάνικης καταγωγής παιδιά δεν ήταν στην πραγματικότητα ισότιμα, αλλά ενάντια στη νομοθεσία. Αυτή ήταν η αρχή για το τέλος της νομοθεσίας γνωστής ως Jim Crow. Στο πείραμα ο Clark έδειχνε σε παιδιά αφρικανικής καταγωγής, ηλικίας 6-9 χρονών δύο κούκλες, μια με μαύρο και μία με άσπρο δέρμα και μετά τους έκανε τις εξής ερωτήσεις με συγκεκριμένη σειρά: “Δείξε μου την κούκλα με την οποία θα ήθελες να παίξεις,” “Δείξε μου την κούκλα που θεωρείται καλή,” “Δείξε μου την κούκλα που θεωρείται ‘κακιά’,” “Δείξε μου την κούκλα που μοιάζει με ένα λευκό παιδί,” “Δείξε μου την κούκλα που μοιάζει με ένα έγχρωμο,” “Δείξε μου την κούκλα που μοιάζει με παιδί νέγρου,” “Δείξε μου την κούκλα που σου μοιάζει.” Οι λέξεις “νέγρος” και “έγχρωμος” ήταν οικείες στα παιδιά αφρικανικής καταγωγής πριν το 1960. Η τελευταία ερώτηση ήταν η χειρότερη γιατί σε αυτό το σημείο τα περισσότερα παιδιά αφρικάνικης καταγωγής είχαν επιλέξει την μαύρη κούκλα ως την κακιά. Το 1950 το 44% επέλεξαν ότι η άσπρη κούκλα είναι αυτή που τους μοιάζει. Σε προηγούμενα τεστ ωστόσο πολλά παιδιά αρνούνταν να διαλέξουν κάποια κούκλα ή άρχιζαν να κλαίνε και να τρέχουν. Σε μια μελέτη ο Clark έκανε το πείραμα σε 300 παιδιά σε διαφορετικές περιοχές στη χώρα. Βρήκε ότι τα παιδιά που πήγαιναν σε σχολεία διαχωρισμένα με βάση τη φυλή, ήταν πιο σύνηθες να διαλέγουν την άσπρη κούκλα ως την πιο καλή. Για το τεστ που χρησιμοποιήθηκε στη δίκη “Brown v Board” είχε ρωτήσει 16 παιδιά αφρικάνικης καταγωγής το 1950 στο Clarendon , της Νότιας Carolina. Από αυτά το 63% απάντησαν ότι η άσπρη κούκλα ήταν η καλή και αυτή που θα ήθελαν να παίξουν. Ο Clark επίσης είχε ζητήσει από τα παιδιά να ζωγραφίσουν τους εαυτούς τους και τα περισσότερα ζωγράφισαν το χρώμα τους δέρματος τους σε ένα τόνο του καφέ αισθητά πιο ανοιχτό από την πραγματικότητα.
Το 2005 η Kiri Davis επανέλαβε το πείραμα στο Harlem σαν ένα κομμάτι της ταινίας μικρού μήκους “Ένα Κορίτσι Σαν Εμένα”. Ρώτησε 21 παιδιά και 71% της είπαν ότι η άσπρη κούκλα ήταν η καλή. Δεν ήταν ένα πολύ μεγάλο δείγμα είναι η αλήθεια, ωστόσο είναι σοκαριστικό το πόσο εύκολα αυτά που ρωτήθηκαν επέλεξαν την άσπρη. Το 2009 αφού ο Obama εξελέγη πρόεδρος της Αμερικής, η εκπομπή “Καλημέρα Αμερική” στο ABC έκανε το τεστ. Ρώτησαν 19 παιδιά αφρικάνικης καταγωγής από το Norfolk, της Virginia. Είναι δύσκολο να συγκρίνεις τις απαντήσεις γιατί αυτή τη φορά είχαν επιτρέψει τις επιλογές “και οι δύο” ή “καμία”. Επίσης, άλλαξαν τη σειρά της τελευταίας ερώτησης κάνοντας το έτσι πολύ πιο εύκολο να απαντηθεί: τα παιδιά απάντησαν κατά 88% ότι η μαύρη κούκλα τους έμοιαζε περισσότερο. Το ABC πρόσθεσε επίσης την εξής ερώτηση: “Ποια κούκλα είναι η ποιο όμορφη;” Τα αγόρια απάντησαν “και οι δύο”, όμως τα κορίτσια σε ποσοστό 47% απάντησαν ότι ήταν η άσπρη η πιο όμορφη.
Μετάφραση: Μανωλέσου Δανάη
 

"Καστανοί ή γαλανομάτηδες":Άλλο ένα πείραμα για τον ρατσισμό: 
 thumbΗ πρώτη δουλειά του δασκάλου δεν είναι να σε μάθει γράμματα. Η πραγματική του δουλειά είναι αυτό που έλεγαν οι παππούδες μας προσπαθώντας να στείλουν τα παιδιά στο σχολείο: “Να γίνεις άνθρωπος”.
Στο παρακάτω εξαιρετικά ενδιαφέρον πείραμα που έκανε το 1970 η κ. Jane Elliott, δασκάλα της 3ης δημοτικού το οποίο κινηματογραφήθηκε για λογαριασμό του ABC News, βλέπουμε πως μέσα σε μια εβδομάδα η δασκάλα δίδαξε τα παιδιά έμπρακτα τι σημαίνει ρατσισμός και πόσο άδικος κι ανόητος είναι.
Το πείραμα ξεκινάει ρωτώντας τα παιδιά αν φερόμαστε σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Εκείνα ξέρουν πως όχι. Ξέρουν πως δεν φερόμαστε το ίδιο στους μαύρους, στους κίτρινους, στους κόκκινους… γενικά σε όσους δεν μας μοιάζουν. Ήξεραν πως τους αποκαλούμε με διάφορα υποτιμητικά ονόματα όπως “βρωμονέγρος”, “κιτρινιάρης”, «κοκκινομούρης» κ.α.
Η δασκάλα λέει τότε, ότι θα πρέπει να χωριστούν σε δύο ομάδες, εκείνους που έχουν μπλε μάτια κι εκείνους που έχουν καφέ μάτια. Αμέσως άρχισε να τους εξηγεί τους κανόνες:
Εφόσον η ίδια ήταν γαλανομάτα, οι Γαλανομάτηδες: Θα έχουν προτεραιότητα σε όλα.
Θα είναι ανώτεροι από τους άλλους γιατί είναι πιο έξυπνοι και πιο σπουδαίοι.
Θα έχουν την εύνοια της δασκάλας.
Θα έχουν μεγαλύτερο διάλειμμα.
Θα πηγαίνουν πρώτοι στην καφετέρια.
Θα έχουν καλύτερη μεταχείριση.
Από την άλλη, οι Καστανομάτηδες:
Απαγορευόταν να παίζουν μαζί τους στο διάλειμμα.
Απαγορευόταν να χρησιμοποιούν τα παιχνίδια της παιδικής χαράς.Θα είχαν πιο μικρό διάλειμμα σαν χαζοί που είναι.
Θα έπρεπε να περιμένουν για να φάνε στο εστιατόριο μετά από τους Γαλανομάτηδες.
Για να ξεχωρίζουν θα έπρεπε να φοράνε έναν γιακά, που θα έδειχνε πως είναι κατώτεροι και είναι πιο ανόητοι από τους Γαλανομάτηδες.
Ήδη, από την πρώτη κιόλας μέρα που εφαρμόστηκε το μέτρο, οι γαλανομάτηδες άρχισαν να πιστεύουν πως όντως ήταν ανώτεροι και η συμπεριφορά τους άλλαξε. Άρχισαν να προσβάλλουν ανοιχτά τους άλλους απολαμβάνοντας παράλληλα τα προνόμιά τους. Οι Καστανομάτηδες ένιωθαν απαίσια. Χωρίστηκαν από παιδιά με τα οποία μέχρι χτες ήταν φίλοι κολλητοί και το όνομα “Καστανομάτης” ξαφνικά έγινε βρισιά! Τους έπνιγε η αδικία.
Δυο μέρες μετά το συζήτησαν στην τάξη. Αφού μίλησαν όλοι, η δασκάλα τότε τους είπε ότι τελικά οι Καστανομάτηδες ήταν οι πιο έξυπνοι και σπουδαίοι και θα έπρεπε να βγάλουν τα κολάρα τους και να πάρουν τα προνόμια των Γαλανομάτηδων! Πλήρης ανακατάταξη! Οι Γαλανομάτηδες ένιωθαν ακόμη πιο κατάφωρη την αδικία, κι ας είχαν αδικήσει τους φίλους τους και οι ίδιοι προηγουμένως.
Στο τέλος του πειράματος, άρχισαν να συζητάνε όλοι για το αν είναι σωστό να κρίνουμε κάποιον μόνο και μόνο επειδή έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος από εμάς, ή ματιών, ή τέλος πάντων με γνώμονα τη διαφορετικότητά του από εμάς. Όλα τα παιδιά φώναξαν έντονα πως ΟΧΙ. Δεν πρέπει να γίνεται αυτό. Μάλιστα, θέλησαν και να πετάξουν τα κολάρα τους στο καλάθι των αχρήστων.
Τέλος, η δασκάλα επαναλάμβανε σε τακτά διαστήματα, εφόσον τους είχε διδάξει έμπρακτα και πείσει ποιο ήταν το σωστό, εφόσον το είχαν δει και οι ίδιοι “με τα μάτια τους” ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ίσοι και πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα παντού.
Ότι είναι εύκολο να συνηθίσουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε ανώτεροι από κάποιους άλλους μόνο και μόνο με βάση κάποια χαρακτηριστικά τους και όχι την συμπεριφορά τους.
Ότι η διαφορετικότητά τους είναι πηγή ομορφιάς και δεν πρέπει να αποτελεί βρισιά.
Ότι οι φίλοι μας είναι αδύνατον να είναι ολόιδιοι με μας και αυτό είναι ωραίο.
Και το σημαντικότερο: Πρέπει να προσπαθείς να έρθεις στη θέση του άλλου και να καταλάβεις πως νιώθει…
Πηγή: pappanna.wordpress.com

Mάγια Πλισέτσκαγια: O «κύκνος» του παγκόσμιου μπαλέτου

O σοβιετικός ηγέτης Νικήτα Χρουστσόφ διηγούνταν μεταξύ αστείου και σοβαρού ότι είχε δει τόσες φορές τη Μάγια Πλισέτσκαγια στη «Λίμνη των Κύκνων» ώστε στα όνειρά του ανακατεύονταν τανκς με … λευκό τούλι. Η χορεύτρια με την αντισυμβατική παρουσία που κατατάσσεται στις κορυφαίες του κόσμου, η λαμπερή προσωπικότητα που έγινε αντικείμενο λατρείας από ισχυρούς της γης, που συνδέθηκε με φιλικές σχέσεις με τον Ρόμπερτ Κένεντι αλλά και τους Αντρέι Ζαχάροφ, Φρανκ Σινάτρα, Ντμίτρι Σοστακόβιτς και Πιερ Καρντέν, που αποθεώθηκε από εκατομμύρια θεατές ανά τη γη, δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Ποια ήταν, όμως, η απόλυτη πρίμα μπαλαρίνα που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών – όπως ανακοίνωσε το Σάββατο ο διευθυντής του θεάτρου Μπαλσόι, Βλαντίμιρ Ουρίν;
 

Το ιερό τέρας του μπαλέτου 

«Η Μάγια ήταν και είναι ακόμα και σήμερα μια σταρ, ένα ιερό τέρας του μπαλέτου, η τέλεια επιτομή για τη θεατρική δόξα, ένα φωτεινό, λαμπερό ορόσημο σ' έναν κόσμο που όλο και περισσότερο λείπουν τα μεγάλα ταλέντα, μια ομορφιά στον κόσμο της γοητείας του μπαλέτου».
Κάπως έτσι είχαν χαρακτηρίσει οι Financial Times τη μεγάλη Μάγια Πλισέτσκαγια όταν ερμήνευσε σε γκαλά για τα 80ά της γενέθλια το «Ave Maya», ειδικά χορογραφημένο για εκείνη από τον Μωρίς Μπεζάρ. «Αυτά τα χέρια μπορούν ακόμη να κάνουν το κορμί της να πετάξει» έλεγε ο διάσημος χορογράφος για την Μάγια Πλισέτσκαγια.

Κι αν κάτι χαρακτήρισε μια από τις μεγαλύτερες μπαλαρίνες όλων των εποχών ήταν το ότι μέχρι τελευταίας στιγμής δεν σταμάτησε να είναι ενεργή. Από το 2005 που ερμήνευσε το «Ave Maya» εμφανιζόταν στις πρωτεύουσες ανά τον κόσμο σε μεγάλα γκαλά προς τιμήν της, όπου ερμηνεύει το ειδικά χορογραφημένο γι' αυτήν κομμάτι.

Φωτογραφίες από τον Παρθενώνα

Και μπορεί στην Ελλάδα τελικά να μην εμφανίστηκε σε ανάλογο γκαλά προς τιμήν της που είχε προγραμματιστεί αρχικά για τον Σεπτέμβριο του 2014, είχε μετατεθεί στη συνέχεια για τον Οκτώβριο αλλά δεν έγινε ποτέ, με τη χώρα μας, όμως, είχε μια ιδιαίτερη σχέση. «Έχω φωτογραφίες στον Παρθενώνα και θαυμάσιες αναμνήσεις απ’ αυτή τη χώρα που στάθηκε τόσο σημαντική για την τέχνη και τον πολιτισμό. Οσο για το Ηρώδειο, είναι ένα από α ωραιότερα θέατρα του κόσμου, αν όχι το ωραιότερο», είχε πει σε ελληνικά μέσα ενημέρωσης με αφορμή την εμφάνισή της στο Μέγαρο Μουσικής τον Απρίλιο του 2011. Φορώντας ένα υπέρκομψο μαύρο σύνολο, η Μάγια Πλισέτσκαγια κινήθηκε με άνεση στους ρυθμούς του Bolero και αποθεώθηκε από το ελληνικό κοινό.
Η Μάγια Πλισέτσκαγια είχε χορέψει επίσης για το ελληνικό κοινό, εισπράττοντας θερµά χειροκροτήµατα το 1983 µε τα Μπαλέτα του Βίλνιους την «Αννα Καρένινα» σε δική της χορογραφία και σε µουσική του Ροντιόν Σεντρίν. Και τον Ιούνιο του 1998 ερμηνεύοντας τον «Θάνατο του Κύκνου», το σήµα κατατεθέν της καριέρας της από τη «Λίµνη των Κύκνων» του Τσαϊκόφσκι, στο Gala des Etoiles και πάλι υπό τη σκιά της Ακρόπολης, στο Ηρώδειο.


«Εγώ, η Μάγια Πλισέτσκαγια»

Η τραυματική παιδική ηλικία, το πάθος για το χορό, η αναγνώριση και οι δυσκολίες με τη σοβιετική εξουσία παρουσιάστηκαν εύγλωττα στην αυτοβιογραφία της «Εγώ, η Μάγια Πλισέτσκαγια» που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και έγινε παγκόσμιο best seller.
Η Μάγια Πλισέτσκαγια γεννήθηκε στη Μόσχα το 1925 και άρχισε το χορό 3 ετών. Έχασε τον πατέρα της πολύ μικρή, κατά τη διάρκεια των σταλινικών διώξεων, ενώ η μητέρα της, μαζί με το νεογέννητο αδελφό της βρέθηκαν στα γκουλάγκ του Καζακστάν. Έτσι η μικρή Μάγια τέθηκε υπό την προστασία της θείας της, η οποία ήταν χορεύτρια. Αυτή την ενθάρρυνε να κυνηγήσει την τύχη της στα μπαλέτα Μπολσόι και να ξεχωρίσει αμέσως χάρη στα υψηλά άλματα και τη θεατρικότητά της.
Στα εννέα της μπήκε στη Σχολή Μπαλέτου της Μόσχας (Ακαδημία Μπαλέτου Μπολσόι) από όπου αποφοίτησε στα 18, για να μπει αμέσως στο Μπαλέτο Μπολσόι, όπου σε λίγους μήνες έγινε πρίμα μπαλαρίνα. Ξεκίνησε τη διαπρεπή καριέρα της με το ρόλο στο «Θάνατο του Κύκνου» τον οποίο έχει ερμηνεύσει μοναδικά και ανεπανάληπτα. Το άστρο της άρχισε να λάμπει αλλά της ήταν απαγορευμένο να συμμετέχει στις περιοδείες των Μπολσόι ανά τον κόσμο. Στην αυτοβιογραφία της περιγράφει με μελανά χρώματα την περίοδο της καλλιτεχνικής της ωριμότητας στα τέλη του 40 και του 50, την εποχή της σοβιετικής αποµόνωσης από τη ∆ύση. Η εποχή του τρόμου είναι αναλυτικά διατυπωμένη στην αυτοβιογραφία της. Δεν αυτομόλησε στη Δύση γιατί φοβόταν.

Η «προδότρια του κλασικού μπαλέτου» κατά τον σοβιετικό υπουργό Πολιτισμού

Οι καλλιτεχνικές της αναζητήσεις, όμως, την έφερναν συχνά αντιμέτωπη με τη σοβιετική εξουσία. ΄Όταν ερμήνευσε στη Μόσχα την «Καρμέν-σουίτα», που γράφτηκε ειδικά για την Πλισέτσκαγια από τον Κουβανό χορογράφο Αλμπέρτο Αλόνσο πάνω σε μουσική Ζωρζ Μπιζέ σε διασκευή του Ροντιόν Σεντρίν, πολλοί έκριναν αυτή την παράσταση υπερβολικά ερωτική και άσεμνη και ο τότε σοβιετικός υπουργός Πολιτισμού χαρακτήρισε την Πλισέτσκαγια «προδότρια του κλασικού μπαλέτου».
Το 1959 εμφανίζεται στην Αμερική. Επέστρεψε στη Ρωσία, ενώ όλοι περίμεναν να παραμείνει στις ΗΠΑ και να… ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της. Το καθεστώς Χρουστσόφ την ανταμείβει πλουσιοπάροχα: δύο πολυτελή αυτοκίνητα, προσωπικός οδηγός, εξοχική κατοικία σε περιζήτητη περιοχή κοντά στη Μόσχα, πανάκριβα ρούχα. Η ίδια έχει δηλώσει, ωστόσο, ότι ο φόβος δεν την εγκατάλειψε ποτέ. 

Αποσύρεται και… ξανασυνεχίζει
Μετά από μια λαμπρή καριέρα αποσύρθηκε σε ηλικία 65 ετών ενώ στη συνέχεια βρέθηκε επικεφαλής ως καλλιτεχνική διευθύντρια σε μεγάλους οργανισμούς, όπως στην Όπερα της Ρώμης και στο Μπαλέτο της Λυρικής Σκηνής της Μαδρίτης. Όμως, στα 80 της, παρουσιάστηκε και πάλι ενώπιον του κοινού…
«Δεν τον σκέφτομαι. Αποφεύγω... Ο θάνατος είναι κάτι που έρχεται ξαφνικά. Αλλον τον βρίσκει στο σπίτι του, στο κρεβάτι του, άλλον στον δρόμο, άλλον επάνω στη σκηνή….», έχει πει.
Η Πλισέτσκαγια αναζητούσε διαρκώς νέους τρόπους έκφρασης: δεν χόρευε μόνο με πουάντ, αλλά σχεδόν ξυπόλητη με σαντάλια, όπως πρόβλεπε το μπαλέτο «Μαρία Στιούαρτ» που εκτέλεσε στην Ισπανία. Χόρευε και με ψηλά τακούνια και με συνοδεία μουσικής τζαζ μαζί με θίασο από το Σικάγο. Η τέχνη της «μεθούσε». Απ’ αυτό και μόνο έχει κερδίσει μια θέση στους μεγάλους που νίκησαν το πεπερασμένο της ζωής και πέρασαν στην αθανασία.





                                                                                                                       Πηγή: thetoc.gr

Η «άλλη» Ευρώπη και η Λατινική Αμερική στον καθρέφτη...

της Μαρίας Δαμηλάκου
Έργο του Αργεντινού ζωγράφου Xul Solar
Έργο του Αργεντινού ζωγράφου Xul Solar

Μια πραγματική «πολιτική γιορτή» πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Μπουένος Άιρες: το «Διεθνές φόρουμ για τη χειραφέτηση και την ισότητα» (12-14.3.2015) το οποίο διακήρυξε απερίφραστα την ανάγκη επιστροφής, στα δημόσια πράγματα, της αληθινής πολιτικής — αυτής που μπορεί πραγματικά να εκφράζει και να κινητοποιεί τους λαούς — έναντι της κυριαρχίας των αγορών και των διαχειριστών τους. Ένας από τους κεντρικούς άξονες του φόρουμ ήταν η αναζήτηση κοινών σημείων ανάμεσα στις νέες Αριστερές της Λατινικής Αμερικής –όπου η εδραιωμένη πλέον «αριστερή στροφή» κατάφερε, μέσω της εξουσίας, να αλλάξει σε πολλές χώρες τον πολιτικό χάρτη και να επιφέρει σημαντικές κοινωνικές ανακατατάξεις– και στην «άλλη Ευρώπη» που αυτή τη στιγμή εκφράζεται κυρίως από την Ελλάδα και τη νέα κυβέρνησή της. Οι αναφορές στη χώρα μας ήταν δεκάδες και κάθε φορά που ακούγονταν οι λέξεις «Ελλάδα» ή «ΣΥΡΙΖΑ» ξυπνούσαν τον ενθουσιασμό του πολυπληθούς ακροατηρίου που είχε κατακλύσει το θέατρο Θερβάντες του Μπουένος Άιρες ή σχημάτιζε υπομονετικά ουρές στα γύρω τετράγωνα, παρόλο που οι ομιλίες μεταδίδονταν και από τη δημόσια τηλεόραση.
Εκτός από τον κεντρικό ομιλητή Νόαμ Τσόμσκι, στο φόρουμ συμμετείχαν πολύ σημαντικές μορφές από τη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη: ο αντιπρόεδρος της Βολιβίας Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα, ο βραζιλιάνος κοινωνιολόγος Εμίρ Σάντερ, ο πρώην υποψήφιος για την προεδρία του Μεξικού Κουαουτέμοκ Κάρδενας, η πρόεδρος της βουλής του Εκουαδόρ Γκαμπριέλα Ριβαντενέιρα, η χιλιανή ακτιβίστρια από τον χώρο του φοιτητικού κινήματος και τώρα βουλευτής Καμίλα Βαγιέχο αλλά και ο γνωστός μεξικανός συγγραφέας Πάκο Τάιμπο, εκπροσώπησαν, μεταξύ πολλών άλλων, τις νέες Αριστερές της Λατινικής Αμερικής. Από την «άλλη Ευρώπη» συμμετείχαν ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς από τη χώρα μας, οι Ινίγο Ερρεχόν και Χερμάν Κάρο από το Podemos, η ιρλανδή ευρωβουλευτής και ιστορικό στέλεχος του Sinn Fein Μαρτίνα Άντερσον και η πορτογαλίδα ευρωβουλευτής της Αριστεράς Μαρίσα Ματίας. Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, αφού ανέλυσε το «δραματικά νέο» τοπίο που δημιούργησε το σύμφωνο της Ουάσιγκτον με τη φθορά της δημοκρατίας, την αποπολιτικοποίηση, την αυτονόμηση της οικονομίας από την κοινωνία και την κατασκευή μιας νέας «καταστροφολογίας», στάθηκε στην αλλαγή ιστορικού παραδείγματος που ζούμε σήμερα, με την πολιτική να ανακτά τον συγκρουσιακό χαρακτήρα της. Τόνισε τις ομοιότητες μεταξύ της μεσογειακής Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής καθώς και τον κοινό προσανατολισμό των αριστερών δυνάμεών τους προς την οικοδόμηση της αληθινής δημοκρατίας, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη λαϊκή διακυβέρνηση ενώ έδωσε έμφαση στην ανάγκη μιας νέας μορφής κυριαρχίας που να ξεπερνά τα εδαφικά εθνικά σύνορα. «Ας απολαύσουμε τη φαντασίωσή μας που τόσο καιρό καταπνίγαμε», είπε στο τέλος, μαζί με τους στίχους του Ουγκώ «Ω, παγκόσμια Δημοκρατία, που ακόμα δεν είσαι παρά μια σπίθα, αύριο θα γίνεις ήλιος!», και καταχειροκροτήθηκε. Οι δυναμικοί εκπρόσωποι του Podemos στάθηκαν ιδιαίτερα στο νέο κοινωνικό συμβόλαιο που χρειάζονται οι κοινωνίες μας και μίλησαν για τις βασικές αρχές της νέας «πολιτικής γραμματικής». Η Μαρτίνα Άντερσον έδωσε έμφαση στους αγώνες του ιρλανδικού λαού κατά της ιδιωτικοποίησης βασικών αγαθών όπως το νερό ενώ η πορτογαλίδα ευρωβουλευτής Μαρίσα Ματίας μίλησε για τις ελπίδες που έχουν εναποτεθεί στον Σύριζα για την επίτευξη μιας ουσιαστικής πολιτικής στροφής στην Ευρώπη.
Οι Λατινοαμερικανοί προσκεκλημένοι, πολλοί από τους οποίους ενσαρκώνουν τη σύμπλευση της αριστερής διανόησης και της πολιτικής δράσης που τόσο βλέπουμε σήμερα στην περιοχή, αντιμετώπισαν ως déjà vu τις σκληρές δοκιμασίες που υπομένουν τα τελευταία χρόνια οι λαοί της Ευρώπης: ας μην ξεχνάμε ότι οι σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόστηκαν στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1990 υπό τις επιταγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου προκάλεσαν πραγματική εκατόμβη στις κοινωνίες της περιοχής. Πολλοί ομιλητές, με πραγματικά ενδοσκοπικά διάθεση, εξέφρασαν γόνιμους προβληματισμούς, προχώρησαν σε ειλικρινείς αποτιμήσεις της πολιτικής διαδρομής που έχουν διανύσει τελευταίως οι χώρες τους και περιέγραψαν τα σύγχρονα πρακτικά διλήμματα που αντιμετωπίζει η αριστερή διακυβέρνηση. Χαρακτηριστικά, ο χαρισματικός αντιπρόεδρος της Βολιβίας Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα, χρησιμοποιώντας μια πραγματικά νέα πολιτική σημειολογία, ανέλυσε με έμπνευση και πραγματισμό τον ρόλο του νέου Κράτους στην υπηρεσία του λαού, τη νέα γεωμετρία της εξουσίας, τα χαρακτηριστικά της καλής διακυβέρνησης αλλά και το βάρος που έχει η οικονομία για την επίτευξη της αληθινής δημοκρατίας. Περιέγραψε όλα τα διλήμματα και τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη γραφειοκρατικοποίηση της διακυβέρνησης και την αποκινητοποίηση του λαού. Ο Ρενέ Ραμίρες από τον Ισημερινό μίλησε για τα νέα προκλητικά αιτήματα των νέων γενιών που μεγάλωσαν με τις αριστερές κυβερνήσεις της περιοχής και θεωρούν δεδομένο το κοινωνικό Κράτος και την δωρεάν παιδεία. Οι αποτιμήσεις και οι προβληματισμοί άφησαν, ωστόσο, και μεγάλο χώρο στην ελπίδα: «Σε ένα από τα ταξίδια μου στη χώρα μου ρώτησα ένα παιδάκι από φτωχή οικογένεια ιθαγενών τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει. Πρόεδρος της χώρας, μου είπε χωρίς να διστάσει. Και μόνο αυτό μας πείθει για τη μεγάλη στροφή που έχουμε πετύχει τα τελευταία χρόνια», είπε χαρακτηριστικά ο Γκαρσία Λινέρα.
Το αίτημα της ουσιαστικής ενσωμάτωσης και της ενότητας της Λατινικής Αμερικής, το οποίο κυριάρχησε σε όλες τις εργασίες του φόρουμ, εκφράστηκε στην εντυπωσιακή αλληλεγγύη που εκφράστηκε απερίφραστα και ανεξαίρετα από όλους τους Λατινοαμερικανούς για την κυβέρνηση της Βενεζουέλας: η ατυχής πρόσφατη δήλωση του Μπάρακ Ομπάμα ότι «η Βενεζουέλα αποτελεί απειλή για την εσωτερική ασφάλεια των ΗΠΑ» ξύπνησε μνήμες από την εποχή της «πίσω αυλής» και προκάλεσε τεράστια συσπείρωση όλων των λαών και των αριστερών κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής. Συνθήματα όπως «Βενεζουέλα είμαστε όλοι» και «Κάτω τα χέρια από τη Βενεζουέλα» έκαναν το θέατρο να δονείται ενώ όλοι οι ομιλητές αποτίμησαν φόρο τιμής στον Τσάβες και αντιμετώπισαν τη Βενεζουέλα σαν άξια «κόρη» της Κούβας και αφετηρία της σύγχρονης αριστερής στροφής της περιοχής. Μεγάλη συμπαράσταση εκφράστηκε και στην πρόσφατα επανεκλεγμένη πρόεδρο της Βραζιλίας Ντίλμα Ρουσέφ, την καθαίρεση της οποίας ζητά πραξικοπηματικά η αντιπολίτευση λόγω σκανδάλων που έχουν ξεσπάσει στην κρατική πετρελαιοβιομηχανία Πετρομπράς, αλλά και στην αργεντινή πρόεδρο Κριστίνα Φερνάντες που κατηγορήθηκε για συγκάλυψη ιρανών τρομοκρατών προκειμένου να προωθήσει τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της Αργεντινής και του Ιράν.
Ποιο μπορεί να είναι το μήνυμα μιας τέτοιας μεγάλης συνάντησης που έφερε κοντά τόσες Αριστερές της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης, οι οποίες ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και πηγάζουν από τόσο ανόμοιες παραδόσεις όπως ο μαρξισμός, ο λαϊκισμός ή ο ιθαγενισμός; Ποιο άλλο; Η ανάγκη να οικοδομηθούν γέφυρες ουσιαστικής επικοινωνίας, χάραξης στρατηγικών και ανταλλαγής εμπειρίας αριστερής διακυβέρνησης. Γιατί όλες αυτές οι Αριστερές εκφράζουν μια κοινή πολιτική βούληση για τη νίκη επί του νεοφιλελευθερισμού και τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού και είναι πεπεισμένες ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της εξουσίας και της άσκησης της καλής διακυβέρνησης. Οι νέες ευρωπαϊκές Αριστερές έχουν πολλά να διδαχθούν από τις επιτυχίες, τους περιορισμούς και τα λάθη των αριστερών κυβερνήσεων που ασκούν την εξουσία στη Λατινική Αμερική για πάνω από μια δεκαετία. Δεν θα πρέπει να αφήσουμε τον ευρωκεντρισμό να υψώνει τείχη πάνω στις δήθεν ιδιαιτερότητες και τις διαφορές. Όταν ο Ρενέ Ραμίρες από τον Ισημερινό μιλά για τους νέους μηχανισμούς παραγωγής πλούτου επειδή εξαντλούνται τα περιθώρια αναδιανομής του υπάρχοντος, είναι κάτι που μας αφορά άμεσα τους Ευρωπαίους. Όταν ο ίδιος εξηγεί τις συντονισμένες αντιδράσεις των μεγάλων συμφερόντων και τα πρακτικά εμπόδια που συναντά κάθε προσπάθεια προστασίας της εθνικής βιομηχανίας, επίσης μας αφορά. Κι όταν η Γκαμπριέλα Μοντάνιο από τη Βολιβία ή η Γκαμπριέλα Ριβαντενέιρα από τον Ισημερινό μιλούν για την ανάγκη μιας νέας παιδαγωγίας για τις κοινωνίες μας και μιας πολιτικής ατζέντας που να μπορεί συνεχώς να ανανεώνεται και να γεννά νέα οράματα επίσης μας αφορά όλους. Ο Χερμάν Κάρο από το Podemos παραδέχτηκε με ταπεινότητα ότι του προκάλεσε ζήλεια η πολιτική κινητοποίηση και η συμμετοχή του λαού της Αργεντινής καθώς και η εξοικείωση των πολιτικών εκπροσώπων του με τα νέα αιτήματα της εποχής και τους νέους πολιτικούς κώδικες. «Μακάρι και στην Ισπανία να το δούμε αυτό», είπε. Κι εμείς λέμε, μακάρι να το δούμε αυτό και σε όλη την Ευρώπη! 

Η Mαρία Δαμηλάκου διδάσκει στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, με αντικείμενο την ιστορία της αμερικανικής ηπείρου. Πρόσφατα, κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Αιώρα, το βιβλίο της «Ιστορία της Λατινικής Αμερικής από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα».

                                                                                          Πηγή: enthemata.wordpress.com

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Οδηγώντας στην παλιά Κεφαλονιά...





Το έτος 1917 στην ανθρωπότητα ολόκληρη συμβαίνουν κοσμοϊστορικές αλλαγές. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αποφασίζουν να συμμετάσχουν σ’ αυτόν. Στη Ρωσία, ξεσπά η Επανάσταση των μπολσεβίκων, που θα αλλάξει την πορεία της ανθρωπότητας. Στο Παρίσι πάλι, έχουν άλλες σκοτούρες, μια και για πρώτη φορά επιβάλλεται φορολογία εισοδήματος, ενώ εκτελείται η περιβόητη διπλή πράκτωρ Μάτα Χάρι. Την ίδια χρονιά, στην Αγία Ευφημία της Πυλάρου, κάνει την εμφάνισή του για πρώτη φορά ένα αυτοκίνητο! Ένα στρατιωτικό όχημα των γαλλικών δυνάμεων που έχουν αποκλείσει την Κεφαλονιά, που είχε επιλέξει να ταχθεί στο πλευρό του Βενιζέλου στην κρίσιμη για την Ελλάδα περίοδο του Εθνικού διχασμού.
Το κείμενο προέρχεται από την παρουσίαση του βιβλίου «Αμαξάδες και φορτάκηδες» της Σωτηρούλας Γονατά-Μουστάκη, που είχε γίνει στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Πυλαρέων,  (Αγία Ευφημία στις 4-5-2005). Δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

Το έτος 1917 στην ανθρωπότητα ολόκληρη συμβαίνουν κοσμοϊστορικές αλλαγές. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αποφασίζουν να συμμετάσχουν σ’ αυτόν. Στη Ρωσία, ξεσπά η Επανάσταση των μπολσεβίκων, που θα αλλάξει την πορεία της ανθρωπότητας. Στο Παρίσι πάλι, έχουν άλλες σκοτούρες, μια και για πρώτη φορά επιβάλλεται φορολογία εισοδήματος, ενώ εκτελείται η περιβόητη διπλή πράκτωρ Μάτα Χάρι. Την ίδια χρονιά, στην Αγία Ευφημία της Πυλάρου, κάνει την εμφάνισή του για πρώτη φορά ένα αυτοκίνητο! Ένα στρατιωτικό όχημα των γαλλικών δυνάμεων που έχουν αποκλείσει την Κεφαλονιά, που είχε επιλέξει να ταχθεί στο πλευρό του Βενιζέλου στην κρίσιμη για την Ελλάδα περίοδο του Εθνικού διχασμού.

Η Σωτηρούλα Γονατά – Μουστάκη, στο βιβλίο της «Αμαξάδες και φορτάκηδες» που εκδόθηκε πρόσφατα από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Αγίας Ευφημίας «Το Φανάρι», και που είναι η αφορμή για την αποψινή μας συνάντηση, μας μεταφέρει την ιδιαίτερα συγκινητική περιγραφή ενός πυλαρινού που αντίκρισε αυτό το θαύμα της τεχνολογίας που για πρώτη φορά πάτησε πυλαρινό έδαφος. Το μηχανοκίνητο όχημα που σήκωνε πολλή σκόνη και άφηνε ένα πρωτόγνωρο για τα αυτιά των ντόπιων μουγκρητό σήμαινε την αρχή μιας νέας εποχής για την περιοχή. Μιας εποχής, που μας ξετυλίγει με το βιβλίο της η κυρία Μουστάκη, με όπλο τις αφηγήσεις, τις αναμνήσεις, και παλιές φωτογραφίες, φυλαγμένες με λαχτάρα σε πυλαρινά συρτάρια, αναμνήσεις και φωτογραφίες που επιβίωσαν πολέμων, σεισμών, μεταναστεύσεων. Της εποχής των αμαξάδων και των φορτάκηδων.
Μέχρι πολύ πρόσφατα, η Πύλαρος ήταν μια terra incognita, μια ανεξερεύνητη περιοχή στην τοπική βιβλιογραφία. Πέρα από βασικά ιστορικά γεγονότα, ελάχιστα είχαν γραφτεί και ελάχιστα είχαν διασωθεί για το κομμάτι αυτό της Κεφαλονιάς, όπως άλλωστε συμβαίνει και με άλλες λιγότερο ή περισσότερο απομακρυσμένες περιοχές του νησιού. Η έλλειψη τοπικού τύπου είχε αποθαρρύνει τους ερευνητές από την ενασχόληση με αυτό που λέμε «μικροϊστορία» του τόπου, με την καθημερινότητα των ανθρώπων, τις συνήθειες, τις δυσκολίες και τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής ζωής της περιοχής. Μοναδική δυνητική πηγή πληροφοριών για την τοπική ιστορία ήταν και εξακολουθούν να παραμένουν οι προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων, και οι φωτογραφικές αποτυπώσεις της ζωής. Και τα δύο σπανίζουν. Το πρώτο, επειδή οι «παλαιοί» πυλαρινοί μοιραία λιγοστεύουν (και έχουν φύγει πάρα πολλοί που δεν πρόλαβαν να μας εκμυστηρευθούν τις αναμνήσεις τους) και το δεύτερο σπανίζει επίσης επειδή οι συνθήκες της εποχής δεν επέτρεπαν τη λήψη πολλών φωτογραφιών. Στα χωριά, αντίθετα με την πρωτεύουσα, το να βγάλεις φωτογραφία αποτελούσε πολυτέλεια. Έπρεπε να έρθει ο φωτογράφος από την πόλη, να έχει προκύψει η κατάλληλη περίσταση (γάμος, βαφτίσι, πανηγύρι, απονομή συντάξεων) να φορέσεις τα καλά σου και να ποζάρεις. Πόσες τέτοιες στιγμές μπορεί να αποτυπώθηκαν;
Ευτυχώς, σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η Πύλαρος διαθέτει πια (για τους ιστορικούς του μέλλοντος) τοπικό τύπο, με τα «Πυλαρινά Νέα» και την «Βοή της Πυλάρου» των αποδήμων πυλαρινών, αλλά και Δημοτική Βιβλιοθήκη, που μπορεί να αποτελέσει έναν πυρήνα έρευνας και μελέτης της τοπικής Ιστορίας, ενώ με μεγάλο ενδιαφέρον αναμένουμε όλοι στο τέλος του καλοκαιριού το Συνέδριο για την Ιστορία της Πυλάρου, που θα φωτίσει πολλές πτυχές αυτής της μέχρι τώρα άγνωστης περιοχής. Επιπλέον, ήδη υπάρχει μια στοιχειώδης βιβλιογραφία για την περιοχή, στην οποία η κυρία Γονατά – Μουστάκη έχει συντελέσει αποφασιστικά με τα βιβλία της («Καλοστρατιά», «Πυλαρινές Εικόνες» και «Πυλαρινή τυροκομία»), όλα αφιερωμένα στην κοινωνική μικροϊστορία της Πυλάρου), βιβλία που έφεραν και τη βράβευσή της με έπαινο από την Ακαδημία Αθηνών.
Σ'αυτή τη σειρά των δημοσιευμάτων της κυρίας Γονατά – Μουστάκη έρχονται να προστεθούν και οι «Αμαξάδες και φορτάκηδες», ένα βιβλίο που η συγγραφέας συνέθεσε, έχω την αίσθηση, σ’ ένα κλίμα ιδιαίτερης συγκινησιακής φόρτισης, μια και η ίδια προέρχεται από οικογένεια οδηγών. Έχοντας ζήσει από κοντά τις ηρωϊκές εποχές των «σωφέρηδων» της Πυλάρου, στα χρόνια μετά τους σεισμούς του 1953,  η συγγραφέας μάς μεταφέρει αναμνήσεις δικές της και μαρτυρίες παλαιοτέρων, συνοδευόμενες από ιστορικά στοιχεία και πλούσιο φωτογραφικό υλικό, από μια αποχή που, σήμερα φαντάζει πολύ μακρινή, αλλά οι παλιότερες γενιές την έχουν ζήσει από πρώτο χέρι.
  Με αυτά τα εφόδια και με ύφος ανάλαφρο και διασκεδαστικό, που δεν αποστερεί το κείμενό της από την  εγκυρότητα πληροφοριών, η συγγραφέας μας ταξιδεύει, με καροτσίνα, άμαξες, σούστες και φορτάκια, σε μια εποχή που οι δρόμοι δεν είχαν άσφαλτο, διαχωριστικές γραμμές και προστατευτικά, που τα αυτοκίνητα ήταν τόσο σπάνια, όπως η ίδια λέει, που η μυρωδιά της βενζίνης ήταν μεθυστική, που τα αυτοκίνητα δούλευαν με μανιβέλες, μούγκριζαν, δεν είχαν αερόσακο και ABS, και που ήθελαν νερό στο ψυγείο τους, και θρούμπες όταν τα έπιανε λάστιχο. Μια εποχή που δεν υπήρχε ΚΤΕΛ και συγκοινωνίες, και που οι οδηγοί ήταν εξίσου δημοφιλείς με τους αστέρες τους ραδιοφώνου: τους ήξερε όλο το νησί: τη φωνή τους, το θόρυβο από τη Ford ή τη Chevrolet τους, την κόρνα τους.
  Μέχρι να φτάσουμε βέβαια στα αυτοκίνητα, για αιώνες, χιλιετίες ολόκληρες, οι κεφαλονίτες, όπως και όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη, χρησιμοποιούσαν κάρα, με άλογα ή μουλάρια. Οι πυλαρινοί δεν αποτελούσαν εξαίρεση, καθώς  η ανάγκη για επαφή με την πρωτεύουσα, αλλά και με άλλα σημεία του νησιού ήταν επιτακτική. Στην πρωτεύουσα υπήρχαν οι υποδομές υγείας, τα δευτεροβάθμια σχολεία, αλλά και οι δημόσιες υπηρεσίες, αλλά έκδηλη ήταν  η ανάγκη για μεταφορά εμπορευμάτων από και προς άλλα σημεία του νησιού. Η θέση άλλωστε της Πυλάρου (στο κέντρο του νησιού) την καθιστούσε διαμετακομιστικό σταθμό για όλες αυτές τις συναλλαγές. Η συγγραφέας αναφέρεται με ονόματα και ιστορικά στοιχεία στην εποχή του κάρου και της άμαξας, όταν το ταξίδι προς την πρωτεύουσα δεν ήταν υπόθεση ρουτίνας αλλά απόφαση που συχνά απαιτούσε μέρες προετοιμασίας.
Κι από την εποχή του κάρου και την αργή κίνηση των καροτσίνων και των αμαξών με τις πραμάτειες και τους επιβάτες τους περνάμε στην εποχή του αυτοκινήτου, που φαίνεται να μπαίνει για τα καλά στην Πύλαρο από τη δεκαετία του 1920. Οι πυλαρινοί επαγγελματίες οδηγοί από την πρώτη κιόλας δεκαετία και για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες ακόμη είναι πολλοί – η συγγραφέας παραθέτει αναλυτικά στοιχεία, αλλά και, χαρακτηριστικά σπαρταριστά αποσπάσματα από τα δρομολόγια που κρατούσαν ώρες μέσα σε σκονισμένους στενούς και απόκρημνους δρόμους και με αυτοκίνητα γεμάτα επιβάτες – κυριολεκτικά γεμάτα: άλλους στο φτερό, άλλους στη σχάρα, τοποθετημένους αριστοτεχνικά από τον οδηγό ώστε να χωρέσουν όλοι. Σταθμοί των αυτοκινήτων από την Πύλαρο τα καφενεία των χωριών, όπου γίνεται και η επιβίβαση των πελατών – ο συναγωνισμός μεταξύ των οδηγών είναι έκδηλος αλλά ευγενής – και το ταξίδι στην πρωτεύουσα, τον Άγιο ή όπου αλλού (αν και το «αγκαζέ» ήταν σχετικώς πολυτελές για το χωριάτικο πορτοφόλι) είναι μια μικρή περιπέτεια.
Η συνάθροιση των επιβατών στα καφενεία και τα αυτοκίνητα είναι μια κοινωνική συναναστροφή που δημιουργεί νέες ευκαιρίες επικοινωνίας μεταξύ των κατοίκων των χωριών, σε μια εποχή που τα τηλέφωνα είναι ελάχιστα. Ο οδηγός δεν είναι απλά ο μεταφορέας επιβατών. Είναι και ο παραγγελιοδόχος που θα φέρει από την πρωτεύουσα εφημερίδες, φάρμακα ή ο,τιδήποτε άλλο, συχνά χωρίς αντίτιμο. Είναι αυτός που θα μεταφέρει τα νέα της πρωτεύουσας στο μικρό χωριό. Είναι αυτός που ακόμη και γράμματα θα κουβαλήσει εκεί που Δε φτάνει το ταχυδρομείο. Είναι αυτός που θα πάει τον άρρωστο στο νοσοκομείο ή τη γυναίκα στο μαιευτήριο εκεί που δεν φτάνει ή δεν υπάρχει ασθενοφόρο (ο ομιλών παραλίγο να γεννηθεί μέσα στο τρίκυκλο που μετέφερε την μητέρα του από τον Αγκώνα στο Αργοστόλι).  Ο οδηγός είναι αυτός που θα πάει τους πιστούς να προσκυνήσουν στον Άγιο Γεράσιμο, αυτός που θα φέρει το γιατρό στο χωριό, αυτός που θα κουβαλήσει τον ειρηνοδίκη για να λύσει τις διαφορές, που θα φέρει το δάσκαλο για πρώτη φορά στο χωριό, αλλά και τον Νομάρχη ή τον Επιθεωρητή των σχολείων ή κάποιον άλλο επίσημο. Ο οδηγός θα φέρει και τον παπά από το διπλανό χωριό για να τελέσει το γάμο, θα κουβαλήσει και τους νεόνυμφους από την εκκλησιά στο σπίτι. Ο οδηγός θα φέρει και τους επισκέπτες που έρχονται με τα πλοία, το φαντάρο που γυρίζει από τη θητεία, το σπουδαστή που έρχεται διακοπές, τη θεία από την Αμερική που έρχεται για πρώτη φορά με τα δώρα της στο χωριό.
  Ο οδηγός, ο «σωφέρης», είναι εκεί σε κάθε κοινωνική εκδήλωση, είναι ο μοχλός επικοινωνίας της μικρής, κλειστής κοινωνίας του χωριού με τις άλλες μικρές, κλειστές κοινωνίες, αλλά και με την κοινωνία της πόλης. Είναι ο συνδετικός κρίκος του χωριού με τον έξω κόσμο σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Είναι εκείνος που σε μια στατική από τη φύση και τη λειτουργία της κοινωνική μονάδα δημιουργεί μια δυναμική, μια κίνηση προς τα μέσα και τα έξω. Αν ξεπεράσουμε τη σημερινή εικόνα που έχουν τα χωριά μας, όπου ο κοινωνικός ιστός είναι από σχετικά έως πολύ χαλαρός και δούμε το ρόλο των οδηγών στο κοινωνικό γίγνεσθαι εκείνης της εποχής, με τις μεγάλες δυσκολίες που είχαν συσσωρεύσει οι πόλεμοι, οι σεισμοί, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, η μεγάλη φτώχεια που είχε ακολουθήσει τους σεισμούς, διαπιστώνουμε ότι οι οδηγοί υποκαθιστούσαν όχι μόνο όλα τα μέσα συγκοινωνίας που έχουμε σήμερα, αλλά και όλα τα μέσα επικοινωνίας. Δεν ήταν απλοί θεληματάρηδες – ήταν αυτοί που ανανέωναν τους ρυθμούς των τοπικών κοινωνιών που κινούνταν αργά, που φοβούνταν, που ήταν κουμπωμένες απέναντι στο άγνωστο. Ήταν αυτοί που έφερναν τους κατοίκους σε επαφή με το άγνωστο, την πόλη ή το διπλανό χωριό, αλλά και αυτοί που έφερναν το καινούριο μέσα στο χωριό τους (είτε αυτό ήταν η προχθεσινή εφημερίδα είτε μια όμορφη δασκάλα). Αν κάθε κεφαλονίτικο χωριό από την εποχή του Μεσοπολέμου ως τα πρώτα χρόνια μετά τους σεισμούς θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια παλλόμενη καρδιά, οι οδηγοί ήταν οι βηματοδότες αυτής της καρδιάς.
  Η συγγραφέας αναφέρεται επίσης λεπτομερώς στους ιδιοκτήτες τρικύκλων και φορτηγών, που έκαναν αρκετά αργότερα την εμφάνισή τους στην Πύλαρο και την Κεφαλονιά γενικότερα, και, αφού παραθέσει πλούσιο φωτογραφικό υλικό από όλους σχεδόν τους πυλαρινούς «φορτάκηδες», μας περνάει στην καινούρια εποχή, αυτή των λεωφορείων, που πρωτοεμφανίζονται το 1948 και οργανώνονται σε ΚΤΕΛ στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ας μη βιαστούμε να θεωρήσουμε ότι η εποχή των φορτάκηδων τελείωσε με την εμφάνιση των λεωφορείων. Τα λεωφορεία ήταν μια εξέλιξη των παλιών αυτοκινήτων – και πολλοί σωφέρηδες απέκτησαν λεωφορεία, τα οποία έκαναν πια και δρομολόγια προς την πιο μεγάλη πρωτεύουσα, την Αθήνα. Τα  πρώτα λεωφορεία, που εξαπλώθηκαν παράλληλα με τη βελτίωση του οδικού δικτύου στην Κεφαλονιά, ήταν ουσιαστικά οι πιο άνετες εκδοχές των ηρωϊκών Φορντ της παλιάς φουρνιάς. Οι θέσεις ήταν περισσότερες – περισσότερη είναι και η δεξιοτεχνία των οδηγών που απαιτείτο, καθώς η Πύλαρος περιβάλλεται πανταχόθεν από στροφές.  Οι Πυλαρινοί διέπρεψαν και σε αυτόν τον κλάδο – ωστόσο το ψωμί των αυτοκινητιστών δεν κόπηκε τελείως, μια και τα δρομολόγια ήταν στην αρχή λίγα – τα λεωφορεία δεν μπορούσαν να φτάσουν παντού. Μέχρι και πριν από δεκαπέντε-είκοσι χρόνια οι οδηγοί των λεωφορείων ήταν εξίσου γνωστοί και δημοφιλείς με τους παλιούς «φορτάκηδες». Ακόμη και σήμερα, που τα θορυβώδη 32άρια έχουν αντικατασταθεί με πολυτελή πούλμαν και η συντριπτική πλειοψηφία των κεφαλονιτών διαθέτει τουλάχιστον ένα Ι.Χ., οι οδηγοί των λεωφορείων είναι αναγνωρίσιμοι και επώνυμοι – μόνο που οι εποχές έχουν πια αλλάξει...
Η Σωτηρούλα Γονατά – Μουστάκη, όπως αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, έλαβε υπόψιν της αυτό το τελευταίο – ότι οι καιροί έχουν πια αλλάξει, και γι’ αυτό στο βιβλίο της δεν περιορίστηκε στην απλή παράθεση στοιχείων για τους οδηγούς της εποχής – η αναλυτική παράθεση ονομάτων και στοιχείων ωστόσο είναι χρήσιμο εργαλείο για όσους θα μελετήσουν την ιστορία του τριτογενούς τομέα αυτού της παροχής υπηρεσιών, στον τόπο μας στην πορεία του 20ού αιώνα. Αυτό που η συγγραφέας θέλησε να αποτυπώσει και να διασώσει είναι το άρωμα μιας εποχής που οι νεότερες γενιές δεν πρόκειται να ξαναζήσουν. Μιας εποχής της αθωότητας (μέσα σ’ έναν κόσμο όπου συνέβαιναν φοβερά πράγματα). Αυτής της αθωότητας που πηγάζει από τη χαρά ενός παιδιού για το πρώτο ταξίδι στ’ Αργοστόλι, του δέους που ένιωθαν οι επιβάτες απέναντι στον οδηγό για τις μανούβρες του και τον τρόπο με τον οποίο επισκεύαζε περισσότερο ή λιγότερο πρόχειρα το αμάξι του, από τις ατέλειωτες πλάκες και αστεία περιστατικά που με γλαφυρό και χαριτωμένο τρόπο περιγράφει στο τέλος του βιβλίου, περιστατικά που δεν μπορείς να τα ζήσεις σήμερα με τα ρυθμιζόμενα καθίσματα, το air-condition και τους άλλους αυτοματισμούς ενός μοντέρνου αυτοκινήτου. Το κεφάλαιο «αστεία γεγονότα» με το οποίο ουσιαστικά κλείνει τη μελέτη της, είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να πάρουν χρώμα όλες οι υπέροχες ασπρόμαυρες φωτογραφίες που έχει παραθέσει. Να πάρουν το χρώμα της ζωής – να χωρέσουν και να ξαναβαφτιστούν εκεί απ’ όπου πραγματικά προέρχονται: Στους σκληρούς καιρούς της μεσοπολεμικής και πρώτης μετασεισμικής περιόδου – στη σκόνη των δρόμων ανακατεμένη με τη μυρωδιά του  φασκόμηλου και της ρίγανης και της βενζίνης, στο θόρυβο της μανιβέλας και του παλιού κινητήρα ανακατεμένο με τα στιχάκια του «Λαγού», τους ψίθυρους μεταξύ των επιβατών, τα κορναρίσματα λίγο πριν μπούμε στο επόμενο χωριό, για να ετοιμάζονται οι αναμένοντες στα καφενεία. Οι αφηγήσεις των απλών ανθρώπων της εποχής και το κείμενο της κ. Διονυσίας Πουλάκη – Κατεβάτη δεν επιχειρούν να ωραιοποιήσουν μια εποχή που το ταξίδι στην πόλη ήταν μια μικρή περιπέτεια. Παρουσιάζουν μια εποχή όπου η ίδια η ζωή ήταν μια μικρή (και καμμιά φορά μεγάλη) περιπέτεια, και που οι άνθρωποι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ήξεραν να χαίρονται κάποιες στιγμές που εμείς θεωρούμε μικρές  - και είναι μικρές, αλλά εκεί, στα μικρά πράγματα κρύβονται οι μεγάλες χαρές.
  Πίσω από τα γνωστά και άγνωστά μας πρόσωπα εκείνης της εποχής που ποζάρουν καμαρωτά μπροστά στα «Φορτάκια» κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος – ο κόσμος των πατεράδων και των παππούδων μας που εμείς δεν προλάβαμε, ή προλάβαμε ελάχιστα, να ζήσουμε. Ένας κόσμος όχι εξιδανικευμένος και βυθισμένος στην απόλυτη ευτυχία. Ένας κόσμος που, σαν τους πυλαρινούς δρόμους εκείνης της εποχής είχε πολλές και κακές στροφές, γκρεμούς και πέτρες που έσκιζαν τα λάστιχα στο λεπτό. Αυτός ο κόσμος όμως, έτσι όπως με την ευαίσθητη πένα της μας τον ζωγράφισε η κ. Γονατά – Μουστάκη, είχε και κάτι άλλο σε περίσσεια: Αυτό που διαθέτει σε περίσσεια και τούτο το βιβλίο: Αισθήματα, κεραίες ψυχής, που μπορούσαν να αντιληφθούν, να εκτιμήσουν, να χαρούν μια εκδρομή. Ένα ταξίδι με «φορτάκι». Με τον αέρα στο πρόσωπό σου, κι ας κάθεσαι πάνω στο φτερό. Με την καρδιά σου να χτυπάει δυνατά, κι ας είσαι στριμωγμένος. Με τη σκέψη σου στο ταξίδι. Ένα ταξίδι, που, όπως διάβαζε κανείς στο πίσω τζάμι ενός παλιού λεωφορείου «ζω με περιέργεια να δω το τέλος».
                                                                                                        Ηλίας Α. Τουμασάτος
                                                                                                     Πηγή: eliaswords.blogspot.gr/

Πειραματισμός, Παιδαγωγική και Πολιτική: Ενα υπαίθριο σχολείο της κοινότητας στο Πεδίο του Άρεως...



 
                                                                                    Tου Χαράλαμπου Μπαλτά

Η προβληματική μας αφορά τη δυνατότητα να μιλήσουμε μια ακόμη φορά για πολιτικές έννοιες, όπως είναι η κριτική παιδαγωγική, η δημόσια εκπαίδευση, τα δικαιώματα του παιδιού, η αποσχολειοποίηση [deschooling], η παιδική ηλικία, το παιχνίδι, η πολιτειότητα, [citizenship], η αρχιτεκτονική και το σχολείο της κοινότητας [Community School]. Ο ιστορικός χρόνος της περιόδου της ελληνικής κρίσης (2010-) είναι το πλαίσιο αυτής της προβληματικής, μαζί με τις αναλογίες του με την περίοδο του ελληνικού μεσοπολέμου. Στις ιστορικές αναλογίες του τότε με το τώρα είναι κοινή η αίσθηση της ιστορικότητας που έχουμε, αυτό το χάσμα της εμπειρίας με την προσδοκία.[1] Όπως και ο ανταγωνισμός κομουνισμού και φασισμού που δίνει τροφή για έναν ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό για το τι θεωρείται με νέα ανάγνωση συντηρητικό και τι προοδευτικό στη δημόσια εκπαίδευση.Σήμερα η παιδική ηλικία βάλλεται, αλλά μια σειρά από πολιτικές οι οποίες εμπνέονται από την παιδαγωγική της αντίστασης[2] λαμβάνουν χώρα στα σχολεία μας. Αυτές αφορούν την διατροφή, τα συναισθήματα, την κοινωνική οικονομία, την προληπτική ιατρική, την πρόληψη κατά της χρήσης ουσιών, την προώθηση των δικαιωμάτων της ελευθερίας και του χώρου για τα παιδιά, την έξοδο του σχολείου στην κοινότητα, τη δημιουργία βιβλιοθηκών, την απόπειρα για τη δημιουργία συνεταιρισμών, το σχολικό κήπο και τις πρωτοβουλίες για τον πολιτισμό μέσα κι έξω από το σχολείο. Το δημόσιο σχολείο τελικά χρειάζεται υποστηρικτικούς θεσμούς Στο μεσοπόλεμο αυτές οι παιδαγωγικές πρωτοβουλίες πήραν το όνομα της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» κι αυτός που πρωτοστατεί είναι μια ακόμη φορά ο δάσκαλος Δημήτρης Γληνός. Μεταξύ των στόχων είναι η δημιουργία παιδικών κατασκηνώσεων για τα παιδιά των εργατών και αιτήματα για την αντιμετώπιση των ασθενειών που τα αποδεκάτιζαν.[3] Το υπαίθριο σχολείο, το οποίο πάλι ο Δημήτρης Γληνός το είχε εισηγηθεί το 1916 με την  δημιουργία του πρώτου υπαίθρου σχολείου στο κτήμα Νομικού στα Πατήσια, ο σχολικός κήπος, οι κατασκηνώσεις, τα γεωργικά και τα μοντέρνα σχολεία, είναι η εκπαιδευτική πολιτική των δυνάμεων του εκσυγχρονισμού που ενσωμάτωσε τα εργατικά αιτήματα. Οι διαφορετικοί τύποι σχολείων συνηγορούσαν στην απάντηση των προβλημάτων των παιδιών. Η νεολαία και τα παιδιά είναι μια προτεραιότητα σε μια χώρα που έβγαινε από τον πόλεμο. Υπαίθρια είναι επίσης μετά και τα σχολεία του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Ελεύθερης Ελλάδας, λόγω της επίταξης ή της καταστροφής των υπαρχόντων σχολείων.[4] Όμως όλα αυτά τα πειράματα αναστέλλονται μέσα από μια πολιτική διαδικασία που ξεκινά με το «Παιδομάζωμα» και συνεχίστηκε με τον αντικομουνισμό της «Αγωγής του Πολίτη», την έξοδο της πολιτικής από το σχολείο και την αυταρχική επιβολή της έδρας του δασκάλου. Θα χρειαστεί αρκετός καιρός να φτάσουμε στα χρόνια της μεταπολίτευσης για να μιλήσουμε εκ νέου για ένα κίνημα αντιαυταρχικής παιδαγωγικής που θα βάλει στόχο του την παιδική ηλικία.
πεδίον του Αρεως
Ας επιστρέψουμε στο μεσοπόλεμο στο κέντρο της Αθήνας. Τα πλανόδια παιδιά, αυτά που έβρισκαν στέγη για παράδειγμα στη σχολή του «Παρνασσού», είναι αυτά που στερούνται την παιδική τους ηλικία στο όνομα της παιδικής εργασίας και της πρόωρης ενηλικίωσής τους. Τα παιδιά αυτά τύχαιναν εκμετάλλευσης από τους μαστόρους, στοιβάζονταν σ’ ένα δωμάτιο και αναπαρήγαγαν τα πλανόδια επαγγέλματα, όπως αυτά του λούστρου ή του εφημεριδοπώλη. Ο ρόλος του «Παρνασσού» στη Πλατεία Κάνιγγος ήταν να προσφέρει ένα κατάλυμα, εσπερινά μαθήματα και προστασία. Τα παιδιά μεταναστεύουν από πόλεις και χωριά της Ελλάδας και φτάνουν στην Αθήνα. Στα χρόνια που ακολουθούν τα παιδιά είναι αυτά που δεν πληρώνουν εισιτήριο στα τραμ και κρέμονται από πίσω τους για να μετακινηθούν.[5] Είναι αυτά που αποζητούν το γάλα ως ιατρική οδηγία για τους πνεύμονές τους.[6] Οι παιδαγωγικοί πειραματισμοί όμως του ελληνικού μεσοπολέμου δημιουργούν ένα πλαίσιο κίνησης, ελευθερίας και σχολικής ζωής. Τα παιδιά κάνουν αισθητή την δημόσια παρουσία τους μέσα από τις συλλογικές δράσεις που αναπτύσσουν, την παιδική εργασία, τα θεάματα, το συνδυασμό σχολείου και δουλειάς, αλλά και μέσα από την συνεύρεσή τους με τα παραδοσιακά πλανόδια επαγγέλματα.[7] Η γενιά του ’30 μπορεί να διαβαστεί έτσι και με διαφορετικό τρόπο μέσα από την ματιά των παιδιών, σε βαθμό που να ίδια διαψεύδουν  την εικόνα που δημιούργησε η γενιά για τον εαυτό της.[8] Τα παιδιά του κέντρου είναι αυτά που μεγαλώνουν στην Πλατεία Βικτωρίας, στην πλατεία Αμερικής και στην πλατεία Άγιου Γεωργίου στην Κυψέλη, είναι αυτά που μεγαλώνουν στα Εξάρχεια ή είναι αυτά που πηγαίνουν στη σχολή της Μίνας Αηδονοπούλου και παίζουν στο Πεδίο του Άρεως. Ή, είναι αυτά που πάνε να καταθέσουν ένα στεφάνι για τους ήρωες της επανάστασης στο Πεδίο του Άρεως, όπως κάνει ο Ναπολέων Λαπαθιώτης μαθητής ακόμα στις αρχές του 20ου αιώνα.[9] Μπορούμε λοιπόν να γενεαλογήσουμε το παρελθόν μέσα από μια μεγάλη γκάμα αφηγήσεων για την παιδική ηλικία, από τα παιδικά χρόνια του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη μέχρι αυτά της Άλκης Ζέη, των παιδιών του «Παρνασσού», των παιδιών των γειτονικών σχολείων στο Πεδίο του Άρεως, των παιδιών που αγαπούν την τέχνη του Καραγκιόζη, είναι εφημεριδοπώλες ή περνούν τον χρόνο τους στους κινηματογράφους.[10]
Πεδίον Αρεως
Το Πεδίο του Άρεως είναι μέρος της ζωής τους και αποτελεί τον χώρο της συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας. Με αφορμή τα εκατό χρόνια από την εθνική επανάσταση, το 1934, πιο καθυστερημένα λόγω της μικρασιατικής καταστροφής, ο Νικόλαος Μητσάκης κατασκευάζει την Λεωφόρο των Ηρώων, κάνοντας ακόμα πιο επίσημη την συνεισφορά του πάρκου στην συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας. Είχαν προηγηθεί το αστικό παρελθόν του πάρκου στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, οι στάβλοι των αλόγων του βασιλιά, η παρουσία της μπάντας που έπαιζε εμβατήρια και ο περίπατος των γυναικών της αστικής κοινωνίας όλο τον προηγούμενο αιώνα. Σ’ αυτό τον χώρο, λίγα χρόνια πιο πριν, έλαβαν χώρα τα αποκαλούμενα «σκιαδικά», η αντιπαράθεση των μαθητών με τους υπαλλήλους των εμπορικών καταστημάτων και την αστυνομία. Η εξέλιξη των γεγονότων ήταν κωμικοτραγική. Με λίγα λόγια ο εσωτερικός κανονισμός των γυμνασίων που είχε ψηφιστεί το 1857 πρόβλεπε να μην φορούν κάτι στο κεφάλι τους οι μαθητές. Όπως πολλοί εκ των μαθητών το 1859 φόρεσαν ευτελή καπέλα από τη Σίφνο, τα σκιάδια, και κάνοντας τον περίπατό τους στο Πολύγωνο, ήρθαν σε αντιπαράθεση με την αστυνομία [11] «Μουσική», «περίπατος» ή «πολύγωνο» είναι τα πρώτα ονόματα του Πεδίου του Άρεως. Το Πεδίο του Άρεως γίνεται ένας τόπος διάλογου του πολέμου και της ειρήνης, μετά ιδιαιτέρως και από την μεταφορά της στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, ο οποίος παραδίνεται στο αθηναϊκό κοινό. Το Πεδίο του Άρεως είναι ένας χώρος όπου παίζεται μουσική, έχουμε βόλτες των ανθρώπων της αστικής κοινωνίας, αλλά και έχουμε και ασκήσεις σκοποβολής, όπως για παράδειγμα των μαθητών της Βαρβακείου Σχολής. Το 1924 σ’ αυτό το χώρο εκφωνείται από τον στρατηγό Οθωναίο ο λόγος για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας και την έξωση του βασιλικού θρόνου.[12] Το 1924 είναι επίσης η χρονιά της πρώτης χάρτας των δικαιωμάτων του παιδιού κι έχουμε πρωτοβουλίες αρκετές για την προστασία των παιδιών. Με την παρουσία των προσφύγων στο Πολύγωνο δίνεται η δυνατότητα στο πάρκο να αποκτήσει λαϊκά χαρακτηριστικά. Το δεύτερο υπαίθριο σχολείο γίνεται στο Πεδίο του Άρεως το 1930.[13] Ο φωτογράφος στην είσοδο περιμένει τους περαστικούς και τα παιδιά για μια φωτογράφηση. Αλλά και τα γειτονικά σχολεία είναι αυτά που βρίσκουν την ευκαιρία να αξιοποιήσουν τον χώρο, τόσο για λόγους εθνικιστικούς όσο και για λόγους περιπάτου ή γυμναστικής.[14] Ωστόσο τα παιδιά που είναι στα σχολεία είναι λίγα, καθώς η παιδική εργασία είναι μεγάλη και ο λαός δεν δίνει αξία στο σχολείο, αλλά στη δουλειά.[15] Όπως επίσης, η μεταρρύθμιση του 1929 δίνοντας έμφαση στην πρακτική, συνέτεινε δια της πολιτικής του Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, σε ακόμη μεγαλύτερη απαξίωση της μακρόχρονης εκπαίδευσης.[16]
Πεδίον Αρεως
Όμως η εκπαίδευση, είτε μέσω του Σχολείου Εργασίας είτε μέσω άλλων παιδαγωγικών πειραματισμών, όπως είναι τα ιδιωτικά σχολεία, τα υπαίθρια, τα γεωργικά ή τα μοντέρνα σχολεία κι αυτά που εισάγουν τις τεχνικές του Celestin Freinet, γνωρίζει νέες κατευθύνσεις  Ένα από τα σχολεία κοντά στο Πεδίο του Άρεως είναι αυτό του Κάρολου Μπερζάν. Στη γωνία Μαυροματαίων και Λεωφόρου Αλεξάνδρας έχουμε από το 1936 την ιδιωτική «Σχολή Μπερζάν», ή με τον επίσημο τίτλο του το «Πρότυπον Λύκειον Αθηνών», την διεύθυνση του οποίου είχαν ο Κάρολος και η Φλώρα Μπερζάν. Η διεύθυνση είχε αποφασίσει να μεταφέρει στην Ελλάδα τις αρχές της προοδευτικής Νέας Αγωγής, σύμφωνα με το πρότυπο του Ινστιτούτου της Γενεύης J. J. Rousseau και του ιδρυτή του E. Claparede, κυρίως στις σχέσεις διδασκόντων και διδασκομένων. Κύρια επίσης γνωρίσματα αυτού του σχολείου αποτελούν η μεικτή φοίτηση, η έκδοση μαθητικών περιοδικών, το εβδομαδιαίο δελτίο για την συνεργασία με τους γονείς, η σχολή γονέων, ο εσωτερικός κανονισμός, η αυστηρότητα, η παιδιατρική, η έμφαση στην υγιεινή, όπως επίσης και στην εξατομικευμένη διδασκαλία. Η παιδαγωγική του Claparede είναι ταιριαστή με το πνεύμα της εποχής και την ιατρική βοήθεια στο παιδί. Ο παιδαγωγικός πειραματισμός λαμβάνει χώρα μέσα κι έξω από το σχολείο.[17] Γράφει πιο συγκεκριμένα ο Αλέξης Δημαράς για το Πεδίο του Άρεως και τη Σχολή «Μπερζάν» στα χρόνια που ακολούθησαν στην κατοχή: «Όλα αυτά τα χρόνια, κοντά στις τόσες αιτίες δυστυχία και ανωμαλίας, προστέθηκαν για το Σχολείο και οι συνέπειες των αλλεπάλληλων επιτάξεων του κτηρίου της οδού Μαυρομματαίων – επτά είχε συγκρατήσει στη μνήμη του ο κυρ – Γιώργης (Σταυρίδης), ο επιστάτης. Κατά τη διάρκειά τους, μαρτυρείται ότι για να γίνονται μαθήματα χρησιμοποιούνταν κάθε είδους διαθέσιμοι χώροι, όπως η σοφίτα του οικοτροφείου που λειτουργούσε τότε σε ένα σπίτι της οδού Αντωνιάδου κοντά στο σχολείο, δωμάτια και καταφύγια σε γειτονικά σπίτια μαθητών. Τις ζεστές μέρες (τα αναστατωμένα διδακτικά έτη συχνά περιλάμβαναν και τους θερινούς μήνες) οι «τάξεις» μεταφέρονταν στο Πεδίο του Άρεως, το «Πάρκο» κατά την κοινή ονομασία. Η διαδικασία είχε θεσμοθετηθεί την πρώτη κατοχική παιδαγωγική συνεδρίαση, όπου είχε αποφασιστεί για τα μαθήματα ‘να γίνεται χρήσης [και]του υπαίθρου με σκαμνάκια’».[18] Η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά κι ο Εμφύλιος, όπου στο χώρο βρίσκουν καταφύγιο οι πληγέντες των συρράξεων, κλείνουν αυτή την ταραγμένη δεκαετία. Ο αθλητισμός, τα φυτέματα των λουλουδιών με την άνοιξη, η έκθεση του βιβλίου και οι αγώνες των κατοίκων, ιδιαίτερα μετά το 2003 για την βελτίωσή του, καθώς και ο σκεπτικισμός για τη ανάπλαση του πεδίου λίγο πριν το 2010 και η πρόσφατη εκτεταμένη χρήση ουσιών, είναι η κύρια σήμανση του χώρου στα χρόνια που ακολουθούν.    
 Γύρω και μέσα στο Πεδίο του Άρεως στην Αθήνα λοιπόν έχουμε μια διάχυτη κοινωνική και πολιτισμική εμπειρία, η οποία είναι εναργή ακόμη και σήμερα κι αφορά την παρουσία των παιδιών στο δημόσιο χώρο, παίζοντας, κάνοντας ποδήλατο, αθλητισμό, περιπάτους ή σχολικές εκδρομές. Αρκετά σχολεία έδωσαν το παράδειγμα της αποσχολειοποίησης [deschooling]. Όμως το «βρώμικο» και το «καθαρό»[19] είναι το λεξιλόγιο που χαρακτηρίζει την ανάγνωση του χώρου, τη χρήση ουσιών, την παιδική πορνεία και τη συνεύρεση ντόπιων και μεταναστών. Το αίτημα για λίγο ήλιο, για λίγη υγεία, για μια παιδική χαρά, για μια αναπλήρωση της απουσίας της αυλής στα σχολεία και για μια συνάντηση των ανθρώπων, καθώς τα σπίτια τους είναι μικρά, είναι ορατό. Έτσι, το ζήτημα που τίθεται είναι αν μπορούμε τελικά να μιλήσουμε ξανά για ένα θερινό υπαίθριο σχολείο [SummerSchool] στο Πεδίο του Άρεως. Τα ερωτήματα είναι πολλά. Μπορούμε να μεταφέρουμε τη Λοξή Τάξη (2015) του Ζάφου Ξαγοράρη από το Μουσείο Μπενάκη στο Πεδίο του Άρεως και να ξεκινήσουμε μια συνομιλία του έργου τέχνης με το κοινό για την πρόσληψη του άλσους; Μπορούμε να φανταστούμε τα θρανία στο χώρο απλωμένα σαν μπουγάδα; Μπορεί η Λοξή Τάξη (2015) να είναι ο νέος τρόπος διδασκαλίας;[20] Μπορούν όλες οι οργανώσεις για το παιδί που είναι πλησίον του Πεδίου του Άρεως, από τον Συνήγορο του Παιδιού και τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά μέχρι το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση και την Ποδηλατική Κοινότητα, να δουν τον χώρο ως αυλή τους; Μπορούμε το Greenpark να το φανταστούμε ως ένα σύγχρονο Σπήλαιο του Πλάτωνα για εκπαιδευτική χρήση; Μπορούμε να φανταστούμε το Πεδίο του Άρεως ως Πάρκο Κυκλοφοριακής Αγωγής με πολλά ποδήλατα; Μπορούμε να φανταστούμε την συνεργασία των γεωπόνων του άλσους με το σχολείο - οι οποίοι πρωτοστατούν στις δημοσιεύεις για το κόκκινο σκαθάρι που προσβάλλει τους φοίνικες - ως πρότυπο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης; Μπορούμε να φανταστούμε ένα διαρκές project για τα πουλιά με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία; Μπορούμε να φανταστούμε τα παιδιά να παίζουν παιχνίδια αυλής που στερούνται σε άλλους χώρους να παίξουν; Μπορούμε να φανταστούμε τη σύμπραξη των δυο βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης[21] για το πάρκο ως δυνατότητα να ξεπεραστούν οι ανταποδώσεις ευθυνών για τη λειτουργία του; Μπορούμε να φανταστούμε αυτό το υπαίθριο σχολείο να είναι επισκέψιμο όλο το χρόνο από άλλα σχολεία; Μπορούμε να φανταστούμε μια νέα συνομιλία των σχέσεων αρχιτεκτονικής και παιδαγωγικής στην πόλη με γνώμονα την διαπλάτυνση των οδών για πρόσβαση στο Πεδίο και με τον συμμετοχικό σχεδιασμό των παιδιών και τη συμβολή του Πολυτεχνείου; Μπορούμε να φανταστούμε μια διαρκή συνομιλία του πολέμου με την ειρήνη σ’ αυτό το χώρο ως ένα εκπαιδευτικό project; Μπορούμε να φανταστούμε σ’ αυτό το χώρο τις μουσικές εποχές, από τα εμβατήρια και το θέατρο Οικονομίδη με τις επιθεωρήσεις μέχρι το Νέο Κύμα της δεκαετίας του ’60; Μπορούμε να συνδυάσουμε εκ νέου την υγεία, με τον πολιτισμό και την πολιτειότητα για να έχουμε το παιδί - πολίτη; Μπορούμε!;

Ο Χαράλαμπος Μπαλτάς είναι δάσκαλος στο 35ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επιμελείται το σχολικό έντυπο «Οι φιλίες των παιδιών» (2008 - 2014). Είναι μέλος της Παιδαγωγικής Ομάδας «Το Σκασιαρχείο».Την περίοδο 2010/2012 ήταν Υπεύθυνος Αγωγής Υγείας στην Α΄ Διεύθυνση Π. Ε. Αθηνών. babisbaltas@gmail.com


[1] Αυτή είναι η προβληματική για το πώς καταλαβαίνουμε την ιστορία του R. Koselleck. Δες Francois Hartog, Καθεστώτα ιστορικότητας, Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου, μετάφραση Δημήτρης Κουσουρής, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, σελ. 34.
[2] Για την παιδαγωγική της αντίστασης δες Peter McLaren – Ramin Farahmandpur, Για μια παιδαγωγική της αντίστασης, Διδάσκοντας ενάντια στον παγκόσμιο καπιταλισμό και τον νέο ιμπεριαλισμό, μετάφραση Κώστας Θεριανός, επιμέλεια Κώστας Σκορδούλης, Τόπος, Αθήνα 2013, σελ. 345 – 361.
[3] Δες Κώστας Ευθυμίου, «Εργατική Βοήθεια» και «Κοινωνική Αλληλεγγύη»: Δύο παραδείγματα ταξικής αλληλέγγυας δράσης στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, Οι εκδόσεις των Συναδέλφων Αθήνα 2014, σελ. 125 – 159.
[4] Δες Χάρης Σακελλαρίου, Η παιδεία στην αντίσταση, Φιλιππότης, Αθήνα 1984, σελ. 32 – 56.
[5] Β. Α. Νεφελούδη, Μαρτυρίες 1906 – 1938, Ωκεανίδα, Αθήνα 1984, σελ. 82.
[6] Δες ένα κείμενο για το πώς μπαίνει η Ελληνική Βιομηχανία Γάλακτος (ΕΒΓΑ) στη ζωή των παιδιών στο Γιάννη Σιμενέτη, Η Αθήνα…κάποτε, Γειτονιές που χάθηκαν, Φιλιππότης, Αθήνα 2004, σελ. 17 – 25.
[7] Την ιστορία ενός μικρού πιτσιρίκου που καταφέρνει να γνωρίσει τον κόσμο, τις ανάγκες του, την τάξη του αλλά και την αγάπη που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δύο φύλα μπορούμε να τη δούμε σε μερικές σπάνιες στιγμές της παιδικής λογοτεχνίας. Δες; Πέτρος Πικρός, Ο πιτσιρίκος και η παρέα του, εικονογράφηση Εύη Τσακνιά, Δελφίνι, Αθήνα 1997. 
[8] Για τον τρόπο που βλέπουν τα παιδιά την περίοδο της γενιάς του ’30 δες για παράδειγμα το βιβλίο του Δημήτρη Καζαμία, Στα φτωχά χρόνια της δεκαετίας του ’30, Καστανιώτης, Αθήνα 1997.
[9] Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ερχόμενος στο οριστικό του σπίτι στην Οικονόμου στα Εξάρχεια περιγράφει το πώς με το σχολείο του πήγαν για κατάθεση στεφάνου στην εκκλησία των Τριών Ταξιαρχών στο Πεδίο του Άρεως. Δες Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου, Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας, φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Κέδρος, Αθήνα 2009, σελ. 108 – 109.
[10] Νίκος Θεοδοσίου, Τα παλιά τα σινεμά, Το χρονικό των κινηματογράφων στην Ελλάδα, Finatec, Αθήνα 2000, σελ. 176 – 191.
[11] Η ιαχή των αστυνομικών ήταν «Χτυπάτε τους Κερατάδες» και τα επεισόδια έφτασαν μέχρι το παλάτι του βασιλιά και την Ερμού. Δες δημοσιεύματα του τύπου της εποχής στο Αλέξης Δημαράς (επιμέλεια), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α, 1821 – 1894, Ερμής, Αθήνα 1987, σελ. 160 – 167. 
[12] Βασίλης Ι. Τζανακάκης, Στο όνομα της προσφυγιάς, Από τα δακρυσμένα Χριστούγεννα του 1922 στην αβασίλευτη δημοκρατία το 1924, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008, σελ. 508. Είχε προηγηθεί σ’ αυτόν τον χώρο το ανάθεμα στο Βενιζέλο το 1916, με πέτρες που φέρνανε οι αντίπαλοί του και τις έριχναν στο σημερινό σημείο του Ελαιώνα.
[13] Βασιλική Θεοδώρου – Δέσποινα Καρακατσάνη, «Υγιεινής Παραγγέλματα», Ιατρική επίβλεψη και κοινωνική πρόνοια για το παιδί τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, Διόνικος, Αθήνα 2010, σελ. 469 – 475.
[14] Για μια αναπαράσταση αυτής της προσφυγικής γειτονιάς του Πολυγώνου δες Γιάννης Τσατσίκας, Όταν το γέλιο στέγνωνε το δάκρυ, Μαρτυρείς και εικόνες, Μοντέρνοι καιροί, Αθήνα 2000, σελ. 25 – 35.
[15] Δες Ρόζα Ιμβριώτη, «Το σχολείο που χρειάζεται στο λαό» (1922), στο Χρύσα Χρονοπούλου – Πανταζή, Ρόζα Ιμβριώτη, Της ζωής και του σχολείου, Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2011, σελ. 196 – 198.
[16] Γρηγορίου  Δαφνή, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923 – 1940, τ. 2, Κάκτος, Αθήνα 1997, σελ. 97 – 99.
[17] Για περισσότερα δες Αλέξης Δημαράς, Πρότυπον Λύκειον Αθηνών, Ξεφυλλίζοντας 70 χρόνια παιδείας 1936 - 2006, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 2007, σελ. 16 – 31. Για το πολιτικό κλίμα της εποχής για την εκπαίδευση δες Ελένη Μαχαίρα, Η νεολαία της 4ης Αυγούστου, Φωτογραφές, ΙΑΕΝ, Γ.Γ. Ν. Γ.,  Αθήνα 1987, σελ. 92 – 109.
[18] Αλέξης Δημαράς, Ό. π., σελ. 30.
[19]  Για ένα στοχασμό σε τέτοια ζητήματα δες Zygmunt Bauman, Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, μετάφραση Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης, Ψυχογιός, Αθήνα 2002, σελ. 22 – 43.
[20] Χαράλαμπος Μπαλτάς, «Από την τάξη στην αυλή και στην  κοινότητα: η παιδαγωγική της αυλής και η έξοδος από το σχολείο», περιοδικό Παιδεία και Κοινωνία, τχ. 96, Μάριος - Απρίλιος 2015, σελ. 5 – 6. Επίσης www.skasiarxeio.wordpress.com.
[21] Η πρόταση κατατέθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στην εκδήλωση που οργάνωσε το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού με θέμα «Η πόλη είμαστε εμείς» στις 31/3/2015, από την Παιδαγωγική Ομάδα «Το Σκασιαρχείο – Πειραματικοί Ψηλαφισμοί για ένα Σχολείο της Κοινότητας». Είχαν προηγηθεί συζητήσεις με τον φορέα ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ για την χρηματοδότηση του εγχειρήματος και με το Μουσείο Μπενάκη και τον Ζάφο Ξαγοράρη για να μεταφερθεί το έργο του στο χώρο του άλσους. Η πρόταση έγινε ασμένως δεκτή και μένει να την προχωρήσουμε.  
                                                                                                                           Πηγή: alfavita.gr

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Η Ελλάδα την Πρωτομαγιά του 2015...


Εργατική Πρωτομαγιά: Πρωταθλήτρια η Ελλάδα στις περικοπές μισθών

Η καταστροφή της εσωτερικής υποτίμησης. Μειώσεις μέχρι και 40% στη χώρα μας όταν σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία οι μισθοί περικόπηκαν μέχρι 8%

Η φετινή Πρωτομαγιά είναι θλιβερή και γεμάτη από διαχρονικά νοήματα αφού η χώρα μας μετά από την συνεχή ύφεση των μνημονίων βρίσκεται να είναι πρωταθλήτρια στις μειώσεις μισθών. 


Την πενταετία από το 2010 έως το 2014 στις 16 από τις 28 χώρες της ΕΕ έχει γίνει μείωση μισθών, με τη μικρότερη να έχει σημειωθεί στην Τσεχία κατά 0,3%, και τη μεγαλύτερη στην Ελλάδα, κατά 23,8%. Στις άλλες χώρες που μπήκαν σε μνημόνια οι μειώσεις ήταν υποπολλαπλάσιες με την Πορτογαλία μειώνει τους μισθούς κατά 8,1%, την Ισπανία με 6,9% και την Ιρλανδία 6,8%.
Αναλυτικά, στο δημόσιο τομέα οι μισθοί (Ελλάδα) πάγωσαν το 2009, το 2010 μειώθηκαν μεταξύ 12% και 20% και το διάστημα 2011-2013 μειώθηκαν περαιτέρω μέχρι και κατά 17%. Αντίστοιχα στην Πορτογαλία, μειώθηκαν 5% το 2010, 3,5%-10% το 2011 και αναβλήθηκε η παροχή των ετήσιων μπόνους το 2012-2013. Στην Ιρλανδία, πάγωσαν το 2008, μειώθηκαν κατά 5%-7% το 2009 και κατά περαιτέρω 5%-8% το 2010. Τέλος στην Κύπρο, μειώθηκαν κατά 6,5%-12,5% το 2013 και θα παραμένουν παγωμένοι έως το 2017.
Όσον αφορά στον ιδιωτικό τομέα, στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 22% το 2012 (κατά 32% για τους νέους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών). Στην Πορτογαλία, πάγωσαν από το 2011 και δεν μπορούν να αυξηθούν χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Τρόικας, ενώ στην Ιρλανδία μειώθηκαν κατά 1 ευρώ το Φεβρουάριο του 2011 και επανήλθαν τον Ιούλιο του 2011. Στην Κύπρο αναβλήθηκε η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή και δεν πρόκειται υπάρξει αύξηση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Τρόικας.
Ακόμα χειρότερα, στην Ελλάδα με το νόμο 4024/2011 αναβλήθηκε η επέκταση των συλλογικών συμβάσεων και της ρήτρας ευνοϊκότητας και οι επιχειρησιακές συμβάσεις υπερίσχυσαν των κλαδικών. Επίσης με το νόμο 4046/2012 μειώθηκε σε 3 μήνες η μετενέργεια των συλλογικών συμβάσεων (τώρα επανήλθε στους 6 μήνες) και με Νόμο 4093/2012, ο εθνικός κατώτατος μισθός αποφασίζεται με νόμο και όχι από την εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας. Τέλος από το 2012, το 80% των επιχειρησιακών συμβάσεων που έχουν υπογραφεί αφορούν μειώσεις στους μισθούς.
Σταδιακή αποκατάσταση...
Με το νομοσχέδιο που προωθεί το υπουργείο Εργασίας αποκαθίστανται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, αυξάνεται σταδιακά ο κατώτατος μισθός και επανέρχονται οι "παγωμένες" τριετίες. Ταυτόχρονα εξουδετερώνονται οι εκατοντάδες χιλιάδες ατομικές συμβάσεις εργασίας που υπέγραψαν την τελευταία τριετία οι λεγόμενες "ενώσεις προσώπων", με τις οποίες υπολογίζεται ότι μειώθηκαν οι αποδοχές των εργαζομένων στην ιδιωτικό τομέα από 10% έως και 40%.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η καθυστέρηση στην καταβολή των αποδοχών (αφορά 1.000.000 εργαζόμενους) και να χτυπηθεί η "μαύρη εργασία", αναμένεται να υπάρξει υπουργική απόφαση, ώστε να εφαρμοστεί διάταξη που κάνει υποχρεωτική την καταβολή των μισθών μέσω των τραπεζών.
Σύμφωνα με στοιχεία που έχει επεξεργαστεί ο καθηγητής πανεπιστημίου Γιάννης Κουζής, οι μειώσεις στους μισθούς με τις 1.440 επιχειρησιακές συμβάσεις που έχουν υπογραφεί κυμαίνονται από 10% έως 40%. Σε οκτώ στις δέκα περιπτώσεις που οι συμβάσεις έχουν υπογραφεί με ένωση προσώπων οι μισθοί υποχώρησαν στα 586 ευρώ.
Υπολογίζεται πως δύο στους τρεις εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα έχουν καθυστέρηση στην πληρωμή των μισθών. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις η καθυστέρηση φτάνει ακόμα και τα δύο έτη.
Ποια ευχή θα ήταν περισσότερο επίκαιρη από να είναι καλύτερα του χρόνου τα πράγματα;  Φτάνουν όμως μόνο οι ευχές;

Δεν είναι αργία...είναι απεργία!

Μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για τη χώρα μας και τον ελληνικό λαό, τις οποίες βιώνουν με επώδυνο τρόπο οι εργαζόμενοι, πραγματοποιούνται οι φετινές εκδηλώσεις για την Εργατική Πρωτομαγιά.  Το ιστολόγιο θυμάται ιστορικές Πρωτομαγιές που απείχαν από τη σημερινή όπου ο Υπουργός Οικονομικών της χώρας πήρε μέρος στην πορεία των εργατικών συνδικάτων, δείχνοντας για πρώτη φορά σεβασμό από μέρους της κυβέρνησης προς τους αγωνιζόμενους εργαζόμενους...

Η πρώτη εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα
Πρωτομαγιά του 1890, ιδρύθηκε στην Αθήνα ο «Κεντρικός Σοσιαλιστικός Σύλλογος», με πρωτοβουλία του τότε 25χρονου φοιτητή του Πολυτεχνείου Σταύρου Καλλέργη. Είχαν προηγηθεί και άλλες κινήσεις σοσιαλιστικού προσανατολισμού στην Ελλάδα (όπως του Π. Πανά, που το 1876 έβγαλε την εφημερίδα «Εργάτης»), όμως αυτός ήταν «ο πρώτος σοσιαλιστικός σύλλογος εν Ελλάδι και Τουρκία με καθαρόν και απευθείας σοσιαλιστικόν πρόγραμμα», γράφει ο ίδιος ο ιδρυτής του, πατέρας του μεγάλου ηθοποιού μας Λυκούργου Καλλέργη, πρώην βουλευτή του ΚΚΕ, που έφυγε από τη ζωή, «πλήρης ημερών», το 2011. Στο άμεσο πρόγραμμα του συλλόγου, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε: «Πας πολίτης έχει δικαίωμα υπάρξεως, Φορολογία ανάλογος του κεφαλαίου και της ιδιοκτησίας εκάστου, Κατάργησις της προσωπικής κρατήσεως δια χρέη, Αποκέντρωσις των εξουσιών - ανεξαρτησία των Δήμων».

Πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου ήταν και η οργάνωση της πρώτης Εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα, στις 2 Μαΐου 1893, μπροστά στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με συμμετοχή περίπου δύο χιλιάδων ατόμων. Όμως, υπήρχαν και άλλες σοσιαλιστικές κινήσεις και το αίτημα ενωτικού εορτασμού της Πρωτομαγιάς υπήρχε και τότε, στο οποίο ανταποκρίθηκε ο Καλλέργης αναλαμβάνοντας τη σχετική πρωτοβουλία. Έτσι,  η δεύτερη Πρωτομαγιά του 1894, που έγινε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, ήταν ενωτική και πολύ πιο μαζική από την πρώτη, συγκεντρώνοντας 6000 κόσμο με ομιλητές τους Πλάτωνα Δρακούλη και Σταύρο Καλλέργη. Το δε ψήφισμα ήταν πληρέστερο από εκείνο της πρώτης Πρωτομαγιάς, αναφέροντας τα ακόλουθα αιτήματα:

α/ Την Κυριακήν να κλείωνται τα καταστήματα καθ΄όλην την ημέραν και οι εργάται ν΄αναπαύωνται.
β/ Οι εργάται να εργάζωνται επί 8 ώρας την ημέραν και ν΄απαγορευθή η εργασία εις τους ανηλίκους.
γ/ Να απονέμεται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς συντήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
δ/ Να καταργηθώσιν οι θανατικαί εκτελέσεις
ε/ Να καταργηθή η δια χρέη προσωπική κράτησις. Μια ένδειξη για την απήχηση των πρώτων σοσιαλιστών προκύπτει από τη γεωγραφική εξάπλωση των συνδρομητών της εφημερίδας «Σοσιαλιστής» που εξέδιδε ο Καλλέργης (5 Ιουνίου 1890, το πρώτο φύλλο). Γράφει ο «Σοσιαλιστής» του Φεβρουάριου 1893:

«Φύλλα της εφημερίδας «Σοσιαλιστής» αποστέλλονται εις 2.189 πρόσωπα ως εξής: Εν Ελλάδι - Αθήναις 743, Πύργω Ηλείας και τα περίχωρα 390, Πάτρας και Περίχωρα 223, Πειραιϊ 124, Σύρου 80, Λαυρίω 53, Κέρκυρα 50, Ζακύνθω 42, Χαλκίδι 32, Καλάμαις 30, Τριπόλει 30, Ναυπλίω 29, Αιγίω 27, Κεφαλληνία 25, Λαρίσση 23, Άνδρω 20, Κορίνθω 17, Βόλω 14, Ισθμία 7, Τήνω 6, Μεσολογγίω 5, Αιτωλικώ 2, εις διάφορα μέρη Στερεάς 20, εις διάφορα μέρη Κυκλάδων 10, εν όλω 1933. Εν τω εξωτερικώ - Εν Ρεθύμνω Κρήτης 50, Ηρακλείω 25, Χανίοις 18, Σμύρνη 13, Αλεξάνδρεια 13, Κωνσταντινουπόλει 9, Θεσσαλονίκη 8, Καϊρω 8, Γαλλία 23, Αγγλία 14, Γερμανία 11, Αμερική 18, Ιταλία 11, Ρωμανία 16, Ελβετία 7, Ισπανία 4, Αυστρία 8, Βουλγαρία 4, Χίω 3, Πρέβεζα 2, Αυστραλία 2, εν όλω 250».

Η συνέχεια ήταν ανοδική. Οι συνθήκες της φτώχειας, της υπερχρέωσης και της ξένης εξάρτησης της χώρας μας ευνοούσαν την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, που είχε στο πρόγραμμά του και αιτήματα   των ακτημόνων αγροτών.

Στον 21ο αιώνα, το διεθνές εργατικό κίνημα είναι αντιμέτωπο  με εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες, που πηγάζουν από την νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Στις αναπτυγμένες χώρες, το κίνημα έχει παρουσιάσει σημαντική κάμψη, τα συνδικάτα έχουν αποδυναμωθεί, όπως συμβαίνει στη Βρετανία,  μία από τις κοιτίδες του εργατικού κινήματος.  Η μεγάλη πρόκληση σήμερα, είναι η αναδιοργάνωση του συνδικαλιστικού κινήματος, μέσω της αναζήτησης νέων μορφών οργάνωσης και αποτελεσματικής δράσης.  Η αναγέννησή του είναι επείγουσα,  δεν μπορεί να καθυστερήσει άλλο.

Οι 16 νεκροί στη Θεσσαλονίκη και ο θρήνος της μάνας (Πρωτομαγιά του 1936)
Τα επεισόδια ξεκίνησαν από τη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας, όπου το συνδικάτο των αυτοκινητιστών είχε στήσει οδόφραγμα. Οι αυτοκινητιστές προσπάθησαν να απελευθερώσουν συνάδελφό τους που είχε συλληφθεί και η χωροφυλακή απάντησε με πυροβολισμούς. Σκοτώθηκε ο Τάσος Τούσης. Ο νεκρός μεταφέρεται πάνω σε μια πόρτα από διαδηλωτές που κατευθύνονται προς το Διοικητήριο και οι ταραχές γενικεύονται.
Ο απολογισμός είναι 16 νεκροί και δεκάδες τραυματίες. Την επομένη, οι κηδείες των θυμάτων μετατρέπονται με μαζικές διαδηλώσεις. Στις 11 Μαΐου κηρύσσονται απεργίες διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις της χώρας και στις 13 Μαΐου πανελλαδική απεργία. Η αναταραχή τερματίζεται την επομένη, με σημαντικές υποχωρήσεις από την πλευρά των καπνεμπόρων, ενώ το κράτος υπόσχεται να χορηγήσει συντάξεις στις οικογένειες των θυμάτων.

Ο θρήνος της μητέρας πάνω από το νεκρό γιο της, απαθανατίστηκε από τον φωτογραφικό φακό και ενέπνευσε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο, στο έργο «Επιτάφιος».
Τον Ιούλιο ξεσπούν νέες απεργίες και μετά τη δημοσίευση του διατάγματος, το οποίο καθιστά υποχρεωτική την διαιτησία σε κάθε περίπτωση εργατικής διαφοράς, τα συνδικάτα κηρύσσουν γενική πανελλαδική απεργία για τις 5 Αυγούστου του 1936.
Με αφορμή την απεργία αυτή, ο Ιωάννης Μεταξάς ζητά από τον τότε βασιλιά Γεώργιο Β' την αναστολή των άρθρων του Συντάγματος, που προστατεύουν τις ατομικές ελευθερίες και στις 4 Αυγούστου επιβάλλει δικτατορία.
Οι συγκεντρώσεις και οι απεργίες απαγορεύονται και επιβάλλεται κρατικός έλεγχος στα συνδικάτα. Λίγους μήνες αργότερα, στις 7 Απριλίου του 1937, με τον Αναγκαστικό Νόμο 606/1937 το καθεστώς καθιερώνει την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου σαν «Εβδομάδα Εργατικής Αλληλεγγύης» και την 1η Μαΐου σαν «Ημέρα Εορτασμού της Εργασίας».
Ο νόμος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ηθικές αμοιβές σε εργαζόμενους αλλά και σε εργοδότες, οι οποίοι θα κριθούν από τους υπευθύνους της Εργατικής Εστίας αν έχουν προσφέρει στην βελτίωση της εθνικής παραγωγής, «ώστε να απονέμονται αι προσήκουσαι τιμαί εις την εργασίαν εν τη εθνική ιδεολογική και πραγματική αυτής έννοια λαμβανομένης». Οι αμοιβές απονέμονται την 1η Μαΐου παράλληλα με οργανωμένες εκδρομές εργαζομένων στην ύπαιθρο και πολιτιστικές εκδηλώσεις στα εργατικά κέντρα. Επιβάλλεται, επίσης, ειδική εισφορά στους εργοδότες προς την Εργατική Εστία, πέντε δραχμών ανά μισθωτό, προκειμένου να καλυφθούν οι δαπάνες για τις δραστηριότητες αυτές.

Η πρωτομαγιά στην Κατοχή
Το 1942 και το 1943 τα παράνομα συνδικάτα επιχειρούν να σπάσουν τις απαγορεύσεις των αρχών κατοχής με μικρές κινητοποιήσεις σε ορισμένους κλάδους, όπως τα μηχανουργεία, με συμβολικούς κυρίως στόχους.
Η πρωτομαγιά του 1944 θα καταγραφεί στη συλλογική μνήμη, όχι λόγω των εργατικών κινητοποιήσεων, αλλά εξαιτίας ενός τρομερού εγκλήματος, το οποίο συνδέεται, με την «Εργατική Πρωτομαγιά».
Στις 27 Απριλίου του 1944 διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου σκοτώνει, σε ενέδρα στον δρόμο Μολάων Σπάρτης στη Λακωνία, τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Πελοποννήσου, στρατηγό Φράντς Κρεχ και τρεις άνδρες της συνοδείας του. Σε αντίποινα, ο στρατός κατοχής αποφάσισε «την εκτέλεση 200 κομμουνιστών, καθώς και την εκτέλεση όλων των ανδρών που θα συλλαμβάνονται μεταξύ Μολάων και Σπάρτης».
Παρά τις προσπάθειες των οργανώσεων του ΕΑΜ και του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού για τη διάσωσή τους, η απόφαση υλοποιήθηκε και οι εκτελέσεις των 200 έγιναν την 1η Μαΐου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Από αυτούς, οι 170 ήταν πρώην κρατούμενοι των φυλακών της Ακροναυπλίας και οι 30 πρώην εξόριστοι από την Ανάφη, που είχαν συλληφθεί για «κομμουνιστική δράση» πριν από την Κατοχή. Ανάμεσά τους πολλά συνδικαλιστικά στελέχη και ο πρώην βουλευτής του ΚΚΕ Στέλιος Σκλάβαινας.
Ο δήμος Καισαριανής οργανώνει κάθε χρόνο σειρά εκδηλώσεων, για να τιμήσει τα θύματα της ομαδικής εκτέλεσης. Ο αριθμός των εκτελεσμένων στη Λακωνία τις ίδιες μέρες δεν έχει εξακριβωθεί με βεβαιότητα, υπολογίζεται πάντως στους 100.
Η πρώτη ανοικτή συγκέντρωση για την Πρωτομαγιά μετά τον πόλεμο γίνεται στο Παναθηναϊκό Στάδιο, σχεδόν αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, ο εορτασμός γίνεται με πολλές δυσκολίες, κυρίως σε κλειστούς χώρους, καθώς υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί στις δημόσιες συναθροίσεις και την πολιτική δράση. Οι διοικήσεις της ΓΣΕΕ διορίζονται από τα δικαστήρια, τακτική που θα συνεχισθεί έως τη Μεταπολίτευση και σε ορισμένες περιπτώσεις μετά από αυτήν.
Με την κήρυξη της δικτατορίας των συνταγματαρχών, στις 21 Απριλίου του 1967, επιβλήθηκε ο στρατιωτικός νόμος και απαγορεύτηκε κάθε συγκέντρωση.
Σχεδόν ένα χρόνο μετά, στις 15 Απριλίου του 1968, το καθεστώς καθιερώνει την Πρωτομαγιά ως αργία με τον Αναγκαστικό Νόμο 380/68. Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του νόμου, η πρωτομαγιά μπορεί να κηρύσσεται υποχρεωτική αργία με απόφαση του υπουργού Απασχόλησης, διαφορετικά εντάσσεται στις προαιρετικές αργίες
 .
Ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς σε συνθήκες νομιμότητας
Ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς, σε συνθήκες νομιμότητας θα γίνει τον Μάιο του 1975. Η 1η Μαίου συνέπιπτε με τη Μεγάλη Παρασκευή και η διοίκηση της ΓΣΕΕ με το Εργατικό Κέντρο, όρισαν σαν ημέρα του εορτασμού τις 9 Μαΐου. Η απεργιακή συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε μπροστά από το δημαρχείο της Αθήνας και ήταν ιδιαίτερα μαζική. Ανάλογη συγκέντρωση έγινε και στη Θεσσαλονίκη μπροστά στο Εργατικό Κέντρο της Πόλης.