Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Hμερολόγιο νοσοκομείου - Πεθαίνοντας από εγκεφαλικό στην Ελλάδα...


Η Τ., μια εβδομάδα μετά το θάνατο του πατέρα της, έγραψε για τη συγκλονιστική, αν και τόσο ανθρώπινη, περιπέτειά τους...
Ο μαραθώνιος που έζησε η Τ. πριν λίγο καιρό στα νοσοκομεία είναι διαφωτιστικός όχι μόνο για την κατάσταση στο σύστημα υγείας, αλλά και για την ανθρώπινη ψυχή.

Την ευχαριστώ που μας εμπιστεύτηκε το Ημερολόγιό της...





Hμερολόγιο νοσοκομείου

Πεθαίνοντας από εγκεφαλικό στην Ελλάδα (το κείμενο γράφτηκε μια εβδομάδα μετά το θάνατό του και αφορά τον πατέρα μου).

Η πρώτη μέρα

Είναι η τρίτη φορά που τηλεφωνώ για ασθενοφόρο. Κάθε φορά με ρωτούν τα ίδια: την ηλικία και το όνομά του. Τους λέω «πεθαίνει, δεν τον προλαβαίνετε». Είναι Κυριακή, 7.09 το πρωί.

Ακόμα μας καταλαβαίνει. Μου σφίγγει το χέρι. Του λέω να κουνήσει τα πόδια. Τα κουνάει. Δεν μπορεί να μιλήσει. Βγάζει ένα γρύλισμα. Φοβάμαι ότι έχει σπάσει το κεφάλι του από την πτώση. Με πιάνει πανικός. Με το ένα του χέρι τραβάει το εσώρουχό του προς τα πάνω. Σκέφτομαι να του βάλω ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι και να του ρίξω ένα λεπτό πάπλωμα. Δεν είμαι σίγουρη αν είναι το σωστό. Οι άλλοι προσπαθούν να με ηρεμήσουν. Τους βασανίζω.

Έρχονται μετά από ώρα και μας βάζουν τις φωνές γιατί δεν έχουμε ασανσέρ. Τον σηκώνουν κρατώντας τις άκρες από το πάπλωμα και τον βάζουν όρθιο στην καρέκλα. Ανοίγει λίγο τα μάτια και τα ξανακλείνει.

Στο ασθενοφόρο ο τραυματιοφορέας μου κάνει νόημα ότι είναι σοβαρά. Καταλήγουμε σε ένα τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της Αθήνας. Εφημερεύει. Γίνεται κόλαση. Τον σπρώχνουν γρήγορα στο Νευρολογικό. Τον κοιτούν για δευτερόλεπτα και τον διώχνουν χωρίς να μας πουν τίποτα. Τριγυρνάμε με το φορείο στους διαδρόμους. Φτάνουμε στο Παθολογικό, τον βάζουν μέσα και μας λένε να βγούμε έξω και θα μας φωνάξουν να γράψουμε το ιστορικό. Όταν μπαίνουμε, αρκετή ώρα μετά, έχει τα μάτια κλειστά και δείχνει να κοιμάται. Τον φωνάζουν αλλά δεν απαντά.

Με το φορείο καταλήγουμε στη Β’ Παθολογική. Με βάζουν να κάθομαι απέναντι του και να παρατηρώ την κοιλιά του. Αν ανεβοκατεβαίνει σημαίνει ότι αναπνέει. Αλλιώς πρέπει να βάλω τις φωνές. Δείχνει να κοιμάται αλλά δεν είμαι σίγουρη. Σε λίγη ώρα έρχονται να του πάρουν πίεση και μας βγάζουν όλους έξω. Τον διασωληνώνουν. Μας εξηγούν ότι κανονικά θα ήθελε εντατική αλλά ο μέσος όρος αναμονής είναι δέκα μέρες. «Δεν πρόκειται να αντέξει τόσο», μας λένε. «Προετοιμαστείτε για το χειρότερο». Τι σημαίνει αυτό;

Περνούν οι ώρες. Ψάχνουμε μανιωδώς για εντατική. Τηλεφωνούμε σε όλα τα ιδιωτικά νοσοκομεία. Δεν υπάρχει κρεβάτι για δείγμα. Αργά το απόγευμα-μάλλον γιατί κάποιος πέθανε, σκέφτομαι-βρίσκεται ένα κρεβάτι σε εντατική σε άλλο νοσοκομείο. Πρέπει να περιμένουμε το τέλος της βάρδιας των γιατρών για να τον συνοδεύσουν. Γίνεται πια βράδυ όταν φτάνουμε. Μέρες μετά μαθαίνω ότι οι πρώτες 24 ώρες είναι οι πιο κρίσιμες για τη φροντίδα ενός τέτοιου περιστατικού. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει μονάδα για εγκεφαλικά. Και ας είναι η νούμερο ένα αιτία θανάτου μαζί με τον καρκίνο. Και όταν προτάθηκε κάποτε να γίνει απορρίφτηκε από τους γιατρούς. Κανείς δεν ήθελε να διασπαστεί το τμήμα του.

Κατά ένα παράξενο τρόπο όσο χειροτερεύει τόσο έχω ελπίδες. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε όταν θα τον πάρω στο σπίτι. Θα βρούμε τρόπο. Μόνο να την γλυτώσουμε.


Η Εντατική

Είναι παράξενο τι συμβαίνει με αυτό το νοσοκομείο. Εχει τη φήμη του χειρότερου στην Ελλάδα και το νοιώθω σαν σωτηρία. Είναι βράδυ όταν μας ενημερώνουν ότι πάμε για το πρώτο 24ωρο και βλέπουμε. Πριν φύγω μου δίνουν τη βέρα του. «Δεν κρατάμε τίποτα προσωπικό στην εντατική», μου λένε.

Κάθομαι όλο το βράδυ απ’ έξω. Μαθαίνω και ξεχωρίζω τους θορύβους. Ο βόμβος από ένα ψύκτη στην άκρη, η πόρτα στο ισόγειο που κάνει σαν λιοντάρι που γρυλίζει-«μα κανείς δεν σκέφτηκε να την φτιάξει;», αναρωτιέμαι-, ο ήχος του ασανσέρ όταν φτάνει στον όροφο. Πρέπει να οργανωθώ. Την επόμενη μέρα φέρνω μαζί μου σταυρόλεξα και μοιράζω τη νύχτα σε φάσεις. Γύρω στις 5 έρχονται οι καθαρίστριες με τα συνεργεία, πιάνουμε κουβέντα και περνάει το πρωινό.

Τον βλέπω ξανά την επόμενη. Είναι ήρεμος. Με κλειστά τα μάτια. Διασωληνωμένος. Γυμνός με ένα σεντόνι. Σκέφτομαι ότι θα κρυώσει μέσα στο χειμώνα. Μήπως να του φέρω μια πιτζάμα; Μια κουβέρτα; Με κοιτούν οι γιατροί μάλλον με συμπάθεια. Πιθανόν για την ανοησία μου. Είναι περίεργο αυτά που περνούν από το μυαλό του ανθρώπου.

Μαθαίνω την πρώτη μέρα τα βασικά και τις επόμενες τα λέω και στους άλλους. Πρώτα η ρόμπα-καινούργια κάθε φορά-μετά το απολυμαντικό υγρό και ξανά πάλι πλύση όταν φεύγουμε.

Περνάει το πρώτο 24ωρο. Και το δεύτερο. Έχουμε ελπίδες. Έτσι πιστεύω. Την επόμενη τον βλέπω με δυο παγοκύστες στα πόδια και ένα ανεμιστήρα κολλημένο στα πλευρά. Με πιάνει πανικός. «Θα πάθει πνευμονία», λέω. «Εχει πνευμονία», απαντούν. «Και με αυτό τον τρόπο προσπαθούμε να κατεβάσουμε τον πυρετό για να μην τον επιβαρύνουμε με φάρμακα. Τα ζωτικά του όργανα είναι το μόνο που λειτουργεί». Είναι αδύνατον να τα καταφέρει. «Εδώ δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι», απαντούν. Εκείνη την ώρα μου φαίνεται περίεργο αλλά είναι αρκετό για να πιαστώ από κάπου.

Τα καταφέρνει πέντε μέρες μετά. Πέφτει ο πυρετός και τον αποδιασωληνώνουν. Αναπνέει με τραχειοστομία. Ανοίγει λίγο τα μάτια, απαντά μόνο στο ερέθισμα του πόνου, κουνάει, όμως, το αριστερό χέρι πηγαίνοντας το από κάτω προς τα πάνω. Η πρώτη οργανωμένη κίνηση. Τώρα έχω πραγματικές ελπίδες.

Τα βράδια περνούν παράξενα. Η απόλυτη σιωπή είναι σημάδι ότι όλα πηγαίνουν καλά.
Τις τελευταίες μέρες είναι όλο και πιο όμορφος. Τον ξύρισαν, του έβαλαν κρέμα στα μάγουλα για να μην ανοίξει, βούτυρο κακάου στα χείλη που είχαν ξεραθεί. Είναι καθαρός σαν νεογέννητο παιδί. Μου έρχεται να τους φιλήσω τα χέρια.

Είμαστε στην 25η μέρα και κάθε φορά είναι καλύτερα. Δεν ανοίγει πάντα τα μάτια αλλά κάποιες φορές κάνει κάποιες κινήσεις. Του βγάζουν την παροχέτευση από το κεφάλι και αρχίζουν τη συζήτηση ότι πρέπει να φύγουμε. Πού να πάμε; Σπίτι μας απαγορεύεται. Πρέπει να επιστρέψει στο νοσοκομείο από όπου ήρθε. Δεν υπάρχουν νοσοκομεία για την περίπτωσή του και αφού δεν μιλάει δεν μπορεί να πάει σε κέντρο αποκατάστασης.

Αρχίζει πάλι ο μαραθώνιος με τα ιδιωτικά νοσοκομεία. Κρεβάτια υπάρχουν αλλά κανείς δεν θέλει να αναλάβει τέτοιο περιστατικό. Πιέζουμε να μείνει στο ίδιο νοσοκομείο που ξέρουν το ιστορικό του. Ο διευθυντής δεν δέχεται καν να με δει. Ένας νευρολόγος μου ψιθυρίζει-για το καλό μου όπως λέει-ότι το περιστατικό είναι πολύ βαρύ. Είναι λάθος που φεύγει. Το τελευταίο βράδυ κάνουμε μια ακόμα προσπάθεια μήπως επιστρέψουμε στη Νευρολογική Κλινική ή μια Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας στο πρώτο νοσοκομείο. Η γιατρός, απηυδισμένη από την περίπτωσή μου, μου λέει την αλήθεια. Δεν υπάρχει κρεβάτι στις εντατικές ούτε για δείγμα. Πρέπει να φύγει για να μπουν και άλλοι. Ήταν θαύμα που τον πήραν από την πρώτη μέρα αφού έχει περάσει τα 80. Καμία νευρολογική κλινική δεν παίρνει ασθενείς με εγκεφαλικά μετά τα 70.  Το ίδιο και οι Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας. Ο πατέρας μου είναι 83. Προσπαθώ να τους πείσω ότι ήταν καλύτερος και από 50άρης. Δεν ακούει κανείς.



Επιστροφή στη Β’ Παθολογική

Είναι η μέρα που έχουν απεργία τα ασθενοφόρα και σκέφτομαι σχεδόν με έξαλλη χαρά ότι κερδίσαμε μια μέρα ακόμα στην Εντατική. Φτάνω στις 12 που αρχίζει το επισκεπτήριο όταν τον βλέπω να τον βγάζουν από το δωμάτιο. Εχει ανοιχτά τα μάτια του. Στρίβει το πρόσωπό του προς τη φωνή μου. Η έτσι μου φαίνεται.

«Κατά σύμπτωση βρέθηκε ασθενοφόρο σήμερα», μου λένε, «και γίνεται η μεταφορά». Τον έχουν τυλίξει με μια ρόμπα εντατικής και μια κουβέρτα. Μου δίνουν να κρατήσω ένα κουτί και με βάζουν να κάτσω δίπλα στον οδηγό. Δεν ρωτάω τι είναι το κουτί. «Θα το χρειαστείτε», απαντούν.

Φτάνουμε στο νοσοκομείο με τη συνοδεία της γιατρού της Εντατικής. Το μόνο που ζητάει πίσω είναι τα σεντόνια. Δεν καταλαβαίνω γιατί. Μας οδηγούν στη Β’ Παθολογική από όπου ξεκινήσαμε. Ένα κρεβάτι σε ένα δωμάτιο με δύο άδεια κρεβάτια. Είναι εφημερία και μέχρι το βράδυ έχουν γεμίσει και τα ράντσα στους διαδρόμους.

Είναι γυμνός με ένα σεντόνι. Σκέφτομαι ότι θα κρυώσει. Οι άλλοι-οι πολύτιμοι άλλοι-μου λένε ότι πρέπει να παρακαλέσω για μια κουβέρτα. Και μου εξηγούν τους κανόνες. Δεν πιέζεις πολύ, δεν ενοχλείς στα γραφεία, δεν ρωτάς πολλά. Καταφέρνω να βρω μια κουβέρτα. Τον σκεπάζω ελπίζοντας ότι θα έρθει κάποιος. Μέχρι τις 2 το πρωί δεν έρχεται κανείς. Όταν περνάει τελικά ένας γιατρός του λέω ότι από το μεσημέρι δεν του έχει πάρει κανείς πίεση και θερμοκρασία. Έκανα την πρώτη βλακεία. Ωρύεται ότι είμαι αυθάδης. Ζητώ χίλιες φορές συγνώμη. Δεν θα το ξανακάνω.

Μέσα στη μέρα οι μόνοι που μπαίνουν στα δωμάτια είναι αυτοί που αφήνουν διαφημιστικά για αναπηρικά καροτσάκια και αποκλειστικές. Αφήνουν τα δικά τους και παίρνουν τα άλλα που έχουν αφήσει οι προηγούμενοι. Συνέχεια.

Βρίσκουμε τη Β. Αποκλειστική, έχει χάσει τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν πεθάνει στα χέρια της, τον χαϊδεύει και μου λέει: «δεν θα κρατήσει πολύ, δεν θα μπορέσεις να τον πάρεις ποτέ σπίτι, θα φύγει ήσυχα χωρίς να κάνει θόρυβο». Δεν δίνω καμία σημασία. Δεν μπορεί να ξέρει καλύτερα από τους γιατρούς. Τις επόμενες μέρες διαπιστώνω ότι ό,τι λέει βγαίνει αληθινό.

Αρχίζω να οργανώνομαι. Φέρνω θερμόμετρα, μαξιλάρια, υποσέντονα. Το μεσημέρι της επόμενης μου αφήνουν το φαγητό του. Τρία μπολ με αλεσμένο κρέας, λαχανικά και σούπα. Νομίζω ότι έχει γίνει λάθος. Εικοσιπέντε μέρες στην εντατική δεν είχε πιεί ούτε νερό. Μου εξηγούν ότι πρέπει να τον ταΐσω από το λεβάιν που έχει στη μύτη. Παρακαλώ να το κάνει οποιοσδήποτε ή τουλάχιστον, να μου δείξουν τι πρέπει να κάνω. «Δεν είναι δική μας δουλειά», απαντούν.

Φέρνουμε μια αποκλειστική για την ημέρα. Βάζει λίγα αλεσμένα λαχανικά στη σύριγγα, την πιέζει και μετά λίγο νερό για να ξεπλυθεί ο σωλήνας. Παθαίνει σπασμούς. Τρέχω στους διαδρόμους και ουρλιάζω. «Πεθαίνει, πεθαίνει». Φοβάμαι για εισρόφηση.

Με βγάζουν έξω. Ακούω κλεφτά δυο νοσοκόμες να λένε ότι δεν είχε μπει σωστά το λεβάιν. Του βάζουν καινούργιο και μέχρι το βράδυ δεν του δίνουμε τίποτα.

Την τελευταία μέρα είναι τόσο γλυκός και ήρεμος. Όμορφος σαν εκείνη την φωτογραφία που είχε πάντα στο πορτοφόλι του 20 χρονών στο χωριό του.

Την επόμενη ο πυρετός ανεβαίνει. Πηγαίνω στις μύτες στο δωμάτιο των νοσοκόμων για να τους το πω χωρίς να αποκαλύψω ότι έφερα θερμόμετρο από το σπίτι. Τους ρωτώ αν μπορεί να έρθει κάποιος να με βοηθήσει να του σηκώσω το κεφάλι για να αλλάξω μαξιλάρι γιατί έχει ανοίξει η πληγή του και ίσως κάποιος να τον πλύνει; Να τον καθαρίσει;

Μου εξηγούν μια ακόμα φορά ότι δεν είναι δική τους δουλειά. Για την καθαριότητα υπάρχει ένας νοσοκόμος για όλο το νοσοκομείο και έχει πιο σοβαρές δουλειές να κάνει. Οι άλλοι κλείνουν το μάτι. Με κάτι στην τσέπη γίνεται αμέσως δική τους δουλειά, μου εξηγούν.

Την Κυριακή είναι πιο χαλαρή μέρα. Ακολουθώ τον νοσοκόμο από πίσω και σχεδόν τον παρακαλώ να έρθει να μας βοηθήσει. Του λέω ότι στο στόμα του βλέπω ένα σωλήνα να πηγαινοέρχεται με την αναπνοή του. Γελάει και μου απαντά ότι λέω χαζομάρες. Τελικά ανακαλύπτει ότι το λεβάιν που του είχαν βάλει δεύτερη φορά, είχε κουλουριαστεί στο στόμα. Η νοσοκόμα που του είχε δώσει το φάρμακο πριν μερικές ώρες δεν το είχε προσέξει καν. Του το ξαναβάζουν τρίτη φορά.

Ο πυρετός ανεβαίνει πιο πολύ. Την πρώτη μέρα οι γιατροί δεν με δέχονται. Δεν έχουν τίποτα να μου πουν απαντούν. Την επόμενη πηγαίνω στα κλεφτά το απόγευμα που είναι πιο χαλαροί και μου εξηγούν ότι έχει βαριά πνευμονία και πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για το χειρότερο. Βαρέθηκα να ακούω το ίδιο. Παρακαλώ να του αλλάξουν τις γάζες στην τραχειοστομία που από τις αναρροφήσεις έχει γεμίσει αίματα και να αλλάξουμε σεντόνια. Είναι πέντε μέρες με τα ίδια. Για την γάζες θα έρθουν. Δεν έρχονται. Σεντόνια δεν υπάρχουν. Άλλοι τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Δεν δέχονται να φέρω από το σπίτι.

Κατά ένα παράξενο τρόπο όσο χειροτερεύει τόσο έχω ελπίδες. Μαθαίνω με τη βοήθεια των άλλων να τον ταΐζω. Και να του δίνω και νερό. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε όταν θα τον πάρω στο σπίτι. Θα βρούμε τρόπο. Μόνο να την γλυτώσουμε.

Η αντιβίωση δεν τον πιάνει. Ο πυρετός δεν μπορεί να κατέβει κάτω από το 38. Του δίνουν και άλλα αντιβιοτικά. Τα χέρια του πρήζονται σιγά-σιγά. Έρχεται η γιατρός το βράδυ να του πάρει αίμα και τη ρωτώ για το πρήξιμο. «Ο άνθρωπος πεθαίνει», μου λέει. «Δεν το καταλαβαίνετε;». «Τουλάχιστον δεν πονά;», ρωτώ. «Τι παρηγοριά είναι αυτή που ζητάτε», απαντά. Έχω την εντύπωση ότι θέλει να με χαστουκίσει για την αυθάδεια μου.

Την προτελευταία μέρα αρχίζει μια βαριά αναπνοή. Παλεύει. Παρακαλώ να του δώσουν οτιδήποτε μπορεί να τον ανακουφίσει. «Είναι η αγωνία του θανάτου», απαντούν. Βλέπω τον γιατρό να έρχεται με ένα ασκό Ambu για να τον βοηθήσει να αναπνεύσει. Θυμάμαι το κουτί που μου έδωσαν από την Εντατική. Είχε μέσα ένα ασκό Αmbu. Έπρεπε να το είχα καταλάβει ότι ήξεραν ότι ήταν το τέλος.

Την τελευταία μέρα είναι τόσο γλυκός και ήρεμος. Όμορφος σαν εκείνη την φωτογραφία που είχε πάντα στο πορτοφόλι του 20 χρονών στο χωριό του. Σκέφτομαι ότι το ξεπέρασε και αυτό και αύριο να φέρω τον κουρέα που περνάει από τα δωμάτια να τον ξυρίσει. Θα κάνουμε Χριστούγεννα σπίτι. Λέω να μείνω το βράδυ. Η Β. ξέρει αλλά μου λέει ότι δεν είναι κάτι που θα γίνει σήμερα. Στις 7 το πρωί αρχίζει ξανά ο ρόγχος. Πηγαίνω μια φορά στο γραφείο των νοσοκόμων. «Θα έρθουμε», λέει. Περνάει ώρα και δεν φαίνεται κανείς. Κάτι δεν πάει καλά. Ξαναπηγαίνω. Έχουν βαρεθεί να με ακούν. Βλέπω την προϊσταμένη που έρχεται να αναλάβει πρωινή βάρδια και την παίρνω από πίσω την ώρα που ντύνεται παρακαλώντας να έρθει να τον δει. Καταλαβαίνει. Και φωνάζει αμέσως τους γιατρούς που κοιμόντουσαν στον επάνω όροφο. Με βγάζουν έξω.

Μετά από λίγη ώρα βγαίνει ο γιατρός. Είναι ο ίδιος που τον παρέλαβε την πρώτη μέρα που μπήκαμε με τα επείγοντα. Μου κάνει νεύμα με το κεφάλι ότι δεν τα κατάφερε. Δεν λέει κουβέντα. Δεν ξέρω αν φοβάται τον θάνατο περισσότερο και από μένα.

Βλέπω τις νοσοκόμες να πηγαίνουν στο δωμάτιο του. Μαζί με καθαρά σεντόνια αυτή τη φορά. Δεν τα χρειάζεται πια. Σήμερα είναι η 32η μέρα...



Σημ. Το κομμάτι είναι αφιερωμένο σε δυο ξένες γυναίκες.

Τη Β., καθηγήτρια μουσικής στη Βουλγαρία και καθαρίστρια στο νοσοκομείο της Εντατικής. Δουλεύει μόνο νύχτα για να βοηθάει τις νοσοκόμες να καθαρίζουν τους εμετούς και τα αίματα από τους ετοιμοθάνατους. Ήξερε τα πιο παράξενα λόγια..

Τη Β. αποκλειστική πάνω από τριάντα χρόνια χωρίς ένσημα. Ερχόταν κάθε βράδυ και τον χάιδευε. Και κάθε πρωί που έβρισκε τις νοσοκόμες λίγο πιο χαλαρές πίεζε για να κανένα σεντόνι. Κάποια στιγμή τα κατάφερε.

Άρης Δημοκίδης
Πηγή: lifo.gr

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Γράμμα στον Μέσι από έναν συμπαίκτη του...

 Με αφορμή την απονομή της Χρυσής Μπάλας, ένας από τους μεγάλους άσους της Μπαρτσελόνα στο πολύ πρόσφατο παρελθόν, ο Τσάβι Ερντάντεζ, γράφει στην ισπανική εφημερίδα El Pais για τον καλό του φίλο – και (πρώην) συμπαίκτη του – Λιονέλ Μέσι, που είναι ο κορυφαίος στον κόσμο:

 
«Τον θεωρώ φίλο μου. Είναι ένας εσωστρεφής άνθρωπος. Δυσκολεύεται να ανοιχτεί, όμως, όταν κερδίσεις την εμπιστοσύνη του, είναι τόσο διασκεδαστικός…». Τι γράφει στον μικροσκοπικό Αργεντίνο ο Τσάβι...
 «Γνώρισα τον Λέο όταν μπήκε στα αποδυτήρια της πρώτης ομάδας, στα 16 του, όμως ήξερα για εκείνον πολλά χρόνια νωρίτερα. Ο Σέρχι Αλέγκρε, ένας καλός φίλος που δούλεψε για πολλά χρόνια στις ακαδημίες της Μπαρτσελόνα, με είχε προετοιμάσει: “Τσάβι, να ξέρεις ότι έρχεται πολύ καλός κόσμος”, μου είπε αναφερόμενος στη γενιά του Πικέ, του Σεσκ (Φάμπρεγας) και της παρέας τους. “Αλλά υπάρχει ένας Αργεντινός, που δεν μπορείς καν να φανταστείς. Απίστευτος. Θα το δεις”, μου είχε πει.
Αυτά είχα ακούσει, γι’ αυτό, όταν μπήκε στα αποδυτήρια, τον έβλεπα διαφορετικά. Κάποια πράγματα μπορείς να τα ξεχωρίσεις από την πρώτη κιόλας στιγμή. Ο Λίο, από την αρχή, αντιλαμβανόταν το παιχνίδι, είχε πάσα και μπορούσε να ντριμπλάρει όποιον παίκτη του έβαζες μπροστά του, ακόμα και τον καλύτερο αμυντικό που είχαμε, τότε, στην ομάδα.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, και ήρθε μαζί μας σε ένα ταξίδι. Εκεί γνώρισα έναν πιτσιρικά με παιδεία, με σεβασμό, με ταπεινότητα. Και σε αυτό είναι, κυρίως, υπόδειγμα. Διότι, ανεξαρτήτως του πόσο σπουδαίος έγινε, δεν έχασε αυτές τις αξίες. Δεν έχασε ούτε λίγο από την ταπεινότητά του και τον σεβασμό προς τους συμπαίκτες του. Νομίζω ότι ο Λέο δεν θέλησε ποτέ να είναι διαφορετικός από τους υπόλοιπους.
Τι τύχη έχουμε όλοι εμείς, οι οπαδοί της Μπαρτσελόνα, που ήρθε στην ομάδα μας… Χωρίς αυτόν, η Μπαρτσελόνα δεν θα ήταν η ίδια, είναι ο θεμέλιος λίθος των επιτυχιών μας τα τελευταία δέκα χρόνια
Ηταν ξεχωριστός, αλλά μόλις 16 ετών. Σκεφτόμουν πως είναι καλός, όμως, από την άλλη, ήξερα ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι απλό. Για να πετύχεις, πρέπει να συνηγορήσουν πολλοί παράγοντες – και ποτέ δεν πίστεψα ότι θα γινόταν ο καλύτερος του κόσμου. Από την ημέρα που τον γνώρισα, δεν σταμάτησε να εξελίσσεται. Εγινε καλύτερος από αυτό που ήδη ήταν και εξελίχθηκε σε μεγάλο σκόρερ. Αρχικά δεν είχε τέτοια έφεση στο γκολ, τώρα πια κάνει τα πάντα. Οπως λέει και ο Πεπ (ο Γκουαρντιόλα), είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Δεν πρόκειται να δούμε ποτέ ξανά κάποιον σαν αυτόν. Οχι μόνο για την ποιότητά του, αλλά και για τη διάρκειά του. Μπορεί κάποιος να βγει και να κρατήσει μόνο δύο ή τρία χρόνια. Αυτός φαίνεται σαν να μην έχει τέλος.
Τι τύχη έχουμε όλοι εμείς, οι οπαδοί της Μπαρτσελόνα, που ήρθε στην ομάδα μας… Χωρίς αυτόν, η Μπαρτσελόνα δεν θα ήταν η ίδια, είναι ο θεμέλιος λίθος των επιτυχιών μας τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι κάτι που κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Μπορείς να κάνεις μια ή δυο καλές σεζόν, όμως αυτός δείχνει έναν χαρακτήρα νικητή, δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος με όσα κάνει, όταν έχει δύο, θέλει τρία. Αυτό το βλέπει όλος ο κόσμος στα παιχνίδια, όμως είναι ο ίδιος και στις προπονήσεις, στη διάρκεια της εβδομάδας. Κι έτσι βελτιώνει και όλους όσοι είναι γύρω του.
Αυτός ο χαρακτήρας του μάς έχει οδηγήσει και σε μεγάλους καυγάδες έπειτα από ήττες. Θέλει πάντα να νικά. Δεν υπάρχει κάτι που να τον ενοχλεί περισσότερο από την ήττα. Τον θυμάμαι μόνο του σε μια γωνιά μετά το χαμένο πέναλτι κόντρα στην Τσέλσι και τον αποκλεισμό μας από το Τσάμπιονς Λιγκ. Επίσης, καθόταν και στεφτόταν μόνος του μετά το χαμένο πέναλτι κόντρα στη Σίτι, κι ας είχαμε νικήσει 3-1. Πηγαίνεις και του λες ότι δεν τρέχει τίποτα, και σου απαντά: «Πώς δεν τρέχει; Απέτυχα»… Πολλές φορές τον είδα θυμωμένο με τον ίδιο του τον εαυτό, με όσα υπήρχαν γύρω του, με όλο τον κόσμο. Αλλά, σε ποιον δεν έχει συμβεί αυτό; Εκείνος, όμως, έχει τον τρόπο να το διαχειριστεί. Το κάνει με υπέροχα. Ποιος απ’ όσους λατρεύουν το ποδόσφαιρο, δεν τον συγχωρεί γι αυτές τις στιγμές;
Τον θεωρώ φίλο μου. Είναι ένας εσωστρεφής άνθρωπος. Δυσκολεύεται να ανοιχτεί, όμως, όταν κερδίσεις την εμπιστοσύνη του, είναι τόσο διασκεδαστικός… Εχει μια ειρωνεία εξαιρετική. Εχει και μια μεγάλη καρδιά. Πάντα θα βρει λίγο χρόνο να σε βοηθήσει, αν το χρειάζεσαι. «Ακου, Λέο, θα ήθελα ένα ζευγάρι παπούτσια σου για ένα ίδρυμα με παιδιά». Τα βγάζει αμέσως, τα υπογράφει και τα δίνει. Πάντα.
Αυτό, όμως, που εκτιμώ περισσότερο στον χαρακτήρα του, είναι πως είναι πιστός. Ποτέ δεν θα σε κοροϊδέψει. Οταν έχει πρόβλημα, όταν κάτι δεν του αρέσει, θα το πει ευθέως. Θα σε κοιτάξει στα μάτια και θα το πει. Πιστεύω ότι δεν θα με προδώσει ποτέ. Κοροϊδεύει μόνο τους αντίπαλους αμυντικούς και τους τερματοφύλακες. Μοιάζουμε σε αυτό. Και σε ευχαριστώ, Λίο.
Σε ευχαριστώ, επίσης, για τον τρόπο που παίζεις, για τα γκολ σου, για τις πάσες, για όλα όσα έχεις δώσει στην Μπαρτσελόνα, για όσα έχεις δώσει στο ποδόσφαιρο. Επειδή είσαι αυτός που είσαι.
Συγχαρητήρια και για αυτή τη Χρυσή Μπάλα. Την κέρδισες».

Το 2015 μέσα από τη μηχανή αναζήτησης της Google...

Καθώς το 2015 εδώ και δυο εβδομάδες είναι παρελθόν, η Google μας παρουσιάζει ένα σύντομο βίντεο εμπνευσμένο από τις ερωτήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα στη χρονιά που πέρασε...

Κυριακάτικο σινεμά: "Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας" (1978)

Στο "Κυριακάτικο σινεμά" προβάλλεται σήμερα η ταινία "Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας" (1978) του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ενός από τους πιο δημοφιλείς σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου.
Λίγα λόγια για το έργο: Τέσσερις άντρες, ένας πατέρας και οι τρεις γιοι του (Βασίλης Διαμαντόπουλος, Νικήτας Τσακίρογλου, Γιώργος Διαλεγμένος, Δημήτρης Πουλικάκος) κληρονομούν ένα αρχοντικό σπίτι, στη μέση ενός εύφορου κήπου. Μαζί με το σπίτι κληρονομούν και την όμορφη υπηρέτρια (Όλγα Καρλάτου), και πέφτουν σε λήθαργο, απ' τον οποίο βγαίνουν μόνο για να φάνε και να βρεθούν ερωτικά με την υπηρέτρια. Ο μικρότερος γιος δυσφορεί, εξαιτίας της κατάστασης και, όταν βρίσκει τυχαία ένα βιβλίο με την ιστορία της γαλλικής επανάστασης, ξεσηκώνεται αποφασισμένος να ξεφύγει από τη στασιμότητα και τον εφιαλτικό εγκλεισμό. Ακολουθεί την υπηρέτρια και, προσπαθώντας να βγει από την «κοιλάδα της νάρκης», αποκοιμιέται στον κορμό ενός δέντρου...

Σκηνοθέτης:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ
Διασκευή Σεναρίου:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ

 Κ Α Λ Η  Κ Υ Ρ Ι Α Κ Η !!

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Γιατί η δημιουργική σκέψη είναι περιεκτική σκέψη...


384dbe1f99ce98ac34e1c67c36e01b30

Ο Albert Einstein ρωτήθηκε κάποτε σε τι διαφέρει αυτός από τον μέσο άνθρωπο. Η απάντηση ήταν ότι «αν ζητήσετε από τον μέσο άνθρωπο να βρει μία βελόνα στα άχυρα, εκείνος  θα σταματήσει μόλις βρει μία βελόνα, ενώ εγώ θα ψάξω για όλες τις πιθανές βελόνες». Με τη δημιουργική σκέψη ο καθένας μπορεί να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερες εναλλακτικές λύσεις μπορεί.
Δημιουργική σκέψη είναι η περιεκτική σκέψη. Είναι η σκέψη που θα εξετάσει όλες τις πτυχές, τις λιγότερο προφανείς αλλά και τις πιο πιθανές προσεγγίσεις και θα δει με πολλούς τρόπους το πρόβλημα. Είναι η προθυμία να διερευνήσει όλες τις πιθανές προσεγγίσεις και δε θα σταματήσει ακόμη κι αν έχει εντοπίσει μία πολλά υποσχόμενη προσέγγιση.
Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε εκπαιδευτεί να εστιάζουμε την προσοχή μας σε συγκεκριμένες πληροφορίες, αποκλείοντας όλες τις άλλες. Σκεφτόμαστε μόνο μία εκδοχή. Η αποκλειστική σκέψη είναι μια χαρά όταν είμαστε, εκ των προτέρων, βέβαιοι ποιες πληροφορίες είναι συναφείς προς το ζητούμενο και ποιες δεν είναι. Όμως, στην πραγματικότητα, τις περισσότερες φορές, οι καταστάσεις είναι διφορούμενες. Και είναι που στις περιπτώσεις αυτές η αποκλειστική σκέψη μάς οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα, παραμελώντας σημαντικά κομμάτια του παζλ. Η αποκλειστική σκέψη εκτός του ότι υποτιμά μερικά πραγματικά περιστατικά και αντιλήψεις, μπορεί επίσης να πνίξει τη φαντασία.
Οι περισσότεροι από εμάς συσχετίζουμε αυτόματα ό,τι καινούριο βλέπουμε με τις προηγούμενες εμπειρίες μας, για να δούμε αν έχουμε συναντήσει κάτι παρόμοιο και στο παρελθόν. Αν έχουμε, όντως, παρόμοιες εμπειρίες τότε επιλέγουμε την πιο πολλά υποσχόμενη προσέγγιση. Αν δεν έχουμε ανάλογες εμπειρίες τότε θα κάνουμε ό,τι είναι πιο εύκολο ώστε να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από τις παραπέρα σκέψεις και δεν κάνουμε τίποτα. Σκεφτόμαστε αντιπαραγωγικά. Με άλλα λόγια, όταν δεν ανακαλύπτουμε τίποτα από το παρελθόν μας καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι «δεν έχει κανένα νόημα να ασχοληθούμε με αυτό ή ότι είναι κάτι που δεν μπορούμε να λύσουμε». Δημιουργούμε, με άλλα λόγια, αποκλεισμούς. Προτιμούμε αυτό από το να κάνουμε το σωστό, δηλαδή να εντοπίσουμε στο καινούριο το κρυμμένο μήνυμα, κοιτάζοντας τις πληροφορίες μέσα από πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.
Υπάρχει μια ιστορία που περιγράφει ακριβώς αυτό. Αφορά έναν καθηγητή της πειραματικής ψυχολογίας, ο οποίος διερευνούσε την ικανότητα των χιμπατζήδων να λύνουν προβλήματα. Μία μπανάνα κρεμάστηκε από την οροφή, σε ύψος που ο χιμπατζής δε θα μπορούσε να τη φτάσει με άλμα. Το δωμάτιο ήταν γυμνό από όλα τα αντικείμενα εκτός από μερικά χαρτοκιβώτια συσκευασίας τοποθετημένα τυχαία. Η δοκιμή ήταν να δουν τη σκέψη του χιμπατζή, αν δηλαδή θα μπορούσε να τοποθετήσει τα κιβώτια έτσι ώστε να φτάσει την μπανάνα. Ο ψυχολόγος έκανε μερικές προσπάθειες, τοποθετώντας λίγα κιβώτια κάτω από την μπανάνα, ώστε να οικοδομήσει τη σκέψη του χιμπατζή και απομακρύνοντας τα πάλι. Δεν οικοδομήθηκε καμία σκέψη. Ο χιμπατζής περίμενε υπομονετικά και όταν ο ψυχολόγος  πήγε και στάθηκε κάτω από την μπανάνα, δε δίστασε, πήδηξε ξαφνικά επάνω στον ώμο του και άρπαξε την μπανάνα.
Αν ο χιμπατζής είχε μάθει πώς να οικοδομεί βήματα, χρησιμοποιώντας τα κουτιά, θα είχε φάει την μπανάνα νωρίτερα. Οι άνθρωποι, από την άλλη μεριά, οικοδομούν βήματα με τη σκέψη τους. Έχουν διδαχτεί κάτι από τους γονείς, από τον δάσκαλο ή από το παιχνίδι και το επαναλαμβάνουν όταν χρειαστεί. Φαίνεται πως η επανάληψη είναι μία μέθοδος που γνωρίζουμε πολύ  καλά. Το καλύτερο βέβαια είναι να επινοούμε πράγματα που δεν έχουμε διδαχτεί και στο σημείο αυτό δε διαφέρουμε και πολύ από τους χιμπατζήδες.

                                                                       Πηγή: Michael Michalko / www.creativethinking

Τα 7 δόγματα της δημιουργικής σκέψης...



Τα 7 δόγματα της δημιουργικής σκέψης

Στο σχολείο διδαχτήκαμε πολλά για τις ιδιοφυίες και για τις ιδέες τους, όμως, πώς αυτοί απέκτησαν όλες εκείνες τις ιδέες; Ποιες είναι οι νοητικές διεργασίες, οι συμπεριφορές, οι συνήθειες εργασίας και οι πεποιθήσεις που κάνουν μία ιδιοφυία, που ενώ βλέπει τα ίδια πράγματα με μας, στην πραγματικότητα βλέπει κάτι διαφορετικό;
Παρατίθενται στη συνέχεια τα «επτά δόγματα» που έχω αποκρυσταλλώσει στη διάρκεια της ζωής μου από την ενασχόλησή μου με το αντικείμενο της δημιουργικής σκέψης, πράγματα που θα ήθελα να είχα διδαχτεί ως μαθητής.
1. Είσαι δημιουργικός
Οι καλλιτέχνες δεν είναι ειδικοί, αλλά ο καθένας από μας είναι ένα ξεχωριστό είδος καλλιτέχνη που έρχεται στον κόσμο ως ένας δημιουργικός και αυθόρμητος στοχαστής. Και ενώ οι δημιουργικοί άνθρωποι είναι πεπεισμένοι ότι είναι πράγματι δημιουργικοί, όσοι δεν έχουν αυτή την πεποίθηση δεν είναι. Μετά την παγίωση της πεποίθησης ότι η δημιουργικότητα μπορεί να γίνει στοιχείο της ταυτότητάς μας, θα γίνουμε πράγματι δημιουργικοί. Θα μάθουμε τον τρόπο σκέψης και τις δημιουργικές τεχνικές που οι ιδιοφυίες έχουν χρησιμοποιήσει σε όλη τους τη ζωή.
2. Η δημιουργική σκέψη είναι το παν
Θα πρέπει να επιδείξετε πάθος και αποφασιστικότητα, ώστε να μπείτε στον χώρο καινοτομίας και της δημιουργίας ιδεών που ξεχωρίζουν. Το επόμενο βήμα είναι η υπομονή και η επιμονή. Όλες οι δημιουργικές ιδιοφυίες έχουν εργαστεί με πάθος για να υλοποιήσουν έναν απίστευτο αριθμό ιδεών, οι περισσότερες από τις οποίες δεν ήταν και τόσο καλές. Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα κακά ποιήματα έγραψαν οι μεγάλοι ποιητές παρά οι μικροί. Κατά αντίστοιχο τρόπο ο Thomas Edison επινόησε 3.000 διαφορετικούς λαμπτήρες φωτισμού, πριν κατασταλάξει σε έναν που τον έκανε διάσημο.
3. Γεννήστε ιδέες
Όταν γεννάτε ιδέες στην πραγματικότητα ενεργοποιείτε νευρικές συνάψεις του εγκεφάλου σας, που μέχρι τη στιγμή εκείνη ήταν ανενεργές. Συνεπώς, οι πολλές ιδέες ενεργοποιούν ακόμη πιο πολλές συνάψεις και δραστηριοποιούν ακόμη περισσότερο τον εγκέφαλό σας. Κάθε στιγμή, ενεργοποιώντας το μυαλό σας με την παραγωγή ιδεών, αυξάνετε τη δημιουργικότητά σας. Αν ζωγραφίζετε κάθε μέρα κάτι θα γίνετε ζωγράφος. Ίσως όχι ένας Βαν Γκογκ, πάντως κάτι περισσότερο από κάποιον που δεν έχει δοκιμάσει ποτέ.
4. Το μυαλό σας δεν είναι υπολογιστής
Ο εγκέφαλός σας είναι ένα δυναμικό σύστημα που συνεχώς εξελίσσει, μέσα από τις δραστηριότητες, νέα πρότυπα λειτουργίας αντί, απλά, να τα επεξεργάζεται όπως κάνει ο υπολογιστής. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος ευδοκιμεί με τη δημιουργική του ενέργεια, που απορρέει από τις εμπειρίες του, πραγματικές ή φανταστικές. Για τον εγκέφαλο δεν έχει σημασία αν η εμπειρία οφείλεται σε πραγματικά γεγονότα ή είναι προϊόν φαντασίας. Ο εγκέφαλος δεν μπορεί να δει τη διαφορά μεταξύ ενός πραγματικού γεγονότος και ενός που έχει φανταστεί με ζωντάνια και λεπτομερώς. Και τα δύο είναι αναζωογονητικά. Αυτή η παραδοχή οδήγησε τον Walt Disney να φέρει τις φαντασιώσεις του στη ζωή μας και επίσης τη δυνατότητα του Albert Einstein να κάνει πραγματικότητα τις επαναστατικές του ιδέες για τον χώρο και τον χρόνο.
5. Δεν υπάρχει κατάλληλη απάντηση
Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι τα πράγματα είναι «Α» ή «όχι Α». Για παράδειγμα, κατ’ αυτόν ο ουρανός είναι μπλε ή όχι μπλε – ποτέ και τα δύο. Σήμερα ξέρουμε ότι τέτοιου είδους δυαδική σκέψη είναι περιοριστική. Ξέρουμε ότι ο ουρανός είναι ένα δισεκατομμύριο διαφορετικές αποχρώσεις του μπλε. Συνηθίζαμε να πιστεύουμε ότι μια ακτίνα φωτός υπήρχε μόνο ως κύμα, μέχρι που οι φυσικοί ανακάλυψαν ότι το φως μπορεί να είναι είτε ένα κύμα ή ένα σωματίδιο, ανάλογα με την οπτική γωνία του παρατηρητή. Το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι η αβεβαιότητα. Ως εκ τούτου, όταν προσπαθείτε να παράγετε νέες ιδέες, μην τις αξιολογείτε όπως αυτές συμβαίνουν. Τίποτα δε σκοτώνει τη δημιουργικότητα γρηγορότερα από την αυτολογοκρισία κατά την παραγωγή φάση μιας ιδέας. Όλες οι ιδέες μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Δημιουργείστε όσο το δυνατόν περισσότερες. Ο κόσμος δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Είναι γκρι, είναι κάτι που βγαίνει με ανάμειξη μυριάδων χρωμάτων.
6. Η αποτυχία δεν είναι πάντα αποτυχία
Προσπαθώντας χωρίς επιτυχία δε σημαίνει ότι έχετε αποτύχει. Έχετε ήδη πετύχει κάτι. Εντοπίσατε τους λόγους της αποτυχίας και αυτό είναι ένα καλό μάθημα. Έτσι, κάθε φορά που οι προσπάθειές σας δεν έχουν αποτέλεσμα αναρωτηθείτε: Τι έμαθα από κάτι που δε λειτουργεί;
Οι άνθρωποι που δεν κάνουν ποτέ λάθη, δεν προσπάθησαν ποτέ και για τίποτα. Και μη ξεχνάτε ότι οThomas Edison έκανε χιλιάδες αποτυχημένες προσπάθειες πριν τελικά κατασκευάσει τον πρώτο ηλεκτρικό λαμπτήρα. «Έκανα χιλιάδες πράγματα που δε λειτούργησαν, μέχρι να φτιάξω αυτό που λειτουργεί» απάντησε με φυσικότητα στον βοηθό του όταν ρωτήθηκε.
7. Δε βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι
Τα βλέπουμε όπως εμείς είμαστε.
Όλες οι εμπειρίες μας είναι ουδέτερες και χωρίς νόημα μέχρι να τις δώσουμε κάποιο νόημα. Οι ιερωμένοι βλέπουν παντού την παρουσία του θεού την ίδια στιγμή που οι άθεοι δεν την βλέπουν πουθενά. Όταν η IBM κατασκεύασε τον πρώτο ηλεκτρονικό υπολογιστή, με έρευνα της αγοράς, οι ειδικοί συμπέραναν ότι δεν υπήρχαν περισσότερα από έξι άτομα στη γη που χρειάζονται ένα PC. Και ενώ η ΙΒΜ θεώρησε ότι δεν υπάρχει δυνητική αγορά για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δύο φοιτητές, οι Bill Gates και Steve Jobs, που μάλιστα εγκατέλειψαν τις σπουδές τους, είχαν διαφορετική αντίληψη. Είδαν την εσφαλμένη αντίληψη της ΙΒΜ ως τεράστια ευκαιρία.
Διαμορφώστε την πραγματικότητά σας με το πώς θα επιλέξετε να ερμηνεύσετε τις εμπειρίες σας...

                                                                     Πηγή: Michael Michalko / www.creativethinking

Ένας σπάνιος φυσικός πόρος: Ο χρόνος!




Μας υ­πο­σχέ­θη­καν ό­τι η τε­χνο­λο­γία θα α­πε­λευ­θέ­ρω­νε την αν­θρω­πό­τη­τα ε­λευ­θε­ρία και θα πρό­σφε­ρε ά­φθο­νο ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο. Αλλά ο ρυθ­μός της ζωής α­κο­λού­θη­σε τον ξέ­φρε­νο ρυθ­μό της μη­χα­νής και τώ­ρα ο κα­θέ­νας μας νιώ­θει να πνί­γε­ται στους κα­τα­να­γκα­σμούς της. Άνι­σα κα­τα­νε­μη­μέ­νος, ο χρό­νος συ­νι­στά πια έ­να φυ­σι­κό πό­ρο που σπα­νί­ζει και διεκ­δι­κεί­ται α­πό πολ­λούς. Για να κα­τα­νοή­σου­με τις αι­τίες αυ­τής της έλ­λει­ψης χρό­νου, χρή­σι­μη εί­ναι μια ι­στο­ρι­κή α­να­δρο­μή. 
Ο ι­σπα­νός οι­κο­νο­μο­λό­γος και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος Φερ­νά­ντο Τρίας ντε Μπες εί­χε την ι­δέα πριν α­πό με­ρι­κά χρό­νια να δη­μο­σιεύ­σει έ­να πε­ζο­γρά­φη­μα με τίτ­λο «Ο πω­λη­τής χρό­νου». Ο κε­ντρι­κός ή­ρωας, για να μπο­ρέ­σει να ξε­χρεώ­σει τα δά­νειά του, α­πο­φα­σί­ζει να στή­σει μια ε­πι­χεί­ρη­ση, για να που­λά­ει χρό­νο στους συ­μπο­λί­τες του, που τό­σο λεί­πει και στον ί­διο.
Ο μύ­θος του Τρίας ντε Μπες σκια­γρα­φεί το μη­χα­νι­σμό του χρέ­ους σαν «κλο­πή χρό­νου», κα­θώς και την κα­τά­στα­ση «χρο­νι­κής πεί­νας», που βιώ­νουν οι σύγ­χρο­νες δυ­τι­κές κοι­νω­νίες. Μή­πως οι κοι­νω­νίες αυ­τές τυ­φλω­μέ­νες α­πό το κύ­ρος που προσ­δί­δει ο φρε­νή­ρης ρυθ­μός, φυ­λα­κι­σμέ­νες σε μια συ­γκε­κρι­μέ­νη α­ντί­λη­ψη για τη δρά­ση και το αν­θρώ­πι­νο πε­πρω­μέ­νο, υ­πο­τι­μούν το ου­σιώ­δες α­γα­θό που συ­νι­στά ο χρό­νος, μέ­χρι του ση­μείου να τον ευ­τε­λί­ζουν χω­ρίς αι­δώ; Πί­σω α­πό αυ­τό που ο κα­θέ­νας βλέ­πει συ­νή­θως σαν έ­να φυ­σι­κό δε­δο­μέ­νο, ή σαν το α­πρό­βλε­πτο της α­το­μι­κής ύ­παρ­ξής του, υ­πάρ­χει μο­λα­ταύ­τα έ­να «κα­θε­στώς χρό­νου» που δεν έ­χει κα­μία σχέ­ση με το τυ­χαίο, ό­πως υ­πο­γραμ­μί­ζει ο γερ­μα­νός κοι­νω­νιο­λό­γος Χάρ­τμουτ Ρό­ζα.
Ο ί­διος δια­κρί­νει στην πρό­σφα­τη ι­στο­ρι­κή πε­ρίο­δο τρεις μορ­φές ε­πι­τά­χυν­σης που συν­δυά­ζο­νται: τε­χνο­λο­γι­κή ε­πι­τά­χυν­ση (Δια­δί­κτυο, σι­δη­ρό­δρο­μοι υ­ψη­λής τα­χύ­τη­τας, φούρ­νοι μι­κρο­κυ­μά­των), κοι­νω­νι­κή ε­πι­τά­χυν­ση (συ­χνές αλ­λα­γές ερ­γα­σίας και συ­ζύ­γου στη διάρ­κεια της ζωής, πιο συ­χνή α­ντι­κα­τά­στα­ση χρη­στι­κών α­ντι­κει­μέ­νων), ε­πι­τά­χυν­ση του ρυθ­μού ζωής (κοι­μό­μα­στε λι­γό­τε­ρο, μι­λά­με πιο γρή­γο­ρα, βλέ­που­με λι­γό­τε­ρο συ­χνά τους δι­κούς μας, κά­νου­με τα πά­ντα τη­λε­φω­νώ­ντας και βλέ­πο­ντας τη­λεό­ρα­ση). Σύμ­φω­να με την τρέ­χου­σα λο­γι­κή, η τε­χνι­κή ε­πι­τά­χυν­ση θα έ­πρε­πε να ε­ξα­σφα­λί­ζει σε ό­λους μια κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ή­ρε­μη και νω­χε­λι­κή. Κι ό­μως, ε­νώ μειώ­νει τη διάρ­κεια των δια­φό­ρων δια­δι­κα­στι­κών, πολ­λα­πλα­σιά­ζει ε­πί­σης τον α­ριθ­μό τους.
Εί­ναι α­λή­θεια ό­τι γρά­φεις πιο γρή­γο­ρα έ­να η­λεκ­τρι­κό μή­νυ­μα, αλ­λά τα μη­νύ­μα­τα αυ­τά που στέλ­νεις εί­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τις ε­πι­στο­λές που θα έ­γρα­φες. Το αυ­το­κί­νη­το μας ε­πι­τρέ­πει να πη­γαί­νου­με στον προο­ρι­σμό μας πιο γρή­γο­ρα, αλ­λά κα­θώς συ­νε­πά­γε­ται την αύ­ξη­ση των με­τα­κι­νή­σεων, δεν μειώ­νει, τε­λι­κά, το χρό­νο που ξο­δεύου­με γι’ αυ­τές… Η έ­κρη­ξη του πλή­θους των δυ­να­το­τή­των –στην κα­τα­νά­λω­ση, στη βιο­μη­χα­νία των δια­κο­πών, στο Δια­δί­κτυο, στην τη­λεό­ρα­ση…– μας υ­πο­χρεώ­νει σε διαρ­κείς και χρο­νο­βό­ρους δια­κα­νο­νι­σμούς.
Ρο­λόι, ο «μύ­λος του δια­βό­λου»
Σύμ­φω­να με τον Χάρ­τμουτ Ρό­ζα, το ι­στο­ρι­κό φαι­νό­με­νο της ε­πι­τά­χυν­σης αρ­χι­κά ε­ξε­λίχ­θη­κε στις δυ­τι­κές κοι­νω­νίες, κα­θώς έ­βλε­παν σ’ αυ­τό μια υ­πό­σχε­ση προό­δου και αυ­το­νο­μίας. Αλλά στη συ­νέ­χεια βρα­χυ­κύ­κλω­σε τους θε­σμούς και τα πο­λι­τι­κά στε­λέ­χη. Γί­νε­ται πια μια «ο­λο­κλη­ρω­τι­κή δύ­να­μη στο ε­σω­τε­ρι­κό της σύγ­χρο­νης κοι­νω­νίας», με την έν­νοια α­φη­ρη­μέ­νης και πα­ντα­χού πα­ρού­σας αρ­χής, α­πό την ο­ποία κα­νείς δεν μπο­ρεί να ξε­φύ­γει.
Στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του το ά­το­μο έ­χει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν κά­νει τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά να τρέ­χει, χω­ρίς πο­τέ να στα­θεί και να α­να­στο­χα­στεί την ί­δια του τη ζωή. Και στο συλ­λο­γι­κό πε­δίο οι πο­λι­τι­κές κοι­νό­τη­τες χά­νουν τον έ­λεγ­χο του πε­πρω­μέ­νου τους. Κα­τά πα­ρά­δο­ξο τρό­πο, αυ­τή η τρελ­λή κούρ­σα συ­νο­δεύε­ται α­πό έ­να αί­σθη­μα α­δρά­νειας και μοι­ρο­λα­τρείας.
Οι προο­δευ­τι­κοί κύ­κλοι μπο­ρεί να μην ταυ­το­ποιούν πά­ντα με σα­φή­νεια το χρό­νο σαν το δια­κύ­βευ­μα μιας στρα­τη­γι­κής μά­χης, μπο­ρού­με ω­στό­σο να δια­πι­στώ­σου­με ό­τι έ­χει με­τα­τρα­πεί σε ε­ξαι­ρε­τι­κά διεκ­δι­κού­με­νο πό­ρο, που εί­ναι πο­λύ ά­νι­σα κα­τα­νε­μη­μέ­νος. Στη Γαλ­λία, οι «νό­μοι Ομπρί» για τη μείω­ση του χρό­νου ερ­γα­σίας το 1998 και το 2000, πρό­σφε­ραν στα στε­λέ­χη ε­πι­πλέ­ον η­μέ­ρες αρ­γίας, αλ­λά α­πο­διάρ­θρω­σαν τους ρυθ­μούς των λι­γό­τε­ρο ει­δι­κευ­μέ­νων μι­σθω­τών, που εί­δαν να τους ε­πι­βάλ­λε­ται αυ­ξη­μέ­νη ε­λα­στι­κό­τη­τα στο ω­ρά­ριο ερ­γα­σίας.
Ο γυ­ναι­κείος χρό­νος
Τα πρα­κτο­ρεία που προ­σφέ­ρουν «προ­σω­πι­κές υ­πη­ρε­σίες», ε­πι­τρέ­πουν στις εύ­πο­ρες τά­ξεις να α­παλ­λάσ­σο­νται α­πό το βά­ρος της φρο­ντί­δας του σπι­τιού ή των παι­διών με τη βοή­θεια γυ­ναι­κών συ­νή­θως, φτω­χών ή /και με­τα­να­στριών, που α­να­λαμ­βά­νουν τό­σο ά­χα­ρες ό­σο και κα­κο­πλη­ρω­μέ­νες δου­λειές.
Στο σύ­νο­λό τους οι γυ­ναί­κες υ­φί­στα­νται ι­διαί­τε­ρη πίε­ση. Τον Ιού­λιο του 2012, το βελ­γι­κό κί­νη­μα Γυ­ναι­κεία Ζωή, α­φιέ­ρω­σε σ’ αυ­τό το πρό­βλη­μα την ε­τή­σια «ε­βδο­μά­δα με­λέ­της». Με τίτ­λο «Να α­να­κτή­σου­με τον έ­λεγ­χο του χρό­νου» (), η πρό­σκλη­ση ση­μείω­νε ό­τι οι γυ­ναί­κες, α­να­λαμ­βά­νο­ντας το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος των οι­κια­κών κα­θη­κό­ντων, παί­ζουν το ρό­λο του «α­μορ­τι­σέρ του χρό­νου» τό­σο στην ε­πι­χεί­ρη­ση που ερ­γά­ζο­νται, συ­νή­θως με κα­θε­στώς με­ρι­κής α­πα­σχό­λη­σης, ό­σο και στην ι­διω­τι­κή ζωή τους, ό­που φέ­ρουν το βά­ρος «της ορ­γά­νω­σης των δια­φό­ρων χρό­νων της οι­κο­γε­νεια­κής ζωής». Εί­ναι θύ­μα­τα, ε­πί­σης των «σε­ξι­στι­κών α­ντι­λή­ψεων που συν­δυά­ζουν τη θη­λυ­κό­τη­τα με την α­φο­σίω­ση στους άλ­λους». Όπως έ­λε­γε μια νο­σο­κό­μα, «έ­χω πά­ντα την ε­ντύ­πω­ση, ό­ταν κά­νω κά­τι για τον ε­αυ­τό μου, ό­τι έ­χω πα­ρα­με­λή­σει κά­ποιον άλ­λο».
Ο χρό­νος ερ­γα­σίας
Μπο­ρεί τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες η ερ­γα­σία να έ­χει γί­νει πιο ε­ντα­τι­κή και για ο­ρι­σμέ­νες κα­τη­γο­ρίες μι­σθω­τών να τεί­νει να ει­σβά­λει στην προ­σω­πι­κή σφαί­ρα, αλ­λά η ε­πί­ση­μη διάρ­κειά της δεν έ­πα­ψε να μειώ­νε­ται α­πό την έ­ναρ­ξη της σύγ­χρο­νης ε­πο­χής. Συ­νε­πώς, οι άν­θρω­ποι έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο, αλ­λά τους τον υ­φαρ­πά­ζει ο δαι­μο­νι­κός ρυθ­μός της ζωής. Από την άλ­λη με­ριά, συ­χνά α­φιε­ρώ­νουν το χρό­νο της αρ­γίας σε δρα­στη­ριό­τη­τες ε­λά­χι­στης α­ξίας, ό­πως η πα­ρα­κο­λού­θη­ση τη­λεό­ρα­σης: υ­πο­φέ­ρουν α­πό έ­να εί­δος α­νά­σχε­σης, που τους ε­μπο­δί­ζει να κά­νουν αυ­τό που πραγ­μα­τι­κά έ­χουν α­νά­γκη να κά­νουν.
Αυ­τό δεν εί­ναι πα­ρά­δο­ξο. Το πρό­βλη­μα του χρό­νου δεν εί­ναι πρό­βλη­μα πο­σό­τη­τας μό­νο –που πα­ρου­σιά­ζει έλ­λειμ­μα– αλ­λά και ποιό­τη­τας: δεν ξέ­ρου­με πια πώς να τον ε­ξοι­κειώ­σου­με, να τον δα­μά­σου­με. Η α­ντί­λη­ψη του χρό­νου που έ­χου­με, έ­χει δια­μορ­φω­θεί με βά­ση την κα­πι­τα­λι­στι­κή η­θι­κή, που έ­χει κα­τα­γω­γή προ­τε­στα­ντι­κής έ­μπνευ­σης, η ο­ποία ό­μως έ­χει εκ­κο­σμι­κευ­θεί: πρό­κει­ται για έ­ναν α­φη­ρη­μέ­νο φυ­σι­κό πό­ρο «που πρέ­πει να τον εκ­με­ταλ­λευ­τού­με ε­πι­κερ­δώς με ό­σο το δυ­να­τόν πιο ε­ντα­τι­κό τρό­πο».
Ο βρε­τα­νός ι­στο­ρι­κός Έντουαρ­ντ Πάλ­μερ Τόμ­σον α­να­φέ­ρει ό­τι ε­ξε­γέρ­θη­καν οι πρώ­τες γε­νιές ερ­γα­τών που τους ε­πέ­βα­λαν την ερ­γα­σία που ό­ρι­ζε το ρο­λόι ή η σει­ρή­να της φά­μπρι­κας και ό­χι το συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο που τους εί­χαν α­να­θέ­σει. Με την κα­νο­νι­κό­τη­τα που ρυθ­μί­ζε­ται με το χρό­νο του ρο­λο­γιού, ο ερ­γά­της χά­νει την αυ­θόρ­μη­τη συ­νή­θεια να ε­ναλ­λάσ­σει τις πε­ριό­δους ε­ντα­τι­κής ερ­γα­σίας με πε­ριό­δους α­νά­παυ­σης, που το Τόμ­σον θεω­ρεί «φυ­σι­κό» ρυθ­μό της αν­θρώ­πι­νης ύ­παρ­ξης.
Ο αυ­στη­ρός τε­μα­χι­σμός του χρό­νου ρυθ­μί­ζει την πει­θαρ­χία τό­σο στο ερ­γο­στά­σιο ό­σο και στο σχο­λειό, με στό­χο να τι­θα­σεύ­σει πρώι­μα τους φο­ρείς της ερ­γα­τι­κής δύ­να­μης: στο Μά­ντσε­στε­ρ, το 1775, ο αι­δε­σι­μώ­τα­τος Τζ. Κλέι­τον α­νη­συ­χού­σε ε­πει­δή έ­βλε­πε τους δρό­μους γε­μά­τους «με ά­πρα­γα ρα­κέν­δυ­τα παι­διά, που ό­χι μό­νο χά­νουν το χρό­νο τους, αλ­λά α­πο­κτούν και τη συ­νή­θεια να παί­ζουν».
Η κα­τα­πιε­στι­κή διά­στα­ση της ε­πι­χεί­ρη­σης εμ­φα­νί­ζε­ται με σα­φή­νεια στα λό­για του που­ρι­τα­νού θε­ο­λό­γου Ρί­τσαρ­ντ Μπάξ­τε­ρ, που υ­πα­γό­ρευε πριν τη γε­νί­κευ­ση των ρο­λο­γιών τσέ­πης, ο κα­θέ­νας να ρυθ­μί­ζε­ται «με βά­ση το ε­σω­τε­ρι­κό η­θι­κό ρο­λόι του». Πιο πρό­σφα­τα, το 2005, στη Γερ­μα­νία, ο χρι­στια­νο­δη­μο­κρά­της υ­πουρ­γός Δι­καιο­σύ­νης του κρα­τι­δίου της Έσσης υ­πο­δεί­κνυε την «ε­πι­τή­ρη­ση των α­νέρ­γων» με τη βοή­θεια «η­λεκ­τρο­νι­κού βρα­χιο­λιού», με σκο­πό να τους δι­δά­σκου­με πώς να «ξα­να­ζούν με κα­νο­νι­κό ω­ρά­ριο»…
Ο ε­λεύ­θε­ρος χρό­νος
 Η λο­γι­κή της α­πο­δο­τι­κό­τη­τας και της α­ντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας, που προ­σι­διά­ζει στην οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα («ο α­ντα­γω­νι­σμός δεν κοι­μά­ται πο­τέ»), ε­πε­κτεί­νε­ται σε ό­λους τους το­μείς της ζωής. Ο ε­λεύ­θε­ρος χρό­νος, που κερ­δή­θη­κε με α­κρι­βό α­ντί­τι­μο, ο­φεί­λει κι αυ­τός να διευ­θε­τεί­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά. Η έλ­λει­ψη μιας τέ­τοιας διευ­θέ­τη­σης μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει στη δια­σπά­θι­σή του, που έ­χει πο­λύ σο­βα­ρές συ­νέ­πειες. Μπο­ρεί εξ αυ­τού να προ­κύ­ψουν μειο­νε­κτή­μα­τα που μοι­ρά­ζο­νται σ’ ό­λη την κοι­νω­νι­κή κλί­μα­κα α­πό πά­νω μέ­χρι κά­τω: «Όπως ο υ­φι­στά­με­νος την εκ­με­τάλ­λευ­ση, το ί­διο και ο εκ­με­ταλ­λευ­τής δεν μπο­ρεί να α­φε­θεί χω­ρίς κα­μία ε­πι­φύ­λα­ξη στη γλυ­κειά ρα­θυ­μία», γρά­φει ο Ρα­ούλ Βα­νε­γκέμ. «Κά­τω α­πό τη φαι­νο­με­νι­κή χαύ­νω­ση του ο­νεί­ρου, ξυ­πνά­ει μια συ­νεί­δη­ση που το κα­θη­με­ρι­νό σφυ­ρο­κό­πη­μα της δου­λειάς την ε­ξο­ρί­ζει α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του ει­σο­δη­μα­τία».
Ο Ρό­ζα το ε­πι­βε­βαιώ­νει: ό­ποιος θέ­λει να α­να­κτή­σει τον έ­λεγ­χο της δια­δρο­μής της α­το­μι­κής και συλ­λο­γι­κής ι­στο­ρίας, χρειά­ζε­ται πρώ­τα α­π‘ ό­λα να α­παλ­λα­γεί α­πό τους «ση­μα­ντι­κούς χρο­νι­κούς πό­ρους», που προο­ρί­ζο­νται για το παι­χνί­δι, τη σχό­λη και για να ξα­να­μά­θου­με να «ξο­δεύου­με ά­σκο­πα» το χρό­νο.
Και προ­σθέ­τει ό­τι αυ­τό που αμ­φι­σβη­τεί­ται, εί­ναι η δυ­να­τό­τη­τα «οι­κειο­ποίη­σης του κό­σμου», χω­ρίς την ο­ποία ο κό­σμος γί­νε­ται «βου­βός, ψυ­χρός, α­διά­φο­ρος, α­κό­μα και εχ­θρι­κός».
Η ε­ρευ­νή­τρια Αλίς Μέ­ντιν­γκ, ε­πί­σης, ταυ­το­ποιεί έ­να «φαι­νό­με­νο α­ποοι­κειο­ποίη­σης», που δια­τη­ρεί το σύγ­χρο­νο υ­πο­κεί­με­νο σε μια κα­τά­στα­ση που το κά­νει να νοιώ­θει ξέ­νο μέ­σα στον κό­σμο και στην ί­δια του την ύ­παρ­ξη. Πριν α­πό τη βα­σι­λεία του ρο­λο­γιού -που οι αλ­γε­ρι­νοί χω­ρι­κοί στη δε­κα­ε­τία του ‘50, ό­πως ση­μειώ­νει ο Πιερ Μπουρ­ντιέ, το α­πο­κα­λού­σαν «μύ­λο του δια­βό­λου»- οι τρό­ποι υ­πο­λο­γι­σμού του χρό­νου συ­νέ­δε­αν φυ­σιο­λο­γι­κά τις αν­θρώ­πι­νες υ­πάρ­ξεις με το σώ­μα τους και το συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον τους. Οι βιρ­μα­νοί μο­να­χοί, διη­γεί­ται ο Τόμ­σον, ση­κώ­νο­νταν το πρωί την ώ­ρα που «έ­χει αρ­κε­τό φως, ώ­στε να βλέ­πουν τις φλέ­βες του χε­ριού τους». Στη Μα­δα­γα­σκά­ρη, η στιγ­μή ι­σο­δυ­να­μεί με την ώ­ρα που χρειά­ζε­ται «μια α­κρί­δα να τη­γα­νι­στεί»...
Η κρί­ση χρό­νου
Η κρί­ση χρό­νου, α­κρι­βώς ε­πει­δή έ­χει πο­λύ βα­θειά τις ρί­ζες της στην ι­στο­ρία της νεω­τε­ρι­κό­τη­τας, δεν α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με ε­πι­φα­νεια­κές λύ­σεις. Γι‘ αυ­τό και χρειά­ζε­ται να ε­ξε­τά­ζου­με με φρό­νη­ση πρω­το­βου­λίες ό­πως του ευ­ρω­παϊκού «κι­νή­μα­τος για τη βρα­δύ­τη­τα»: βρα­δύ­τη­τα στο φα­γη­τό, με α­νά­λο­γη γα­στρο­νο­μία, βρα­δύ­τη­τα στα μί­ντια, με α­νά­λο­γη δη­μο­σιο­γρα­φία... Στις Η­ΠΑ, ο Στιούαρτ Μπρα­ντ ε­πο­πτεύει στην έ­ρη­μο του Τέ­ξας την κα­τα­σκευή ε­νός «Ρο­λο­γιού του Πα­ρό­ντος Μα­κράς Διάρ­κειας», που θα λει­τουρ­γεί ε­πί δέ­κα χι­λιά­δες χρό­νια και θα ξα­να­δώ­σει έ­τσι στην αν­θρω­πό­τη­τα την έν­νοια του μα­κρο­πρό­θε­σμου. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο σχέ­διο, βέ­βαια, χά­νει την ποιη­τι­κό­τη­τά του, ό­ταν γνω­ρί­ζου­με ό­τι χρη­μα­το­δο­τεί­ται α­πό τον ι­δρυ­τή του δια­δι­κτυα­κού ε­μπο­ρι­κού τό­που amazon: οι υ­πάλ­λη­λοί του, υ­πο­χρεω­μέ­νοι να τρέ­χουν ό­λη μέ­ρα στις α­πο­θή­κες του, πο­λύ αμ­φι­βάλ­λου­με αν αν­τλούν ο­ποια­δή­πο­τε υ­παρ­ξια­κή ευ­χα­ρί­στη­ση...

                                                           Μο­νά Σο­λέ /«Μο­ντ Ντι­πλο­μα­τίκ» (Δε­κεέμ­βριος 2012)