Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Αν ζούσε... θα ήταν 79 χρόνων...


Ανώγεια, 7 Ιουλίου, κάπου στο τέλος της δεκαετίας του ’30. Στο σπίτι του Γιώργη του Ξυλούρη του καφετζή έχουν πανηγύρι. Η Ελευθερία, η γυναίκα του, μετά από τρεις «θηλυκές» γέννες φέρνει στον κόσμο το πρώτο αρσενικό της φαμίλιας, τον Νικόλα.
Γειτόνισσες, συγγένισσες κι η θεια που ‘χει καημό με την «ατυχία» τ’ αδερφού τση με τσι κόρες, όλες σκυμμένες πάνω απ’ την κούνια του μωρού, δίνουν ευχές, ασημώνουν και κάνουν προγνωστικά για το μέλλον του.
«Για δε το κούτελο φαρδύ που ‘ναι. Μια μέρα θα γενεί σπουδαίος».
Καλοκαίρι του ’80 […] Δυο τσικουδιές είν’ αρκετές για να ξαναγυρίσω τον Αντρέα Ξυλούρη, ξάδερφο της οικογένειας, πίσω στη μέρα που ο Ψαρογιώργης ο καφετζής ρίχνει μπαλωθιές στον αέρα για τη γέννηση του γιου του.
«Του ‘χαμε κολλήσει το παρατσούκλι “Ψαράκης”, γιατί, καταπώς λέγαν οι παλιοί, ο πατερας του εσκότωνε τσι Τούρκους σαν τα ψάρια.
Τη μέρα που ‘ρθε ο Νικόλας στον κόσμο έγινε μεγάλο πανηγύρι. Μια βδομάδα κέρναγε ο Γιώργης, κι εμείς πίναμε στην υγεία και στην τύχη του νεογέννητου που μας ετίμησε όσο δεν παίρνει.
Ντερβισόπαιδο, ψυχή διαμάντι. Από μικρός κέρδισε την αγάπη μας».
[…]
Χρόνια δύσκολα για τους Ανωγιανούς εκείνα του ’30. Λίγο το λάδι, λίγο το ψωμί. Χρήματα δεν υπάρχουν. Ο τόπος ξερός για να φυτέψεις, να ποτίσεις, να ζήσεις.
Σ’ αυτή τη γωνιά της γης ο Νίκος κάνει τα πρώτα του βήματα. Τις νύχτες νανουρίζεται με τους ήχους της λύρας που παίζει γι’ αυτόν ο παππούς του, πρώτος λυράρης στο χωριό, και τις μαντινάδες που του τραγουδά η μάνα του.
Η λάλη του τον μεταφέρει με τα παραμύθια της σε τόπους μακρινούς, σε πύργους και παλάτια με στοιχειωμένους βασιλιάδες. Του μιλά γι’ αντριωμένους ιππότες, γι’ άρματα, και του μαθαίνει ν’ αψηφά τον κίνδυνο, σκιά να μη φοβάται.
Τη φτώχεια τη νιώθει κιόλας από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, όπως όλα τα παιδιά του χωριού. Μα δεν τον πειράζει. Δυο ελιές κι ένα κομμάτι ψωμί είναι αρκετά να τον χορτάσουν. Δυο δοξαριές της λύρας φτάνουν για να φουντώσουν την παιδική του φαντασία.
Παιδί αδύνατο, ευαίσθητο από τα μικρά του χρόνια ο Νίκος, γίνεται ο καημός του πατέρα και της μάνας.
«Ούτε ξύλα δε μπόραγε να κουβαλήσει», λένε οι φίλοι του. «Μόνο τα πρόβατα του άρεσαν. Να τα παίρνει ψηλά στα Πετροδολάκια που ‘ταν τα βοσκοτόπια των Ξυλούρηδων και να κάθεται όλη μέρα μαζί τους αγναντεύοντας τον ορίζοντα. Όταν δεν ήταν με τα ζωντανά έκανε σκανταλιές. Κανέναν δεν άφηνε απείραχτο. Έτσι έγινε από μικρός ο αρχηγός στα παιχνίδια μας και μετά, σαν μεγαλώσαμε, αρχηγός της παρέας στις καντάδες και στα γλέντια».
Μόνο η λύρα και το τραγούδι μέρευε τον Ψαρονίκο. Ένα βράδυ κατέβηκε από το βουνό κρατώντας στα χέρια του δυο βέργες κι έκανε πως έπαιζε.
«Εγώ θα γίνω λυράρης», τους είπε.
«Και ποιος, μωρέ, σε παίρνει εσένα στη δούλεψή του τόσο μικρός που ‘σαι;»
Τα μικρότερα παιδιά τον λατρεύουν γιατί είναι ο μόνος που δεν τ’ αποδιώχνει. Τους δίνει ό,τι έχει και τα βάζει να τραγουδούν μαζί του. Μόλις βγει από την πόρτα τον παίρνουν το κατόπι.
«Έτσι του κολλήσαμε το παρατσούκλι “η κλωσσού’. Και του ‘μεινε μέχρι που μεγάλωσε. Ακόμα και τώρα, φτασμένος πια, όταν ερχόταν να μας δει, έτσι τον φωνάζαμε».
[…]
Στο ζαχαροπλαστείο της Κηφισιάς, εκείνο το πρωινό του ’71, ο Νίκος συνεχίζει να μου μιλά για τον τόπο του, για τους δικούς του.
«Εκεί δεν κατέχουμε από μπαμπεσιές. Είμαστε ντρέτοι. Ξέρεις, οι γονιοί μου δεν το ‘θελαν να ‘ρθω στην Αθήνα, ούτε η Ουρανία. Μα ‘γω θαρρώ πως ο άνθρωπος πρέπει όλα να τα βλέπει, όλα να τα γνωρίζει. Έπειτα είναι και τ’ αδέρφια, ο Γιάννης, ο Ζαχάρης. Γιατί να μη δουλέψουν καλύτερα; Καμιά φορά να έρθεις στο χωριό μου. Πάρε την οικογένεια κι ελάτε».
Στη θύμηση των εδικών του ξεχνά τα προβλήματα της πρωτεύουσας. Δεν είναι η δόξα που τον έφερε εδώ. Ούτε τα χρήματα, αυτά μάλιστα ήταν πάντα λιγότερα από την πατρίδα του. Είναι η αγάπη και μόνο για το τραγούδι. Να πει αυτό που θέλει και σ’ άλλους τόπους, σ’ άλλους ανθρώπους.
xilouris1
[Η πορεία του είναι λίγο-πολύ γνωστή σε όλους. Δίσκοι, συναυλίες, «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», η “Ξαστεριά” στα κάγκελα του Πολυτεχνείου μαζί με τους φοιτητές. Και μετά, η αρρώστια που τον πήρε τόσο νέο. Σαν σήμερα, Τσικνοπέμπτη βράδυ ήταν, ξημερώματα Παρασκευής 8 Φλεβάρη του 1980. Λίγο παραπάνω από 40 χρονών. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ όσο ζω. Η πρώτη μεγάλη απώλεια της ζωής μου, η πρώτη πίκρα, ο πρώτος αγαπημένος που χάθηκε.] 
Μην κλάψετε για το χαμό του. Μόνο τραγούδια και περηφάνια τού πρέπουν.
Λόγια γραμμένα από χέρι νεανικό που φθάνουν από την άλλη άκρη του Ατλαντικού, για να απαλύνουν τον πόνο και να δώσουν κουράγιο σ’ αυτούς που τον κλαίνε.
9 Φεβρουαρίου 1980. Χειμωνιάτικο πρωινό, παγωμένος ήλιος. Υγρή η γης κάτω απ’ τα πόδια μας. Κι εσύ, κλεισμένος μέσα στο ξύλινο φερετρό σου, κοιμάσαι. Δεν ακούς, δε βλέπεις κάτω τη σκηνή. Δεν τραγουδάς.
xilouris_efimeritha
Χιλιάδες ο κόσμος που ήρθε να σ’ αποχαιρετήσει, φίλε μου.
Είναι οι ίδιοι εκείνοι άνθρωποι που σε χειροκρότησαν. Που ξαφνιάστηκαν από το μαντάτο του χαμού σου κι ακόμα και τώρα δεν το πιστεύουν.
Είμαστε όλοι εμείς που σ’ αγαπήσαμε. Νέοι, γέροι, παιδιά αμούστακα, μαθήτριες με τις μπλε ποδιές και τις τσάντες στα χέρια. Ήρθαμε. Μ’ ένα λουλούδι σφιχτά κρατημένο στις παλάμες. Μ’ ένα δάκρυ που στέκει πεισματικά στις άκρες των ματιών και δε λέει να κυλήσει. Πόση χαρά θα ‘νιωθες αν μπορούσες να μας δεις.
Η καμπάνα του νεκροταφείου χτυπά. Ώρα έντεκα. Η στιγμή της κηδείας έφτασε. Μιας κηδείας που μοιάζει με γλέντι αγγέλων, έτσι καθώς η φωνή σου ενώνεται με τις ψαλμωδίες των παπάδων
Κι ο κόσμος πληθαίνει γύρω μας, σκαρφαλώνει στους τάφους, στα δέντρα, χάνεται στην απεραντοσύνη του νεκροταφείου.
«Νίκο Ξυλούρη, εμείς οι συχωριανοί σου, που τόση περηφάνια νιώσαμε από το ανέβασμά σου, σκύβουμε σήμερα το κεφάλι, ανήμποροι να σε ξαναφέρουμε στη ζωή, ανήμποροι να σε βοηθήσουμε. Το μόνο που μένει να κάνουμε είναι να μιλάμε σ’ τσι γενιές που θα ‘ρθουν για την πρεπιά και την καλοσύνη σου».
Εκείνοι μιλούν, μιλούν κι εσύ με κλεισμένα τα μάτια χαμογελάς ακόμη. Δίπλα η Ουρανία, ο Γιώργης, η Ρηνιώ, ο Γιάννης, το μικρότερο τ’ αδέλφι που είχες πάντα κοντά σου, ο Αντώνης, οι αδελφάδες σου που δεν σταματάνε τα μοιρολόγια.
[…] Ένα τελευταίο κοίταγμα στο χλομό πρόσωπό σου. Δυο άνθη λεμονιάς πριν πέσει το χώμα κι ύστερα φτυαριές, σίγουρες μηχανικές κινήσεις, ώσπου να χαθείς για πάντα στο σκοτάδι, ένα σκοτάδι που δεν θα καταφέρει ποτέ να σε σβήσει από τη μνήμη μας.
Εκεί, στην άκρη του νεκροταφείου σ’ αφήσαμε, μεσημέρι πια, παρέα με τα πουλιά, τα κυπαρίσσια, με τη μυρωδιά της άνοιξης που φτάνει και το χάρο να τραγουδά μετανιωμένος.
Για ιδές κρίματα που ‘κανα
κι άδικα που τα κάνω
για ιδέ σπίθια που ρήμαξα
για ιδέ κορμιά που πήρα.

 Με πορτοκαλί στοιχεία και σε αγκύλες, το κείμενο της Νατάσσας Συλλιγνάκη, που επιμελήθηκε το αφιέρωμα και επέλεξε αποσπάσματα από το βιβλίο Νίκος Ξυλούρης της Νίτσας Λουλέ, Διάπλαση 2010.

Δημοψήφισμα 2015-αποτελέσματα

 _mg_22801436031947

  Επικράτεια

 06-07-2015 02:51


Εγγεγραμμένοι9.858.508
Ενσωμάτωση100,00 %
Ψήφισαν62,50 %
Ακυρα/Λευκά5,80 %


Ερώτημα%
Δεν εγκρίνεται / ΟΧΙ61,31
Εγκρίνεται / ΝΑΙ38,69
Περιφέρειες





























Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Κυριακάτικο σινεμά: "ΘΑΝΑΣΑΚΗΣ Ο ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΣ" (1954)

 

Θανασάκης ο Πολιτευόμενος είναι ο τίτλος κοινωνικής σάτιρας ηθών ελληνικής παραγωγής του 1954 με τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Βύρωνα Πάλλη, Άννα Συνοδινού κ.ά.
Η ταινία έμεινε στην ιστορία, ως η καλύτερη ηθογραφία των προσβεβλημένων από το μικρόβιο του πολιτικού και των κατ' επάγγελμα πολιτευτών. Έτσι, αρκετά επίκαιρη σήμερα, που είναι ημέρα εκλογών-δημοψηφίσματος.
Υπόθεση: Η νεαρή κόρη εύπορης οικογένειας μεγαλομπακάληδων επιστρέφει από την Ελβετία, μετά το τέλος των σπουδών της παντρεμένη με έναν νεαρό επιστήμονα, τον Θανασάκη, ο οποίος επιστρέφει στην Ελλάδα αποφασισμένος να την "υπηρετήσει" ως πολιτικός. Με την οικονομική βοήθεια του κουνιάδου του κατεβαίνει στις εκλογές, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Γρήγορα όμως προκηρύσσονται νέες εκλογές και αποφασίζει να ξαναπολιτευτεί, απαιτώντας ξανά την οικονομική συμπαράσταση του κουνιάδου του, ο οποίος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου πως νέα προεκλογική εκστρατεία θα ήταν οικονομική αυτοκτονία. Αποσπώντας εκβιαστικά χρήματα όμως ξανακατεβαίνει στις εκλογές, χωρίς την παραμικρή επιτυχία. Τελικά, όταν αποτυγχάνει και για τρίτη φορά, συνειδητοποιεί ότι πρέπει επιτέλους να προσγειωθεί και να κοιτάξει να δει πώς θα βγάλει τα προς το ζην.

                                                            Κ α λ ή  Κ υ ρ ι α κ ή! 

Το μεγάλο "ναι" ή το μεγάλο "όχι" και ο διαχρονικός Καβάφης...

 Parenthesis-Smyrni-Kavafis-nai-oxi2

"Che fece …il gran rifiuto"

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο το όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

Κωνσταντίνος Καβάφης

 Ανάμεσα στο "όχι" και στο "ναι" αυτές τις μέρες ο ελληνικός λαός, άσχετα με το πού θα οδηγήσουν το ένα ή το άλλο ή, το πιθανότερο, και τα δυο μαζί, και δε μπορούμε να μη θυμηθούμε το "Che fece …il gran rifiuto" του Καβάφη, "τη μεγάλη άρνηση".
Αν ο Σολωμός, ο Παλαμάς ή ο Σικελιανός δε διαβάζονται καθόλου στην εποχή μας - χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο το ποιητικό τους ανάστημα - οφείλεται στο ότι ο σημερινός Έλληνας και γενικότερα ο σημερινός άνθρωπος οχυρώθηκε στο εγώ του, μακριά από οποιαδήποτε συλλογικότητα.
Αντίθετα, ο Καβάφης, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκόσμια, εξακολουθεί να διαβάζεται. Και όχι μόνο να διαβάζεται αλλά να ανακαλούνται οι στίχοι του συνειρμικά σε κάθε στιγμή της ατομικής ανθρώπινης περιπέτειας.
Ενώ οι άλλοι μεγάλοι ποιητές απευθύνονται κυρίως στα πλήθη, ο Καβάφης απευθύνεται στον ένα και του μιλά σχεδόν στο αυτί, έστω κι αν κάποια ποιήματά του αγγίζουν οπτικές και θέσεις  γενικές ή ακόμη κι εθνικές.
Το "il gran rifiuto", μια πάλη ανάμεσα στο "ναι" και το "όχι", ατομικό ή συλλογικό, αντιμετωπίζεται από τον ποιητή με συμπάθεια για κείνον που πρέπει να διαλέξει. Όμως, έστω κι αν το ποίημα καταλήγει στο "...Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο το όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του...", στη συγκεκριμένη περίπτωση των δικών μας επιλογών, ίσως θα έπρεπε ν' ακούσουμε τη φωνή του μεγάλου Αλεξανδρινού, όπως αντηχεί και μέσα από ένα άλλο γνωστό και συμβολικό του ποίημα, Τα "Τείχη":

Parenthesis-Smyrni-Kavafis-nai-oxi3 

 "Τείχη"

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

                                                                                                     
                                                                                                                 Πηγή:  faretra.info

Τα δημοψηφίσματα στην Ελλάδα

To δημοψήφισμα είναι μορφή άμεσης δημοκρατίας. Το πρώτο δημοψήφισμα έγινε στη Μασαχουσέτη το 1778 για την έγκριση του Αμερικανικού Συντάγματος. Στη συνέχεια, υιοθετήθηκε από τη Γαλλία, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, και την Ελβετία, όπου οργανώθηκε συστηματικά η άσκησή του με το Σύνταγμα του 1848. Μετά τον Α” Παγκόσμιο Πόλεμο, ο θεσμός του δημοψηφίσματος καθιερώθηκε στα Συντάγματα πολλών χωρών του κόσμου.
Ο στρατηγός Κονδύλης με πραξικόπημα ανέβηκε στην εξουσία και με νόθο δημοψήφισμα επανέφερε τον βασιλιά Γεώργιο Β΄
Ο στρατηγός Κονδύλης με πραξικόπημα ανέβηκε στην εξουσία και με νόθο δημοψήφισμα επανέφερε τον βασιλιά Γεώργιο Β΄

Στην Ελλάδα το δημοψήφισμα θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1927 (άρθρο 125 παρ. 2) και αφορά το συνταγματικό δημοψήφισμα. Στο ισχύον Σύνταγμα του 1975 ρυθμίζεται στο άρθρο 44 παρ. 2, όπως τροποποιήθηκε με την αναθεώρηση του 1986 και τον εκτελεστικό νόμο 4023/11, και προβλέπεται:
  • Για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από δημοσιονομικά. Προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών (180 βουλευτές), ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου (120 βουλευτές).
  • Για κρίσιμα εθνικά θέματα. Προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών (151 βουλευτές), που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Στη χώρα μας έχουν γίνει συνολικά επτά δημοψηφίσματα σ’ ένα διάστημα 54 ετών (1920-1974). Τα έξι δημοψηφίσματα αφορούσαν το πολιτειακό και το ένα την έγκριση Συντάγματος.

Δημοψήφισμα 22 Νοεμβρίου/5 Δεκεμβρίου 1920
Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη προκήρυξε δημοψήφισμα για την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε παραιτηθεί υπέρ του γιου του Αλέξανδρου το 1917. Ο τελευταίος στάθηκε άτυχος καθώς έχασε πρόωρα τη ζωή του από δάγκωμα πιθήκου στο Τατόι. Οι σύμμαχοί μας μας προειδοποίησαν ότι, αν επανερχόταν ο Κωνσταντίνος στο θρόνο, τον οποίο δεν ήθελαν γιατί τον θεωρούσαν γερμανόφιλο, δεν θα αναλάμβαναν καμία ευθύνη απέναντι στην Ελλάδα και θα διέκοπταν κάθε οικονομική βοήθεια. Στο δημοψήφισμα οι Έλληνες αποφάσισαν να επαναφέρουν τον έκπτωτο βασιλιά με 999.960 ψήφους υπέρ (ποσοστό 98,97%) και 10.383 ψήφους κατά (1,03%). Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Ελλάδα στις 6/19 Δεκεμβρίου και έγινε δεκτός με φρενήρη ενθουσιασμό. Αποτέλεσμα ήταν η αλλαγή της στάσης των συμμάχων, πράγμα που συνέβαλε καθοριστικά στη Μικρασιατική Καταστροφή.

Δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924
Στις 25 Μαρτίου του 1924, μετά την τραγική Μικρασιατική Καταστροφή, η Βουλή ενέκρινε ψήφισμα «περί εκπτώσεως της Δυναστείας και ανακηρύξεως της Δημοκρατίας» και τέθηκε σε δημοψήφισμα, το οποίο διενεργήθηκε στις 13 Απριλίου. Το «Ναι» συγκέντρωσε 758.472 ψήφους ( 69,78% ) και το «Όχι» 325.322 ψήφους (30,02%). Η ψήφος των προσφύγων έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο αποτέλεσμα. Πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας ορκίζεται ο Παύλος Κουντουριώτης.

Δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου 1935
Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ελ. Βενιζέλου την 1 Μαρτίου 1935 για ανατροπή του νόμιμου πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη, πραγματοποιήθηκε στρατιωτικό κίνημα στις 10 Οκτωβρίου 1935 με επικεφαλής τον στρατηγό Κονδύλη, που ανατρέπει τον Τσαλδάρη και αυτοανακηρύχτηκε πρωθυπουργός. Αμέσως εγκρίνεται ψήφισμα, με το οποίο καταργείται η Αβασίλευτη Δημοκρατία και ορίζεται η διενέργεια δημοψηφίσματος για την 3η Νοεμβρίου 1935 «περί εγκρίσεως μεταβολής του Πολιτεύματος εις Βασιλευομένην Κοινοβουλευτικήν Δημοκρατίαν». Το «Ναι» συγκέντρωσε το 97,87% και το «Όχι» το 2,13%. Θεωρείται το πλέον νόθο δημοψήφισμα της νεότερης ιστορίας. Η βία και νοθεία ήταν αναγκαίες, γιατί ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει τους Βενιζελικούς και την Αριστερά, αλλά και πολλούς από  τους υποστηρικτές της μοναρχίας, οι οποίοι θεωρούσαν τον βασιλιά υπεύθυνο για την εκτέλεση των Εξ το 1922.

Δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επανήρθε στον ελληνικό θρόνο με το δημοψήφισμα του 1920
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επανήρθε στον ελληνικό θρόνο με το δημοψήφισμα του 1920

Μετά τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946, η κυβέρνηση Τσαλδάρη διενεργεί δημοψήφισμα την 1η Σεπτεμβρίου για την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β” που βρισκόταν εκτός Ελλάδος από την Κατοχή. Σύμφωνα με ψήφισμα της Βουλής, στο δημοψήφισμα θα υπήρχαν δύο ψηφοδέλτια, το ένα θα ανέγραφε «Βασιλεύς Γεώργιος» και το άλλο θα ήταν «λευκό». Το δημοψήφισμα έγινε την 1η Σεπτεμβρίου, σε μία εποχή που ο Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν στο αρχικό του στάδιο. Υπέρ της επανόδου του βασιλιά ψήφισε το 68,40%, ενώ το λευκό συγκέντρωσε το 31,60% των έγκυρων ψήφων. Υπήρξε ίσως το πρώτο δημοψήφισμα που έδωσε γνήσια πλειοψηφία στη δυναστεία Γλίξμπουργκ. Ο μεταπολεμικός θρόνος στηρίχτηκε με ευρεία λαϊκή συναίνεση, γιατί ο εμφύλιος πόλεμος ένωσε για πρώτη φορά Βενιζελικούς και Αντιβενιζελικούς σε ένα κοινό μέτωπο εναντίον του κομμουνισμού. Υπέρτατη πολιτειακή εγγύηση του αστικού καθεστώτος κατέστη το Στέμμα. Το ΚΚΕ με άρθρο του «Ριζοσπάστη» κάλεσε τον ελληνικό λαό να ρίξει «λευκό» στις κάλπες. Ο Γεώργιος Β” επέστρεψε στην Ελλάδα στις 28 Σεπτεμβρίου 1946.

Δημοψήφισμα της 29ης Σεπτεμβρίου 1968
Η δικτατορία του Παπαδόπουλου προκηρύσσει δημοψήφισμα για την επικύρωση του νέου Συντάγματος, που είχε συντάξει επιτροπή υπό τον τέως Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας Χαρίλαο Μητρέλια και είχε εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο. Το «Ναι» συγκέντρωσε το 92,10% των έγκυρων ψηφοδελτίων και το «Όχι» 7,89%. Το δημοψήφισμα χαρακτηρίστηκε «νόθο». Στη διαδικασία δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής οι πολιτικοί κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί ή εκτοπιστεί μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου.
Αποτελέσματα δημοψηφίσματος του 1974
Αποτελέσματα δημοψηφίσματος του 1974

Δημοψήφισμα της 29ης Ιουλίου 1973
Μετά την αποτυχία του βασιλικού κινήματος του Ναυτικού (Μάιος 1973), η στρατιωτική κυβέρνηση αποφασίζει την κατάργηση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση Προεδρικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Παράλληλα, προβαίνει και σε τροποποιήσεις του Συντάγματος του 1968. Το νέο τροποποιημένο Σύνταγμα αποφασίζεται να τεθεί στην κρίση του ελληνικού λαού δια δημοψηφίσματος. «ΝΑΙ» ψηφίζει το 78,4% του εκλογικού σώματος και «ΟΧΙ» το 21,6%. Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναλαμβάνει ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β” βρισκόταν στην εξορία από τις 13 Δεκεμβρίου 1967, μετά την αποτυχία του κινήματος κατά της χούντας, που είχε οργανώσει ο ίδιος.

Φυλλάδια από το δημοψήφισμα του 1974 όπως εκτίθενται στη Βουλή
Φυλλάδια από το δημοψήφισμα του 1974 όπως εκτίθενται στη Βουλή
 Δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974
Μετά την επάνοδο της Δημοκρατίας στην Ελλάδα (23 Ιουλίου 1974) και τη σαρωτική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής προκηρύσσει δημοψήφισμα για την οριστική λύση του Πολιτειακού Ζητήματος. Στο δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου, υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας ψήφισε το 69,2% και υπέρ της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας το 30,8%.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1989.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ, εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Η δυναστεία των Γλίξμπουργκ,19 Σεπτεμβρίου 2002.

                                                                                                 Πηγή: news.in.gr/

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Ο Χάμπερμας, η Ευρώπη και η δημοκρατία...

Όταν θριαμβεύουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης πεθαίνει ο άνθρωπος
                                                                                                Ουμπέρτο Έκο

  Μελετώντας τον Αριστοτέλη καθίσταται σαφές ότι τα πολιτεύματα καθορίζονται πρωτίστως από το αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, που δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να εκδηλωθεί σε πολιτικό επίπεδο. Με δυο λόγια η δημοκρατία είναι το πολίτευμα που ευνοεί τα συμφέροντα των φτωχών και η ολιγαρχία των πλουσίων. Η λαϊκή συμμετοχή σ’ ένα πολίτευμα που προβάλλει με τρόπο κατάφωρο τις οικονομικές επιδιώξεις των λίγων δεν είναι παρά η νομιμοποίηση της αδικίας, που πρέπει να περάσει είτε ως λαϊκή επιθυμία είτε ως αναπόφευκτη συνθήκη προκειμένου να αποφευχθούν καταστάσεις χειρότερες είτε ως πολιτική επιταγή των καιρών είτε ως εκβιασμός είτε ως οτιδήποτε προκειμένου να μην υπάρξουν λαϊκές εξεγέρσεις. Υπό αυτή την έννοια δε μιλάμε για δημοκρατία, αλλά για ολιγαρχία και σε όσο λιγότερα χέρια συγκεντρώνεται ο πλούτος τόσο πιο ακραία είναι και η μορφή της ολιγαρχίας που επιβάλλεται.
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας (IPA: /ˈjʏʁgən ˈhaːbɐmaːs/;) γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1929. Είναι Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας  γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1929. Είναι Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος

 Οι τεράστιες – χαοτικές ταξικές αποστάσεις ανάμεσα σε κατόχους άμετρου πλούτου και σε ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια αποτελούν εκ διαμέτρου αντίθεση προς κάθε δημοκρατική εκδοχή – ασχέτως αν ο λαός συμμετέχει με την ψήφο του στη διαχείριση της εξουσίας. Εξάλλου, ο Αριστοτέλης προειδοποιεί ότι ο τύραννος που θέλει να παραμείνει στην εξουσία οφείλει πριν απ’ όλα να φτωχοποιεί τους πολίτες συγκεντρώνοντας ο ίδιος τον πλούτο χωρίς όμως να προκαλεί με την ακατάσχετη χρήση βίας. Οφείλει δηλαδή να καταπιέζει δίνοντας την εντύπωση της παραχώρησης όλων των ελευθεριών. Αυτή είναι η εκδοχή της ψευδεπίγραφης δημοκρατίας, που λειτουργεί περισσότερο ως καθησυχαστικό άλλοθι γι’ αυτούς που επί της ουσίας την καταλύουν. Ο Νόαμ Τσόμσκι στο βιβλίο «Το κοινό καλό» σημειώνει: «Με άλλα λόγια, ο Αριστοτέλης είχε την αίσθηση ότι αν έχεις ακραίες καταστάσεις φτώχειας και πλούτου, δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά για δημοκρατία. Κάθε αληθινή δημοκρατία οφείλει να είναι αυτό που σήμερα αποκαλούμε κράτος πρόνοιας – στην πραγματικότητα, μια ακραία του μορφή, πολύ πέρα απ’ οτιδήποτε οραματίσθηκε αυτός ο αιώνας». (σελ. 14).
  Αν δεχτούμε ότι η σύγχρονη καπιταλιστική εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού είναι ακριβώς η πραγμάτωση των απύθμενων οικονομικών αποστάσεων, που επιχειρεί να παρουσιαστεί ως δικαιοσύνη λειτουργώντας αξιολογικά («εσύ φταις για τη φτώχεια σου, αφού δεν έκανες σωστές επιλογές»), γίνεται απολύτως αντιληπτό, αριστοτελικά τουλάχιστον, το έλλειμμα της δημοκρατίας ως συνθήκη που θέλει να  διεκδικήσει και ιδεολογικό ανάστημα. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο βιβλίο του «Η άνοδος της ασημαντότητας» αναφέρει: «Βέβαια, υπάρχει επίσης αυτό που οι δημοσιογράφοι και οι “πολιτικοί” αποκαλούν “δημοκρατία” και η οποία στην πραγματικότητα είναι μια φιλελεύθερη ολιγαρχία. Μάταια θα αναζητούσε κανείς σ’ αυτήν το παράδειγμα του υπεύθυνου πολίτη, “ικανού να άρχει και να άρχεται”, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, το παράδειγμα μιας αυτοστοχαστικής και διαβουλευτικής πολιτικής συλλογικότητας». (σελ. 82). Όσο για την εικόνα που δίνουν οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες ο Καστοριάδης είναι ανεπιφύλακτος: «… οι δυτικές κοινωνίες παρουσιάζουν στον υπόλοιπο κόσμο μιαν απωθητική εικόνα, την εικόνα των κοινωνιών όπου βασιλεύει το χρήμα, η δημοσιότητα μέσω των ΜΜΕ ή η εξουσία, με την πιο χυδαία και γελοία έννοια του όρου». (σελ. 82).
   Ο νεοφιλελευθερισμός με τη σύγχρονη χρηματιστηριακή εκδοχή του τζόγου και της κερδοσκοπίας που αναπαράγει την κοινωνική αδικία υπονομεύοντας την παραγωγή είναι εκ διαμέτρου αντίθετος με κάθε έννοια δημοκρατίας. Ο Καστοριάδης γράφει: «Γιατί να προσπαθήσει κανείς να παραγάγει και να πουλήσει, τη στιγμή που μια σωστή κίνηση με τα επιτόκια στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ή αλλού μπορεί να αποφέρει μέσα σε μερικά λεπτά 500 εκατομμύρια δολάρια; Τα ποσά που διακυβεύονται στην κερδοσκοπία κάθε βδομάδα είναι της τάξης του ετήσιου ΑΕΠ των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι η διοχέτευση των πιο “επιχειρηματικών” στοιχείων προς αυτού του τύπου τις δραστηριότητες, οι οποίες είναι εντελώς παρασιτικές, από τη σκοπιά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος». (σελ. 124).
  Για τον Marc Roche αυτού του είδους τα χρηματιστηριακά – τραπεζικά τζογαρίσματα αποτελούν κερδοσκοπία που θέτουν τον καπιταλισμό εκτός νόμου. Στον πρόλογο του βιβλίου του «Καπιταλισμός εκτός Νόμου» σημειώνει: «Οι συνέπειες από το σοκ του φθινοπώρου του 2008 – το χρηματιστηριακό κραχ και την οικονομική ύφεση – έσπρωξαν στην πρώτη σελίδα της επικαιρότητας τα χρηματοοικονομικά, που μέχρι τότε δε φαινόταν πουθενά. Παντού, ήρθε η ώρα της δρακόντειας λιτότητας – φειδωλές κοινωνικές παροχές, μικρότερες συντάξεις και μετατοπισμένες χρονικά, μείωση του ρόλου του κράτους -, έτσι ώστε να πληρωθεί ο τσιμπημένος λογαριασμός του άπληστου πλουτισμού της δεκαετίας του ’80. Κατά το διάστημα αυτό, οι χρηματοοικονομικοί κύκλοι, που δεν έβαλαν μυαλό, ξαναβρήκαν χωρίς ντροπή τις παλιές τους συνήθειες: αλαζονεία, μπόνους, άρνηση κάθε ρυθμιστικού πλαισίου, εκβιασμό για μετεγκατάσταση σε τόπους πιο φιλόξενους και κερδοσκοπία στις πρώτες ύλες, αιτία σοβαρής πληθωριστικής ώθησης». (σελ. 12).
  Φυσικά, όλα αυτά προϋποθέτουν την αδιαφάνεια. Η πολυπλοκότητα του δικτύου των συναλλαγών, η κατάργηση όλων των συνόρων, τα δυσνόητα τραπεζικά προϊόντα υψίστης επικινδυνότητας, η έλλειψη ελέγχου, οι φορολογικοί παράδεισοι, η ατιμωρησία και η στελέχωση κυβερνητικών σχημάτων από ανθρώπους που βρέθηκαν στη υπηρεσία συμφερόντων του «σκιώδους» καπιταλισμού δημιουργούν το πλέγμα της ανισότητας, που τελικά με τρόπους υπόγειους και ακατανόητους οδηγεί στη φτωχοποίηση του κόσμου. Βρισκόμαστε μπροστά στον αόρατο αριστοτελικό τύραννο, που μαζεύει το χρήμα παραχωρώντας ταυτόχρονα στο λαό όλα τα δικαιώματα προκειμένου να μην έχουμε φασαρίες. Η «δρακόντεια λιτότητα» με τις «μικρότερες συντάξεις» είναι η φτωχοποίηση του κόσμου ως αναπόφευκτη (αλλά και απαραίτητη) εκδήλωση της τυραννίας. Υπό αυτές τις συνθήκες η έννοια της δημοκρατίας υπονομεύεται ανεπανόρθωτα. Ο Marc Roche αναρωτιέται: «Ο αγώνας κατά της κερδοσκοπικής τρέλας δεν προϋποθέτει ένα αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο για τους off-shore παραδείσους;… Μήπως η σκιώδης οικονομία πηγάζει από την τάση του συστήματος να δημιουργεί μονοπώλια; Και, μάλιστα, μονοπώλια που το κράτος τα βλέπει με καλό μάτι;» (σελ. 16).
  Ο Γιούργκεν Χάμπερμας στο βιβλίο «Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης» θέτει το ζήτημα ευθέως: «Η ένταση μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας εξακολουθεί να υφίσταται, διότι αγορά και πολιτική βασίζονται σε αντιτιθέμενες αρχές». (σελ. 153). Φυσικά, ο όρος αγορά δεν μπορεί παρά να παραπέμπει στα χρηματιστήρια. Ως εκ τούτου, η σύγκρουση ανάμεσα στις αγορές και τη δημοκρατία είναι κατάφωρη. Οι απαιτήσεις των αγορών για φορολογική ανισότητα, αδιαφάνεια, πτώχευση ολόκληρων χωρών, έλλειψη ελέγχου, υπερσυσσώρευση πλούτου σε ελάχιστα άτομα, εκμηδένιση του κοινωνικού κράτους με δυο λόγια απαξίωση των συμφερόντων της συντριπτικής πλειοψηφίας προς όφελος ελαχίστων είναι η απαξίωση κάθε δημοκρατικής αρχής, στο όνομα ενός ιδεολογήματος που θέλει τις ευκαιρίες να είναι ίσες και τους αδίστακτους να θεωρούνται πετυχημένοι. Ο Χάμπερμας φαίνεται εξοργισμένος: «Ο ισχυρότερος, αυτός που επικρατεί στη ζούγκλα της ανταγωνιστικής κοινωνίας, θεωρεί αυτή την επιτυχία προσωπικό κατόρθωμα. Πρόκειται περί αβυσσαλέας κωμωδίας όταν βλέπεις οικονομικούς μάνατζερ – και όχι μόνο αυτούς – να πέφτουν στην παγίδα του ελιτίστικου κουτσομπολιού των τοκ σόου και να παρουσιάζονται με κάθε σοβαρότητα ως πρότυπα προς μίμηση που υπερέχουν διανοητικά έναντι της υπόλοιπης κοινωνίας…». (σελ. 151 – 152).
   Όσο για την πολιτική που αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, ώστε να προστατεύσει αναφαίρετα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών, όπως οφείλει, ο Χάμπερμας είναι ξεκάθαρος: «Η πολιτική γελοιοποιείται όταν ηθικολογεί αντί να στηρίζεται στο αναγκαστικό δίκαιο του δημοκρατικού νομοθέτη. Αυτή, και όχι ο καπιταλισμός, είναι υπεύθυνη για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος». (σελ. 145 – 146).
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας στο βιβλίο «Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης» θέτει το ζήτημα ευθέως: «Η ένταση μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας εξακολουθεί να υφίσταται, διότι αγορά και πολιτική βασίζονται σε αντιτιθέμενες αρχές».
  Ο Γιούργκεν Χάμπερμας στο βιβλίο «Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης» θέτει το ζήτημα ευθέως: «Η ένταση μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας εξακολουθεί να υφίσταται, διότι αγορά και πολιτική βασίζονται σε αντιτιθέμενες αρχές».
  Η πολιτική που επιβάλλει διαρκή λιτότητα δείχνοντας εμμονή στο αφορολόγητο των πλουσίων – στο όνομα της ανάπτυξης – και ταυτόχρονα προσπαθεί να προστατεύσει το ανεξέλεγκτο των off-shore εταιρειών προσπαθώντας να πείσει ότι προασπίζεται το δημόσιο συμφέρον, προφανώς δεν χρήζει σοβαρότητας. Για το Χάμπερμας τα αποτελέσματα αυτής της «πολιτικής» είναι ξεκάθαρα: «Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι η ουρανομήκης κοινωνική αδικία: το κοινωνικοποιημένο κόστος της αποτυχίας του συστήματος πλήττει σκληρότερα τις ευπαθέστερες κοινωνικές ομάδες. Το πλήθος εκείνων που ούτως ή άλλως δεν ανήκουν στους κερδισμένους της παγκοσμιοποίησης καλείται να πληρώσει άλλη μια φορά το λογαριασμό για τη λειτουργική διαταραχή του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Και μάλιστα, όχι όπως οι κάτοχοι μετοχών σε τρέχουσες αξίες, αλλά στο σκληρό νόμισμα της καθημερινής τους ύπαρξης». (σελ. 145). Τελικά, το διακύβευμα είναι πρωτίστως πολιτικό: «Σε παγκόσμια κλίμακα, αυτή η τιμωρία εκτυλίσσεται κυρίως στις οικονομικά ασθενέστερες χώρες, Πρόκειται για πολιτικό σκάνδαλο». (σελ. 145).
  Οι πολιτικοί που εξυπηρετούν αυτού του είδους τα συμφέροντα, επί της ουσίας ματαιώνουν κάθε έννοια πολιτικής, αφού μετουσιώνουν το επαίσχυντο σε δήθεν πολιτική επιλογή. Ο Χάμπερμας είναι σαφής: «Είναι η επαίσχυντη πολιτική που παραχωρεί αδυσώπητη κυριαρχία στα επενδυτικά συμφέροντα, που αποδέχεται ασυγκίνητη την αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα, που ευνοεί τη δημιουργία ενός Prekariat [ομάδες κοινωνικά και οικονομικά επισφαλείς], που αδιαφορεί για την παιδική φτώχεια, για τους μισθούς πείνας και ούτω καθεξής. Είναι επαίσχυντη η πολιτική που, με τη μανία για ιδιωτικοποιήσεις, υποσκάπτει κεντρικές λειτουργίες του κράτους, ξεπουλάει όσο όσο τα διαβουλευτικά απομεινάρια της πολιτικής δημόσιας σφαίρας σε επενδυτές που ενδιαφέρονται να αυξήσουν τις αποδόσεις των κεφαλαίων τους, εξαρτά πολιτισμό και παιδεία από τα συμφέροντα και τις διαθέσεις χορηγών που κερδοσκοπούν μέσα στην οικονομική συγκυρία». (σελ. 147 – 148).
Ο μόνος τρόπος για να αποσπάσει η «πολιτική» αυτού του είδους τη λαϊκή συγκατάθεση στο δρόμο που χαράσσει είναι το πρόταγμα του φόβου μπροστά στα χειρότερα που διαρκώς έπονται. Οι δυνάμεις καταστολής είναι πάντα έτοιμες να παίξουν το ρόλο τους. Όμως η βία, αριστοτελικά μιλώντας, αν ξεπεράσει κάποια όρια, υπονομεύει την τυραννία. Η εθελοντική συγκατάθεση είναι απείρως προτιμότερη. Εξάλλου, η ψυχολογική βία δεν είναι ούτε μετρήσιμη ούτε υπονομευτική για το πολίτευμα. Κι αυτός είναι ο τηλεοπτικός λαϊκισμός. Ο Tzvetan Todorov στο βιβλίο «Οι εσωτερικοί εχθροί της Δημοκρατίας» αναφέρει: «Η τηλεοπτική είδηση περνάει γρήγορα, ευνοεί τις σύντομες και σαφείς φράσεις, τις σοκαριστικές εικόνες που συγκρούονται εύκολα: οι σύγχρονοί μας δυσκολεύονται, φαίνεται, να συγκεντρωθούν για πάνω από ένα λεπτό… Σ’ αυτό το επίπεδο η μόλυνση είναι γενική: όποιο κι αν είναι το πολιτικό μήνυμα που θέλουμε να μεταδώσουμε, της αριστεράς, της δεξιάς ή του κέντρου, δεν μπορεί να συγκρατηθεί παρά μόνο αν το συρρικνώσουμε σ’ ένα αξιομνημόνευτο σύνθημα. Η μορφή της επικοινωνίας αποφασίζει για το περιεχόμενό του: η τηλεόραση είναι από μόνη της λαϊκιστική…». (σελ. 204 – 205).
  Η συνθηματολογία, η διαρκής επανάληψη και η επιβολή της εικόνας κάνουν τα μίντια ακαταμάχητα. Ο έλεγχός τους είναι κατάφωρη εξουσία, που εκδηλώνεται καθημερινά, ανέξοδα και χωρίς ανάληψη ευθυνών. Εξάλλου, οι «δημοσιογράφοι» σε μια «δημοκρατία» είναι «αδέσμευτοι». Ο Ουμπέρτο Έκο στο κείμενο «Για ένα σημειολογικό ανταρτοπόλεμο» είναι σαφής: «Καμία κίνηση στο στρατό. Σήμερα μια χώρα ανήκει σ’ αυτόν που ελέγχει τα μέσα ενημέρωσης». Η έμμεση παρομοίωση των Μέσων με στρατό κατοχής καταδεικνύει τη δυναμική του τηλεοπτικού λαϊκισμού που φαίνεται ανίκητος. Η απροσχημάτιστη προσπάθεια επιβολής πολιτικής άποψης προκειμένου να διαμορφωθεί εκλογικό αποτέλεσμα με ουρλιαχτά, δημοσιογράφους που καταναλώνουν οι ίδιοι τον τηλεοπτικό χρόνο προπαγανδίζοντας, απειλές, εκφοβισμούς, προκλητική ανισοκατανομή χρόνου ανάμεσα στις πολιτικές απόψεις, κατάφωρα ψεύδη και συκοφαντίες είναι η αποθέωση του τηλεοπτικού κατιμά, που πλέον έχει χάσει την ψυχραιμία του. Ο Todorov ξεκαθαρίζει: «Ο λαϊκιστής παίζει συστηματικά με το φόβο, ένα από τα θεμελιώδη ανθρώπινα συναισθήματα». (σελ. 207).
Ο περίεργος συσχετισμός («κρυφή συγγένεια») που κάνει ο Todorov ανάμεσα στον κομμουνισμό και το νεοφιλελευθερισμό δεν αλλάζει την ουσία αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι εταιρείες: «καθώς δεν είναι άτομα προικισμένα με συνείδηση, οι εταιρείες δεν αισθάνονται καμία τύψη για το ότι καθοδηγούνται μόνο από την επιδίωξη του κέρδους. Ο περιορισμός αυτής της όρεξης μπορεί να προέλθει από θεσμούς έξω από την οικονομική λογική». (σελ. 140). Τι ακριβώς μπορεί να εννοηθεί ως θεσμός έξω από την οικονομική λογική, αν όχι η θεσμική κρατική παρέμβαση, που οφείλει να ελέγξει τις αγορές εξαλείφοντας την αισχροκέρδεια και τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος; Η απροθυμία της πολιτικής να παρέμβει ουσιαστικά στην κερδοσκοπία των αγορών είναι η ιδεολογική σύμπλευση, που αδυνατεί να κρατήσει τα προσχήματα. Είναι δηλαδή η επισφράγιση της κυριαρχίας των λίγων που ελέγχουν το χρήμα, την πολιτική και τα μίντια καθιστώντας σαφές ότι η δημοκρατία πέραν της διακόσμησης δεν μπορεί να έχει άλλη θέση.
  Η επιβολή αυτής της λογικής μέσα στα κράτη – μέλη της Ευρώπης, με τη διαρκή φτωχοποίηση των λαών – κυρίως του νότου – αποτελεί την ιδεολογική χρεοκοπία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που μετατρέπεται σε επιχειρηματική δραστηριότητα με ξεκάθαρα οικονομικά συμφέροντα και ακόμη πιο ξεκάθαρη ιεραρχία. Υπό αυτές τις συνθήκες, αυτός που θα αντιμιλήσει οφείλει να εξαφανιστεί. Όμως αυτού του είδους η επικίνδυνη τροχιά των ευρωπαϊκών σχέσεων υπονομεύει πρωτίστως την ίδια την ύπαρξή της. Η συνειδητά αδιέξοδη λιτότητα που επιβάλλεται δεν μπορεί να κρατήσει στο διηνεκές. Η εξαθλίωση των λαών και ο διαμοιρασμός του κρατικού πλούτου στα χέρια των λίγων δεν είναι μόνο κατάλυση της δημοκρατίας, αλλά και ανυπόφορη πρόκληση. Τα γεγονότα στην Ελλάδα είναι μόνο τα προεόρτια. Το αδιάλλακτο ύφος της ευρωπαϊκής ηγεσίας και η απροκάλυπτη παρεμβατικότητα είναι η ηχηρότερη αποτυχία μιας Ένωσης που πλέον στηρίζεται στον κυνισμό της επίδειξης της ισχύος. Γιατί, ακόμη και ο φόβος έχει ημερομηνία λήξεως. Ο Χάμπερμας είναι διαφωτιστικός: «Έγραψα το επόμενο άρθρο στην Zeit (II.), ως απάντηση στην ιστορική εκείνη νυχτερινή συνεδρίαση της 8ης προς την 9η Μαΐου 2010, στην οποία η βία των χρηματοπιστωτικών αγορών πρόλαβε την Άνγκελα Μέρκελ. Η Μέρκελ εκτίμησε λάθος τις αναλογίες μεταξύ της αναπόφευκτης βοήθειας προς την υπερχρεωμένη Ελλάδα και της οπορτουνιστικής καθυστέρησης στο εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι (των έτσι κι αλλιώς χαμένων εκλογών της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας): ύστερα από εβδομάδες δισταγμών αναγκάστηκε να υποκύψει υποτονικά στις όλο και δαπανηρότερες επιταγές των αγορών. Τότε συνειδητοποίησα πρώτη φορά την πιθανότητα της ολοκληρωτικής αποτυχίας του ευρωπαϊκού εγχειρήματος». (σελ. 143 – 144).


Γιούργκεν Χάμπερμας: «Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης», εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2012
Tzvetan Todorov: «Οι Εσωτερικοί Εχθροί της Δημοκρατίας», εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2013
Το κείμενο του Umberto Eco «Για ένα σημειολογικό ανταρτοπόλεμο» συγκαταλέγεται στη συλλογή κειμένων που κυκλοφόρησε με το γενικό τίτλο «Σημειολογία στην καθημερινή ζωή», εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία Α. Ε., Θεσσαλονίκη
 Marc Roche: «Καπιταλισμός εκτός Νόμου», εκδόσεις «μεταίχμιο», Αθήνα 2011
Noam Chomsky: «Το κοινό καλό», εκδόσεις SCRIPTA, Αθήνα 1999
Κορνήλιος Καστοριάδης: «Η άνοδος της ασημαντότητας», εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ/ΒΙΒΛΙΑ, Αθήνα 2000

                                                                                       Θανάσης Μπαντές - eranistis.net


                                    

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Όλοι οι τόποι του Νίκου Καββαδία...

 

Ο Νίκος Καββαδίας (1910-1975) ήταν ένα περίεργο κράμα ανθρώπου και ποιητή. Σαν φτιαγμένος από διαφορετική πάστα. Η ποίηση του χαρακτηριστική. Από την πρώτη στροφή καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για ποίημα του Μαραμπού ( όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν οι φίλοι). 
Από πολύ μικρή ηλικία άρχισε την ποιητική του συγγραφή. Στα 18 χρόνια μπάρκαρε για πρώτη φορά. Η θάλασσα και τα ταξίδια του έμελλαν να τον σημαδέψουν για πάντα, μιας και έγιναν πηγή έμπνευσης και αναφοράς σε όλα του τα έργα. Η ποίηση του είναι καθαρά βιωματική. Η θάλασσα αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης. Τα ποιήματα του χαρακτηρίζονται από ιδιωματισμούς ξεφεύγοντας από την παραδοσιακή νεοελληνική ποίηση: Εξωτισμός, κοσμοπολιτισμός, υπερεαλισμός, στοιχεία οδηγούν τον αναγνώστη να δραπετεύσει από τα όρια της πραγματικότητας. Περιγραφές από καυγάδες, πληρωμένους έρωτες, ιθαγενείς… Τυχοδιώκτης, σαν ένας άλλος Δον Κιχώτης, να κυνηγά θαλάσσιους ανεμόμυλους. Και να...ένας χάρτης του κόσμου με τσεκαρισμένα όλα τα σημεία που αναφέρει ο Καββαδίας στα ποιήματά του! Και όταν πατάς πάνω τους βγαίνει το συγκεκριμένο ποίημα...
                                                     Ένας χάρτης ποίημα δηλαδή!